| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21468 | ίππειος | , α, ο [ἵππειος] ίπ-πει-ος επίθ. (λόγ.): που προέρχεται από τον ίππο ή σχετίζεται με αυτόν: ~ος: ορός (: από το αίμα αλόγου). ~ο: κτηνιατρικό φάρμακο. Πβ. αλογίσιος. [< αρχ. ἵππειος] | |
| 21469 | ίππευση | [ἵππευση] ίπ-πευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιππεύω: ~ αλόγου. Πβ. ιππασία, καβαλίκεμα. [< μτγν. ἵππευσις] | |
| 21470 | ιππευτικός | , ή, ό [ἱππευτικός] ιπ-πευ-τι-κός επίθ.: ιππικός: ~ή: δεινότητα/τέχνη. [< μτγν. ἱππευτικός] | |
| 21471 | ιππεύτρια | [ἱππεύτρια] ιπ-πεύ-τρι-α ουσ. (θηλ.): γυναίκα που κάνει ιππασία και συχνά ασχολείται με αυτή επαγγελματικά. Πβ. αμαζόνα. ● βλ. ιππέας | |
| 21472 | ιππεύω | [ἱππεύω] ιπ-πεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ίππευ-σα, ιππεύ-οντας} (λόγ.) 1. ανεβαίνω κυρ. σε άλογο ή γαϊδούρι και το κατευθύνω κάπου. Πβ. καβαλικεύω, καβαλώ. ΑΝΤ. αφιππεύω, ξεκαβαλικεύω, ξεπεζεύω 2. κάνω ιππασία. [< αρχ. ἱππεύω ‘πορεύομαι έφιππος, υπηρετώ στο ιππικό’] | |
| 21473 | ιππήλατος | , η, ο [ἱππήλατος] ιπ-πή-λα-τος επίθ. (λόγ.): που κινείται με άλογα: ~η: άμαξα. ~ο: όχημα. Βλ. παϊτόνι. [< αρχ. ἱππήλατος] | |
| 21474 | ιππικό | [ἱππικό] ιπ-πι-κό ουσ. (ουδ.) (περιληπτ., παλαιότ.): σώμα στρατού του οποίου οι πολεμιστές μάχονταν έφιπποι. Βλ. πεζικό. ΣΥΝ. καβαλαρία (1) [< αρχ. ἱππικόν, γαλλ. cavalerie] | |
| 21475 | ιππικός | , ή, ό [ἱππικός] ιπ-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται ή γίνεται με άλογα: ~ός: όμιλος/τουρισμός (= ιπποτουρισμός). ~ή: δεξιοτεχνία. ~ό: κέντρο/τρίαθλο. ~οί: αγώνες.|| (ΑΡΧ.) ~ά: αγωνίσματα (: αρματοδρομίες και ιπποδρομίες). ΣΥΝ. ιππευτικός ● Ουσ.: ιππική (η) (λόγ.): η τέχνη και το άθλημα της ιππασίας. [< αρχ. ἱππικός, γαλλ. hippique, αγγλ. equestrian] | |
| 21476 | ιππο- | & ιππό- & ιππ- (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων που σχετίζονται με το άλογο, τον ίππο: ιππο-δρομία/~κόμος. Ιππό-δρομος. Ιππο-πόταμος.|| Ιππ-έας.|| Iππο-δύναμη. | |
| 21477 | ιππόγλωσσα | [ἱππόγλωσσα] ιπ-πό-γλωσ-σα ουσ. (θηλ.) & ιππόγλωσσος (ο): ΙΧΘΥΟΛ. μεγάλο ψάρι (επιστ. ονομασ. Hippoglossus vulgaris) με πεπλατυσμένο σώμα, που ζει στον βόρειο Ατλαντικό και Ειρηνικό ωκεανό και είναι περιζήτητο για το νόστιμο κρέας του. | |
| 21478 | ιπποδρομία | [ἱπποδρομία] ιπ-πο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): κούρσα ταχύτητας με άλογα και επαγγελματίες αναβάτες· ιππικός αγώνας: πρόγραμμα/στοιχήματα ~ών.|| (ΑΡΧ.) ~ πώλων/φοράδων. Βλ. -δρομία. [< αρχ. ἱπποδρομία] | |
| 21479 | ιπποδρομιακός | , ή, ό [ἱπποδρομιακός] ιπ-πο-δρο-μι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τις ιπποδρομίες: ~ή: κούρσα. ~ό: λαχείο (= σουιπστέικ)/στοίχημα. ~οί: αγώνες. [< μτγν. ἱπποδρομικός] | |
| 21480 | ιπποδρόμιο | [ἱπποδρόμιο] ιπ-πο-δρό-μι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος με ειδικές εγκαταστάσεις για τη διεξαγωγή ιπποδρομιών: κλειστό/υπαίθριο ~. Βλ. -δρόμιο. ΣΥΝ. ιππόδρομος (1) [< μτγν. ἱπποδρόμιον] | |
| 21481 | ιππόδρομος | [ἱππόδρομος] ιπ-πό-δρο-μος ουσ. (αρσ.) 1. ιπποδρόμιο. Βλ. γήπεδο, στάδιο. 2. (συνεκδ.) οι ιπποδρομίες και τα αντίστοιχα στοιχήματα κατά τη διάρκεια ιπποδρομιακών αγώνων: άλογα του ~ου. Κερδίζω/παίζω/στοιχηματίζω στον ~ο. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. υπαίθριο, κυκλικό ή ημικυκλικό στάδιο με κερκίδες περιμετρικά, το οποίο προοριζόταν για ιπποδρομίες, αρματοδρομίες, δημόσια θεάματα στα ρωμαϊκά χρόνια ή/και συγκεντρώσεις στο Βυζάντιο: ο ~ της Κωνσταντινούπολης/Ολυμπίας. Βλ. -δρομος. [< μτγν. ἱππόδρομος, γαλλ.-αγγλ. hippodrome] | |
| 21482 | ιπποδύναμη | [ἱπποδύναμη] ιπ-πο-δύ-να-μη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. ισχύς μηχανής μετρημένη σε ίππους (σύμβ. HP): μέγιστη/συνολική ~. ~ κινητήρα. Αύξηση ~ης. Οχήματα µικρής/μεσαίας/μεγάλης ~ης. ΣΥΝ. άλογα (τα) [< αγγλ. horsepower] | |
| 21483 | ιπποειδή | [ἱπποειδῆ] ιπ-πο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ιπποειδές}: ΖΩΟΛ. οικογένεια φυτοφάγων θηλαστικών που φέρουν οπλές, με αντιπροσωπευτικότερα είδη το άλογο, τον ημίονο, τον γάιδαρο και τη ζέβρα. Βλ. οπληφόρα, περιττοδάκτυλα. ΣΥΝ. μόνοπλα [< γαλλ. équidés] | |
| 21484 | ιπποθεραπεία | [ἱπποθεραπεία] ιπ-πο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φυσιοθεραπευτική μέθοδος που έχει ως στόχο την αντιμετώπιση νευρολογικών και μυοσκελετικών παθήσεων, κυρ. των παιδιών, με τη βοήθεια αλόγου. Πβ. θεραπευτική ιππασία. Βλ. -θεραπεία. [< γερμ. Hippotherapie, 1960] | |
| 21485 | ιππόκαμπος | [ἱππόκαμπος] ιπ-πό-κα-μπος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμπου} 1. ΙΧΘΥΟΛ. είδος μικρού ψαριού (γένος Hippocampus) που κολυμπά όρθιο σε κατακόρυφη στάση, έχει χαρακτηριστικό κεφάλι παρόμοιο με του αλόγου και ουρά που στρέφεται προς τα εμπρός. ΣΥΝ. αλογάκι της θάλασσας 2. ΑΝΑΤ. τμήμα του εγκεφάλου το οποίο αποτελεί το κέντρο της όσφρησης, επηρεάζει τη συναισθηματική συμπεριφορά του ατόμου και σχετίζεται με τη διαδικασία της απομνημόνευσης. Βλ. αμυγδαλή, κροταφικός λοβός. 3. ΜΥΘ. θαλάσσιο ον με κεφάλι αλόγου και ουρά ψαριού. [< 1,3: μτγν. ἱππόκαμπος 2: αγγλ. hippocampus, γαλλ. hippocampe] | |
| 21486 | ιπποκομία | [ἱπποκομία] ιπ-πο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): φροντίδα και περιποίηση αλόγων. Βλ. -κομία. [< μτγν. ἱπποκομία] | |
| 21487 | ιπποκόμος | [ἱπποκόμος] ιπ-πο-κό-μος ουσ. (αρσ.): αυτός που είναι επιφορτισμένος με την περιποίηση, φροντίδα και διατροφή αλόγων. Βλ. -κόμος. ΣΥΝ. σταβλίτης [< αρχ. ἱπποκόμος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ