Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22280-22300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21508ίριδα[ἴριδα] ί-ρι-δα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) ίρις 1. ΙΑΤΡ. χρωματιστή κυκλική μεμβράνη μεταξύ του σκληρού χιτώνα και του κρυσταλλοειδούς φακού, η οποία ρυθμίζει την ποσότητα φωτός που φτάνει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού με τη συστολή και διαστολή της οπής που βρίσκεται στο κέντρο της κόρης: ανάλυση/φλεγμονή της ~ας. Σάρωση της ~ας σε βιομετρικά συστήματα. 2. ΦΩΤΟΓΡ. διάφραγμα από λεπτές επικαλυπτόμενες πλάκες που ρυθμίζουν τη διάμετρο του φωτογραφικού φακού: αυτόματη/σταθερή ~. Άνοιγμα/κλείσιμο της ~ας. Σύστηµα διπλής ~ας. 3. ΒΟΤ. γένος αρωματικών, φαρμακευτικών και καλλωπιστικών φυτών (επιστ. ονομασ. Iris) με μακρόστενα φύλλα σε σχήμα σπαθιού και άνθη σε ποικίλα χρώματα. Βλ. ιριδίδες. 4. ΜΕΤΕΩΡ. ουράνιο τόξο. ● ΣΥΜΠΛ.: τα χρώματα της ίριδας: τα επτά βασικά χρώματα (κίτρινο, βαθύ μπλε, ερυθρό, ιώδες, κυανό, πράσινο και πορτοκαλί) που εμφανίζονται λόγω της αντανάκλασης ή ανάλυσης του φωτός του ήλιου μέσα από πρίσμα ή υδροσταγονίδια. [< 1,3,4: αρχ. ἶρις, γαλλ.-αγγλ. iris]
21509ιριδεκτομή[ἰριδεκτομή] ι-ρι-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ιριδοτομή. [< γαλλ. iridectomie]
21510ιριδίδες[ἰριδίδες] ι-ρι-δί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΟΤ. ποώδη μονοκοτυλήδονα βολβώδη φυτά (οικογ. Iridaceae), με αντιπροσωπευτικότερα είδη την ίριδα, τη γλαδιόλα, τον κρίνο και τον κρόκο. [< αγγλ. iridaceae, γαλλ. iridacées]
21511ιριδίζει[ἰριδίζει] ι-ρι-δί-ζει ρ. (αμτβ.) {σπάν. ιρίδι-σε, ιριδίζ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): κάνει ιριδισμούς: Η θάλασσα ~ στις ακτίνες του ήλιου. Χρώματα που ~ουν στο φως. Βλ. λαμπυρ-, φωσφορ-ίζει. [< γαλλ. iriser]
21512ιριδίζων, ουσα, ον [ἰριδίζων] ι-ρι-δί-ζων επίθ. {ιριδίζ-οντος | -οντες (ουδ. -οντα)} (λόγ.): που ιριδίζει: ~ων: (πολύτιμος) λίθος. ~ουσα: λωρίδα (σε εισιτήρια, χαρτονομίσματα)/πούδρα/σκιά (ματιών). ~ον: φως/χρώμα. ~οντα: νερά. ● ΣΥΜΠΛ.: ιριδίζουσα πέστροφα βλ. πέστροφα [< γαλλ. irisé]
21513ιρίδιο[ἰρίδιο] ι-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ιριδίου}: ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. Ir, Ζ, 77), πολύ σκληρό αλλά εύθραυστο μέταλλο με αργυρόλευκο χρώμα, που βρίσκεται στα μεταλλεύματα του λευκόχρυσου. Βλ. όσμιο, πλατίνα. [< αγγλ.-γαλλ. iridium < αρχ. ἶρις]
21514ιριδισμός

[ἰριδισμός] ι-ρι-δι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.) ιρίδισμα (το): ΦΥΣ. εμφάνιση των χρωμάτων της ίριδας στην επιφάνεια σώματος από τη διάθλαση του φωτός και (συνεκδ.-στον πληθ.) οι αντίστοιχες αντανακλάσεις: σκιές (ματιών) με ~ούς. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. irisation]

21515ιριδοδιαγνωστική[ἰριδοδιαγνωστική] ι-ρι-δο-δι-α-γνω-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος διάγνωσης νόσων μέσω εξέτασης της ίριδας των ματιών. [< αγγλ. iridodiagnosis, iridiagnosis, 1918]
21516ιριδοκυκλίτιδα[ἰριδοκυκλίτιδα] ι-ρι-δο-κυ-κλί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της ίριδας του οφθαλμού που εκδηλώνεται με πόνο, κοκκίνισμα, δακρύρροια και διαταραχή της όρασης: οξεία/πρόσθια/χρόνια ~. Πβ. ραγοειδίτιδα. [< αγγλ. iridocyclitis, γαλλ. iridocyclite]
21517ιριδολογία[ἰριδολογία] ι-ρι-δο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος της εναλλακτικής ιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη της υφής, της σύστασης και του χρώματος της ίριδας των ματιών με σκοπό τη διάγνωση ασθενειών: ~ και ομοιοπαθητική. Βλ. -λογία. [< αγγλ. iridology, 1916, γαλλ. iridologie, περ. 1950]
21518ιριδοσκόπηση[ἰριδοσκόπηση] ι-ρι-δο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξέταση της ίριδας με σκοπό τη διάγνωση ασθενειών ή ως μέσο εξακρίβωσης της ταυτότητας ενός ατόμου για λόγους ασφαλείας: σύστημα φωτογράφισης-~ης σε τράπεζες. Βλ. -σκόπηση.
21519ιριδοτομή[ἰριδοτομή] ι-ρι-δο-το-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τομή της ίριδας του οφθαλμού στο πλαίσιο εγχείρησης για καταρράκτη ή γλαύκωμα: περιφερική ~. ~ με λέιζερ. Βλ. -τομή. ΣΥΝ. ιριδεκτομή [< αγγλ. iridotomy, γαλλ. iridotomie]
21520ιρλανδικός, ή, ό [ἰρλανδικός] ιρ-λαν-δι-κός επίθ. & (προφ.) ιρλανδέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ιρλανδία ή/και τους Ιρλανδούς: ~ός: καφές (: πολύ δυνατός, με ~ό ουίσκι και σαντιγί). ~ό: σέτερ. Βλ. κελτικός. ● Ουσ.: Ιρλανδικά (τα) & (επίσ.) Ιρλανδική (η): η ιρλανδική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ιρλανδική διάβαση βλ. διάβαση [< γαλλ. irlandais, αγγλ. Irish coffee, γαλλ. ~, 1948]
21521Ιρλανδός, Ιρλανδή[Ἰρλανδός] Ιρ-λαν-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Ιρλανδέζος, Ιρλανδέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ιρλανδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ιρλανδική υπηκοότητα. [< γαλλ. Irlandais]
21522ιρόκο[ἰρόκο] ι-ρό-κο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. είδος μεγάλου τροπικού δέντρου της Αφρικής (γένος Chlorophora) και ιδ. συνεκδ. η ξυλεία που λαμβάνεται από αυτό. Βλ. τικ2. [< αγγλ. iroko, γαλλ. ~, 1962]
21523ιρουδίνη[ἰρουδίνη] ι-ρου-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που λαμβάνεται από τη βδέλλα, αναστέλλει την πήξη του αίματος και χρησιμοποιείται για την πρόληψη της μετεγχειρητικής φλεβικής θρόμβωσης. Βλ. αντιπηκτικό, θρομβίνη, -ίνη. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. hirudin, 1905, γαλλ. hirudine, 1908]
21528ίσα1[ἴσα] ί-σα επίρρ. 1. με ίσο τρόπο και σε ίσα τμήματα, εξίσου: Μοίρασε/χώρισε ~ τα λεφτά. Το μέσο ενός ευθύγραμμου τμήματος απέχει ~ (= ισαπέχει) από τα άκρα. ΣΥΝ. ισομερώς ΑΝΤ. άνισα, ανισομερώς 2. απευθείας, κατευθείαν: Πήγε ~ στο γραφείο της. Τον κοίταξε ~ στα μάτια. Προχώρησε ~ δεξιά/μπροστά/πάνω τους. Πβ. ευθεία.|| (για χρόνο) Τράβηξα ~ (= αμέσως, χωρίς αργοπορία) για το σπίτι. ΣΥΝ. ίσια (2), ντουγρού (1) 3. σε ευθεία, όρθια στάση: Όταν περπατάς ή κάθεσαι, να κρατάς ~ το κορμί/την πλάτη σου (= ίσια, χωρίς να γέρνεις ή να καμπουριάζεις). ● ΦΡ.: έρχομαι στα ίσα μου & (σπάν.) βρίσκω τα ίσα μου (προφ.): συνέρχομαι, αποκτώ πάλι ισορροπία: Έφαγα μια μεγάλη μερίδα φαγητό και ήρθα ~ (= χόρτασα).|| Μετά το φορμάτ ο υπολογιστής ήρθε ~ του. Πβ. ισιώνω., ίσα ίσα (προφ.) 1. οριακά, μόλις, με δυσκολία: ~ ~ (που) πρόλαβα το πλοίο. Τα χρήματα που βγάζουν τους φτάνουν ~ ~ για να ζήσουν.|| ~ ~ του ήρθε το πουκάμισο (: είναι στενό). ΣΥΝ. (μόλις και) μετά βίας, με το ζόρι (2), τσίμα τσίμα (1) 2. απεναντίας: Ποτέ δεν απαξίωσα τον ρόλο του, ~ ~ το ακριβώς αντίθετο. Πβ. αντίθετα.|| Δεν είναι καθόλου κακή ιδέα, αυτό ~ ~ (= ακριβώς) σκεφτόμουν κι εγώ. 3. για να δηλωθεί ισοπαλία: Οι αντίπαλοι ήρθαν ~ ~., ίσα κι όμοια (εμφατ., σε αρνητ. προτάσεις): το ίδιο: Δεν είμαστε όλοι ~ ~. Μη μας αντιμετωπίζεις/βάζεις ~ ~ (: σαν να βρισκόμαστε στο ίδιο επίπεδο, σαν να είμαστε ίσοι)!, ίσα που: με δυσκολία ή ελάχιστα: ~ ~ μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά του.|| ~ ~ της παραπονέθηκα και άρχισε να γκρινιάζει. ΣΥΝ. μόλις (2) ● βλ. ίσος [< μεσν. ίσα]
21529ίσα2[ἴσα] ί-σα επιφών. 1. (ως προτροπή) εμπρός! βάλε τα δυνατά σου! 2. (ως απειλή) για κάτσε φρόνιμα! [< ιταλ. issa]
21530Ισαάκ[Ἰσαάκ] Ι-σα-άκ ουσ. (αρσ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά/τα καλά βλ. αγαθά [< μτγν. Ἰσαάκ]
21531ισάδαβλ. ισιάδα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.