| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21495 | ιππότης | [ἱππότης] ιπ-πό-της ουσ. (αρσ.) {ιπποτ-ών} 1. ΙΣΤ. (κατά τον Μεσαίωνα) στρατιώτης που συνήθ. ανήκε σε τάγμα και πολεμούσε έφιππος στην υπηρεσία βασιλιά ή φεουδάρχη: περιπλανώμενος ~ (: που αναζητούσε την περιπέτεια και τη δόξα σε διάφορους τόπους, βοηθώντας τους αδύναμους και αδικημένους)/σιδερόφραχτος ~. Χρίστηκε ~. Ο κώδικας τιμής των ~ών (= ιπποσύνη). Βλ. σαμουράι. 2. (μτφ.) άνδρας που χαρακτηρίζεται από ευγένεια, λεπτότητα, εντιμότητα, γενναιοδωρία και αξιοπρέπεια και κυρ. συμπεριφέρεται ανάλογα σε μια γυναίκα. ΣΥΝ. κύριος (4), τζέντλεμαν 3. πρόσωπο που διακρίθηκε με το παράσημο τιμής ενός τάγματος: ~ της Λεγεώνας της Τιμής. 4. ΙΣΤ. μέλος μοναστικού στρατιωτικού τάγματος που έδινε όρκο πίστης στην Εκκλησία, πολεμώντας εναντίον όσων θεωρούνταν άπιστοι. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκός ιππότης (μτφ.) 1. ΟΙΚΟΝ. επιχείρηση που σώζει άλλη από χρεοκοπία ή εξαγορά: Η εταιρεία βρίσκεται σε αναζήτηση ~ού ~η. 2. (γενικότ.) πρόσωπο που παρεμβαίνει σωτήρια σε δύσκολη κατάσταση. [< αγγλ. white knight, 1951] [< αρχ. ἱππότης, γαλλ. chevalier] | |
| 21496 | ιπποτικός | , ή, ό [ἱπποτικός] ιπ-πο-τι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από ευγενικούς τρόπους κυρ. προς τις γυναίκες: ~ή: χειρονομία. Πβ. αβρός, μεγαλόψυχος. 2. ΙΣΤ. που σχετίζεται με την τάξη των ιπποτών: ~ός: κώδικας. ~ό: πνεύμα. ~ά: μυθιστορήματα (: που περιέγραφαν τα ηρωικά κατορθώματα και τους έρωτες των ιπποτών). ● επίρρ.: ιπποτικά: στη σημ. 1. [< γαλλ. chevaleresque] | |
| 21497 | ιπποτισμός | [ἱπποτισμός] ιπ-πο-τι-σμός ουσ. (αρσ.): οι ιδέες και αξίες των ιπποτών. Πβ. ιπποσύνη. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. (esprit) chevaleresque, chevalerie] | |
| 21498 | ιπποτουρισμός | [ἱπποτουρισμός] ιπ-πο-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): μορφή τουρισμού που συνδέεται με την ιππασία και γενικότ. με τα άλογα. ΣΥΝ. ιππικός τουρισμός, τουριστική ιππασία. [< αγγλ. equestrian tourism] | |
| 21499 | ιπποφαές | [ἱπποφαές] ιπ-πο-φα-ές ουσ. (ουδ.) {ιπποφα-ούς}: ΒΟΤ. είδος δενδρώδους θάμνου (επιστ. ονομασ. Hippophae rhamnoides), τα φύλλα και οι καρποί του οποίου περιέχουν αντιοξειδωτικές ουσίες και θρεπτικά συστατικά. Βλ. ράμνος, υπερτροφή. [< αρχ. ἱπποφαὲς, γαλλ. hippophaé] | |
| 21500 | ιπποφορβείο | [ἱπποφορβεῖο] ιπ-πο-φορ-βεί-ο ουσ. (ουδ.): οργανωμένη μονάδα εκτροφής, αναπαραγωγής και βελτίωσης της ράτσας ίππων με την επιλογή καθαρόαιμων επιβητόρων. Βλ. -τροφείο. [< αρχ. ἱπποφόρβιον] | |
| 21501 | ίπταμαι | [ἵπταμαι] ί-πτα-μαι ρ. (αμτβ.) {ίπτα-ται, -νται, ιπτάμενος· παρατ. ίπτα-το, -ντο} (επίσ.): πετώ, κινούμαι στον αέρα: Το αεροσκάφος ~ται σε ύψος ... Πβ. υπερ~. Βλ. περιίπταται. [< μτγν. ἵπταμαι] | |
| 21502 | ιπτάμενος | , η, ο [ἱπτάμενος] ι-πτά-με-νος επίθ. 1. που έχει την ικανότητα ή την ιδιότητα να υψώνεται στον αέρα, να πετά, να αιωρείται: ~ο: όχημα/ραντάρ. ~ες: μηχανές. ~α: μέσα. Άγνωστης Ταυτότητας ~ο Αντικείμενο (ΑΤΙΑ, πβ. ούφο).|| ~α: έντομα (κουνούπια, μύγες, σκνίπες)/μυρμήγκια (= φτερωτά).|| ~η: τέφρα (: κατάλοιπο από την καύση άνθρακα).|| (στα παραμύθια) ~ος: δράκος. ~η: σκούπα (μάγισσας). ~ο: χαλί. Βλ. πετούμενος. 2. (για πρόσ.) που ανήκει στο πλήρωμα αεροσκάφους ή εργάζεται μετακινούμενος με εναέρια μέσα: ~ος: μηχανικός (της Αεροπορίας)/χειριστής (ελικοπτέρων). ~ο: προσωπικό (ΑΝΤ. προσωπικό εδάφους).|| ~οι: γιατροί του ΕΚΑΒ (: που συμμετέχουν σε αεροδιακομιδές). ● Ουσ.: ιπτάμενος (ο/η): πιλότος, κυρ. πολεμικού αεροσκάφους: ταξίαρχος ~. Τμήμα ~ένων της Σχολής Ικάρων. ● ΣΥΜΠΛ.: ιπτάμενη συνοδός & (λόγ.) ιπταμένη (η): αεροσυνοδός., ιπτάμενος δίσκος: ούφο. [< αγγλ. flying saucer, 1947] , ιπτάμενος φροντιστής/συνοδός: άνδρας που ανήκει στο πλήρωμα επιβατηγού αεροσκάφους και έχει καθήκοντα ανάλογα με αυτά της αεροσυνοδού., (ιπτάμενο) δελφίνι βλ. δελφίνι, ιπτάμενο τάνκερ βλ. τάνκερ [< αρχ. ἱπτάμενος, αγγλ. flying] | |
| 21503 | ιρακινός | , ή, ό [ἰρακινός] ι-ρα-κι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Ιράκ ή/και τους Ιρακινούς. | |
| 21504 | Ιρακινός, Ιρακινή | [Ἰρακινός] Ι-ρα-κι-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Ιράκ ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει την ιρακινή υπηκοότητα. | |
| 21505 | ιρανικός | , ή, ό [ἰρανικός] ι-ρα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το Ιράν ή/και τους Ιρανούς. Πβ. περσικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ιρανικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. υποοικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, στην οποία ανήκει η Περσική, η Αφγανική και άλλες γλώσσες των γειτονικών περιοχών του Ιράν. | |
| 21506 | Ιρανός, Ιρανή | [Ἰρανός] Ι-ρα-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Ιράν ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει την ιρανική υπηκοότητα. | |
| 21507 | ιρασιοναλισμός | [ἰρασιοναλισμός] ι-ρα-σιο-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η αλήθεια δεν κατακτάται με τη λογική, αλλά μέσω του ανορθολογισμού και της ενόρασης. Βλ. πνευματοκρατία, -ισμός. ΑΝΤ. λογοκρατία, ορθολογισμός (2), ρασιοναλισμός [< γαλλ. irrationalisme, 1912] | |
| 21508 | ίριδα | [ἴριδα] ί-ρι-δα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) ίρις 1. ΙΑΤΡ. χρωματιστή κυκλική μεμβράνη μεταξύ του σκληρού χιτώνα και του κρυσταλλοειδούς φακού, η οποία ρυθμίζει την ποσότητα φωτός που φτάνει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού με τη συστολή και διαστολή της οπής που βρίσκεται στο κέντρο της κόρης: ανάλυση/φλεγμονή της ~ας. Σάρωση της ~ας σε βιομετρικά συστήματα. 2. ΦΩΤΟΓΡ. διάφραγμα από λεπτές επικαλυπτόμενες πλάκες που ρυθμίζουν τη διάμετρο του φωτογραφικού φακού: αυτόματη/σταθερή ~. Άνοιγμα/κλείσιμο της ~ας. Σύστηµα διπλής ~ας. 3. ΒΟΤ. γένος αρωματικών, φαρμακευτικών και καλλωπιστικών φυτών (επιστ. ονομασ. Iris) με μακρόστενα φύλλα σε σχήμα σπαθιού και άνθη σε ποικίλα χρώματα. Βλ. ιριδίδες. 4. ΜΕΤΕΩΡ. ουράνιο τόξο. ● ΣΥΜΠΛ.: τα χρώματα της ίριδας: τα επτά βασικά χρώματα (κίτρινο, βαθύ μπλε, ερυθρό, ιώδες, κυανό, πράσινο και πορτοκαλί) που εμφανίζονται λόγω της αντανάκλασης ή ανάλυσης του φωτός του ήλιου μέσα από πρίσμα ή υδροσταγονίδια. [< 1,3,4: αρχ. ἶρις, γαλλ.-αγγλ. iris] | |
| 21509 | ιριδεκτομή | [ἰριδεκτομή] ι-ρι-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ιριδοτομή. [< γαλλ. iridectomie] | |
| 21510 | ιριδίδες | [ἰριδίδες] ι-ρι-δί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΟΤ. ποώδη μονοκοτυλήδονα βολβώδη φυτά (οικογ. Iridaceae), με αντιπροσωπευτικότερα είδη την ίριδα, τη γλαδιόλα, τον κρίνο και τον κρόκο. [< αγγλ. iridaceae, γαλλ. iridacées] | |
| 21511 | ιριδίζει | [ἰριδίζει] ι-ρι-δί-ζει ρ. (αμτβ.) {σπάν. ιρίδι-σε, ιριδίζ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): κάνει ιριδισμούς: Η θάλασσα ~ στις ακτίνες του ήλιου. Χρώματα που ~ουν στο φως. Βλ. λαμπυρ-, φωσφορ-ίζει. [< γαλλ. iriser] | |
| 21512 | ιριδίζων | , ουσα, ον [ἰριδίζων] ι-ρι-δί-ζων επίθ. {ιριδίζ-οντος | -οντες (ουδ. -οντα)} (λόγ.): που ιριδίζει: ~ων: (πολύτιμος) λίθος. ~ουσα: λωρίδα (σε εισιτήρια, χαρτονομίσματα)/πούδρα/σκιά (ματιών). ~ον: φως/χρώμα. ~οντα: νερά. ● ΣΥΜΠΛ.: ιριδίζουσα πέστροφα βλ. πέστροφα [< γαλλ. irisé] | |
| 21513 | ιρίδιο | [ἰρίδιο] ι-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ιριδίου}: ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. Ir, Ζ, 77), πολύ σκληρό αλλά εύθραυστο μέταλλο με αργυρόλευκο χρώμα, που βρίσκεται στα μεταλλεύματα του λευκόχρυσου. Βλ. όσμιο, πλατίνα. [< αγγλ.-γαλλ. iridium < αρχ. ἶρις] | |
| 21514 | ιριδισμός | [ἰριδισμός] ι-ρι-δι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.) ιρίδισμα (το): ΦΥΣ. εμφάνιση των χρωμάτων της ίριδας στην επιφάνεια σώματος από τη διάθλαση του φωτός και (συνεκδ.-στον πληθ.) οι αντίστοιχες αντανακλάσεις: σκιές (ματιών) με ~ούς. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. irisation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ