| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21596 | ισοθερμία | [ἰσοθερμία] ι-σο-θερ-μί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία ένα σώμα διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία του παρά τις θερμοκρασιακές μεταβολές του περιβάλλοντος. [< γαλλ. isothermie] | |
| 21597 | ισοθερμικός | , ή, ό [ἰσοθερμικός] ι-σο-θερ-μι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που διατηρεί σταθερή τη θερμοκρασία ενός σώματος, ανεξάρτητα από τις θερμοκρασιακές μεταβολές του περιβάλλοντος, που διαθέτει θερμομόνωση: ~ός: θάλαμος/σάκος. ~ή: θήκη/συσκευασία. ~ό: δοχείο (πβ. θερμός).|| (για ρούχα) ~ή: επένδυση/κουβέρτα/μπλούζα/στολή/φόρμα. ~ό: μπουφάν/παντελόνι. ~ές: κάλτσες. ~ά: γάντια/εσώρουχα (= θερμικά, θερμοεσώρουχα). ΣΥΝ. εσωθερμικός 2. ΜΕΤΕΩΡ. ισόθερμος: ~ές: καμπύλες. [< γαλλ. isotherme, αγγλ. isothermal] | |
| 21598 | ισόθερμος | , η, ο [ἰσόθερμος] ι-σό-θερ-μος επίθ. 1. ΜΕΤΕΩΡ. (για γραμμή) που συνδέει σημεία σε μετεωρολογικό χάρτη με την ίδια μέση θερμοκρασία: ~η: καμπύλη. ΣΥΝ. ισοθερμικός (2) 2. ΦΥΣ. που πραγματοποιείται σε σταθερή θερμοκρασία: ~η: διεργασία/μεταβολή (αερίου)/ροή/συμπίεση. Βλ. ισοβαρής, ισόχωρος. 3. (σπάν.) του οποίου η θερμοκρασία δεν μεταβάλλεται: (ΜΕΤΕΩΡ.) ~η: ατμόσφαιρα. [< γαλλ. isotherme, αγγλ. isotherm] | |
| 21599 | ισοκατανέμω | [ἰσοκατανέμω] ι-σο-κα-τα-νέ-μω ρ. (μτβ.) (λόγ.): κατανέμω κάτι σε ίσα μέρη: ~ τις ευθύνες σε όλους. Το ποσό ~εται στους δύο νικητές. | |
| 21600 | ισοκατανομή | [ἰσοκατανομή] ι-σο-κα-τα-νο-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατανομή σε ίσα μέρη: ~ βάρους/πλούτου/πόρων/φορτίου. Βλ. επι-, κατα-μερισμός. ΣΥΝ. ισομερισμός (2) ΑΝΤ. ανισοκατανομή ● ΣΥΜΠΛ.: ισοκατανομή της ενέργειας: ΦΥΣ. κατάσταση κατά την οποία η κινητική ενέργεια είναι ίδια για κάθε βαθμό ελευθερίας, όταν ένα σύστημα βρίσκεται σε θερμική ισορροπία. [< αγγλ. equipartition of energy, 1902] | |
| 21601 | ισοκινητικός | , ή, ό [ἰσοκινητικός] ι-σο-κι-νη-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με μυϊκές κινήσεις κατά τη διάρκεια των οποίων διατηρείται σταθερή η ταχύτητα και το εύρος τους, ιδ. με τη βοήθεια ειδικών μηχανημάτων: ~ή: άσκηση/μέτρηση/συστολή.|| (κατ' επέκτ.) ~ό: δυναμόμετρο (: για τον έλεγχο και την αποκατάσταση των αρθρώσεων)/σύστημα. Βλ. ισο-μετρικός, -τονικός. ● επίρρ.: ισοκινητικά [< αγγλ. isokinetic, 1958, γαλλ. isokinétique] | |
| 21602 | ισοκράτημα | [ἰσοκράτημα] ι-σο-κρά-τη-μα ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) κράτημα του ίσου, συνεχής φωνητική επανάληψη ενός ήχου: απλό/διπλό ~. Συνοδεία ~ατος. Βλ. συνήχηση. | |
| 21603 | ισοκυανικός | , ή, ό [ἰσοκυανικός] ι-σο-κυ-α-νι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το ισοκυανικό οξύ: ~ό: μεθύλιο. ~ές: ενώσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: ισοκυανικό οξύ: άχρωμο, πτητικό, τοξικό υγρό που είναι γνωστό κυρ. από τα παράγωγά του. [< αγγλ. isocyanic acid, γαλλ. acide isocyanique] | |
| 21604 | ισόκυρος | , η, ο [ἰσόκυρος] ι-σό-κυ-ρος επίθ. (επίσ.): που έχει το ίδιο κύρος, την ίδια νομική ισχύ με κάτι άλλο: αντίγραφα ~α των πρωτοτύπων. Ο πολιτικός γάμος είναι ~ με τον θρησκευτικό. Πβ. ισότιμος. | |
| 21605 | ισολευκίνη | [ἰσολευκίνη] ι-σο-λευ-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ισομερές της λευκίνης, αμινοξύ (σύμβ. C6H13NO2) που αποτελεί συστατικό των πρωτεϊνών και απαραίτητο στοιχείο στη διατροφή ανθρώπων και ζώων. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. isoleucine, 1903, γαλλ. ~, 1906] | |
| 21606 | ισολογισμός | [ἰσολογισμός] ι-σο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. συγκριτικός πίνακας που παρουσιάζει τα περιουσιακά στοιχεία επιχείρησης και τις πηγές χρηματοδότησής της σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο: αρνητικός (: όταν το παθητικό είναι μεγαλύτερο του ενεργητικού)/ενδιάμεσος/ενοποιημένος ή ομαδοποιημένος (: στην περίπτωση συνένωσης των περιουσιακών στοιχείων πολλών εταιρειών)/ετήσιος/θετικός (: όταν το ενεργητικό είναι μεγαλύτερο του παθητικού)/συνοπτικός/φορολογικός (: που συντάσσεται κάθε έτος βάσει των φορολογικών αποτιμήσεων) ~. ~ εκκαθάρισης/έναρξης/μετασχηματισμού (: που καταρτίζεται σε περίπτωση μετατροπής εταιρείας σε ανώνυμη ή περιορισμένης ευθύνης). Ανάλυση/δημοσίευση/έγκριση ~ού. Κάνω ~ό. Βλ. απολογισμός.|| ~ του Κράτους. [< ιταλ. bilancio, γαλλ. bilan] | |
| 21607 | ισομεγέθης | , ης, ες [ἰσομεγέθης] ι-σο-με-γέ-θης επίθ. {ουδ. ισομέγεθες | ισομεγέθ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει το ίδιο μέγεθος με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: κομμάτια. ΑΝΤ. ανισομεγέθης [< αρχ. ἰσομεγέθης] | |
| 21608 | ισομέρεια | [ἰσομέρεια] ι-σο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του ισομερούς. ΑΝΤ. ανισομέρεια 2. ΧΗΜ. φαινόμενο κατά το οποίο δύο ή περισσότερες ενώσεις με την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύσταση και το ίδιο μοριακό βάρος διαφέρουν ως προς τις φυσικές και χημικές τους ιδιότητες: γεωμετρική/οπτική/στερεοχημική (βλ. στερεοϊσομέρεια)/συντακτική ~. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. φαινόμενο κατά το οποίο δύο άτομα έχουν τον ίδιο ατομικό και μαζικό αριθμό, αλλά διαφέρουν ως προς την ενεργειακή κατάσταση και τις ραδιενεργές τους ιδιότητες. [< 1: μτγν. ἰσομέρεια 2,3: γαλλ. isomérie, αγγλ. isomerism] | |
| 21609 | ισομερής | , ής, ές [ἰσομερής] ι-σο-με-ρής επίθ. 1. (λόγ.) που έχει ίσα μέρη ή γίνεται με ισοδύναμο τρόπο: ~ής: καταμερισμός (ευθυνών). ~ής: ανάπτυξη/επιτροπή/κατανομή (πόρων)/συμμετοχή. Πβ. ισόμετρος. Βλ. -μερής. ΑΝΤ. ανισομερής 2. ΧΗΜ. (για χημικές ενώσεις) που έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύσταση και το ίδιο μοριακό βάρος, αλλά διαφέρουν ως προς τη διάταξη των ατόμων τους. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. (για πυρήνες ατόμων) που έχουν τον ίδιο ατομικό και μαζικό αριθμό, αλλά διαφέρουν ως προς την ενεργειακή τους κατάσταση. ● Ουσ.: ισομερές (το): ΧΗΜ. καθένα από τα μόρια μιας ένωσης που έχουν τον ίδιο αριθμό ατόμων, αλλά διαφορετική χημική δομή και κατ' επέκτ. διαφορετικές ιδιότητες: στερεοχημικά ~ή. ~ή θέσης. [< γαλλ. isomère, αγγλ. isomer] ● επίρρ.: ισομερώς [-ῶς]: ΣΥΝ. ίσα1 (1) [< 1: μτγν. ἰσομερής 2,3: γαλλ. isomère, αγγλ. isomeric] | |
| 21610 | ισομερισμός | [ἰσομερισμός] ι-σο-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. μετατροπή ουσίας σε ισομερές. Βλ. πολυμερισμός. 2. ισοκατανομή: ~ εργασιών/προβλημάτων. Βλ. καταμερισμός. [< γαλλ. isomérisation, 1905, αγγλ. isomerization] | |
| 21611 | ισομετρία | [ἰσομετρία] ι-σο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. μετασχηματισμός ενός μετρικού χώρου σε άλλον κατά τρόπο ώστε να διατηρούνται αναλλοίωτες οι αποστάσεις και το μήκος των σημείων του. 2. η ιδιότητα του ισόμετρου. Βλ. -μετρία. [< 1: γαλλ. isométrie, 1910, 2: αρχ. ἰσομετρία] | |
| 21612 | ισομετρικός | , ή, ό [ἰσομετρικός] ι-σο-με-τρι-κός επίθ. 1. του οποίου οι διαστάσεις είναι ίσες. 2. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με κινήσεις κατά τις οποίες διατηρείται σταθερό το μήκος των μυών, ενώ αυξάνεται η ένταση: ~ή: άσκηση (= αναερόβια, στατική)/δύναμη/προπόνηση/συστολή. ~ές: συσπάσεις. Βλ. ισο-κινητικός, -τονικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ισομετρική προβολή βλ. προβολή [< γαλλ. isométrique, αγγλ. isometric] | |
| 21613 | ισόμετρος | , η, ο [ἰσόμετρος] ι-σό-με-τρος επίθ. 1. που συντελείται στον ίδιο βαθμό με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: ανάπτυξη. Πβ. ανάλογος, ισομερής, συμμετρικός. ΑΝΤ. ασύμμετρος (2), δυσανάλογος 2. που έχει τις ίδιες διαστάσεις με κάτι άλλο: ~ες: επιφάνειες.|| (ΜΕΤΡ.) ~ος: στίχος (: με ίδιο μέτρο και ομοιοκαταληξία). Βλ. -μετρος. ● επίρρ.: ισόμετρα [< αρχ. ἰσόμετρος] | |
| 21614 | ισομήκης | , ης, ες [ἰσομήκης] ι-σο-μή-κης επίθ. {ουδ. ισόμηκες | ισομήκ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που έχει το ίδιο μήκος με κάτι άλλο: ~εις: ακτίνες. ~η: διαστήματα/τμήματα. [< αρχ. ἰσομήκης] | |
| 21615 | ισομοιρία | [ἰσομοιρία] ι-σο-μοι-ρί-α ουσ. (θηλ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: κατ' ισομοιρία: ΝΟΜ. κατά ίσα μέρη: διανομή μετοχών ~ ~ προς τους μετόχους. Η περιουσία μοιράστηκε ~ ~ στους νόμιμους κληρονόμους. [< αρχ. ἰσομοιρία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ