| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21553 | ισιώνω | [ἰσιώνω] ι-σιώ-νω ρ. (μτβ.) {ίσιω-σα, ισιώ-θηκε, -μένος, ισιών-οντας} & (σπάν.-προφ.) ισώνω 1. κάνω κάτι ίσιο ή το επαναφέρω σε ίσια θέση: ~σα το καρφί (= ξεστραβώνω, ΑΝΤ. στραβώνω)/χαρτί (ΑΝΤ. τσαλακώνω). ~ τη γραβάτα/το φουστάνι μου (πβ. στρώνω). ~σε τα μαλλιά/τις μπούκλες της (ΑΝΤ. κατσαρώνω, κρεπάρω, σγουραίνω). ~ την πλάτη/τους ώμους μου (= ορθώνω, τεντώνω. ΑΝΤ. καμπουριάζω, σκύβω). ~σε τα δόντια του (: με σιδεράκια). ~σε τα πόδια σου (= μην τα λυγίζεις). Το έδαφος ~θηκε (= ισοπεδώθηκε).|| ~ το τιμόνι (: το επαναφέρω στη θέση της ευθύγραμμης πορείας. ΑΝΤ. στρίβω). ~ μια ράβδο (ΑΝΤ. κυρτώνω). ~ ένα κάδρο/τα γυαλιά στο πρόσωπό μου (πβ. ευθυγραμμίζω). Πβ. ισιάζω. 2. (μτφ.-αργκό) συνεφέρνω κάποιον ή συνέρχομαι: Κοιμήθηκα λίγο περισσότερο σήμερα και ~σα. Πβ. έρχομαι στα ίσα μου. | |
| 21554 | ισιωτής | [ἰσιωτής] ι-σιω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ψαλίδι κομμωτικής: ~ μαλλιών. 2. τεχνίτης που ισιώνει λαμαρίνες: ~ αυτοκινήτων. | |
| 21555 | ισιωτικός | , ή, ό [ἰσιωτικός] ι-σιω-τι-κός επίθ.: που ισιώνει κυρ. μαλλιά: ~ό: μηχάνημα (κ. ως ουσ., το ~ό). ~ές: κεραμικές πλάκες. ● Ουσ.: ισιωτική (η): κομμωτική τεχνική με την οποία τα σγουρά, σπαστά μαλλιά γίνονται ίσια. ΑΝΤ. κατσάρωμα, περμανάντ | |
| 21556 | ίσκα | [ἴσκα] ί-σκα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΠ. ασθένεια των φυτών που οφείλεται σε μύκητες: η ~ της αμπέλου/της ελιάς. 2. (συνεκδ.) σπογγώδης ύλη η οποία προέρχεται από τους μύκητες που προκαλούν την ομώνυμη ασθένεια στα φυτά και παλαιότ. χρησίμευε ως προσάναμμα στο φιτίλι του αναπτήρα. Πβ. θρυαλλίδα. [< μεσν. ίσκα] | |
| 21557 | ίσκιος | [ἴσκιος] ί-σκιος ουσ. (αρσ.) 1. σκιά ενός σώματος και συνεκδ. μορφή που είναι απροσδιόριστη λόγω σκοταδιού: Ένας πλάτανος ρίχνει τον ~ιο του στην πλατεία του χωριού. Ο ~ του φάνηκε στον τοίχο.|| Είδα έναν ~ιο πίσω από τη μάντρα. 2. (συνεκδ.) μέρος που δεν φωτίζεται και είναι σκιερό: δροσερός/παχύς ~. Κάτω από τον ~ιο του δέντρου/της ομπρέλας. Ψάχνω να βρω λίγο ~ιο να ξαποστάσω. 3. ΛΑΟΓΡ. {συνήθ. στον πληθ.} (σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες) φάντασμα: οι ~ιοι της νύχτας. Μιλάει με τους ~ιους. Πβ. πνεύμα. Βλ. αερικό, ξωτικό. ● ΣΥΜΠΛ.: βαριά σκιά βλ. βαρύς ● ΦΡ.: έγινα ο ίσκιος/η σκιά κάποιου (μτφ.-προφ.): τον ακολουθώ διαρκώς και παντού. Πβ. δεν αφήνω κάποιον/κάτι από τα μάτια μου., φοβάται/τρέμει (και) τον ίσκιο/τη σκιά του (μτφ.-προφ.): είναι υπερβολικά φοβιτσιάρης. [< γαλλ. avoir peur de son ombre] [< μεσν. ίσκιος] | |
| 21559 | ισλάμ | [ἰσλάμ] ι-σλάμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (κυρ. με κεφαλ. Ι) ΘΡΗΣΚ. 1. ισλαμισμός: οι πέντε πυλώνες του ~. Βλ. τζιχάντ. 2. (περιληπτ.) το σύνολο των λαών και χωρών που ασπάζονται τη συγκεκριμένη θρησκεία και ο πολιτισμός τους. Πβ. ισλαμιστές. [< τουρκ. islâm ή γαλλ. islam] | |
| 21560 | ισλαμικός | , ή, ό [ἰσλαμικός] ι-σλα-μι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με το Ισλάμ: ~ός: κόσμος/νόμος (πβ. σαρία)/φονταμενταλισμός. ~ή: δημοκρατία/μαντίλα (πβ. τσαντόρ)/οργάνωση/παράδοση/τζιχάντ. ~ό: δίκαιο/ημερολόγιο/καθεστώς/κόμμα. ~ές: χώρες. Βλ. κορανικός. ΣΥΝ. ισλαμιστικός, μουσουλμανικός, μωαμεθανικός [< γαλλ. islamique] | |
| 21561 | ισλαμισμός | [ἰσλαμισμός] ι-σλα-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. θρησκεία που κηρύσσει την πίστη σε έναν θεό, τον Αλλάχ, και την αυστηρή προσήλωση των πιστών σε συγκεκριμένα καθήκοντα και κανόνες, όπως αυτοί ορίζονται από το ιερό τους βιβλίο, το Κοράνι· κατ' επέκτ. ιδεολογικό σύστημα το οποίο πρεσβεύει την εξάπλωση του Ισλάμ και την επιβολή του ισλαμικού νόμου σε όλους τους κοινωνικούς τομείς. Βλ. εξ~, παν~, ραμαζάνι, σαρία, -ισμός. ΣΥΝ. ισλάμ (1), μουσουλμανισμός, μωαμεθανισμός [< γαλλ. islamisme] | |
| 21562 | ισλαμιστής | [ἰσλαμιστής] ι-σλα-μι-στής επίθ./ουσ. {θηλ. ισλαμίστρια}: ΘΡΗΣΚ. οπαδός, υποστηρικτής του ισλαμισμού. ΣΥΝ. μουσουλμάνος, μωαμεθανός ● ισλαμιστές (οι): οι ισλαμικοί λαοί. Πβ. ισλάμ. [< γαλλ. islamiste] | |
| 21563 | ισλαμιστικός | , ή, ό [ἰσλαμιστικός] ι-σλα-μι-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. ισλαμικός. Βλ. -ιστικός1. [< αγγλ. islamistic] | |
| 21566 | ισλαμοποίηση | [ἰσλαμοποίηση] ι-σλα-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ισλαμοποιώ. Πβ. εξισλαμισμός. | |
| 21567 | ισλαμοποιώ | [ἰσλαμοποιῶ] ι-σλα-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.): κάνω κάτι ισλαμικό. Πβ. εξισλαμίζω. | |
| 21565 | ισλαμοφοβικός | , ή, ό [ἰσλαμοφοβικός] ι-σλα-μο-φο-βι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ισλαμοφοβία: ~ή: ρητορική. ~ές: δλώσεις/(επι)θέσεις. ~ά: αντανακλαστικά. [< αγγλ. islamophobic, γαλλ. islamophobe, 1912] | |
| 21568 | ισλανδικός | , ή, ό [ἰσλανδικός] ι-σλαν-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ισλανδία ή/και τους Ισλανδούς. ● Ουσ.: Ισλανδικά (τα) & (επίσ.) Ισλανδική (η): η ισλανδική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< γαλλ. islandais] | |
| 21569 | Ισλανδός, Ισλανδή | [Ἰσλανδός] Ι-σλαν-δός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ισλανδία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ισλανδική υπηκοότητα. [< γαλλ. Islandais] | |
| 21572 | ίσο | [ἴσο] ί-σο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) φθόγγος που ηχεί σε όλη τη διάρκεια μιας μελωδικής γραμμής· συνεκδ. σημάδι της βυζαντινής σημειογραφίας. Βλ. (ισο)κράτημα. ● ΦΡ.: κρατάω το ίσο 1. (σε κάποιον) (μτφ.) τον βοηθώ, υποστηρίζω ή παίρνω το μέρος του. ΣΥΝ. σιγοντάρω (1) 2. ΜΟΥΣ. ψάλλω το ίσο. Βλ. κανονάρχης. ● βλ. ίσος [< ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. ίσος] | |
| 21573 | ισο- | & ισό- & ισ-: το επίθετο ίσος ως α' συνθετικό λέξεων: ισο-βαθής/~βαρής (βλ. ετερο-)/~δύναμος/~μεγέθης (ΑΝΤ. ανισο-)/~μερής (βλ. ομοιο-)/~μήκης/~ρροπώ/~σταθμίζω/~ψηφώ. Iσό-θεος. Ισ-άδερφος/~απόστολος. | |
| 21574 | ισοβαθής | , ής, ές [ἰσοβαθής] ι-σο-βα-θής επίθ. {ισοβαθ-ούς | -είς (ουδ. -ή)}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ισοβαθής (καμπύλη): ΓΕΩΦ. γραμμή σε χάρτη ή διάγραμμα που συνδέει σημεία ίσου βάθους: ~ των 50 μ. Βλ. ισοϋψής. [< γαλλ. (courbe) isobathe, 1904] [< μτγν. ἰσοβαθής] | |
| 21575 | ισοβαθμία | [ἰσοβαθμία] ι-σο-βαθ-μί-α ουσ. (θηλ.): ίση βαθμολογία: (σε πίνακα κατάταξης αθλητικών ομάδων) απόλυτη ~. Διπλή/τριπλή ~ (: όταν ισοβαθμούν δύο ή τρεις ομάδες αντίστοιχα). ~ στην κορυφή. ~ για τη δεύτερη θέση. Κριτήρια ~ας.|| ~ μαθητών. Βλ. ισοψηφία. | |
| 21576 | ισόβαθμος | , η, ο [ἰσόβαθμος] ι-σό-βαθ-μος επίθ. & (σπάν.) ισοβάθμιος, α, ο: που έχει την ίδια βαθμολογία ή τον ίδιο βαθμό με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ες: ομάδες. ~οι στην τρίτη θέση.|| ~ο: δικαστήριο. Βλ. -βαθμος. [< μεσν. ισοβάθμιος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ