| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21475 | ιππικός | , ή, ό [ἱππικός] ιπ-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται ή γίνεται με άλογα: ~ός: όμιλος/τουρισμός (= ιπποτουρισμός). ~ή: δεξιοτεχνία. ~ό: κέντρο/τρίαθλο. ~οί: αγώνες.|| (ΑΡΧ.) ~ά: αγωνίσματα (: αρματοδρομίες και ιπποδρομίες). ΣΥΝ. ιππευτικός ● Ουσ.: ιππική (η) (λόγ.): η τέχνη και το άθλημα της ιππασίας. [< αρχ. ἱππικός, γαλλ. hippique, αγγλ. equestrian] | |
| 21476 | ιππο- | & ιππό- & ιππ- (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων που σχετίζονται με το άλογο, τον ίππο: ιππο-δρομία/~κόμος. Ιππό-δρομος. Ιππο-πόταμος.|| Ιππ-έας.|| Iππο-δύναμη. | |
| 21477 | ιππόγλωσσα | [ἱππόγλωσσα] ιπ-πό-γλωσ-σα ουσ. (θηλ.) & ιππόγλωσσος (ο): ΙΧΘΥΟΛ. μεγάλο ψάρι (επιστ. ονομασ. Hippoglossus vulgaris) με πεπλατυσμένο σώμα, που ζει στον βόρειο Ατλαντικό και Ειρηνικό ωκεανό και είναι περιζήτητο για το νόστιμο κρέας του. | |
| 21478 | ιπποδρομία | [ἱπποδρομία] ιπ-πο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): κούρσα ταχύτητας με άλογα και επαγγελματίες αναβάτες· ιππικός αγώνας: πρόγραμμα/στοιχήματα ~ών.|| (ΑΡΧ.) ~ πώλων/φοράδων. Βλ. -δρομία. [< αρχ. ἱπποδρομία] | |
| 21479 | ιπποδρομιακός | , ή, ό [ἱπποδρομιακός] ιπ-πο-δρο-μι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις ιπποδρομίες: ~ή: κούρσα. ~ό: λαχείο (= σουιπστέικ)/στοίχημα. ~οί: αγώνες. [< μτγν. ἱπποδρομικός] | |
| 21480 | ιπποδρόμιο | [ἱπποδρόμιο] ιπ-πο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος με ειδικές εγκαταστάσεις για τη διεξαγωγή ιπποδρομιών: κλειστό/υπαίθριο ~. Βλ. -δρόμιο. ΣΥΝ. ιππόδρομος (1) [< μτγν. ἱπποδρόμιον] | |
| 21481 | ιππόδρομος | [ἱππόδρομος] ιπ-πό-δρο-μος ουσ. (αρσ.) 1. ιπποδρόμιο. Βλ. γήπεδο, στάδιο. 2. (συνεκδ.) οι ιπποδρομίες και τα αντίστοιχα στοιχήματα κατά τη διάρκεια ιπποδρομιακών αγώνων: άλογα του ~ου. Κερδίζω/παίζω/στοιχηματίζω στον ~ο. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. υπαίθριο, κυκλικό ή ημικυκλικό στάδιο με κερκίδες περιμετρικά, το οποίο προοριζόταν για ιπποδρομίες, αρματοδρομίες, δημόσια θεάματα στα ρωμαϊκά χρόνια ή/και συγκεντρώσεις στο Βυζάντιο: ο ~ της Κωνσταντινούπολης/Ολυμπίας. Βλ. -δρομος. [< μτγν. ἱππόδρομος, γαλλ.-αγγλ. hippodrome] | |
| 21482 | ιπποδύναμη | [ἱπποδύναμη] ιπ-πο-δύ-να-μη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. ισχύς μηχανής μετρημένη σε ίππους (σύμβ. HP): μέγιστη/συνολική ~. ~ κινητήρα. Αύξηση ~ης. Οχήματα µικρής/μεσαίας/μεγάλης ~ης. ΣΥΝ. άλογα (τα) [< αγγλ. horsepower] | |
| 21483 | ιπποειδή | [ἱπποειδῆ] ιπ-πο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ιπποειδές}: ΖΩΟΛ. οικογένεια φυτοφάγων θηλαστικών που φέρουν οπλές, με αντιπροσωπευτικότερα είδη το άλογο, τον ημίονο, τον γάιδαρο και τη ζέβρα. Βλ. οπληφόρα, περιττοδάκτυλα. ΣΥΝ. μόνοπλα [< γαλλ. équidés] | |
| 21484 | ιπποθεραπεία | [ἱπποθεραπεία] ιπ-πο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φυσιοθεραπευτική μέθοδος που έχει ως στόχο την αντιμετώπιση νευρολογικών και μυοσκελετικών παθήσεων, κυρ. των παιδιών, με τη βοήθεια αλόγου. Πβ. θεραπευτική ιππασία. Βλ. -θεραπεία. [< γερμ. Hippotherapie, 1960] | |
| 21485 | ιππόκαμπος | [ἱππόκαμπος] ιπ-πό-κα-μπος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμπου} 1. ΙΧΘΥΟΛ. είδος μικρού ψαριού (γένος Hippocampus) που κολυμπά όρθιο σε κατακόρυφη στάση, έχει χαρακτηριστικό κεφάλι παρόμοιο με του αλόγου και ουρά που στρέφεται προς τα εμπρός. ΣΥΝ. αλογάκι της θάλασσας 2. ΑΝΑΤ. τμήμα του εγκεφάλου το οποίο αποτελεί το κέντρο της όσφρησης, επηρεάζει τη συναισθηματική συμπεριφορά του ατόμου και σχετίζεται με τη διαδικασία της απομνημόνευσης. Βλ. αμυγδαλή, κροταφικός λοβός. 3. ΜΥΘ. θαλάσσιο ον με κεφάλι αλόγου και ουρά ψαριού. [< 1,3: μτγν. ἱππόκαμπος 2: αγγλ. hippocampus, γαλλ. hippocampe] | |
| 21486 | ιπποκομία | [ἱπποκομία] ιπ-πο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): φροντίδα και περιποίηση αλόγων. Βλ. -κομία. [< μτγν. ἱπποκομία] | |
| 21487 | ιπποκόμος | [ἱπποκόμος] ιπ-πο-κό-μος ουσ. (αρσ.): αυτός που είναι επιφορτισμένος με την περιποίηση, φροντίδα και διατροφή αλόγων. Βλ. -κόμος. ΣΥΝ. σταβλίτης [< αρχ. ἱπποκόμος] | |
| 21488 | ιπποκράτειος | , ος/α, ο [ἱπποκράτειος] ιπ-πο-κρά-τει-ος επίθ. (λόγ.): ιπποκρατικός: ~ος: όρκος (= ο όρκος του Ιπποκράτη).|| (με κεφαλ. το αρχικό Ι) ~ο (Γενικό) Νοσοκομείο Αθηνών/Θεσσαλονίκης. (κ. ως ουσ.) Το ~ο. [< μτγν. ἱπποκράτειος] | |
| 21489 | Ιπποκράτης | [Ἱπποκράτης] Ιπ-πο-κρά-της ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ο όρκος του Ιπποκράτη: ο επίσημος όρκος τήρησης της δεοντολογίας που δίνουν οι πτυχιούχοι της Ιατρικής Σχολής κατά την τελετή ορκωμοσίας τους. [< αρχ. Ἱπποκράτης] | |
| 21490 | ιπποκρατικός | , ή, ό [ἱπποκρατικός] ιπ-πο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον Ιπποκράτη: ~ή: συλλογή (ιατρικών κειμένων). ΣΥΝ. ιπποκράτειος ● Ουσ.: Ιπποκρατικοί (οι): μαθητές της σχολής του Ιπποκράτη. [< μεσν. ιπποκρατικός, γαλλ. hippocratique, αγγλ. hippocratic] | |
| 21491 | ιπποπόταμος | [ἱπποπόταμος] ιπ-πο-πό-τα-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο φυτοφάγο αμφίβιο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Hippopotamus amphibius), με πολύ χοντρό, γκριζωπό δέρμα, κοντά κυλινδρικά πόδια, πλατιά μουσούδα και μικρή ουρά, το οποίο ζει σε ποτάμια και λίμνες της Αφρικής. 2. (μτφ.-μειωτ.) υπέρβαρος άνθρωπος, συνήθ. άνδρας. Πβ. ελέφαντας, φάλαινα. [< μτγν. ἱπποπόταμος, γαλλ. hippopotame, αγγλ. hippopotamus] | |
| 21492 | ίππος | [ἵππος] ίπ-πος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. (λόγ.) άλογο. Πβ. άτι. 2. ΓΥΜΝ. & ίππος άλματος: όργανο γυμναστικής που μοιάζει με δοκό για την εκτέλεση αλμάτων ή ασκήσεων. ΣΥΝ. εφαλτήριο (2) 3. (λόγ.) (στο σκάκι) πιόνι με τη μορφή αλόγου. ΣΥΝ. αλογάκι (3) 4. ΙΑΤΡ. έντονη συστολή και διαστολή της κόρης του οφθαλμού, η οποία οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Βλ. μυδρίαση, μύση. ● ίπποι (οι) {σπανιότ. στον εν.}: ΜΗΧΑΝ. μονάδες μέτρησης της ισχύος μηχανής· καθεμία από αυτές είναι ίση με 735,5 βατ: κινητήρας απόδοσης ... ~ων. Τουρμπίνα που βγάζει ... ~ους. Φορολογήσιμοι ~ (: μέτρο υπολογισμού συνήθ. των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων βάσει των κυβικών του). Αναλογία κιλών ανά ~ο. Πβ. ιπποδύναμη. ΣΥΝ. άλογα (τα) [< γαλλ. cheval, αγγλ. horse (power)] ● ΣΥΜΠΛ.: πλάγιος ίππος : ΑΘΛ. (στην ενόργανη γυμναστική) ίππος άλματος με δύο λαβές, στις οποίες στηρίζεται ο αθλητής, για να εκτελέσει το πρόγραμμά του· το αντίστοιχο αγώνισμα των ανδρών. Βλ. κρίκοι. [< αγγλ. side horse] , άλμα ίππου βλ. άλμα, δούρειος ίππος βλ. δούρειος [< 1: αρχ. ἵππος 2: γαλλ. cheval (d΄arçons) 3: γαλλ. cavalier 4: γαλλ.-αγγλ. hippus] | |
| 21493 | ιπποσκευή | [ἱπποσκευή] ιπ-πο-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.-περιληπτ.): εξαρτήματα (σέλα, αναβολείς, χαλινάρια, στομίδα) τα οποία προσαρμόζονται στο σώμα αλόγου, ώστε να μπορεί να ιππευθεί, να μεταφέρει ή να τραβήξει φορτίο. Πβ. χάμουρα. ΣΥΝ. σαγή (1) [< γερμ. Pferdegeschirr] | |
| 21494 | ιπποσύνη | [ἱπποσύνη] ιπ-πο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η τάξη των ιπποτών στον Μεσαίωνα και κυρ. ο κώδικας τιμής, τα ιδεώδη και οι αξίες τους (ευγένεια, εντιμότητα, γενναιότητα). Πβ. ιπποτισμός. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. ἱπποσύνη, γαλλ. chevalerie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ