| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21488 | ιπποκράτειος | , ος/α, ο [ἱπποκράτειος] ιπ-πο-κρά-τει-ος επίθ. (λόγ.): ιπποκρατικός: ~ος: όρκος (= ο όρκος του Ιπποκράτη).|| (με κεφαλ. το αρχικό Ι) ~ο (Γενικό) Νοσοκομείο Αθηνών/Θεσσαλονίκης. (κ. ως ουσ.) Το ~ο. [< μτγν. ἱπποκράτειος] | |
| 21489 | Ιπποκράτης | [Ἱπποκράτης] Ιπ-πο-κρά-της ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ο όρκος του Ιπποκράτη: ο επίσημος όρκος τήρησης της δεοντολογίας που δίνουν οι πτυχιούχοι της Ιατρικής Σχολής κατά την τελετή ορκωμοσίας τους. [< αρχ. Ἱπποκράτης] | |
| 21490 | ιπποκρατικός | , ή, ό [ἱπποκρατικός] ιπ-πο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον Ιπποκράτη: ~ή: συλλογή (ιατρικών κειμένων). ΣΥΝ. ιπποκράτειος ● Ουσ.: Ιπποκρατικοί (οι): μαθητές της σχολής του Ιπποκράτη. [< μεσν. ιπποκρατικός, γαλλ. hippocratique, αγγλ. hippocratic] | |
| 21491 | ιπποπόταμος | [ἱπποπόταμος] ιπ-πο-πό-τα-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο φυτοφάγο αμφίβιο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Hippopotamus amphibius), με πολύ χοντρό, γκριζωπό δέρμα, κοντά κυλινδρικά πόδια, πλατιά μουσούδα και μικρή ουρά, το οποίο ζει σε ποτάμια και λίμνες της Αφρικής. 2. (μτφ.-μειωτ.) υπέρβαρος άνθρωπος, συνήθ. άνδρας. Πβ. ελέφαντας, φάλαινα. [< μτγν. ἱπποπόταμος, γαλλ. hippopotame, αγγλ. hippopotamus] | |
| 21492 | ίππος | [ἵππος] ίπ-πος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. (λόγ.) άλογο. Πβ. άτι. 2. ΓΥΜΝ. & ίππος άλματος: όργανο γυμναστικής που μοιάζει με δοκό για την εκτέλεση αλμάτων ή ασκήσεων. ΣΥΝ. εφαλτήριο (2) 3. (λόγ.) (στο σκάκι) πιόνι με τη μορφή αλόγου. ΣΥΝ. αλογάκι (3) 4. ΙΑΤΡ. έντονη συστολή και διαστολή της κόρης του οφθαλμού, η οποία οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Βλ. μυδρίαση, μύση. ● ίπποι (οι) {σπανιότ. στον εν.}: ΜΗΧΑΝ. μονάδες μέτρησης της ισχύος μηχανής· καθεμία από αυτές είναι ίση με 735,5 βατ: κινητήρας απόδοσης ... ~ων. Τουρμπίνα που βγάζει ... ~ους. Φορολογήσιμοι ~ (: μέτρο υπολογισμού συνήθ. των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων βάσει των κυβικών του). Αναλογία κιλών ανά ~ο. Πβ. ιπποδύναμη. ΣΥΝ. άλογα (τα) [< γαλλ. cheval, αγγλ. horse (power)] ● ΣΥΜΠΛ.: πλάγιος ίππος : ΑΘΛ. (στην ενόργανη γυμναστική) ίππος άλματος με δύο λαβές, στις οποίες στηρίζεται ο αθλητής, για να εκτελέσει το πρόγραμμά του· το αντίστοιχο αγώνισμα των ανδρών. Βλ. κρίκοι. [< αγγλ. side horse] , άλμα ίππου βλ. άλμα, δούρειος ίππος βλ. δούρειος [< 1: αρχ. ἵππος 2: γαλλ. cheval (d΄arçons) 3: γαλλ. cavalier 4: γαλλ.-αγγλ. hippus] | |
| 21493 | ιπποσκευή | [ἱπποσκευή] ιπ-πο-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.-περιληπτ.): εξαρτήματα (σέλα, αναβολείς, χαλινάρια, στομίδα) τα οποία προσαρμόζονται στο σώμα αλόγου, ώστε να μπορεί να ιππευθεί, να μεταφέρει ή να τραβήξει φορτίο. Πβ. χάμουρα. ΣΥΝ. σαγή (1) [< γερμ. Pferdegeschirr] | |
| 21494 | ιπποσύνη | [ἱπποσύνη] ιπ-πο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η τάξη των ιπποτών στον Μεσαίωνα και κυρ. ο κώδικας τιμής, τα ιδεώδη και οι αξίες τους (ευγένεια, εντιμότητα, γενναιότητα). Πβ. ιπποτισμός. Βλ. -οσύνη. [< αρχ. ἱπποσύνη, γαλλ. chevalerie] | |
| 21495 | ιππότης | [ἱππότης] ιπ-πό-της ουσ. (αρσ.) {ιπποτ-ών} 1. ΙΣΤ. (κατά τον Μεσαίωνα) στρατιώτης που συνήθ. ανήκε σε τάγμα και πολεμούσε έφιππος στην υπηρεσία βασιλιά ή φεουδάρχη: περιπλανώμενος ~ (: που αναζητούσε την περιπέτεια και τη δόξα σε διάφορους τόπους, βοηθώντας τους αδύναμους και αδικημένους)/σιδερόφραχτος ~. Χρίστηκε ~. Ο κώδικας τιμής των ~ών (= ιπποσύνη). Βλ. σαμουράι. 2. (μτφ.) άνδρας που χαρακτηρίζεται από ευγένεια, λεπτότητα, εντιμότητα, γενναιοδωρία και αξιοπρέπεια και κυρ. συμπεριφέρεται ανάλογα σε μια γυναίκα. ΣΥΝ. κύριος (4), τζέντλεμαν 3. πρόσωπο που διακρίθηκε με το παράσημο τιμής ενός τάγματος: ~ της Λεγεώνας της Τιμής. 4. ΙΣΤ. μέλος μοναστικού στρατιωτικού τάγματος που έδινε όρκο πίστης στην Εκκλησία, πολεμώντας εναντίον όσων θεωρούνταν άπιστοι. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκός ιππότης (μτφ.) 1. ΟΙΚΟΝ. επιχείρηση που σώζει άλλη από χρεοκοπία ή εξαγορά: Η εταιρεία βρίσκεται σε αναζήτηση ~ού ~η. 2. (γενικότ.) πρόσωπο που παρεμβαίνει σωτήρια σε δύσκολη κατάσταση. [< αγγλ. white knight, 1951] [< αρχ. ἱππότης, γαλλ. chevalier] | |
| 21496 | ιπποτικός | , ή, ό [ἱπποτικός] ιπ-πο-τι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από ευγενικούς τρόπους κυρ. προς τις γυναίκες: ~ή: χειρονομία. Πβ. αβρός, μεγαλόψυχος. 2. ΙΣΤ. που σχετίζεται με την τάξη των ιπποτών: ~ός: κώδικας. ~ό: πνεύμα. ~ά: μυθιστορήματα (: που περιέγραφαν τα ηρωικά κατορθώματα και τους έρωτες των ιπποτών). ● επίρρ.: ιπποτικά: στη σημ. 1. [< γαλλ. chevaleresque] | |
| 21497 | ιπποτισμός | [ἱπποτισμός] ιπ-πο-τι-σμός ουσ. (αρσ.): οι ιδέες και αξίες των ιπποτών. Πβ. ιπποσύνη. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. (esprit) chevaleresque, chevalerie] | |
| 21498 | ιπποτουρισμός | [ἱπποτουρισμός] ιπ-πο-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): μορφή τουρισμού που συνδέεται με την ιππασία και γενικότ. με τα άλογα. ΣΥΝ. ιππικός τουρισμός, τουριστική ιππασία. [< αγγλ. equestrian tourism] | |
| 21499 | ιπποφαές | [ἱπποφαές] ιπ-πο-φα-ές ουσ. (ουδ.) {ιπποφα-ούς}: ΒΟΤ. είδος δενδρώδους θάμνου (επιστ. ονομασ. Hippophae rhamnoides), τα φύλλα και οι καρποί του οποίου περιέχουν αντιοξειδωτικές ουσίες και θρεπτικά συστατικά. Βλ. ράμνος, υπερτροφή. [< αρχ. ἱπποφαὲς, γαλλ. hippophaé] | |
| 21500 | ιπποφορβείο | [ἱπποφορβεῖο] ιπ-πο-φορ-βεί-ο ουσ. (ουδ.): οργανωμένη μονάδα εκτροφής, αναπαραγωγής και βελτίωσης της ράτσας ίππων με την επιλογή καθαρόαιμων επιβητόρων. Βλ. -τροφείο. [< αρχ. ἱπποφόρβιον] | |
| 21501 | ίπταμαι | [ἵπταμαι] ί-πτα-μαι ρ. (αμτβ.) {ίπτα-ται, -νται, ιπτάμενος· παρατ. ίπτα-το, -ντο} (επίσ.): πετώ, κινούμαι στον αέρα: Το αεροσκάφος ~ται σε ύψος ... Πβ. υπερ~. Βλ. περιίπταται. [< μτγν. ἵπταμαι] | |
| 21502 | ιπτάμενος | , η, ο [ἱπτάμενος] ι-πτά-με-νος επίθ. 1. που έχει την ικανότητα ή την ιδιότητα να υψώνεται στον αέρα, να πετά, να αιωρείται: ~ο: όχημα/ραντάρ. ~ες: μηχανές. ~α: μέσα. Άγνωστης Ταυτότητας ~ο Αντικείμενο (ΑΤΙΑ, πβ. ούφο).|| ~α: έντομα (κουνούπια, μύγες, σκνίπες)/μυρμήγκια (= φτερωτά).|| ~η: τέφρα (: κατάλοιπο από την καύση άνθρακα).|| (στα παραμύθια) ~ος: δράκος. ~η: σκούπα (μάγισσας). ~ο: χαλί. Βλ. πετούμενος. 2. (για πρόσ.) που ανήκει στο πλήρωμα αεροσκάφους ή εργάζεται μετακινούμενος με εναέρια μέσα: ~ος: μηχανικός (της Αεροπορίας)/χειριστής (ελικοπτέρων). ~ο: προσωπικό (ΑΝΤ. προσωπικό εδάφους).|| ~οι: γιατροί του ΕΚΑΒ (: που συμμετέχουν σε αεροδιακομιδές). ● Ουσ.: ιπτάμενος (ο/η): πιλότος, κυρ. πολεμικού αεροσκάφους: ταξίαρχος ~. Τμήμα ~ένων της Σχολής Ικάρων. ● ΣΥΜΠΛ.: ιπτάμενη συνοδός & (λόγ.) ιπταμένη (η): αεροσυνοδός., ιπτάμενος δίσκος: ούφο. [< αγγλ. flying saucer, 1947] , ιπτάμενος φροντιστής/συνοδός: άνδρας που ανήκει στο πλήρωμα επιβατηγού αεροσκάφους και έχει καθήκοντα ανάλογα με αυτά της αεροσυνοδού., (ιπτάμενο) δελφίνι βλ. δελφίνι, ιπτάμενο τάνκερ βλ. τάνκερ [< αρχ. ἱπτάμενος, αγγλ. flying] | |
| 21503 | ιρακινός | , ή, ό [ἰρακινός] ι-ρα-κι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Ιράκ ή/και τους Ιρακινούς. | |
| 21504 | Ιρακινός, Ιρακινή | [Ἰρακινός] Ι-ρα-κι-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Ιράκ ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει την ιρακινή υπηκοότητα. | |
| 21505 | ιρανικός | , ή, ό [ἰρανικός] ι-ρα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το Ιράν ή/και τους Ιρανούς. Πβ. περσικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ιρανικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. υποοικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, στην οποία ανήκει η Περσική, η Αφγανική και άλλες γλώσσες των γειτονικών περιοχών του Ιράν. | |
| 21506 | Ιρανός, Ιρανή | [Ἰρανός] Ι-ρα-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Ιράν ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει την ιρανική υπηκοότητα. | |
| 21507 | ιρασιοναλισμός | [ἰρασιοναλισμός] ι-ρα-σιο-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η αλήθεια δεν κατακτάται με τη λογική, αλλά μέσω του ανορθολογισμού και της ενόρασης. Βλ. πνευματοκρατία, -ισμός. ΑΝΤ. λογοκρατία, ορθολογισμός (2), ρασιοναλισμός [< γαλλ. irrationalisme, 1912] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ