| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21515 | ιριδοδιαγνωστική | [ἰριδοδιαγνωστική] ι-ρι-δο-δι-α-γνω-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μέθοδος διάγνωσης νόσων μέσω εξέτασης της ίριδας των ματιών. [< αγγλ. iridodiagnosis, iridiagnosis, 1918] | |
| 21516 | ιριδοκυκλίτιδα | [ἰριδοκυκλίτιδα] ι-ρι-δο-κυ-κλί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της ίριδας του οφθαλμού που εκδηλώνεται με πόνο, κοκκίνισμα, δακρύρροια και διαταραχή της όρασης: οξεία/πρόσθια/χρόνια ~. Πβ. ραγοειδίτιδα. [< αγγλ. iridocyclitis, γαλλ. iridocyclite] | |
| 21517 | ιριδολογία | [ἰριδολογία] ι-ρι-δο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος της εναλλακτικής ιατρικής που ασχολείται με τη μελέτη της υφής, της σύστασης και του χρώματος της ίριδας των ματιών με σκοπό τη διάγνωση ασθενειών: ~ και ομοιοπαθητική. Βλ. -λογία. [< αγγλ. iridology, 1916, γαλλ. iridologie, περ. 1950] | |
| 21518 | ιριδοσκόπηση | [ἰριδοσκόπηση] ι-ρι-δο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εξέταση της ίριδας με σκοπό τη διάγνωση ασθενειών ή ως μέσο εξακρίβωσης της ταυτότητας ενός ατόμου για λόγους ασφαλείας: σύστημα φωτογράφισης-~ης σε τράπεζες. Βλ. -σκόπηση. | |
| 21519 | ιριδοτομή | [ἰριδοτομή] ι-ρι-δο-το-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τομή της ίριδας του οφθαλμού στο πλαίσιο εγχείρησης για καταρράκτη ή γλαύκωμα: περιφερική ~. ~ με λέιζερ. Βλ. -τομή. ΣΥΝ. ιριδεκτομή [< αγγλ. iridotomy, γαλλ. iridotomie] | |
| 21520 | ιρλανδικός | , ή, ό [ἰρλανδικός] ιρ-λαν-δι-κός επίθ. & (προφ.) ιρλανδέζικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ιρλανδία ή/και τους Ιρλανδούς: ~ός: καφές (: πολύ δυνατός, με ~ό ουίσκι και σαντιγί). ~ό: σέτερ. Βλ. κελτικός. ● Ουσ.: Ιρλανδικά (τα) & (επίσ.) Ιρλανδική (η): η ιρλανδική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ιρλανδική διάβαση βλ. διάβαση [< γαλλ. irlandais, αγγλ. Irish coffee, γαλλ. ~, 1948] | |
| 21521 | Ιρλανδός, Ιρλανδή | [Ἰρλανδός] Ιρ-λαν-δός επίθ./ουσ. & (προφ.) Ιρλανδέζος, Ιρλανδέζα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ιρλανδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ιρλανδική υπηκοότητα. [< γαλλ. Irlandais] | |
| 21522 | ιρόκο | [ἰρόκο] ι-ρό-κο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. είδος μεγάλου τροπικού δέντρου της Αφρικής (γένος Chlorophora) και ιδ. συνεκδ. η ξυλεία που λαμβάνεται από αυτό. Βλ. τικ2. [< αγγλ. iroko, γαλλ. ~, 1962] | |
| 21523 | ιρουδίνη | [ἰρουδίνη] ι-ρου-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που λαμβάνεται από τη βδέλλα, αναστέλλει την πήξη του αίματος και χρησιμοποιείται για την πρόληψη της μετεγχειρητικής φλεβικής θρόμβωσης. Βλ. αντιπηκτικό, θρομβίνη, -ίνη. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. hirudin, 1905, γαλλ. hirudine, 1908] | |
| 21528 | ίσα1 | [ἴσα] ί-σα επίρρ. 1. με ίσο τρόπο και σε ίσα τμήματα, εξίσου: Μοίρασε/χώρισε ~ τα λεφτά. Το μέσο ενός ευθύγραμμου τμήματος απέχει ~ (= ισαπέχει) από τα άκρα. ΣΥΝ. ισομερώς ΑΝΤ. άνισα, ανισομερώς 2. απευθείας, κατευθείαν: Πήγε ~ στο γραφείο της. Τον κοίταξε ~ στα μάτια. Προχώρησε ~ δεξιά/μπροστά/πάνω τους. Πβ. ευθεία.|| (για χρόνο) Τράβηξα ~ (= αμέσως, χωρίς αργοπορία) για το σπίτι. ΣΥΝ. ίσια (2), ντουγρού (1) 3. σε ευθεία, όρθια στάση: Όταν περπατάς ή κάθεσαι, να κρατάς ~ το κορμί/την πλάτη σου (= ίσια, χωρίς να γέρνεις ή να καμπουριάζεις). ● ΦΡ.: έρχομαι στα ίσα μου & (σπάν.) βρίσκω τα ίσα μου (προφ.): συνέρχομαι, αποκτώ πάλι ισορροπία: Έφαγα μια μεγάλη μερίδα φαγητό και ήρθα ~ (= χόρτασα).|| Μετά το φορμάτ ο υπολογιστής ήρθε ~ του. Πβ. ισιώνω., ίσα ίσα (προφ.) 1. οριακά, μόλις, με δυσκολία: ~ ~ (που) πρόλαβα το πλοίο. Τα χρήματα που βγάζουν τους φτάνουν ~ ~ για να ζήσουν.|| ~ ~ του ήρθε το πουκάμισο (: είναι στενό). ΣΥΝ. (μόλις και) μετά βίας, με το ζόρι (2), τσίμα τσίμα (1) 2. απεναντίας: Ποτέ δεν απαξίωσα τον ρόλο του, ~ ~ το ακριβώς αντίθετο. Πβ. αντίθετα.|| Δεν είναι καθόλου κακή ιδέα, αυτό ~ ~ (= ακριβώς) σκεφτόμουν κι εγώ. 3. για να δηλωθεί ισοπαλία: Οι αντίπαλοι ήρθαν ~ ~., ίσα κι όμοια (εμφατ., σε αρνητ. προτάσεις): το ίδιο: Δεν είμαστε όλοι ~ ~. Μη μας αντιμετωπίζεις/βάζεις ~ ~ (: σαν να βρισκόμαστε στο ίδιο επίπεδο, σαν να είμαστε ίσοι)!, ίσα που: με δυσκολία ή ελάχιστα: ~ ~ μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά του.|| ~ ~ της παραπονέθηκα και άρχισε να γκρινιάζει. ΣΥΝ. μόλις (2) ● βλ. ίσος [< μεσν. ίσα] | |
| 21529 | ίσα2 | [ἴσα] ί-σα επιφών. 1. (ως προτροπή) εμπρός! βάλε τα δυνατά σου! 2. (ως απειλή) για κάτσε φρόνιμα! [< ιταλ. issa] | |
| 21530 | Ισαάκ | [Ἰσαάκ] Ι-σα-άκ ουσ. (αρσ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: του Αβραάμ και του Ισαάκ τα αγαθά/τα καλά βλ. αγαθά [< μτγν. Ἰσαάκ] | |
| 21531 | ισάδα | βλ. ισιάδα | |
| 21532 | ισάζω | βλ. ισιάζω | |
| 21533 | ισαλλοβαρής | , ής, ές [ἰσαλλοβαρής] ι-σαλ-λο-βα-ρής επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ισαλλοβαρείς (γραμμές): ΜΕΤΕΩΡ. αυτές που ενώνουν σε χάρτη σημεία με τις ίδιες μεταβολές της βαρομετρικής τάσης σε δεδομένο χρόνο. Βλ. ισοβαρής. [< αγγλ. isallobars, 1911, γαλλ. isallobares, 1948] | |
| 21534 | ίσαλος | , ος, ο [ἴσαλος] ί-σα-λος επίθ.: ΝΑΥΤ. κυρ. στα ● Ουσ.: ίσαλα (τα) {ισάλων}: τα μέρη του σκάφους που βρίσκονται στην ίδια ευθεία με τη στάθμη της θάλασσας. Βλ. έξαλα, ύφαλα. ● ΣΥΜΠΛ.: ίσαλος (γραμμή) & (σπάν.) ίσαλη γραμμή: αυτή που διαγράφεται στις πλευρές ενός σκάφους από την επιφάνεια της θάλασσας και δείχνει το σημείο μέχρι το οποίο αυτό βυθίζεται σε συνθήκες νηνεμίας: έμφορτος ~ ~. Μήκος ~άλου. Βλ. βύθισμα. ΣΥΝ. νερά (2) [< γαλλ. ligne de flottaison] | |
| 21535 | ίσαμε | [ἴσαμε] ί-σα-με πρόθ. (λαϊκό) 1. (για δήλωση χρονικού ή τοπικού ορίου) μέχρι, έως: από το πρωί ~ τη νύχτα. Ο αρχαίος ναός σώζεται ~ σήμερα. Δούλεψε σκληρά ~ να τα καταφέρει. Έβρεχε ασταμάτητα ~ που πλημμύρισαν οι δρόμοι.|| Ψηλό ~ το ταβάνι. 2. (+ αριθμητ.) (για δήλωση ποσού κατά προσέγγιση ή ποσοτικού ορίου) περίπου, σχεδόν: ~ τρία χρόνια. ~ δύο λίτρα νερό. [< μεσν. ίσαμε] | |
| 32880 | ίσαμε | μπό-ι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ύψος, ανάστημα του ανθρώπου: άντρας δυο μέτρα ~. Είναι στο ~ σου, όχι ψηλότερη. Θα σου ανάψω μια λαμπάδα ίσαμε το ~ σου. Ο μαντρότοιχος έφτανε πάνω από το ~ του. Αν το πάχος του το πάρει σε ~, τότε θα μας περάσει όλους. 2. (λαϊκό) μονάδα μέτρησης του ύψους ή του βάθους, που αντιστοιχεί εμπειρικά στο μέσο ανθρώπινο ανάστημα: Ψήλωσε δυο μπόγια από την τελευταία φορά που τον είδα. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτο μπόι: για πολύ ψηλό άνθρωπο και ειρων. για πολύ κοντό: Δεν είναι και (το) ~ ~, αλλά ούτε και στούμπος. ● ΦΡ.: κρίμα (σ)το μπόι σου! (προφ.-μειωτ.): για κάποιον που δεν συμπεριφέρεται με ψυχική ανωτερότητα ανάλογη του αναστήματός του: Δεν ντράπηκες να χτυπήσεις τη γριούλα; ~ ~!, όσο μπόι τού λείπει τόσο ...: για πολύ κοντό άνθρωπο που παρουσιάζει κάποια χαρακτηριστικά σε μεγάλο βαθμό: ~ ~ τσαμπουκάς είναι. Όσο μπόι τού έλειπε τόση φασαρία έκανε., παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι: ψηλώνω: Πήρε ξαφνικά ~ και δεν του κάνουν τα παλιά του ρούχα. ΣΥΝ. παίρνω ύψος (1) [< τουρκ. boy] | |
| 21536 | ισάξιος | , α, ο [ἰσάξιος] ι-σά-ξι-ος επίθ.: που έχει την ίδια αξία, σημασία με κάποιον ή κάτι άλλο: (για πρόσ.) ~ος: αντικαταστάτης/αντίπαλος/συνεχιστής (του έργου). ~ο: μέλος (οργάνωσης). Είναι ~ του δασκάλου του. Τον θεωρώ ~ό μου.|| ~α: μερίδια. Τιμή ~α της ποιότητας του προϊόντος. Κατέχουν ~α θέση. Τίτλοι (σπουδών) από ξένα πανεπιστήμια ~οι με τους αντίστοιχους ελληνικούς. Πβ. ίσος. ΣΥΝ. αντάξιος, εφάμιλλος, ισότιμος (1) ● επίρρ.: ισάξια & (σπάν.-λόγ.) -ίως [< μτγν. ἰσάξιος] | |
| 21537 | ισαπέχει | [ἰσαπέχει] ι-σα-πέ-χει ρ. (αμτβ.) {μτχ. ισαπέχ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): απέχει εξίσου: (ΓΕΩΜ.) Το μέσο ενός ευθύγραμμου τμήματος ~ από τα άκρα του. ~οντα: διαστήματα/σημεία. Αζιµουθιακή ~ουσα προβολή.|| Οι δύο πόλεις ~ουν (= βρίσκονται στην ίδια απόσταση) από την πρωτεύουσα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ