| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21577 | ισοβαθμώ | [ἰσοβαθμῶ] ι-σο-βαθ-μώ ρ. (αμτβ.) {ισοβαθμ-είς ..., -ώντας | ισοβάθμ-ησε, (λόγ.) μτχ. -ούντες, -ήσαντες}: συγκεντρώνω την ίδια βαθμολογία με κάποιον άλλο: ~ησε με τον ... Οι δύο ομάδες ~ούν στην κορυφή της κατάταξης. ~ήσαντες: υποψήφιοι/φοιτητές. Βλ. ισοψηφώ. | |
| 21578 | ισοβαρής | , ής, ές [ἰσοβαρής] ι-σο-βα-ρής επίθ. {ισοβαρ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} & (σπάν.) ισόβαρος, η, ο 1. που έχει το ίδιο βάρος ή κυρ. την ίδια βαρύτητα με κάποιον ή κάτι άλλο: ~ή: δέματα.|| (μτφ.) ~ής: σχέση. ΑΝΤ. αν~. 2. ΜΕΤΕΩΡ. (για γραμμή σε μετεωρολογικό χάρτη) που ενώνει σημεία με την ίδια βαρομετρική πίεση σε δεδομένη χρονική στιγμή: ~είς: καμπύλες. Βλ. ισαλλοβαρής. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. (για άτομο) που έχει τον ίδιο μαζικό αλλά διαφορετικό ατομικό αριθμό σε σχέση με άλλα άτομα: ~είς: πυρήνες. ~ή: στοιχεία.|| (κ. ως ουσ.) Τα ~ή. 4. ΦΥΣ. που πραγματοποιείται με σταθερή πίεση: ~ής: θέρμανση/μεταβολή/ψύξη. Βλ. ισό-θερμος, -χωρος. ● επίρρ.: ισοβαρώς [-ῶς] [< 1: αρχ. ἰσοβαρής 2,3,4: αγγλ. isobar, γαλλ. isobare] | |
| 21579 | ισόβιος | , α, ο [ἰσόβιος] ι-σό-βι-ος επίθ.: που διαρκεί μέχρι το τέλος της ζωής κάποιου: ~ος: αποκλεισμός (από αθλητικές διοργανώσεις). ~α: σύνταξη/φιλία. ~ο: εισόδημα. Πβ. διά βίου. ΑΝΤ. πρόσκαιρος, προσωρινός.|| (ΝΟΜ.) ~α: δεσμά.|| (για πρόσ. που κατέχει αξίωμα ή φέρει μια ιδιότητα για όσο ζει) ~ος: γερουσιαστής/δικαστής. ~ο: μέλος (συμβουλίου). Βλ. -βιος. ● Ουσ.: ισόβια (τα) (προφ.): ποινή ισόβιας κάθειρξης: Έφαγε ~. ● επίρρ.: ισόβια & (λόγ.) ισοβίως: ΣΥΝ. εφ' όρου ζωής [< μτγν. ἰσόβιος] | |
| 42967 | Ισόβιος | , η, ο πρό-σκαι-ρος επίθ.: παροδικός, προσωρινός: ~ες: εγκατάστασεις (βλ. σταθερός).|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~η: βελτίωση/επιδείνωση του καιρού. ~ες: νεφώσεις/χιονοπτώσεις. Βροχές με ~ο χαρακτήρα θα εκδηλωθούν τοπικά.|| ~η: απασχόληση/απώλεια (μνήμης)/δόξα (= εφήμερη)/επιτυχία/παύση (υπαλλήλου)/χαρά. ~ο: κέρδος/φαινόμενο. ~ες: ανάγκες. ~α: μέτρα/οφέλη. ΑΝΤ. διαρκής.|| (ΝΟΜ.) ~η: κάθειρξη (: από πέντε έως είκοσι έτη, βλ. ισόβιος). ΑΝΤ. μόνιμος (1) ● επίρρ.: πρόσκαιρα & (λόγ.) προσκαίρως: άνεμοι βόρειοι έξι μποφόρ και ~ εφτά στο Αιγαίο. [< μτγν. πρόσκαιρος] | |
| 21580 | ισοβιότητα | [ἰσοβιότητα] ι-σο-βι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του ισόβιου και ειδικότ. το δικαίωμα κάποιου να διατηρεί αξίωμα ή ιδιότητα για όσο ζει: η ~ των δικαστικών (λειτουργών). Βλ. μονιμότητα, -ότητα. | |
| 21581 | ισοβίτης | [ἰσοβίτης] ι-σο-βί-της ουσ. (αρσ.) , ισοβίτισσα (η): πρόσωπο που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης. Βλ. κατάδικος, -ίτης1. | |
| 21582 | ισόγειος | , α/ος, ο [ἰσόγειος] ι-σό-γει-ος επίθ.: που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος: ~α/ος: κατοικία. ~ο: διαμέρισμα/κατάστημα. Βλ. -γειος, ημι~. ● Ουσ.: ισόγειο (το) {ισογεί-ου}: όροφος κτίσματος του οποίου το δάπεδο βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το έδαφος ή λίγο ψηλότερα: υπερυψωμένο ~ (πβ. ανώγειο). ~ πολυκατοικίας. Βλ. υπόγειο. [< μτγν. ἰσόγαιος] | |
| 21583 | ισόγλωσσο | [ἰσόγλωσσο] ι-σό-γλωσ-σο ουσ. (ουδ.) {ισογλώσσ-ου | -ων}: ΓΛΩΣΣ. γεωγραφικό όριο μέσα στο οποίο εμφανίζεται ένα γλωσσικό φαινόμενο και το οποίο αναπαρίσταται ως γραμμή σε γλωσσικό άτλαντα: δέσμη ~ων. [< γερμ. Isoglosse, γαλλ. isoglosse, περ. 1900, αγγλ. isogloss, 1925] | |
| 21584 | ισογώνιος | , α, ο [ἰσογώνιος] ι-σο-γώ-νι-ος επίθ.: ΓΕΩΜ. του οποίου όλες οι γωνίες είναι ίσες. Βλ. -γώνιος. ● ΣΥΜΠΛ.: ισογώνια καμπύλη: ΓΕΩΦ. γραμμή που συνδέει σε μαγνητικό χάρτη τις περιοχές της Γης που παρουσιάζουν την ίδια μαγνητική απόκλιση. [< γαλλ. courbe isogone, αγγλ. isogonic line] [< αρχ. ἰσογώνιος] | |
| 21585 | ισοδομικός | , ή, ό [ἰσοδομικός] ι-σο-δο-μι-κός επίθ. & (λόγ.) ισόδομος, η, ο: ΟΙΚΟΔ. που είναι χτισμένος με πέτρες ίσων διαστάσεων: ~ός: περίβολος (ιερού). ~ό: τείχος. ● επίρρ.: ισοδομικά [< μτγν. ἰσόδομος ‘που έχει την ίδια κατασκευή’] | |
| 21586 | ισοδυναμεί | [ἰσοδυναμεῖ] ι-σο-δυ-να-μεί ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (+ με): είναι ισοδύναμος με: Το ευρώ ~ με ... δολάρια. Η απάντησή του ~ούσε με (= σήμαινε) άρνηση. Πβ. αναλογεί, αντιστοιχεί, μεταφράζεται.|| (στη Λογική) Το Α ~ με το Β (= το Α προκύπτει από το Β και το Β από το Α). ΣΥΝ. ισούται [< μτγν. ἰσοδυναμῶ, γαλλ. équivaloir] | |
| 21587 | ισοδυναμία | [ἰσοδυναμία] ι-σο-δυ-να-μί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ισοδύναμου: ~ τίτλων (σπουδών). Πιστοποιητικό ~ας διπλώματος μηχανικού με μάστερ.|| (ΦΥΣ.) ~ μάζας και ενέργειας.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ αγοραστικών δυνάμεων/γραμματίων/επιτοκίων. Κλίμακα ~ας.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ εδρών μεταξύ των συνδικαλιστικών παρατάξεων.|| (ΜΑΘ.) ~ κλασμάτων (: που έχουν την ίδια αριθμητική αξία, αλλά διαφορετικούς αριθμητές και παρονομαστές)/συνόλων.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ στη μετάφραση (: οι συνωνυμικές δυνατότητες). Πβ. αντιστοιχία, ισοτιμία. Βλ. βιοϊσοδυναμία, ισότητα, ταυτότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή της ισοδυναμίας: ΦΥΣ. θεμελιώδες αξίωμα της θεωρίας της σχετικότητας σύμφωνα με το οποίο το αποτέλεσμα της επίδρασης βαρυτικού πεδίου σε ένα σώμα είναι ισοδύναμο προς την επιτάχυνσή του., λογική ισοδυναμία: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. (στη Λογική) ιδιότητα που συνδέει δύο προτάσεις που έχουν τις ίδιες τιμές αληθείας., σχέση ισοδυναμίας: ΜΑΘ. διμελής σχέση των στοιχείων συνόλου η οποία είναι ανακλαστική, συμμετρική και μεταβατική: Η ισότητα είναι ~ ~., κλάση ισοδυναμίας βλ. κλάση2 [< μτγν. ἰσοδυναμία, γαλλ. équivalence, isodynamie] | |
| 21588 | ισοδυναμικός | , ή, ό [ἰσοδυναμικός] ι-σο-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται σε πεδίο δυνάμεων με το ίδιο δυναμικό: ~ός: αγωγός/ζυγός. ~ό: πλέγμα. ~ές: γραμμές/επιφάνειες/καμπύλες/συνδέσεις. ~ά: σημεία. ● επίρρ.: ισοδυναμικά [< γαλλ. isodynamique, αγγλ. isodynamic] | |
| 21589 | ισοδύναμος | , η, ο [ἰσοδύναμος] ι-σο-δύ-να-μος επίθ.: ίσος σε αξία, δύναμη, σημασία, αποτελεσματικότητα με κάποιον ή κάτι άλλο: ~οι: αντίπαλοι/παίκτες/υποψήφιοι. ~ες: ομάδες. ~α: κράτη. Οικισμοί με ~ο πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων.|| ~η: μεταχείριση/πρόσβαση (σε υπηρεσίες). ~οι: όροι/ρόλοι/στόχοι/τίτλοι (σπουδών). ~ες: δομές/επιδόσεις/ποσότητες. ~α: μέτρα. Απόσπασμα ποινικού μητρώου ή άλλο ~ο (προς αυτό) έγγραφο. Ποσό ~ο με ... ευρώ. Φορολογικές επιβαρύνσεις ~ου αποτελέσματος. Βαθμολογικώς ~α θέματα. Πβ. αντίστοιχος, ισάξιος, ισότιμος, όμοιος, ομόλογος.|| (ΜΑΘ.) ~α: κλάσματα (: που έχουν την ίδια αριθμητική αξία, αλλά διαφορετικούς αριθμητές και παρονομαστές)/στοιχεία (: που συνδέονται με σχέση ισοδυναμίας)/σύνολα.|| (ΦΥΣ.) ~η: ενέργεια.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~α: κυκλώματα.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ες: λέξεις (= συνώνυμες)/προτάσεις (: δύο κύριες, δύο δευτερεύουσες). ● Ουσ.: ισοδύναμο (το) (επιστ.): καθετί που έχει την ίδια ισχύ ή αξία με κάτι άλλο, με αποτέλεσμα να μπορεί να το αντικαταστήσει: ~ άμμου.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ακαθάριστο/καθαρό ~ επιχορήγησης.|| (ΧΗΜ.) ~ διοξειδίου του άνθρακα.|| (ΦΥΣ.) Μηχανικό ~ της θερμότητας.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~α λίπους/τροφίμων/υδατανθράκων/φρούτων. ● ΣΥΜΠΛ.: ισοδύναμο βάρος: ΧΗΜ. το πηλίκο του ατομικού βάρους στοιχείου προς το σθένος του., ισοδύναμη δόση βλ. δόση, τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ) βλ. τόνος2, τόνος ισοδύναμου πετρελαίου (ΤΙΠ) βλ. τόνος2 [< μτγν. ἰσοδύναμος, γαλλ. équivalent, isodyname] | |
| 21590 | ισοένζυμο | [ἰσοένζυμο] ι-σο-έν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. καθεμία από τις μορφές ενζύμου που βρίσκονται στον ίδιο οργανισμό, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη δομή και τις ρυθμιστικές τους ιδιότητες. Βλ. απο-, ολο-, προ-, συν-ένζυμο. [< αγγλ. isoenzyme, 1960, γαλλ. ~] | |
| 21591 | ισοζυγίζω | [ἰσοζυγίζω] ι-σο-ζυ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {ισοζύγι-σε, σπάν. -στηκε, -σμένος, ισοζυγίζ-οντας}: ισορροπώ, εξισορροπώ: ~ αντίρροπες τάσεις/τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις ενός εγχειρήματος. Η ομάδα ~σε τον αγώνα. Πβ. αντισταθμ-, ισοσκελ-, ισοσταθμ-ίζω. ● Μτχ.: ισοζυγισμένος , η, ο: ισόρροπος: ~ος: καταµερισµός εργασίας. ~η: δίαιτα/διατροφή. ~ο: παιχνίδι.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο: δέντρο (: του οποίου όλοι οι κόμβοι βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο). [< γαλλ. équilibrer, balancer] | |
| 21592 | ισοζύγιο | [ἰσοζύγιο] ι-σο-ζύ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {ισοζυγί-ου} 1. ΟΙΚΟΝ. πίνακας στον οποίο καταγράφεται η οικονομική κατάσταση επιχείρησης ή κράτους σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο: δημοσιονομικό/ενεργητικό (: στο οποίο τα έσοδα ξεπερνούν τα έξοδα)/οριστικό/παθητικό ή ελλειμματικό (= στο οποίο τα έξοδα ξεπερνούν τα έσοδα)/προσωρινό/συναλλαγματικό ~. ~ κίνησης κεφαλαίων. Βελτίωση/υποβολή ~ου. Αναλυτικά/συγκεντρωτικά ~α. 2. (επιστ.) η σχέση μεταξύ ορισμένων μεγεθών, κατάσταση ισορροπίας: ενεργειακό/θερμικό/οικολογικό ~. ~ προσφοράς-ζήτησης. ~ αζώτου/νερού (= η διαφορά ανάμεσα στην ποσότητα που προσλαμβάνεται και σε αυτήν που αποβάλλεται από το σώμα ή το έδαφος). Αρνητικό ~ απασχόλησης (= περισσότερες απολύσεις από προσλήψεις). Τα ~α γάλακτος και κρέατος των βιομηχανιών (= εγχώρια-εισαγόμενα). (ΦΥΣ.) ~α μάζας και ενέργειας. Βλ. εξισορρόπηση. ● ΣΥΜΠΛ.: εμπορικό ισοζύγιο: ΟΙΚΟΝ. η διαφορά στην αξία των εμπορικών εισαγωγών και εξαγωγών ενός κράτους κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου: αρνητικό/γεωργικό/θετικό/συνολικό ~ ~. Έλλειμμα/πλεόνασμα στο ~ ~., ισοζύγιο (εξωτερικών) πληρωμών: ΟΙΚΟΝ. σύστημα καταγραφής όλων των οικονομικών συναλλαγών ενός κράτους με τον υπόλοιπο κόσμο σε περίοδο ενός έτους., ισοζύγιο άδηλων συναλλαγών: ΟΙΚΟΝ. που περιλαμβάνει τις απαιτήσεις και τις υποχρεώσεις από τρέχουσες συναλλαγές (άδηλους πόρους και πληρωμές) πέραν του εμπορίου., ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών: ΟΙΚΟΝ. τμήμα του ισοζυγίου πληρωμών μιας χώρας που περιλαμβάνει το εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο των άδηλων συναλλαγών., υδρολογικό ισοζύγιο & υδατικό ισοζύγιο & υδρολογική ισορροπία (επιστ.): υπολογισμός της εισροής και εκροής υδάτων σε μια περιοχή και των μεταβολών στην αποθήκευση του επιφανειακού και του υπόγειου νερού. [< μτγν. ἰσοζυγής, γαλλ. équilibre, bilan, balance] | |
| 21593 | ισοζυγισμός | [ἰσοζυγισμός] ι-σο-ζυ-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. τεχνητό πλεονέκτημα το οποίο δίνεται σε διαγωνιζόμενο συνήθ. σε αγώνα ταχύτητας, έτσι ώστε όλοι οι συμμετέχοντες να έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις νίκης: ~ ιπποδρομιών/ίππων (: μέσω της προσθήκης βάρους στα πιο δυνατά άλογα). ΣΥΝ. χάντικαπ.|| (σε ιστιοπλοϊκούς αγώνες:) Σύστημα ~ού (: επιβολή ποινών μέσω της αύξησης της απόστασης που πρέπει να διανύσουν τα πιο γρήγορα και μεγάλα σκάφη, έτσι ώστε να αγωνίζονται ισότιμα με τα μικρότερα και πιο αργά). 2. επίτευξη ισορροπίας: ~ του προϋπολογισμού. Πβ. εξισορρόπηση, ισοσκέλιση. Βλ. -ισμός. [< 1: αγγλ. handicap 2: αγγλ. balancing] | |
| 21594 | ισοηλεκτρικός | , ή, ό [ἰσοηλεκτρικός] ι-σο-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που έχει ίσο αριθμό θετικών και αρνητικών φορτίων, ηλεκτρικά ουδέτερος: ~ή: εστίαση. ~ό: σημείο (: τιμή του πεχά διαλύματος στην οποία τα μόρια πρωτεΐνης ή αμινοξέος έχουν μηδενικό φορτίο). ~ά: κύματα. [< αγγλ. isoelectric, γαλλ. isoélectrique, 1904] | |
| 21595 | ισόθεος | , η, ο [ἰσόθεος] ι-σό-θε-ος επίθ. ΑΡΧ. 1. (για πρόσ.) που έχει τις ίδιες ιδιότητες με θεό ή είναι ίσος με τους θεούς: ~ος: ήρωας (βλ. ημίθεος). ~οι: θνητοί. 2. που αρμόζει σε θεό: ~η: μακαριότητα. ~ες: τιμές. [< αρχ. ἰσόθεος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ