| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21532 | ισάζω | βλ. ισιάζω | |
| 21533 | ισαλλοβαρής | , ής, ές [ἰσαλλοβαρής] ι-σαλ-λο-βα-ρής επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ισαλλοβαρείς (γραμμές): ΜΕΤΕΩΡ. αυτές που ενώνουν σε χάρτη σημεία με τις ίδιες μεταβολές της βαρομετρικής τάσης σε δεδομένο χρόνο. Βλ. ισοβαρής. [< αγγλ. isallobars, 1911, γαλλ. isallobares, 1948] | |
| 21534 | ίσαλος | , ος, ο [ἴσαλος] ί-σα-λος επίθ.: ΝΑΥΤ. κυρ. στα ● Ουσ.: ίσαλα (τα) {ισάλων}: τα μέρη του σκάφους που βρίσκονται στην ίδια ευθεία με τη στάθμη της θάλασσας. Βλ. έξαλα, ύφαλα. ● ΣΥΜΠΛ.: ίσαλος (γραμμή) & (σπάν.) ίσαλη γραμμή: αυτή που διαγράφεται στις πλευρές ενός σκάφους από την επιφάνεια της θάλασσας και δείχνει το σημείο μέχρι το οποίο αυτό βυθίζεται σε συνθήκες νηνεμίας: έμφορτος ~ ~. Μήκος ~άλου. Βλ. βύθισμα. ΣΥΝ. νερά (2) [< γαλλ. ligne de flottaison] | |
| 21535 | ίσαμε | [ἴσαμε] ί-σα-με πρόθ. (λαϊκό) 1. (για δήλωση χρονικού ή τοπικού ορίου) μέχρι, έως: από το πρωί ~ τη νύχτα. Ο αρχαίος ναός σώζεται ~ σήμερα. Δούλεψε σκληρά ~ να τα καταφέρει. Έβρεχε ασταμάτητα ~ που πλημμύρισαν οι δρόμοι.|| Ψηλό ~ το ταβάνι. 2. (+ αριθμητ.) (για δήλωση ποσού κατά προσέγγιση ή ποσοτικού ορίου) περίπου, σχεδόν: ~ τρία χρόνια. ~ δύο λίτρα νερό. [< μεσν. ίσαμε] | |
| 32880 | ίσαμε | μπό-ι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ύψος, ανάστημα του ανθρώπου: άντρας δυο μέτρα ~. Είναι στο ~ σου, όχι ψηλότερη. Θα σου ανάψω μια λαμπάδα ίσαμε το ~ σου. Ο μαντρότοιχος έφτανε πάνω από το ~ του. Αν το πάχος του το πάρει σε ~, τότε θα μας περάσει όλους. 2. (λαϊκό) μονάδα μέτρησης του ύψους ή του βάθους, που αντιστοιχεί εμπειρικά στο μέσο ανθρώπινο ανάστημα: Ψήλωσε δυο μπόγια από την τελευταία φορά που τον είδα. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτο μπόι: για πολύ ψηλό άνθρωπο και ειρων. για πολύ κοντό: Δεν είναι και (το) ~ ~, αλλά ούτε και στούμπος. ● ΦΡ.: κρίμα (σ)το μπόι σου! (προφ.-μειωτ.): για κάποιον που δεν συμπεριφέρεται με ψυχική ανωτερότητα ανάλογη του αναστήματός του: Δεν ντράπηκες να χτυπήσεις τη γριούλα; ~ ~!, όσο μπόι τού λείπει τόσο ...: για πολύ κοντό άνθρωπο που παρουσιάζει κάποια χαρακτηριστικά σε μεγάλο βαθμό: ~ ~ τσαμπουκάς είναι. Όσο μπόι τού έλειπε τόση φασαρία έκανε., παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι: ψηλώνω: Πήρε ξαφνικά ~ και δεν του κάνουν τα παλιά του ρούχα. ΣΥΝ. παίρνω ύψος (1) [< τουρκ. boy] | |
| 21536 | ισάξιος | , α, ο [ἰσάξιος] ι-σά-ξι-ος επίθ.: που έχει την ίδια αξία, σημασία με κάποιον ή κάτι άλλο: (για πρόσ.) ~ος: αντικαταστάτης/αντίπαλος/συνεχιστής (του έργου). ~ο: μέλος (οργάνωσης). Είναι ~ του δασκάλου του. Τον θεωρώ ~ό μου.|| ~α: μερίδια. Τιμή ~α της ποιότητας του προϊόντος. Κατέχουν ~α θέση. Τίτλοι (σπουδών) από ξένα πανεπιστήμια ~οι με τους αντίστοιχους ελληνικούς. Πβ. ίσος. ΣΥΝ. αντάξιος, εφάμιλλος, ισότιμος (1) ● επίρρ.: ισάξια & (σπάν.-λόγ.) -ίως [< μτγν. ἰσάξιος] | |
| 21537 | ισαπέχει | [ἰσαπέχει] ι-σα-πέ-χει ρ. (αμτβ.) {μτχ. ισαπέχ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): απέχει εξίσου: (ΓΕΩΜ.) Το μέσο ενός ευθύγραμμου τμήματος ~ από τα άκρα του. ~οντα: διαστήματα/σημεία. Αζιµουθιακή ~ουσα προβολή.|| Οι δύο πόλεις ~ουν (= βρίσκονται στην ίδια απόσταση) από την πρωτεύουσα. | |
| 21538 | ισαπόστολος | [ἰσαπόστολος] ι-σα-πό-στο-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ισαποστόλ-ου | -ων, -ους} (κ. με κεφαλ. Ι): ΕΚΚΛΗΣ. Άγιος της Εκκλησίας το έργο του οποίου θεωρείται ισότιμο με των Αποστόλων: οι ~οι Kωνσταντίνος και Ελένη. [< μτγν. ἰσαπόστολος] | |
| 21539 | ισάριθμος | , η, ο [ἰσάριθμος] ι-σά-ριθ-μος επίθ.: που είναι ίσος στον αριθμό με κάτι άλλο: ~η: συμμετοχή (γυναικών και ανδρών). Η ομάδα μας σε πέντε αγώνες μετράει ~ες ήττες. [< αρχ. ἰσάριθμος] | |
| 21540 | ισεντροπικός | , ή, ό [ἰσεντροπικός] ι-σε-ντρο-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που διεξάγεται χωρίς μεταβολές στην τιμή της θερμικής ενέργειας, που χαρακτηρίζεται από σταθερή εντροπία: ~ός: βαθμός απόδοσης (μηχανήματος/στροβίλου). ~ή: διεργασία/ροή. Βλ. αδιαβατικός. [< γαλλ. isentropique, αγγλ. isentropic] | |
| 21542 | ισηγορία | [ἰσηγορία] ι-ση-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το δικαίωμα όλων για έκφραση γνώμης, ισότητα στην ελευθερία του λόγου: η ~ ως βασική αρχή της δημοκρατίας. Βλ. ισο-νομία, -πολιτεία, παρρησία. [< αρχ. ἰσηγορία] | |
| 21543 | ισημερία | [ἰσημερία] ι-ση-με-ρί-α ουσ. (θηλ.) ΑΣΤΡΟΝ. 1. καθένα από τα δύο εικοσιτετράωρα του χρόνου στα οποία ο ήλιος περνά από τον ισημερινό και η μέρα έχει ίση διάρκεια με τη νύχτα: (στο βόρειο ημισφαίριο) εαρινή (20 ή 21 Μαρτίου)/φθινοπωρινή (22 ή 23 Σεπτεμβρίου) ~. Βλ. ηλιοστάσιο. 2. καθένα από τα δύο σημεία του ουρανού στα οποία η εκλειπτική τέμνει τον ουράνιο ισημερινό: γραμμή των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: μετάπτωση των ισημεριών: ελαφριά μετατόπιση των ισημερινών σημείων προς τα δυτικά, που προκαλείται από τη βαρυτική επίδραση του Ήλιου και της Σελήνης κατά την περιστροφή της Γης. [< γαλλ. précession des équinoxes] [< αρχ. ἰσημερία] | |
| 21544 | ισημερινός | [ἰσημερινός] ι-ση-με-ρι-νός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ι) 1. ΑΣΤΡΟΝ. ο μέγιστος νοητός κύκλος της γήινης επιφάνειας, του οποίου το επίπεδο είναι κάθετο προς τον άξονα περιστροφής της Γης και τη χωρίζει σε δύο ημισφαίρια· ο αντίστοιχος κύκλος σε κάθε ουράνιο σώμα. Βλ. γεωγραφικό πλάτος, μεσημβρινός, παράλληλος (κύκλος), τροπικός (κύκλος). 2. ΓΕΩΓΡ. (συνεκδ.) οι περιοχές που περιλαμβάνονται στη ζώνη του Ισημερινού. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικός ισημερινός: ΓΕΩΓΡ. νοητή γραμμή που συνδέει τις περιοχές της Γης όπου παρατηρούνται οι υψηλότερες μέσες θερμοκρασίες ανά έτος ή εποχή. [< αγγλ. thermal equator, 1945] , μαγνητικός ισημερινός: ΓΕΩΦ. νοητή γραμμή που συνδέει τα σημεία της επιφάνειας της Γης στα οποία η μαγνητική έγκλιση είναι μηδενική. [< γαλλ. équateur magnétique] , ουράνιος ισημερινός: ΑΣΤΡΟΝ. η νοητή τομή του ισημερινού της Γης με την ουράνια σφαίρα. Βλ. ισημερία, εκλειπτική. [< μτγν. ἰσημερινός] | |
| 21545 | ισημερινός | , ή, ό [ἰσημερινός] ι-ση-με-ρι-νός επίθ. 1. ΑΣΤΡΟΝ.-ΓΕΩΔ. που σχετίζεται με τον ισημερινό: ~ός: κύκλος. ~ή: ακτίνα (πλανήτη)/διάμετρος/ζώνη/τροχιά (δορυφόρου). ~ό: επίπεδο (: που είναι κάθετο στον άξονα περιστροφής της Γης)/κλίμα. ~ές: συντεταγμένες (βλ. απόκλιση, ορθή αναφορά). ~ά: σημεία (: στα οποία τέμνονται η εκλειπτική και ο ουράνιος ισημερινός).|| ~ή: βάση στήριξης (: μηχανισμός τηλεσκοπίου με δύο άξονες κάθετους μεταξύ τους). 2. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με την ισημερία: ~ές: ημέρες. Εαρινό ~ό σημείο. [< αρχ. ἰσημερινός, γαλλ. équatorial] | |
| 21546 | ισθμιακός | , ή, ό [ἰσθμιακός] ι-σθμι-α-κός επίθ. & (λόγ.) ίσθμιος, α, ο: που σχετίζεται με ισθμό, συνήθ. αυτόν της Κορίνθου. [< αρχ. ἰσθμιακός, ἴσθμιος] | |
| 21547 | ισθμός | [ἰσθμός] ι-σθμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΓΡ. στενή λωρίδα ξηράς που ενώνει δύο τμήματα στεριάς, τα οποία χωρίζονται από θάλασσα. Βλ. διώρυγα, πορθμός. 2. ΑΝΑΤ. στενό τμήμα οργάνου ή ιστού που συνδέει δύο μεγαλύτερες ανατομικές δομές ή κοιλότητες: ο ~ της αορτής/του εγκεφάλου/του θυρεοειδούς/της μήτρας (βλ. τράχηλος)/του φάρυγγα. [< αρχ. ἰσθμός, αγγλ. isthmus, γαλλ. isthme] | |
| 21548 | ισιάδα | [ἰσιάδα] ι-σιά-δα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ισάδα (λαϊκό): επίπεδη και ομαλή εδαφική έκταση: η ~ του δρόμου (πβ. ευθεία). Οι ~ες του κάμπου. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. ίσιωμα (2), πλάτωμα, σιάδι | |
| 21549 | ισιάζω | [ἰσιάζω] ι-σιά-ζω ρ. (μτβ.) {ίσια-ξε} & (σπάν.) ισάζω (λαϊκό): ισιώνω. Πβ. ευθυγραμμίζω, σιάζω. [< μεσν. ισιάζω] | |
| 21550 | ίσιος | , ια, ιο [ἴσιος] ί-σιος επίθ. & (προφ.) ίσος 1. που δεν έχει κλίση, δεν σχηματίζει καμπύλες, γωνίες: ~ια: γραμμή (= ευθεία. ΑΝΤ. καμπύλη, λοξή, τεθλασμένη)/επιφάνεια (ΑΝΤ. κοίλη, κυρτή). ~ιο: έδαφος. Πβ. επίπεδος, ομαλός. ΑΝΤ. ανώμαλος.|| ~ια: κοιλιά/μύτη (ΑΝΤ. γαμψή). ~ιο: κορμί (= ευθυτενές). ~ια: δόντια/πόδια. ΑΝΤ. στραβός.|| ~ια: μαλλιά (ΑΝΤ. κατσαρά, σγουρά, σπαστά). Πβ. ολόισιος. 2. (μτφ., για πρόσ.) που έχει αίσθηση του δικαίου, ευθύτητα, ειλικρινή και έντιμη συμπεριφορά απέναντι στους άλλους: ~ιος: άνθρωπος/χαρακτήρας. Πβ. ενάρετος, ηθικός, ντόμπρος.|| (κατ' επέκτ.) ~ια: απάντηση. ΣΥΝ. ευθύς (2) ● επίρρ.: ίσια 1. σε ευθεία γραμμή: Σήκωσέ το ~ πάνω. 2. ίσα: Κοίτα ~ μπροστά σου. Προχωρήστε ~ μπροστά. Πβ. ευθεία. ΑΝΤ. λοξά.|| Στάσου ~ (= σε όρθια στάση).|| Έφυγε ~ (= αμέσως, απευθείας) για το σπίτι. Πβ. κατευθείαν. ● ΣΥΜΠΛ.: ίσιος δρόμος (μτφ.): σωστός, ηθικός τρόπος ζωής: Παίρνω τον ~ιο ~ο. Βάζω/ξαναφέρνω κάποιον στον ~ιο ~ο. Πβ. ευθεία οδός. Βλ. (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο. ● ΦΡ.: στα ίσ(ι)α βλ. ίσος [< μεσν. ίσιος] | |
| 21552 | ίσιωμα | [ἴσιωμα] ί-σιω-μα ουσ. (ουδ.) {ισιώμ-ατος | -ατα} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ισιώνω: σίδερο/ψαλίδι ~ατος μαλλιών. (ΜΗΧΑΝ.) ~ ζάντας (= ευθυγράμμιση). Πβ. ξεστράβωμα. ΑΝΤ. στράβωμα. 2. & (προφ.) ίσωμα: ισιάδα: Έφαγε τούμπα στο ~. Πβ. πλάτωμα, σιάδι. ● ΦΡ.: χαμός στο ίσιωμα/ίσωμα (αργκό): μεγάλη αναστάτωση, φασαρία ή τσακωμός που συνοδεύεται συχνά και από υλικές ζημιές: Έγινε ~ ~! |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ