Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22380-22400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21624ισοπαχής, ής, ές [ἰσοπαχής] ι-σο-πα-χής επίθ. (λόγ.) & ισόπαχος, η, ο: που έχει ίσο πάχος σε όλα τα σημεία της επιφάνειάς του ή που έχει το ίδιο πάχος με κάτι άλλο: ~ής: ράβδος. ~είς: λωρίδες.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ή: γράμματα.|| (ΓΕΩΛ.-ΜΕΤΕΩΡ.) ~είς: καμπύλες. ΑΝΤ. ανισόπαχος [< αρχ. ἰσοπαχής]
21625ισόπεδος, η, ο [ἰσόπεδος] ι-σό-πε-δος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με κάτι άλλο: ~η: διασταύρωση. Βλ. ομαλός. ΑΝΤ. ανισόπεδος ● επίρρ.: ισόπεδα ● ΣΥΜΠΛ.: ισόπεδη διάβαση βλ. διάβαση, ισόπεδος κόμβος βλ. κόμβος [< αρχ. ἰσόπεδος]
21626ισοπεδώνω[ἰσοπεδώνω] ι-σο-πε-δώ-νω ρ. (μτβ.) {ισοπέδω-σα, -θηκε, -μένος, ισοπεδών-οντας} 1. γκρεμίζω, κατεδαφίζω: Ο σεισμός ~σε τα πάντα. Οι μπουλντόζες ~σαν το κτίριο. Συγκρότημα ~θηκε από έκρηξη φυσικού αερίου. 2. (μτφ.) υποβαθμίζω την αξία προσώπου ή πράγματος, καταστρέφω: Μην τα ~εις όλα. Πβ. απαξιώνω, εκμηδενίζω.|| Τραγική εμπειρία που με ~σε (= πλήγωσε, τσάκισε). 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εξαλείφω, καταργώ: ~ουν τις διαφορές/τις ιδιαιτερότητες. Πβ. εξισώνω. 4. (σπάν.) κάνω μια επιφάνεια επίπεδη, ισιώνω: Πριν φυτευτούν τα δέντρα, το έδαφος ~θηκε. Πβ. στρώνω.
21627ισοπέδωση[ἰσοπέδωση] ι-σο-πέ-δω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ισοπεδώνω: ~ του κτιρίου (πβ. γκρέμισμα, κατεδάφιση). Ολοκληρωτική ~ της περιοχής από τους βομβαρδισμούς.|| (μτφ.) ~ των αξιών/των δικαιωμάτων/των (πολιτισμικών) ιδιαιτεροτήτων (πβ. εξάλειψη, κατάργηση)/των πτυχίων/των σπουδών. Πλήρης ~ των πάντων. Πβ. απαξίωση, εκμηδένιση.|| (σπάν.) Επιστρώσεις και ~ώσεις δρόμων.
21628ισοπεδωτής[ἰσοπεδωτής] ι-σο-πε-δω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γκρέιντερ: ~ γαιών. Βλ. οδοστρωτήρας. [< γαλλ. niveleuse, 1948]
21629ισοπεδωτικός, ή, ό [ἰσοπεδωτικός] ι-σο-πε-δω-τι-κός επίθ.: (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που τείνει να μειώσει, να εξαλείψει τις διαφορές συνήθ. ανάμεσα σε αξίες, θεσμούς: ~ός: κυνισμός. ~ή: αντιμετώπιση/πολιτική. ~ό: σύστημα. ~ές: αντιλήψεις/απόψεις. Πβ. απαξιωτ-, εκμηδενιστ-, εξισωτ-, καταστροφ-ικός. ● επίρρ.: ισοπεδωτικά
21630ισόπλευρος, η, ο βλ. ισο-, -πλευρος
21631ισοπολιτεία[ἰσοπολιτεία] ι-σο-πο-λι-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. ισονομία. [< αρχ. ἰσοπολιτεία]
21632ισόποσος, η, ο [ἰσόποσος] ι-σό-πο-σος επίθ.: που έχει την ίδια ποσότητα με κάτι άλλο: ~η: αύξηση/δόση (δανείου)/μείωση.|| (ως ουσ.) Το ~ο της συνδρομής κατατίθεται στην τράπεζα. ● επίρρ.: ισόποσα [< μεσν. ισόποσος]
21633ισορροπημένος, η, ο [ἰσορροπημένος] ι-σορ-ρο-πη-μέ-νος επίθ. ΑΝΤ. ανισόρροπος 1. που χαρακτηρίζεται από πνευματική και ψυχική σταθερότητα: (για πρόσ.) ~ο: άτομο. Πβ. λογικός, μετρημένος.|| ~η: κατάσταση/συμπεριφορά. 2. που έχει αρμονία, συμμετρία: ~η: ανάπτυξη/σχέση (πβ. ομαλός).|| ~η: δίαιτα/διατροφή (: που περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία). ~ο: γεύμα. Πβ. εξ~. ΣΥΝ. ισόρροπος (1) ● επίρρ.: ισορροπημένα ● βλ. ισορροπώ [< γαλλ. équilibré]
21634ισορρόπηση[ἰσορρόπηση] ι-σορ-ρό-πη-ση ουσ. (θηλ.): επίτευξη ή διατήρηση ισορροπίας: ~ της κατάστασης (πβ. σταθεροποίηση). ~ εσόδων και δαπανών (πβ. ισο-σκέλιση, -στάθμιση, -φάριση). ~ ανάμεσα στις απαιτήσεις της εργασίας και της οικογένειας. Η ~ του σακχάρου του αίματος. Πβ. εξ~.|| ~ στο ένα πόδι. [< μτγν. ἰσορρόπησις, γαλλ. équilibration]
21635ισορροπία[ἰσορροπία] ι-σορ-ρο-πί-α ουσ. (θηλ.) {ισορροπι-ών} 1. κατάσταση σταθερότητας, εξουδετέρωσης αντίθετων μεταξύ τους δυνάμεων ή παραγόντων· γενικότ. ηρεμία: απόλυτη/εύθραυστη/κοινωνική/οριακή ~. Διατάραξη/επίτευξη ~ας. Εσωκομματικές ~ες. Παιχνίδι/πολιτική ~ών. Αποκατέστησε την ~. Πβ. ευρυθμία, κανονικ-, ομαλ-ότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της αγοράς. ~ ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση. Ποσότητα/τιμή ~ας.|| (ΟΙΚΟΛ.) Οικολογική/φυσική ~ ανάμεσα στους πληθυσμούς μιας βιοκοινότητας.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ γραμμών/όγκων (πβ. αρμονία, συμμετρία).|| Η πνευματική/συναισθηματική/σωματική/ψυχική ~ του ανθρώπου (πβ. υγεία). Βρίσκεται εκτός ~ας. ΑΝΤ. ανισορροπία 2. όρθια και σταθερή στάση του σώματος: ~ ακροβάτη. ~ στο ένα πόδι. Αίσθηση ~ας. Διατηρώ/χάνω την ~ μου (βλ. πέφτω). Απώλεια/ασκήσεις/δοκός ~ας. Πβ. ευστάθεια. 3. ΦΥΣ. διατήρηση της κινητικής κατάστασης ή της ακινησίας σώματος ως προς ένα σημείο αναφοράς: ασταθής/δυναμική/σταθερή/στατική ~. ~ συστήματος. Θέση/συνθήκη ~ας. Σε κατάσταση ~ας. 4. ΧΗΜ. απουσία μεταβολών στη σύνθεση ουσίας: ιοντική/χημική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ισορροπία (του) τρόμου 1. ΠΟΛΙΤ. ειρήνη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα κράτη υπό την απειλή των πυρηνικών όπλων: επισφαλής/παγκόσμια ~ ~. Επικράτηση/καθεστώς ~ας ~. Βλ. ψυχρός πόλεμος. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση που φαινομενικά ισορροπεί υπό τον φόβο επικείμενου κινδύνου: ~ ~ στο Χρηματιστήριο. [< αγγλ. balance of terror, 1955] , ισορροπία (των) δυνάμεων: ΠΟΛΙΤ. κάθε κατάσταση κατά την οποία αποτρέπεται η επικράτηση μιας δύναμης εις βάρος μιας άλλης: διεθνής/πολιτική/στρατιωτική ~ ~., λεπτή ισορροπία: που είναι αρκετά εύκολο να υποστεί μεταβολή: ~ ~ ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα/στην ελεύθερη πληροφόρηση και την προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας., αδιάφορη ισορροπία βλ. αδιάφορος, θερμική ισορροπία βλ. θερμικός, θερμοδυναμική ισορροπία βλ. θερμοδυναμικός, οξεοβασική ισορροπία βλ. οξεοβασικός, υδρολογικό ισοζύγιο βλ. ισοζύγιο ● ΦΡ.: κρατώ/τηρώ τις ισορροπίες: αντιμετωπίζω μια κατάσταση έτσι, ώστε να μη διαταράσσονται οι σχέσεις μεταξύ των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτή: Προσπαθεί να ~ήσει ~, για να μη διαλυθεί η ομάδα., σε ισορροπία με: σε συμφωνία με: τεχνολογική ανάπτυξη ~ ~ το περιβάλλον. ΣΥΝ. σε αρμονία με ..., σουτ εκτός ισορροπίας βλ. σουτ1 [< 1: αρχ. ἰσορροπία, γαλλ. équilibre, αγγλ. equilibrium, γαλλ.-αγγλ. balance]
21636ισορροπιστής[ἰσορροπιστής] ι-σορ-ρο-πι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ισορροπίστρια} 1. ακροβάτης: ~ σε τσίρκο. Πβ. σχοινοβάτης. 2. (μτφ.) διαμεσολαβητής, μεσάζων: ~ ανάμεσα σε αντίπαλα κοινωνικά συμφέροντα. Πβ. γεφυροποιός, συμφιλιωτής. Βλ. διαιτητής. 3. ΤΕΧΝΟΛ. διάταξη που διατηρεί την ισορροπία συστήματος: ~ ενέργειας/πίεσης. [< 1,2: γαλλ. équilibriste 3: αγγλ. balancer]
21637ισορροπιστικός, ή, ό [ἰσορροπιστικός] ι-σορ-ρο-πι-στι-κός επίθ.: που επιφέρει ισορροπία: ~ός: παράγοντας/ρόλος (πβ. αντισταθμιστικός). ~ές: κινήσεις.|| ~ή: ικανότητα (αθλητών). ΣΥΝ. εξισορροπητικός ● επίρρ.: ισορροπιστικά [< γαλλ. équilibrant]
21638ισόρροπος, η, ο [ἰσόρροπος] ι-σόρ-ρο-πος επίθ. 1. αρμονικός, χωρίς ακρότητες: ~ος: συνδυασμός (επαγγελματικού και ιδιωτικού βίου). ~η: ανάπτυξη/κατανομή ευθυνών/συμμετοχή ανδρών και γυναικών στη λήψη πολιτικών αποφάσεων (: ίσα δικαιώματα συμμετοχής). Πβ. ισοζυγισμένος, σύμμετρος. ΣΥΝ. ισορροπημένος (2) ΑΝΤ. ανισόρροπος (2) 2. ΦΥΣ. που έχει ίση ροπή με κάτι άλλο: ~ες: δυνάμεις. Πβ. ισοδύναμος. ● επίρρ.: ισόρροπα [< αρχ. ἰσόρροπος]
21639ισορροπώ[ἰσορροπῶ] ι-σορ-ρο-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ισορροπ-είς ..., -ώντας | ισορρόπ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. (μτφ.) εξισορροπώ: Η πολιτική του έχει ως στόχο να ~ήσει το έλλειμμα (πβ. ισοσκελίζω). Η ομάδα πολύ γρήγορα ~ησε το παιχνίδι και στην πρώτη ευκαιρία ισοφάρισε. Το συναίσθημα ~είται από τη λογική. Πβ. αντισταθμ-, ισοζυγ-, ισοσταθμ-ίζω, σταθεροποιώ. 2. βρίσκομαι σε κατάσταση ισορροπίας: ~ στη δοκό/στο ποδήλατο. (ΦΥΣ.) Η ζυγαριά/ένα σώμα ~εί.|| (μτφ.) Η ταινία ~εί ανάμεσα στη σάτιρα και το δράμα (πβ. ακροβατώ, αμφιταλαντεύομαι, ζυγιάζομαι). Τα πράγματα έχουν ~ήσει. ● βλ. ισορροπημένος [< αρχ. ἰσορροπῶ, γαλλ. équilibrer]
21640ίσος, η, ο [ἴσος] ί-σος επίθ. 1. που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά στοιχεία με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: έκταση. ~ο: βάρος. ~οι: όγκοι. ~ες: διαστάσεις/ποσότητες. ~α: μερίδια. ~ σε αριθμό (= ισάριθμος)/μέγεθος (= ισομεγέθης)/μήκος (= ισομήκης)/ύψος (= ισοϋψής). Διαιρώ/κόβω/χωρίζω κάτι σε ~α μέρη. Είναι ~οι στο ανάστημα/στη δύναμη/στην ταχύτητα.|| (ΓΕΩΜ.) ~ες: γωνίες. ~α: κλάσματα/τρίγωνα. Το τετράγωνο έχει και τις τέσσερις πλευρές του ~ες μεταξύ τους.|| Ένα κιλό είναι ~ο με χίλια γραμμάρια (= ισούται).|| (ίδιος για όλους) ~η: μεταχείριση. ~η αμοιβή για ~η εργασία. ~ες ευκαιρίες. Αγωνίζομαι για/διεκδικώ ~α δικαιώματα. Πβ. ισοδύναμος, ισότιμος, όμοιος. ΑΝΤ. άνισος. 2. (ειδικότ. για πρόσ.) που έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με κάποιον άλλον: Όλοι οι πολίτες είμαστε ~οι απέναντι στον νόμο (πβ. ισόνομος). Τον θεωρώ ~ο μου και τον σέβομαι (πβ. ισάξιος). 3. (προφ.) ίσιος, ευθύς, ομαλός: ~ος: δρόμος. Το έδαφος δεν είναι ~ο. Πβ. επίπεδος. ● ΦΡ.: επί ίσοις όροις (λόγ.) & με ίσους όρους: ισότιμα, χωρίς διακρίσεις: αντιμετώπιση/μεταχείριση/συμμετοχή ~ ~. Διαγωνίζονται/συνδιαλέγονται ~ ~. Αντικειμενική και ~ ~ ενημέρωση., ίσα βάρκα, ίσα νερά (παροιμ.): χωρίς οικονομικές απώλειες αλλά και χωρίς κέρδη: Ο απολογισμός του ταμείου είναι ~ ~. Πβ. (μου) έρχεται μία η άλλη., πρώτος μεταξύ ίσων: πρόσωπο που είναι επικεφαλής ομάδας ατόμων, τα οποία έχουν τα ίδια δικαιώματα ή την ίδια εξουσία με αυτόν. [< λατ. primus inter pares] , σαν/ως ίσος προς ίσο(ν): με ισότητα, χωρίς να μειονεκτεί ο ένας έναντι του άλλου: Μιλάω (με/σε κάποιον) ~ ~. ΣΥΝ. ισότιμα, στα ίσ(ι)α (προφ.) 1. σε ίση ποσότητα, σε ίσα μέρη: Μοιράζω ~ ~. 2. ευθέως, χωρίς περιστροφές: Του μίλησα ~ ~. Πες μου ~ ~ τι θέλεις! Αντιμετωπίζω κάποιον ~ ~. Πβ. καταπρόσωπο, κατά-μουτρα, -φατσα.|| (αργκό) Την πέφτω (σε κάποιον) ~ ~ (= κάνω καμάκι). 3. σαν ίσος προς ίσο: Τον κόντραρε/πάλεψε ~ ~. Παίζει ~ ~ τον αντίπαλο του. 4. για δήλωση ισοπαλίας: Δύο λεπτά πριν από το τέλος ο αγώνας ήρθε ~ ~. Η ομάδα ξανάφερε το παιχνίδι ~ ~. 5. σε ευθεία γραμμή: Γλίτωσε το ατύχημα, γιατί ξανάφερε το αυτοκίνητο/τιμόνι ~ ~ (= το ίσιωσε). Ο πίνακας/τοίχος δεν είναι ~ ~ του (= είναι στραβός)., (κρατώ/τηρώ) ίσες αποστάσεις βλ. απόσταση, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα βλ. δάχτυλο, σε ανώτερη/ίδια/ίση/καλύτερη/κατώτερη/χειρότερη μοίρα (με κάποιον/κάτι) βλ. μοίρα ● βλ. ίσα1, ίσο [< αρχ. ἴσος]
21641ισόσειστος, η, ο [ἰσόσειστος] ι-σό-σει-στος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ισόσειστες καμπύλες: ΓΕΩΦ. γραμμές σε γεωφυσικούς χάρτες οι οποίες συνδέουν σημεία, όπου η ένταση ενός σεισμού είναι η ίδια. [< γαλλ. isosiste, 1931]
21642ισοσκελής, ής, ές [ἰσοσκελής] ι-σο-σκε-λής επίθ.: ΓΕΩΜ. που έχει ίσα μεταξύ τους σκέλη: ~ής: σταυρός. ~ές: τραπέζιο (: που έχει τις μη παράλληλες πλευρές του ίσες)/τρίγωνο (: που έχει δύο πλευρές ίσες μεταξύ τους). Βλ. ισογώνιος, -σκελής. ΑΝΤ. ανισοσκελής [< αρχ. ἰσοσκελής]
21643ισοσκελίζω[ἰσοσκελίζω] ι-σο-σκε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ισοσκέλι-σε, -στηκε, -στεί, -σμένος, ισοσκελίζ-οντας}: ΟΙΚΟΝ. εξισορροπώ τα έσοδα με τα έξοδα: ~σαν τις απώλειες/το έλλειμμα/το ενεργητικό με το παθητικό/το ισοζύγιο πληρωμών. ~σμένη: οικονομική διαχείριση (: χωρίς οφειλόμενο υπόλοιπο). Πβ. ισοζυγίζω, ισοσταθμίζω. ● ΣΥΜΠΛ.: ισοσκελισμένος προϋπολογισμός: αυτός στον οποίο το σύνολο των προβλεπόμενων εσόδων είναι ίσο με το σύνολο των προβλεπόμενων δαπανών. [< αγγλ. balanced budget] [< μτγν. ἰσοσκελίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.