Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22320-22340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21561ισλαμισμός[ἰσλαμισμός] ι-σλα-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. θρησκεία που κηρύσσει την πίστη σε έναν θεό, τον Αλλάχ, και την αυστηρή προσήλωση των πιστών σε συγκεκριμένα καθήκοντα και κανόνες, όπως αυτοί ορίζονται από το ιερό τους βιβλίο, το Κοράνι· κατ' επέκτ. ιδεολογικό σύστημα το οποίο πρεσβεύει την εξάπλωση του Ισλάμ και την επιβολή του ισλαμικού νόμου σε όλους τους κοινωνικούς τομείς. Βλ. εξ~, παν~, ραμαζάνι, σαρία, -ισμός. ΣΥΝ. ισλάμ (1), μουσουλμανισμός, μωαμεθανισμός [< γαλλ. islamisme]
21562ισλαμιστής[ἰσλαμιστής] ι-σλα-μι-στής επίθ./ουσ. {θηλ. ισλαμίστρια}: ΘΡΗΣΚ. οπαδός, υποστηρικτής του ισλαμισμού. ΣΥΝ. μουσουλμάνος, μωαμεθανός ● ισλαμιστές (οι): οι ισλαμικοί λαοί. Πβ. ισλάμ. [< γαλλ. islamiste]
21563ισλαμιστικός, ή, ό [ἰσλαμιστικός] ι-σλα-μι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. ισλαμικός. Βλ. -ιστικός1. [< αγγλ. islamistic]
21566ισλαμοποίηση[ἰσλαμοποίηση] ι-σλα-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ισλαμοποιώ. Πβ. εξισλαμισμός.
21567ισλαμοποιώ[ἰσλαμοποιῶ] ι-σλα-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.): κάνω κάτι ισλαμικό. Πβ. εξισλαμίζω.
21565ισλαμοφοβικός, ή, ό [ἰσλαμοφοβικός] ι-σλα-μο-φο-βι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ισλαμοφοβία: ~ή: ρητορική. ~ές: δλώσεις/(επι)θέσεις. ~ά: αντανακλαστικά. [< αγγλ. islamophobic, γαλλ. islamophobe, 1912]
21568ισλανδικός, ή, ό [ἰσλανδικός] ι-σλαν-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ισλανδία ή/και τους Ισλανδούς. ● Ουσ.: Ισλανδικά (τα) & (επίσ.) Ισλανδική (η): η ισλανδική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< γαλλ. islandais]
21569Ισλανδός, Ισλανδή[Ἰσλανδός] Ι-σλαν-δός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ισλανδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ισλανδική υπηκοότητα. [< γαλλ. Islandais]
21572ίσο[ἴσο] ί-σο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) φθόγγος που ηχεί σε όλη τη διάρκεια μιας μελωδικής γραμμής· συνεκδ. σημάδι της βυζαντινής σημειογραφίας. Βλ. (ισο)κράτημα. ● ΦΡ.: κρατάω το ίσο 1. (σε κάποιον) (μτφ.) τον βοηθώ, υποστηρίζω ή παίρνω το μέρος του. ΣΥΝ. σιγοντάρω (1) 2. ΜΟΥΣ. ψάλλω το ίσο. Βλ. κανονάρχης. ● βλ. ίσος [< ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. ίσος]
21573ισο-& ισό- & ισ-: το επίθετο ίσος ως α' συνθετικό λέξεων: ισο-βαθής/~βαρής (βλ. ετερο-)/~δύναμος/~μεγέθης (ΑΝΤ. ανισο-)/~μερής (βλ. ομοιο-)/~μήκης/~ρροπώ/~σταθμίζω/~ψηφώ. Iσό-θεος. Ισ-άδερφος/~απόστολος.
21574ισοβαθής, ής, ές [ἰσοβαθής] ι-σο-βα-θής επίθ. {ισοβαθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ισοβαθής (καμπύλη): ΓΕΩΦ. γραμμή σε χάρτη ή διάγραμμα που συνδέει σημεία ίσου βάθους: ~ των 50 μ. Βλ. ισοϋψής. [< γαλλ. (courbe) isobathe, 1904] [< μτγν. ἰσοβαθής]
21575ισοβαθμία[ἰσοβαθμία] ι-σο-βαθ-μί-α ουσ. (θηλ.): ίση βαθμολογία: (σε πίνακα κατάταξης αθλητικών ομάδων) απόλυτη ~. Διπλή/τριπλή ~ (: όταν ισοβαθμούν δύο ή τρεις ομάδες αντίστοιχα). ~ στην κορυφή. ~ για τη δεύτερη θέση. Κριτήρια ~ας.|| ~ μαθητών. Βλ. ισοψηφία.
21576ισόβαθμος, η, ο [ἰσόβαθμος] ι-σό-βαθ-μος επίθ. & (σπάν.) ισοβάθμιος, α, ο: που έχει την ίδια βαθμολογία ή τον ίδιο βαθμό με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ες: ομάδες. ~οι στην τρίτη θέση.|| ~ο: δικαστήριο. Βλ. -βαθμος. [< μεσν. ισοβάθμιος]
21577ισοβαθμώ[ἰσοβαθμῶ] ι-σο-βαθ-μώ ρ. (αμτβ.) {ισοβαθμ-είς ..., -ώντας | ισοβάθμ-ησε, (λόγ.) μτχ. -ούντες, -ήσαντες}: συγκεντρώνω την ίδια βαθμολογία με κάποιον άλλο: ~ησε με τον ... Οι δύο ομάδες ~ούν στην κορυφή της κατάταξης. ~ήσαντες: υποψήφιοι/φοιτητές. Βλ. ισοψηφώ.
21578ισοβαρής, ής, ές [ἰσοβαρής] ι-σο-βα-ρής επίθ. {ισοβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} & (σπάν.) ισόβαρος, η, ο 1. που έχει το ίδιο βάρος ή κυρ. την ίδια βαρύτητα με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ή: δέματα.|| (μτφ.) ~ής: σχέση. ΑΝΤ. αν~. 2. ΜΕΤΕΩΡ. (για γραμμή σε μετεωρολογικό χάρτη) που ενώνει σημεία με την ίδια βαρομετρική πίεση σε δεδομένη χρονική στιγμή: ~είς: καμπύλες. Βλ. ισαλλοβαρής. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. (για άτομο) που έχει τον ίδιο μαζικό αλλά διαφορετικό ατομικό αριθμό σε σχέση με άλλα άτομα: ~είς: πυρήνες. ~ή: στοιχεία.|| (κ. ως ουσ.) Τα ~ή. 4. ΦΥΣ. που πραγματοποιείται με σταθερή πίεση: ~ής: θέρμανση/μεταβολή/ψύξη. Βλ. ισό-θερμος, -χωρος. ● επίρρ.: ισοβαρώς [-ῶς] [< 1: αρχ. ἰσοβαρής 2,3,4: αγγλ. isobar, γαλλ. isobare]
21579ισόβιος, α, ο [ἰσόβιος] ι-σό-βι-ος επίθ.: που διαρκεί μέχρι το τέλος της ζωής κάποιου: ~ος: αποκλεισμός (από αθλητικές διοργανώσεις). ~α: σύνταξη/φιλία. ~ο: εισόδημα. Πβ. διά βίου. ΑΝΤ. πρόσκαιρος, προσωρινός.|| (ΝΟΜ.) ~α: δεσμά.|| (για πρόσ. που κατέχει αξίωμα ή φέρει μια ιδιότητα για όσο ζει) ~ος: γερουσιαστής/δικαστής. ~ο: μέλος (συμβουλίου). Βλ. -βιος. ● Ουσ.: ισόβια (τα) (προφ.): ποινή ισόβιας κάθειρξης: Έφαγε ~. ● επίρρ.: ισόβια & (λόγ.) ισοβίως: ΣΥΝ. εφ' όρου ζωής [< μτγν. ἰσόβιος]
21580ισοβιότητα[ἰσοβιότητα] ι-σο-βι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του ισόβιου και ειδικότ. το δικαίωμα κάποιου να διατηρεί αξίωμα ή ιδιότητα για όσο ζει: η ~ των δικαστικών (λειτουργών). Βλ. μονιμότητα, -ότητα.
21581ισοβίτης[ἰσοβίτης] ι-σο-βί-της ουσ. (αρσ.) , ισοβίτισσα (η): πρόσωπο που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης. Βλ. κατάδικος, -ίτης1.
21582ισόγειος, α/ος, ο [ἰσόγειος] ι-σό-γει-ος επίθ.: που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος: ~α/ος: κατοικία. ~ο: διαμέρισμα/κατάστημα. Βλ. -γειος, ημι~. ● Ουσ.: ισόγειο (το) {ισογεί-ου}: όροφος κτίσματος του οποίου το δάπεδο βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος ή λίγο ψηλότερα: υπερυψωμένο ~ (πβ. ανώγειο). ~ πολυκατοικίας. Βλ. υπόγειο. [< μτγν. ἰσόγαιος]
21583ισόγλωσσο[ἰσόγλωσσο] ι-σό-γλωσ-σο ουσ. (ουδ.) {ισογλώσσ-ου | -ων}: ΓΛΩΣΣ. γεωγραφικό όριο μέσα στο οποίο εμφανίζεται ένα γλωσσικό φαινόμενο και το οποίο αναπαρίσταται ως γραμμή σε γλωσσικό άτλαντα: δέσμη ~ων. [< γερμ. Isoglosse, γαλλ. isoglosse, περ. 1900, αγγλ. isogloss, 1925]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.