Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22360-22380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21604ισόκυρος, η, ο [ἰσόκυρος] ι-σό-κυ-ρος επίθ. (επίσ.): που έχει το ίδιο κύρος, την ίδια νομική ισχύ με κάτι άλλο: αντίγραφα ~α των πρωτοτύπων. Ο πολιτικός γάμος είναι ~ με τον θρησκευτικό. Πβ. ισότιμος.
21605ισολευκίνη[ἰσολευκίνη] ι-σο-λευ-κί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ισομερές της λευκίνης, αμινοξύ (σύμβ. C6H13NO2) που αποτελεί συστατικό των πρωτεϊνών και απαραίτητο στοιχείο στη διατροφή ανθρώπων και ζώων. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. isoleucine, 1903, γαλλ. ~, 1906]
21606ισολογισμός[ἰσολογισμός] ι-σο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. συγκριτικός πίνακας που παρουσιάζει τα περιουσιακά στοιχεία επιχείρησης και τις πηγές χρηματοδότησής της σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο: αρνητικός (: όταν το παθητικό είναι μεγαλύτερο του ενεργητικού)/ενδιάμεσος/ενοποιημένος ή ομαδοποιημένος (: στην περίπτωση συνένωσης των περιουσιακών στοιχείων πολλών εταιρειών)/ετήσιος/θετικός (: όταν το ενεργητικό είναι μεγαλύτερο του παθητικού)/συνοπτικός/φορολογικός (: που συντάσσεται κάθε έτος βάσει των φορολογικών αποτιμήσεων) ~. ~ εκκαθάρισης/έναρξης/μετασχηματισμού (: που καταρτίζεται σε περίπτωση μετατροπής εταιρείας σε ανώνυμη ή περιορισμένης ευθύνης). Ανάλυση/δημοσίευση/έγκριση ~ού. Κάνω ~ό. Βλ. απολογισμός.|| ~ του Κράτους. [< ιταλ. bilancio, γαλλ. bilan]
21607ισομεγέθης, ης, ες [ἰσομεγέθης] ι-σο-με-γέ-θης επίθ. {ουδ. ισομέγεθες | ισομεγέθ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει το ίδιο μέγεθος με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: κομμάτια. ΑΝΤ. ανισομεγέθης [< αρχ. ἰσομεγέθης]
21608ισομέρεια[ἰσομέρεια] ι-σο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του ισομερούς. ΑΝΤ. ανισομέρεια 2. ΧΗΜ. φαινόμενο κατά το οποίο δύο ή περισσότερες ενώσεις με την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύσταση και το ίδιο μοριακό βάρος διαφέρουν ως προς τις φυσικές και χημικές τους ιδιότητες: γεωμετρική/οπτική/στερεοχημική (βλ. στερεοϊσομέρεια)/συντακτική ~. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. φαινόμενο κατά το οποίο δύο άτομα έχουν τον ίδιο ατομικό και μαζικό αριθμό, αλλά διαφέρουν ως προς την ενεργειακή κατάσταση και τις ραδιενεργές τους ιδιότητες. [< 1: μτγν. ἰσομέρεια 2,3: γαλλ. isomérie, αγγλ. isomerism]
21609ισομερής, ής, ές [ἰσομερής] ι-σο-με-ρής επίθ. 1. (λόγ.) που έχει ίσα μέρη ή γίνεται με ισοδύναμο τρόπο: ~ής: καταμερισμός (ευθυνών). ~ής: ανάπτυξη/επιτροπή/κατανομή (πόρων)/συμμετοχή. Πβ. ισόμετρος. Βλ. -μερής. ΑΝΤ. ανισομερής 2. ΧΗΜ. (για χημικές ενώσεις) που έχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική σύσταση και το ίδιο μοριακό βάρος, αλλά διαφέρουν ως προς τη διάταξη των ατόμων τους. 3. ΦΥΣ. ΠΥΡ. (για πυρήνες ατόμων) που έχουν τον ίδιο ατομικό και μαζικό αριθμό, αλλά διαφέρουν ως προς την ενεργειακή τους κατάσταση. ● Ουσ.: ισομερές (το): ΧΗΜ. καθένα από τα μόρια μιας ένωσης που έχουν τον ίδιο αριθμό ατόμων, αλλά διαφορετική χημική δομή και κατ' επέκτ. διαφορετικές ιδιότητες: στερεοχημικά ~ή. ~ή θέσης. [< γαλλ. isomère, αγγλ. isomer] ● επίρρ.: ισομερώς [-ῶς]: ΣΥΝ. ίσα1 (1) [< 1: μτγν. ἰσομερής 2,3: γαλλ. isomère, αγγλ. isomeric]
21610ισομερισμός[ἰσομερισμός] ι-σο-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. μετατροπή ουσίας σε ισομερές. Βλ. πολυμερισμός. 2. ισοκατανομή: ~ εργασιών/προβλημάτων. Βλ. καταμερισμός. [< γαλλ. isomérisation, 1905, αγγλ. isomerization]
21611ισομετρία[ἰσομετρία] ι-σο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. μετασχηματισμός ενός μετρικού χώρου σε άλλον κατά τρόπο ώστε να διατηρούνται αναλλοίωτες οι αποστάσεις και το μήκος των σημείων του. 2. η ιδιότητα του ισόμετρου. Βλ. -μετρία. [< 1: γαλλ. isométrie, 1910, 2: αρχ. ἰσομετρία]
21612ισομετρικός, ή, ό [ἰσομετρικός] ι-σο-με-τρι-κός επίθ. 1. του οποίου οι διαστάσεις είναι ίσες. 2. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με κινήσεις κατά τις οποίες διατηρείται σταθερό το μήκος των μυών, ενώ αυξάνεται η ένταση: ~ή: άσκηση (= αναερόβια, στατική)/δύναμη/προπόνηση/συστολή. ~ές: συσπάσεις. Βλ. ισο-κινητικός, -τονικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ισομετρική προβολή βλ. προβολή [< γαλλ. isométrique, αγγλ. isometric]
21613ισόμετρος, η, ο [ἰσόμετρος] ι-σό-με-τρος επίθ. 1. που συντελείται στον ίδιο βαθμό με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: ανάπτυξη. Πβ. ανάλογος, ισομερής, συμμετρικός. ΑΝΤ. ασύμμετρος (2), δυσανάλογος 2. που έχει τις ίδιες διαστάσεις με κάτι άλλο: ~ες: επιφάνειες.|| (ΜΕΤΡ.) ~ος: στίχος (: με ίδιο μέτρο και ομοιοκαταληξία). Βλ. -μετρος. ● επίρρ.: ισόμετρα [< αρχ. ἰσόμετρος]
21614ισομήκης, ης, ες [ἰσομήκης] ι-σο-μή-κης επίθ. {ουδ. ισόμηκες | ισομήκ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που έχει το ίδιο μήκος με κάτι άλλο: ~εις: ακτίνες. ~η: διαστήματα/τμήματα. [< αρχ. ἰσομήκης]
21615ισομοιρία[ἰσομοιρία] ι-σο-μοι-ρί-α ουσ. (θηλ.): συνήθ. στη ● ΦΡ.: κατ' ισομοιρία: ΝΟΜ. κατά ίσα μέρη: διανομή μετοχών ~ ~ προς τους μετόχους. Η περιουσία μοιράστηκε ~ ~ στους νόμιμους κληρονόμους. [< αρχ. ἰσομοιρία]
21616ισομοριακός, ή, ό [ἰσομοριακός] ι-σο-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αποτελείται από τον ίδιο αριθμό μορίων με κάτι άλλο: ~ή: ποσότητα/σύσταση. ~ό: μείγμα (: τα συστατικά του οποίου περιέχουν τον ίδιο αριθμό μορίων στον ίδιο όγκο διαλύματος). [< αγγλ. equimolecular, 1909, equimolar, 1946]
21617ισομορφισμός[ἰσομορφισμός] ι-σο-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ισομορφία (η) 1. ΜΑΘ. ακριβής αντιστοιχία ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα σύνολα ως προς τον αριθμό των στοιχείων τους και των σχέσεων μεταξύ τους. 2. ΧΗΜ. ομοιότητα που παρουσιάζουν διαφορετικές χημικές ουσίες ως προς την κρυσταλλική τους μορφή. Πβ. ομοιομορφισμός. Βλ. αλλοτροπία, πολυμορφισμός. 3. ΓΛΩΣΣ. σχέση ανάμεσα σε δύο γλώσσες με την ίδια δομή ή ανάμεσα σε δύο σημασιολογικά συστήματα που μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. 4. ΒΙΟΛ. ομοιότητα στη μορφή ή/και τη δομή μεταξύ οργανισμών με διαφορετικούς γονότυπους. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. isomorphisme, αγγλ. isomorphism]
21618ισόμορφος, η, ο [ἰσόμορφος] ι-σό-μορ-φος επίθ. 1. ΜΑΘ. (για σύνολο) που παρουσιάζει αναλογία στη μορφή και στις σχέσεις μεταξύ των στοιχείων του με άλλο. Βλ. ομοιόμορφος, -μορφος. 2. ΧΗΜ. (για χημική ένωση) που έχει τον ίδιο τύπο κρυσταλλικής δομής με άλλη διαφορετικής χημικής σύστασης. 3. ΓΛΩΣΣ. (για γλωσσικό σύστημα) που έχει όμοια μορφολογική δομή με άλλο. 4. ΒΙΟΛ. (για οργανισμό) που εμφανίζει ομοιότητες στη μορφή με άλλον διαφορετικού γονότυπου. ● επίρρ.: ισόμορφα [< μεσν. ισόμορφος, γαλλ. isomorphe, αγγλ. isomorphous, isomorphic]
21619ίσον[ἴσον] ί-σον επίρρ.: για να δηλωθεί ισοδυναμία: ένα κι ένα ~ (= κάνουν) δύο.|| Γνώση ~ (= ισούται με, σημαίνει) δύναμη. ● Ουσ.: ίσον (το): μαθηματικό σύμβολο (=) που δηλώνει σχέση ισότητας. [< αρχ. ἴσον, γαλλ. égal]
21620ισονομία[ἰσονομία] ι-σο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. ισότητα των πολιτών απέναντι στον νόμο, αναγνώριση ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων: διασφάλιση/παραβίαση/τήρηση της ~ας. Η ~ και η αξιοκρατία αποτελούν βασικές αρχές της δηµοκρατίας. Πβ. ισοτιμία. Βλ. ισηγορία, -νομία. ΣΥΝ. ισοπολιτεία [< αρχ. ἰσονομία,γαλλ. isonomie, αγγλ. isonomy]
21621ισόνομος, η, ο [ἰσόνομος] ι-σό-νο-μος επίθ. 1. (για πρόσ.) που έχει, απέναντι στον νόμο, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τα υπόλοιπα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας: ~οι: πολίτες. 2. που χαρακτηρίζεται από ισότητα, που γίνεται με τον ίδιο τρόπο για όλους: ~η: αντιμετώπιση/μεταχείριση. ~η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πβ. ισότιμος. ● επίρρ.: ισόνομα [< αρχ. ἰσόνομος]
21622ισοπαλία[ἰσοπαλία] ι-σο-πα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αποτέλεσμα αναμέτρησης χωρίς ανάδειξη νικητή, με ίδιο σκορ για κάθε αντίπαλο: ο βαθμός της ~ας. Απέσπασε/έφερε/παραχώρησε/πήρε/σημείωσε ~. Οι δύο ομάδες ήρθαν ~. Το παιχνίδι καταλήγει σε/λήγει με ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκή ισοπαλία & ισοπαλία χωρίς τέρματα: (στο ποδόσφαιρο) αποτέλεσμα χωρίς γκολ (0-0). [< μτγν. ἰσοπαλία]
21623ισόπαλος, η, ο [ἰσόπαλος] ι-σό-πα-λος επίθ.: ΑΘΛ. (για αγώνα) που καταλήγει σε ισοπαλία ή (για πρόσ.) που έχει την ίδια επίδοση ή ισοβαθμεί με τον αντίπαλό του: ~ο: αποτέλεσμα/παιχνίδι/σκορ. Το ματς έληξε ~ο (= χωρίς νικητή). Οι δύο ομάδες αναδείχθηκαν/ήρθαν ~ες (= χωρίς τέρματα). Βγήκαν ~οι.|| (κατ' επέκτ.) Οι δύο υποψήφιοι εμφανίζονται ~οι στις τελευταίες δημοσκοπήσεις (πβ. ισάξιος, ισοδύναμος). [< αρχ. ἰσοπαλής & ἰσόπαλος ‘ίσος στην πάλη, ισοδύναμος’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.