| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21538 | ισαπόστολος | [ἰσαπόστολος] ι-σα-πό-στο-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ισαποστόλ-ου | -ων, -ους} (κ. με κεφαλ. Ι): ΕΚΚΛΗΣ. Άγιος της Εκκλησίας το έργο του οποίου θεωρείται ισότιμο με των Αποστόλων: οι ~οι Kωνσταντίνος και Ελένη. [< μτγν. ἰσαπόστολος] | |
| 21539 | ισάριθμος | , η, ο [ἰσάριθμος] ι-σά-ριθ-μος επίθ.: που είναι ίσος στον αριθμό με κάτι άλλο: ~η: συμμετοχή (γυναικών και ανδρών). Η ομάδα μας σε πέντε αγώνες μετράει ~ες ήττες. [< αρχ. ἰσάριθμος] | |
| 21540 | ισεντροπικός | , ή, ό [ἰσεντροπικός] ι-σε-ντρο-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που διεξάγεται χωρίς μεταβολές στην τιμή της θερμικής ενέργειας, που χαρακτηρίζεται από σταθερή εντροπία: ~ός: βαθμός απόδοσης (μηχανήματος/στροβίλου). ~ή: διεργασία/ροή. Βλ. αδιαβατικός. [< γαλλ. isentropique, αγγλ. isentropic] | |
| 21542 | ισηγορία | [ἰσηγορία] ι-ση-γο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το δικαίωμα όλων για έκφραση γνώμης, ισότητα στην ελευθερία του λόγου: η ~ ως βασική αρχή της δημοκρατίας. Βλ. ισο-νομία, -πολιτεία, παρρησία. [< αρχ. ἰσηγορία] | |
| 21543 | ισημερία | [ἰσημερία] ι-ση-με-ρί-α ουσ. (θηλ.) ΑΣΤΡΟΝ. 1. καθένα από τα δύο εικοσιτετράωρα του χρόνου στα οποία ο ήλιος περνά από τον ισημερινό και η μέρα έχει ίση διάρκεια με τη νύχτα: (στο βόρειο ημισφαίριο) εαρινή (20 ή 21 Μαρτίου)/φθινοπωρινή (22 ή 23 Σεπτεμβρίου) ~. Βλ. ηλιοστάσιο. 2. καθένα από τα δύο σημεία του ουρανού στα οποία η εκλειπτική τέμνει τον ουράνιο ισημερινό: γραμμή των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: μετάπτωση των ισημεριών: ελαφριά μετατόπιση των ισημερινών σημείων προς τα δυτικά, που προκαλείται από τη βαρυτική επίδραση του Ήλιου και της Σελήνης κατά την περιστροφή της Γης. [< γαλλ. précession des équinoxes] [< αρχ. ἰσημερία] | |
| 21544 | ισημερινός | [ἰσημερινός] ι-ση-με-ρι-νός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ι) 1. ΑΣΤΡΟΝ. ο μέγιστος νοητός κύκλος της γήινης επιφάνειας, του οποίου το επίπεδο είναι κάθετο προς τον άξονα περιστροφής της Γης και τη χωρίζει σε δύο ημισφαίρια· ο αντίστοιχος κύκλος σε κάθε ουράνιο σώμα. Βλ. γεωγραφικό πλάτος, μεσημβρινός, παράλληλος (κύκλος), τροπικός (κύκλος). 2. ΓΕΩΓΡ. (συνεκδ.) οι περιοχές που περιλαμβάνονται στη ζώνη του Ισημερινού. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικός ισημερινός: ΓΕΩΓΡ. νοητή γραμμή που συνδέει τις περιοχές της Γης όπου παρατηρούνται οι υψηλότερες μέσες θερμοκρασίες ανά έτος ή εποχή. [< αγγλ. thermal equator, 1945] , μαγνητικός ισημερινός: ΓΕΩΦ. νοητή γραμμή που συνδέει τα σημεία της επιφάνειας της Γης στα οποία η μαγνητική έγκλιση είναι μηδενική. [< γαλλ. équateur magnétique] , ουράνιος ισημερινός: ΑΣΤΡΟΝ. η νοητή τομή του ισημερινού της Γης με την ουράνια σφαίρα. Βλ. ισημερία, εκλειπτική. [< μτγν. ἰσημερινός] | |
| 21545 | ισημερινός | , ή, ό [ἰσημερινός] ι-ση-με-ρι-νός επίθ. 1. ΑΣΤΡΟΝ.-ΓΕΩΔ. που σχετίζεται με τον ισημερινό: ~ός: κύκλος. ~ή: ακτίνα (πλανήτη)/διάμετρος/ζώνη/τροχιά (δορυφόρου). ~ό: επίπεδο (: που είναι κάθετο στον άξονα περιστροφής της Γης)/κλίμα. ~ές: συντεταγμένες (βλ. απόκλιση, ορθή αναφορά). ~ά: σημεία (: στα οποία τέμνονται η εκλειπτική και ο ουράνιος ισημερινός).|| ~ή: βάση στήριξης (: μηχανισμός τηλεσκοπίου με δύο άξονες κάθετους μεταξύ τους). 2. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με την ισημερία: ~ές: ημέρες. Εαρινό ~ό σημείο. [< αρχ. ἰσημερινός, γαλλ. équatorial] | |
| 21546 | ισθμιακός | , ή, ό [ἰσθμιακός] ι-σθμι-α-κός επίθ. & (λόγ.) ίσθμιος, α, ο: που σχετίζεται με ισθμό, συνήθ. αυτόν της Κορίνθου. [< αρχ. ἰσθμιακός, ἴσθμιος] | |
| 21547 | ισθμός | [ἰσθμός] ι-σθμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΓΡ. στενή λωρίδα ξηράς που ενώνει δύο τμήματα στεριάς, τα οποία χωρίζονται από θάλασσα. Βλ. διώρυγα, πορθμός. 2. ΑΝΑΤ. στενό τμήμα οργάνου ή ιστού που συνδέει δύο μεγαλύτερες ανατομικές δομές ή κοιλότητες: ο ~ της αορτής/του εγκεφάλου/του θυρεοειδούς/της μήτρας (βλ. τράχηλος)/του φάρυγγα. [< αρχ. ἰσθμός, αγγλ. isthmus, γαλλ. isthme] | |
| 21548 | ισιάδα | [ἰσιάδα] ι-σιά-δα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ισάδα (λαϊκό): επίπεδη και ομαλή εδαφική έκταση: η ~ του δρόμου (πβ. ευθεία). Οι ~ες του κάμπου. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. ίσιωμα (2), πλάτωμα, σιάδι | |
| 21549 | ισιάζω | [ἰσιάζω] ι-σιά-ζω ρ. (μτβ.) {ίσια-ξε} & (σπάν.) ισάζω (λαϊκό): ισιώνω. Πβ. ευθυγραμμίζω, σιάζω. [< μεσν. ισιάζω] | |
| 21550 | ίσιος | , ια, ιο [ἴσιος] ί-σιος επίθ. & (προφ.) ίσος 1. που δεν έχει κλίση, δεν σχηματίζει καμπύλες, γωνίες: ~ια: γραμμή (= ευθεία. ΑΝΤ. καμπύλη, λοξή, τεθλασμένη)/επιφάνεια (ΑΝΤ. κοίλη, κυρτή). ~ιο: έδαφος. Πβ. επίπεδος, ομαλός. ΑΝΤ. ανώμαλος.|| ~ια: κοιλιά/μύτη (ΑΝΤ. γαμψή). ~ιο: κορμί (= ευθυτενές). ~ια: δόντια/πόδια. ΑΝΤ. στραβός.|| ~ια: μαλλιά (ΑΝΤ. κατσαρά, σγουρά, σπαστά). Πβ. ολόισιος. 2. (μτφ., για πρόσ.) που έχει αίσθηση του δικαίου, ευθύτητα, ειλικρινή και έντιμη συμπεριφορά απέναντι στους άλλους: ~ιος: άνθρωπος/χαρακτήρας. Πβ. ενάρετος, ηθικός, ντόμπρος.|| (κατ' επέκτ.) ~ια: απάντηση. ΣΥΝ. ευθύς (2) ● επίρρ.: ίσια 1. σε ευθεία γραμμή: Σήκωσέ το ~ πάνω. 2. ίσα: Κοίτα ~ μπροστά σου. Προχωρήστε ~ μπροστά. Πβ. ευθεία. ΑΝΤ. λοξά.|| Στάσου ~ (= σε όρθια στάση).|| Έφυγε ~ (= αμέσως, απευθείας) για το σπίτι. Πβ. κατευθείαν. ● ΣΥΜΠΛ.: ίσιος δρόμος (μτφ.): σωστός, ηθικός τρόπος ζωής: Παίρνω τον ~ιο ~ο. Βάζω/ξαναφέρνω κάποιον στον ~ιο ~ο. Πβ. ευθεία οδός. Βλ. (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο. ● ΦΡ.: στα ίσ(ι)α βλ. ίσος [< μεσν. ίσιος] | |
| 21552 | ίσιωμα | [ἴσιωμα] ί-σιω-μα ουσ. (ουδ.) {ισιώμ-ατος | -ατα} 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ισιώνω: σίδερο/ψαλίδι ~ατος μαλλιών. (ΜΗΧΑΝ.) ~ ζάντας (= ευθυγράμμιση). Πβ. ξεστράβωμα. ΑΝΤ. στράβωμα. 2. & (προφ.) ίσωμα: ισιάδα: Έφαγε τούμπα στο ~. Πβ. πλάτωμα, σιάδι. ● ΦΡ.: χαμός στο ίσιωμα/ίσωμα (αργκό): μεγάλη αναστάτωση, φασαρία ή τσακωμός που συνοδεύεται συχνά και από υλικές ζημιές: Έγινε ~ ~! | |
| 21553 | ισιώνω | [ἰσιώνω] ι-σιώ-νω ρ. (μτβ.) {ίσιω-σα, ισιώ-θηκε, -μένος, ισιών-οντας} & (σπάν.-προφ.) ισώνω 1. κάνω κάτι ίσιο ή το επαναφέρω σε ίσια θέση: ~σα το καρφί (= ξεστραβώνω, ΑΝΤ. στραβώνω)/χαρτί (ΑΝΤ. τσαλακώνω). ~ τη γραβάτα/το φουστάνι μου (πβ. στρώνω). ~σε τα μαλλιά/τις μπούκλες της (ΑΝΤ. κατσαρώνω, κρεπάρω, σγουραίνω). ~ την πλάτη/τους ώμους μου (= ορθώνω, τεντώνω. ΑΝΤ. καμπουριάζω, σκύβω). ~σε τα δόντια του (: με σιδεράκια). ~σε τα πόδια σου (= μην τα λυγίζεις). Το έδαφος ~θηκε (= ισοπεδώθηκε).|| ~ το τιμόνι (: το επαναφέρω στη θέση της ευθύγραμμης πορείας. ΑΝΤ. στρίβω). ~ μια ράβδο (ΑΝΤ. κυρτώνω). ~ ένα κάδρο/τα γυαλιά στο πρόσωπό μου (πβ. ευθυγραμμίζω). Πβ. ισιάζω. 2. (μτφ.-αργκό) συνεφέρνω κάποιον ή συνέρχομαι: Κοιμήθηκα λίγο περισσότερο σήμερα και ~σα. Πβ. έρχομαι στα ίσα μου. | |
| 21554 | ισιωτής | [ἰσιωτής] ι-σιω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ψαλίδι κομμωτικής: ~ μαλλιών. 2. τεχνίτης που ισιώνει λαμαρίνες: ~ αυτοκινήτων. | |
| 21555 | ισιωτικός | , ή, ό [ἰσιωτικός] ι-σιω-τι-κός επίθ.: που ισιώνει κυρ. μαλλιά: ~ό: μηχάνημα (κ. ως ουσ., το ~ό). ~ές: κεραμικές πλάκες. ● Ουσ.: ισιωτική (η): κομμωτική τεχνική με την οποία τα σγουρά, σπαστά μαλλιά γίνονται ίσια. ΑΝΤ. κατσάρωμα, περμανάντ | |
| 21556 | ίσκα | [ἴσκα] ί-σκα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΠ. ασθένεια των φυτών που οφείλεται σε μύκητες: η ~ της αμπέλου/της ελιάς. 2. (συνεκδ.) σπογγώδης ύλη η οποία προέρχεται από τους μύκητες που προκαλούν την ομώνυμη ασθένεια στα φυτά και παλαιότ. χρησίμευε ως προσάναμμα στο φιτίλι του αναπτήρα. Πβ. θρυαλλίδα. [< μεσν. ίσκα] | |
| 21557 | ίσκιος | [ἴσκιος] ί-σκιος ουσ. (αρσ.) 1. σκιά ενός σώματος και συνεκδ. μορφή που είναι απροσδιόριστη λόγω σκοταδιού: Ένας πλάτανος ρίχνει τον ~ιο του στην πλατεία του χωριού. Ο ~ του φάνηκε στον τοίχο.|| Είδα έναν ~ιο πίσω από τη μάντρα. 2. (συνεκδ.) μέρος που δεν φωτίζεται και είναι σκιερό: δροσερός/παχύς ~. Κάτω από τον ~ιο του δέντρου/της ομπρέλας. Ψάχνω να βρω λίγο ~ιο να ξαποστάσω. 3. ΛΑΟΓΡ. {συνήθ. στον πληθ.} (σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες) φάντασμα: οι ~ιοι της νύχτας. Μιλάει με τους ~ιους. Πβ. πνεύμα. Βλ. αερικό, ξωτικό. ● ΣΥΜΠΛ.: βαριά σκιά βλ. βαρύς ● ΦΡ.: έγινα ο ίσκιος/η σκιά κάποιου (μτφ.-προφ.): τον ακολουθώ διαρκώς και παντού. Πβ. δεν αφήνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου., φοβάται/τρέμει (και) τον ίσκιο/τη σκιά του (μτφ.-προφ.): είναι υπερβολικά φοβιτσιάρης. [< γαλλ. avoir peur de son ombre] [< μεσν. ίσκιος] | |
| 21559 | ισλάμ | [ἰσλάμ] ι-σλάμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. με κεφαλ. Ι) ΘΡΗΣΚ. 1. ισλαμισμός: οι πέντε πυλώνες του ~. Βλ. τζιχάντ. 2. (περιληπτ.) το σύνολο των λαών και χωρών που ασπάζονται τη συγκεκριμένη θρησκεία και ο πολιτισμός τους. Πβ. ισλαμιστές. [< τουρκ. islâm ή γαλλ. islam] | |
| 21560 | ισλαμικός | , ή, ό [ἰσλαμικός] ι-σλα-μι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με το Ισλάμ: ~ός: κόσμος/νόμος (πβ. σαρία)/φονταμενταλισμός. ~ή: δημοκρατία/μαντίλα (πβ. τσαντόρ)/οργάνωση/παράδοση/τζιχάντ. ~ό: δίκαιο/ημερολόγιο/καθεστώς/κόμμα. ~ές: χώρες. Βλ. κορανικός. ΣΥΝ. ισλαμιστικός, μουσουλμανικός, μωαμεθανικός [< γαλλ. islamique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ