Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22340-22360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21584ισογώνιος, α, ο [ἰσογώνιος] ι-σο-γώ-νι-ος επίθ.: ΓΕΩΜ. του οποίου όλες οι γωνίες είναι ίσες. Βλ. -γώνιος. ● ΣΥΜΠΛ.: ισογώνια καμπύλη: ΓΕΩΦ. γραμμή που συνδέει σε μαγνητικό χάρτη τις περιοχές της Γης που παρουσιάζουν την ίδια μαγνητική απόκλιση. [< γαλλ. courbe isogone, αγγλ. isogonic line] [< αρχ. ἰσογώνιος]
21585ισοδομικός, ή, ό [ἰσοδομικός] ι-σο-δο-μι-κός επίθ. & (λόγ.) ισόδομος, η, ο: ΟΙΚΟΔ. που είναι χτισμένος με πέτρες ίσων διαστάσεων: ~ός: περίβολος (ιερού). ~ό: τείχος. ● επίρρ.: ισοδομικά [< μτγν. ἰσόδομος ‘που έχει την ίδια κατασκευή’]
21586ισοδυναμεί[ἰσοδυναμεῖ] ι-σο-δυ-να-μεί ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (+ με): είναι ισοδύναμος με: Το ευρώ ~ με ... δολάρια. Η απάντησή του ~ούσε με (= σήμαινε) άρνηση. Πβ. αναλογεί, αντιστοιχεί, μεταφράζεται.|| (στη Λογική) Το Α ~ με το Β (= το Α προκύπτει από το Β και το Β από το Α). ΣΥΝ. ισούται [< μτγν. ἰσοδυναμῶ, γαλλ. équivaloir]
21587ισοδυναμία[ἰσοδυναμία] ι-σο-δυ-να-μί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ισοδύναμου: ~ τίτλων (σπουδών). Πιστοποιητικό ~ας διπλώματος μηχανικού με μάστερ.|| (ΦΥΣ.) ~ μάζας και ενέργειας.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ αγοραστικών δυνάμεων/γραμματίων/επιτοκίων. Κλίμακα ~ας.|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ εδρών μεταξύ των συνδικαλιστικών παρατάξεων.|| (ΜΑΘ.) ~ κλασμάτων (: που έχουν την ίδια αριθμητική αξία, αλλά διαφορετικούς αριθμητές και παρονομαστές)/συνόλων.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ στη μετάφραση (: οι συνωνυμικές δυνατότητες). Πβ. αντιστοιχία, ισοτιμία. Βλ. βιοϊσοδυναμία, ισότητα, ταυτότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχή της ισοδυναμίας: ΦΥΣ. θεμελιώδες αξίωμα της θεωρίας της σχετικότητας σύμφωνα με το οποίο το αποτέλεσμα της επίδρασης βαρυτικού πεδίου σε ένα σώμα είναι ισοδύναμο προς την επιτάχυνσή του., λογική ισοδυναμία: ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. (στη Λογική) ιδιότητα που συνδέει δύο προτάσεις που έχουν τις ίδιες τιμές αληθείας., σχέση ισοδυναμίας: ΜΑΘ. διμελής σχέση των στοιχείων συνόλου η οποία είναι ανακλαστική, συμμετρική και μεταβατική: Η ισότητα είναι ~ ~., κλάση ισοδυναμίας βλ. κλάση2 [< μτγν. ἰσοδυναμία, γαλλ. équivalence, isodynamie]
21588ισοδυναμικός, ή, ό [ἰσοδυναμικός] ι-σο-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που αναφέρεται σε πεδίο δυνάμεων με το ίδιο δυναμικό: ~ός: αγωγός/ζυγός. ~ό: πλέγμα. ~ές: γραμμές/επιφάνειες/καμπύλες/συνδέσεις. ~ά: σημεία. ● επίρρ.: ισοδυναμικά [< γαλλ. isodynamique, αγγλ. isodynamic]
21589ισοδύναμος, η, ο [ἰσοδύναμος] ι-σο-δύ-να-μος επίθ.: ίσος σε αξία, δύναμη, σημασία, αποτελεσματικότητα με κάποιον ή κάτι άλλο: ~οι: αντίπαλοι/παίκτες/υποψήφιοι. ~ες: ομάδες. ~α: κράτη. Οικισμοί με ~ο πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων.|| ~η: μεταχείριση/πρόσβαση (σε υπηρεσίες). ~οι: όροι/ρόλοι/στόχοι/τίτλοι (σπουδών). ~ες: δομές/επιδόσεις/ποσότητες. ~α: μέτρα. Απόσπασμα ποινικού μητρώου ή άλλο ~ο (προς αυτό) έγγραφο. Ποσό ~ο με ... ευρώ. Φορολογικές επιβαρύνσεις ~ου αποτελέσματος. Βαθμολογικώς ~α θέματα. Πβ. αντίστοιχος, ισάξιος, ισότιμος, όμοιος, ομόλογος.|| (ΜΑΘ.) ~α: κλάσματα (: που έχουν την ίδια αριθμητική αξία, αλλά διαφορετικούς αριθμητές και παρονομαστές)/στοιχεία (: που συνδέονται με σχέση ισοδυναμίας)/σύνολα.|| (ΦΥΣ.) ~η: ενέργεια.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~α: κυκλώματα.|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ες: λέξεις (= συνώνυμες)/προτάσεις (: δύο κύριες, δύο δευτερεύουσες). ● Ουσ.: ισοδύναμο (το) (επιστ.): καθετί που έχει την ίδια ισχύ ή αξία με κάτι άλλο, με αποτέλεσμα να μπορεί να το αντικαταστήσει: ~ άμμου.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ακαθάριστο/καθαρό ~ επιχορήγησης.|| (ΧΗΜ.) ~ διοξειδίου του άνθρακα.|| (ΦΥΣ.) Μηχανικό ~ της θερμότητας.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~α λίπους/τροφίμων/υδατανθράκων/φρούτων. ● ΣΥΜΠΛ.: ισοδύναμο βάρος: ΧΗΜ. το πηλίκο του ατομικού βάρους στοιχείου προς το σθένος του., ισοδύναμη δόση βλ. δόση, τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ) βλ. τόνος2, τόνος ισοδύναμου πετρελαίου (ΤΙΠ) βλ. τόνος2 [< μτγν. ἰσοδύναμος, γαλλ. équivalent, isodyname]
21590ισοένζυμο[ἰσοένζυμο] ι-σο-έν-ζυ-μο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΧ. καθεμία από τις μορφές ενζύμου που βρίσκονται στον ίδιο οργανισμό, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη δομή και τις ρυθμιστικές τους ιδιότητες. Βλ. απο-, ολο-, προ-, συν-ένζυμο. [< αγγλ. isoenzyme, 1960, γαλλ. ~]
21591ισοζυγίζω[ἰσοζυγίζω] ι-σο-ζυ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {ισοζύγι-σε, σπάν. -στηκε, -σμένος, ισοζυγίζ-οντας}: ισορροπώ, εξισορροπώ: ~ αντίρροπες τάσεις/τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις ενός εγχειρήματος. Η ομάδα ~σε τον αγώνα. Πβ. αντισταθμ-, ισοσκελ-, ισοσταθμ-ίζω. ● Μτχ.: ισοζυγισμένος , η, ο: ισόρροπος: ~ος: καταµερισµός εργασίας. ~η: δίαιτα/διατροφή. ~ο: παιχνίδι.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ο: δέντρο (: του οποίου όλοι οι κόμβοι βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο). [< γαλλ. équilibrer, balancer]
21592ισοζύγιο[ἰσοζύγιο] ι-σο-ζύ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {ισοζυγί-ου} 1. ΟΙΚΟΝ. πίνακας στον οποίο καταγράφεται η οικονομική κατάσταση επιχείρησης ή κράτους σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο: δημοσιονομικό/ενεργητικό (: στο οποίο τα έσοδα ξεπερνούν τα έξοδα)/οριστικό/παθητικό ή ελλειμματικό (= στο οποίο τα έξοδα ξεπερνούν τα έσοδα)/προσωρινό/συναλλαγματικό ~. ~ κίνησης κεφαλαίων. Βελτίωση/υποβολή ~ου. Αναλυτικά/συγκεντρωτικά ~α. 2. (επιστ.) η σχέση μεταξύ ορισμένων μεγεθών, κατάσταση ισορροπίας: ενεργειακό/θερμικό/οικολογικό ~. ~ προσφοράς-ζήτησης. ~ αζώτου/νερού (= η διαφορά ανάμεσα στην ποσότητα που προσλαμβάνεται και σε αυτήν που αποβάλλεται από το σώμα ή το έδαφος). Αρνητικό ~ απασχόλησης (= περισσότερες απολύσεις από προσλήψεις). Τα ~α γάλακτος και κρέατος των βιομηχανιών (= εγχώρια-εισαγόμενα). (ΦΥΣ.) ~α μάζας και ενέργειας. Βλ. εξισορρόπηση. ● ΣΥΜΠΛ.: εμπορικό ισοζύγιο: ΟΙΚΟΝ. η διαφορά στην αξία των εμπορικών εισαγωγών και εξαγωγών ενός κράτους κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου: αρνητικό/γεωργικό/θετικό/συνολικό ~ ~. Έλλειμμα/πλεόνασμα στο ~ ~., ισοζύγιο (εξωτερικών) πληρωμών: ΟΙΚΟΝ. σύστημα καταγραφής όλων των οικονομικών συναλλαγών ενός κράτους με τον υπόλοιπο κόσμο σε περίοδο ενός έτους., ισοζύγιο άδηλων συναλλαγών: ΟΙΚΟΝ. που περιλαμβάνει τις απαιτήσεις και τις υποχρεώσεις από τρέχουσες συναλλαγές (άδηλους πόρους και πληρωμές) πέραν του εμπορίου., ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών: ΟΙΚΟΝ. τμήμα του ισοζυγίου πληρωμών μιας χώρας που περιλαμβάνει το εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο των άδηλων συναλλαγών., υδρολογικό ισοζύγιο & υδατικό ισοζύγιο & υδρολογική ισορροπία (επιστ.): υπολογισμός της εισροής και εκροής υδάτων σε μια περιοχή και των μεταβολών στην αποθήκευση του επιφανειακού και του υπόγειου νερού. [< μτγν. ἰσοζυγής, γαλλ. équilibre, bilan, balance]
21593ισοζυγισμός[ἰσοζυγισμός] ι-σο-ζυ-γι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΑΘΛ. τεχνητό πλεονέκτημα το οποίο δίνεται σε διαγωνιζόμενο συνήθ. σε αγώνα ταχύτητας, έτσι ώστε όλοι οι συμμετέχοντες να έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις νίκης: ~ ιπποδρομιών/ίππων (: μέσω της προσθήκης βάρους στα πιο δυνατά άλογα). ΣΥΝ. χάντικαπ.|| (σε ιστιοπλοϊκούς αγώνες:) Σύστημα ~ού (: επιβολή ποινών μέσω της αύξησης της απόστασης που πρέπει να διανύσουν τα πιο γρήγορα και μεγάλα σκάφη, έτσι ώστε να αγωνίζονται ισότιμα με τα μικρότερα και πιο αργά). 2. επίτευξη ισορροπίας: ~ του προϋπολογισμού. Πβ. εξισορρόπηση, ισοσκέλιση. Βλ. -ισμός. [< 1: αγγλ. handicap 2: αγγλ. balancing]
21594ισοηλεκτρικός, ή, ό [ἰσοηλεκτρικός] ι-σο-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που έχει ίσο αριθμό θετικών και αρνητικών φορτίων, ηλεκτρικά ουδέτερος: ~ή: εστίαση. ~ό: σημείο (: τιμή του πεχά διαλύματος στην οποία τα μόρια πρωτεΐνης ή αμινοξέος έχουν μηδενικό φορτίο). ~ά: κύματα. [< αγγλ. isoelectric, γαλλ. isoélectrique, 1904]
21595ισόθεος, η, ο [ἰσόθεος] ι-σό-θε-ος επίθ. ΑΡΧ. 1. (για πρόσ.) που έχει τις ίδιες ιδιότητες με θεό ή είναι ίσος με τους θεούς: ~ος: ήρωας (βλ. ημίθεος). ~οι: θνητοί. 2. που αρμόζει σε θεό: ~η: μακαριότητα. ~ες: τιμές. [< αρχ. ἰσόθεος]
21596ισοθερμία[ἰσοθερμία] ι-σο-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία ένα σώμα διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία του παρά τις θερμοκρασιακές μεταβολές του περιβάλλοντος. [< γαλλ. isothermie]
21597ισοθερμικός, ή, ό [ἰσοθερμικός] ι-σο-θερ-μι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία ενός σώματος, ανεξάρτητα από τις θερμοκρασιακές μεταβολές του περιβάλλοντος, που διαθέτει θερμομόνωση: ~ός: θάλαμος/σάκος. ~ή: θήκη/συσκευασία. ~ό: δοχείο (πβ. θερμός).|| (για ρούχα) ~ή: επένδυση/κουβέρτα/μπλούζα/στολή/φόρμα. ~ό: μπουφάν/παντελόνι. ~ές: κάλτσες. ~ά: γάντια/εσώρουχα (= θερμικά, θερμοεσώρουχα). ΣΥΝ. εσωθερμικός 2. ΜΕΤΕΩΡ. ισόθερμος: ~ές: καμπύλες. [< γαλλ. isotherme, αγγλ. isothermal]
21598ισόθερμος, η, ο [ἰσόθερμος] ι-σό-θερ-μος επίθ. 1. ΜΕΤΕΩΡ. (για γραμμή) που συνδέει σημεία σε μετεωρολογικό χάρτη με την ίδια μέση θερμοκρασία: ~η: καμπύλη. ΣΥΝ. ισοθερμικός (2) 2. ΦΥΣ. που πραγματοποιείται σε σταθερή θερμοκρασία: ~η: διεργασία/μεταβολή (αερίου)/ροή/συμπίεση. Βλ. ισοβαρής, ισόχωρος. 3. (σπάν.) του οποίου η θερμοκρασία δεν μεταβάλλεται: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~η: ατμόσφαιρα. [< γαλλ. isotherme, αγγλ. isotherm]
21599ισοκατανέμω[ἰσοκατανέμω] ι-σο-κα-τα-νέ-μω ρ. (μτβ.) (λόγ.): κατανέμω κάτι σε ίσα μέρη: ~ τις ευθύνες σε όλους. Το ποσό ~εται στους δύο νικητές.
21600ισοκατανομή[ἰσοκατανομή] ι-σο-κα-τα-νο-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατανομή σε ίσα μέρη: ~ βάρους/πλούτου/πόρων/φορτίου. Βλ. επι-, κατα-μερισμός. ΣΥΝ. ισομερισμός (2) ΑΝΤ. ανισοκατανομή ● ΣΥΜΠΛ.: ισοκατανομή της ενέργειας: ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία η κινητική ενέργεια είναι ίδια για κάθε βαθμό ελευθερίας, όταν ένα σύστημα βρίσκεται σε θερμική ισορροπία. [< αγγλ. equipartition of energy, 1902]
21601ισοκινητικός, ή, ό [ἰσοκινητικός] ι-σο-κι-νη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με μυϊκές κινήσεις κατά τη διάρκεια των οποίων διατηρείται σταθερή η ταχύτητα και το εύρος τους, ιδ. με τη βοήθεια ειδικών μηχανημάτων: ~ή: άσκηση/μέτρηση/συστολή.|| (κατ' επέκτ.) ~ό: δυναμόμετρο (: για τον έλεγχο και την αποκατάσταση των αρθρώσεων)/σύστημα. Βλ. ισο-μετρικός, -τονικός. ● επίρρ.: ισοκινητικά [< αγγλ. isokinetic, 1958, γαλλ. isokinétique]
21602ισοκράτημα[ἰσοκράτημα] ι-σο-κρά-τη-μα ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) κράτημα του ίσου, συνεχής φωνητική επανάληψη ενός ήχου: απλό/διπλό ~. Συνοδεία ~ατος. Βλ. συνήχηση.
21603ισοκυανικός, ή, ό [ἰσοκυανικός] ι-σο-κυ-α-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το ισοκυανικό οξύ: ~ό: μεθύλιο. ~ές: ενώσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: ισοκυανικό οξύ: άχρωμο, πτητικό, τοξικό υγρό που είναι γνωστό κυρ. από τα παράγωγά του. [< αγγλ. isocyanic acid, γαλλ. acide isocyanique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.