Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2220-2240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1237αθότυρος(ο) βλ. ανθότυρο
1238άθραυστος, η, ο [ἄθραυστος] ά-θραυ-στος επίθ. 1. που δεν μπορεί να σπάσει ή δεν σπάει εύκολα: ~ος: καθρέφτης. ~η: οθόνη. ~ο: κρύσταλλο/τζάμι/υλικό. Εμπόρευμα σε ~η συσκευασία. Πβ. ανθεκτικός, γερός. ΑΝΤ. εύθραυστος (1) 2. (σπανιότ.-μτφ.) που δεν καταβάλλεται ή δεν νικιέται εύκολα: ~η: αγάπη. [< 1: αρχ. ἄθραυστος]
1239αθρεψία[ἀθρεψία] α-θρε-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλημμελής θρέψη βρέφους, κυρ. λόγω χρόνιας διάρροιας, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της ανάπτυξής του· γενικότ. ανεπαρκής διατροφή: ραχιτισμός λόγω ~ας. Βλ. δυστροφία, υποθρεψία. [< μεσν. αθρεψία, γαλλ. athrepsie, αγγλ. athrepsia]
1240αθρησκία[ἀθρησκία] α-θρη-σκί-α ουσ. (θηλ.) & (καταχρ.) αθρησκεία: απουσία πίστης σε κάποια θρησκεία, έλλειψη θρησκευτικού πνεύματος: δήλωση/πνεύμα/πολιτική ~ας. Πβ. αθεΐα. ΑΝΤ. θρησκευτικότητα [< γαλλ. irréligion]
1241άθρησκος, η, ο [ἄθρησκος] ά-θρη-σκος επίθ./ουσ.: που δεν πιστεύει σε κάποια θρησκεία ή δεν ακολουθεί τους κανόνες της: ~ος: λαός. Δήλωσε ~, αλλά όχι άθεος. Βλ. ουδετερόθρησκος. ΑΝΤ. θρησκευόμενος, θρήσκος [< γαλλ. irréligieux]
1242αθροίζω[ἀθροίζω] α-θροί-ζω ρ. (μτβ.) {άθροι-σα, -σει, -στηκε, -στεί, αθροίζ-οντας, -όμενος, αθροι-σμένος}: προσθέτω και βρίσκω το άθροισμα· γενικότ. συγκεντρώνω σε ένα σύνολο: ~ τους βαθμούς/τα ποσά. ~οντας τα επιμέρους έσοδα, βγαίνει η συνολική είσπραξη. ~εται το σύνολο των αμοιβών. Πβ. σουμάρω.|| Στην τελευταία έκδοση ~ονται όλα τα ποιήματά του. Πβ. συν~. [< αρχ. ἀθροίζω, αγγλ. sum (up)]
1243άθροιση[ἄθροιση] ά-θροι-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -οίσεως | -οίσεις, -οίσεων}: πρόσθεση και εύρεση του αθροίσματος ενός συνόλου αριθμών· γενικότ. συγκέντρωση, ενοποίηση σε ένα σύνολο: αυτόματη/συνολική ~. ~ αμοιβών/γινομένων/εσόδων/κλασμάτων/(των επιμέρους) ποσών/συνόλων/τιμών. Αποτέλεσμα/προϊόν/σύμβολο/(ΠΛΗΡΟΦ.) συνάρτηση/τύπος (της) ~ης. ~ της αξίας των οικοπέδων. (ΜΑΘ.) Αριθμητικά λάθη στις ~οίσεις. Πβ. σούμα.|| ~ δραστηριοτήτων. Συμπαγείς ~οίσεις κυττάρων. Πβ. συν~. [< αρχ. ἄθροισις, αγγλ. summation]
1244άθροισμα[ἄθροισμα] ά-θροι-σμα ουσ. (ουδ.) {αθροίσμ-ατος | -ατα, -άτων}: το αποτέλεσμα του αθροίζω, το εξαγόμενο από την πρόσθεση· γενικότ. το αποτέλεσμα ενοποίησης: (ΜΑΘ.) αλγεβρικό/αριθμητικό/γενικό/γεωμετρικό/μερικό/συνολικό ~. ~ αριθμών/διανυσμάτων/μεγεθών. Τιμή/υπολογισμός ~ατος. ~ατα μεταβλητών/στηλών. Ακολουθία/αλγόριθμος/γινόμενο/εύρεση ~άτων. Βρίσκω/δίνω/υπολογίζω το ~.|| (ΟΙΚΟΝ.) Παίγνια (μη) μηδενικού ~ατος.|| (ΦΙΛΟΣ.) Λογικό ~.|| (μτφ.) ~ ετερόκλιτων στοιχείων (βλ. άθροιση). Το ~ (= η συνισταμένη) διαφορετικών απόψεων. [< αρχ. ἄθροισμα, αγγλ. sum]
1245αθροιστικός, ή, ό [ἀθροιστικός] α-θροι-στι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την άθροιση: ~ή: (ΜΕΤΕΩΡ.) θερμοκρασία/μηχανή (: που εκτελεί αθροιστικές πράξεις)/(ΣΤΑΤΙΣΤ.) συνάρτηση κατανομής. ~ό: λάθος/ποσό/σφάλμα/υπόλοιπο. ~ά: αποτελέσματα/διαγράμματα (= συγκεντρωτικά). ● επίρρ.: αθροιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἀθροιστικός, αγγλ. adding]
1246αθρόος, α, ο [ἀθρόος] α-θρό-ος επίθ. (επίσ.): που εμφανίζεται ή γίνεται σε μεγάλη ποσότητα ή μεγάλο αριθμό: ~α: προσέλευση/συμμετοχή/υποβολή αιτήσεων. ~οι: διορισμοί. ~ες: απολύσεις/εγγραφές/εισαγωγές (προϊόντων)/προσλήψεις (= μαζ-, ομαδ-ικές). Η αστυνομία προέβη σε ~ες προσαγωγές υπόπτων. ~α: τηλεφωνήματα (διαμαρτυρίας) (= πολυάριθμα). ● επίρρ.: αθρόα & (λόγ.) αθρόως [< αρχ. ἀθρόος]
1247αθρωπάκιβλ. ανθρωπάκι
1248αθρωπιάβλ. ανθρωπιά
1249άθρωποςβλ. άνθρωπος
1250αθυμία[ἀθυμία] α-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) απουσία καλής ψυχικής διάθεσης, ακεφιά, κακοκεφιά: Τους κατέλαβε/κυρίευσε γενική ~ (ΑΝΤ. ευδιαθεσία, ευθυμία). Έπεσε σε ~. ΣΥΝ. δυσθυμία (1) 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. παθολογική απουσία συναισθημάτων. [< 1: αρχ. ἀθυμία 2: γαλλ. athymie, αγγλ. athymy]
1251άθυρμα[ἄθυρμα] ά-θυρ-μα ουσ. (ουδ.) {αθύρμ-ατος | -ατα, -άτων} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο χωρίς προσωπική βούληση, υποχείριο: ~ του πάθους. Έγινε/είναι ~ (= παίγνιο, πιόνι) στα χέρια τους. Άγονται και φέρονται σαν ~ατα. 2. παιχνίδι: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ζωομορφικό ~. Παιδικά (πυροτεχνικά) ~ατα. ~ατα και βεγγαλικά. Η χρήση των ~άτων στην εκπαίδευση.|| (μτφ.) ~ της μοίρας. Πβ. έρμαιο. [< 2: αρχ. ἄθυρμα, γαλλ. jouet]
1252αθυροστομία[ἀθυροστομία] α-θυ-ρο-στο-μί-α ουσ. (θηλ.): χρήση απρεπών, υβριστικών, χυδαίων εκφράσεων και (συνεκδ. στον πληθ.) βρισιές, βωμολοχίες: Είναι γνωστός για την ~ του (ΣΥΝ. αισχρολογία). Σοκαριστικές/τολμηρές ~ες. ΣΥΝ. ελευθεροστομία (1) [< μτγν. ἀθυροστομία]
1253αθυρόστομος, η, ο [ἀθυρόστομος] α-θυ-ρό-στο-μος επίθ.: που εκφράζεται χωρίς ευπρέπεια, άσεμνα, που χρησιμοποιεί ή περιέχει βωμολοχίες: ~ος: συγγραφέας. Βλάσφημοι και ~οι. Πβ. βωμολόχος, χυδαιολόγος.|| ~η: εκπομπή/κωμωδία. ~ο: ανέκδοτο. ~α: αποκριάτικα τραγούδια. ~ες και χυδαίες εκφράσεις. ΣΥΝ. βρομόστομος, ελευθερόστομος (1) ● επίρρ.: αθυρόστομα [< αρχ. ἀθυρόστομος]
1254αθωνικός, ή, ό [ἀθωνικός] α-θω-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον Άθω και ειδικότ. με τη μοναστική του πολιτεία: ~ή: τέχνη/χερσόνησος. ~ά: μνημεία. ΣΥΝ. αγιορείτικος
1255Αθωνίτης[Ἀθωνίτης] Α-θω-νί-της επίθ./ουσ.: Αγιορείτης.
1256αθώος, α, ο [ἀθῷος] α-θώ-ος επίθ. 1. ΝΟΜ. που δεν έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα, δεν είναι ένοχος: Ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε/κρίθηκε (κατά πλειοψηφία) ~. Το δικαστήριο τον κήρυξε (ομόφωνα/παμψηφεί/πανηγυρικά) ~ο (: τον αθώωσε). Είμαι εντελώς/πραγματικά ~, δεν έχω να κρύψω τίποτα! ~ ή ένοχος; ~ ο κατηγορούμενος ελλείψει στοιχείων/λόγω αμφιβολιών. ~ μέχρι αποδείξεως του εναντίου. (Ο ύποπτος) δηλώνει/ισχυρίζεται/ορκίζεται (στο Ευαγγέλιο)/υποστηρίζει (ενώπιον του δικαστηρίου) ότι είναι ~ (: δεν φέρει ευθύνη) για το έγκλημα που του καταλογίζουν.|| (ως ουσ.) Κατηγόρησαν/συνέλαβαν έναν ~ο. Ενοχοποίηση/καταδίκη ~ων. 2. (για πρόσ.) που δεν φέρει ευθύνη για την ύπαρξη μιας δυσάρεστης κατάστασης, τις συνέπειες της οποίας συνήθ. υφίσταται: ~ος: άμαχος πληθυσμός. ~ο: βρέφος/ζώο/πλάσμα. ~οι: όμηροι/πολίτες. ~α: γυναικόπαιδα. ~α θύματα (του πολέμου).|| (ως ουσ.) Διώξεις/δολοφονίες/εκατόμβη/εξολόθρευση/σφαγή ~ων. Αγριότητες/βία/εγκλήματα σε βάρος/κατά ~ων. Είναι ο ~ της ιστορίας. 3. που δεν είναι επιλήψιμος, που χαρακτηρίζεται από αγνές προθέσεις ή αφέλεια, λόγω έλλειψης κοινωνικής πείρας, ερωτικών εμπειριών: ~ος: έρωτας (= πλατωνικός). ~α: ερώτηση/κοπέλα/σκέψη (= άδολη)/συμπεριφορά (βλ. ανεπίληπτη)/ύπαρξη/φάρσα/ψυχή. ~ο: αίσθημα/αστείο/βλέμμα/παιδί (= άκακο)/πρόσωπο/σχόλιο/ύφος (πβ. αγγελικό, απονήρευτο)/φιλί (: μη ερωτικό)/χαμόγελο/ψέμα. ~οι: επενδυτές (: που αγνοούν τους επενδυτικούς κινδύνους). ~α: κίνητρα/πειράγματα. ~ και άβγαλτος/ανυποψίαστος/απονήρευτος. Έχει ~α καρδιά. (ειρων.) Πρέπει κάποιος να είναι πολύ ~ (= αγαθός, αφελής, ΑΝΤ. πονηρός), για να πιστεύει κάτι τέτοιο. Δεν είναι τόσο ~οι όσο μοιάζουν/φαίνονται. Δεν είναι ~ ο ρόλος του σε αυτή την υπόθεση. Οι προθέσεις του κάθε άλλο παρά ~ες (: ανυστερόβουλες) είναι. ΑΝΤ. ένοχος (2) 4. που δεν είναι επικίνδυνος, δεν προκαλεί σωματική ή ηθική βλάβη: ~α: αιμορραγία/ασθένεια/συνήθεια. ~ο: φάρμακο. ~α: συμπτώματα. Το παιχνίδι φαίνεται ~ο (: ακίνδυνο), αλλά δεν είναι. Ακτινοβολίες ~ες (= αβλαβείς) για το δέρμα. ΑΝΤ. ένοχος (3) ● επίρρ.: αθώα ● ΣΥΜΠΛ.: αθώα/λευκή περιστερά βλ. περιστερά [< 1,2: αρχ. ἀθῷος 3,4: γαλλ. innocent]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.