Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22380-22400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21616ισομοριακός, ή, ό [ἰσομοριακός] ι-σο-μο-ρι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που αποτελείται από τον ίδιο αριθμό μορίων με κάτι άλλο: ~ή: ποσότητα/σύσταση. ~ό: μείγμα (: τα συστατικά του οποίου περιέχουν τον ίδιο αριθμό μορίων στον ίδιο όγκο διαλύματος). [< αγγλ. equimolecular, 1909, equimolar, 1946]
21617ισομορφισμός[ἰσομορφισμός] ι-σο-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) ισομορφία (η) 1. ΜΑΘ. ακριβής αντιστοιχία ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα σύνολα ως προς τον αριθμό των στοιχείων τους και των σχέσεων μεταξύ τους. 2. ΧΗΜ. ομοιότητα που παρουσιάζουν διαφορετικές χημικές ουσίες ως προς την κρυσταλλική τους μορφή. Πβ. ομοιομορφισμός. Βλ. αλλοτροπία, πολυμορφισμός. 3. ΓΛΩΣΣ. σχέση ανάμεσα σε δύο γλώσσες με την ίδια δομή ή ανάμεσα σε δύο σημασιολογικά συστήματα που μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. 4. ΒΙΟΛ. ομοιότητα στη μορφή ή/και τη δομή μεταξύ οργανισμών με διαφορετικούς γονότυπους. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. isomorphisme, αγγλ. isomorphism]
21618ισόμορφος, η, ο [ἰσόμορφος] ι-σό-μορ-φος επίθ. 1. ΜΑΘ. (για σύνολο) που παρουσιάζει αναλογία στη μορφή και στις σχέσεις μεταξύ των στοιχείων του με άλλο. Βλ. ομοιόμορφος, -μορφος. 2. ΧΗΜ. (για χημική ένωση) που έχει τον ίδιο τύπο κρυσταλλικής δομής με άλλη διαφορετικής χημικής σύστασης. 3. ΓΛΩΣΣ. (για γλωσσικό σύστημα) που έχει όμοια μορφολογική δομή με άλλο. 4. ΒΙΟΛ. (για οργανισμό) που εμφανίζει ομοιότητες στη μορφή με άλλον διαφορετικού γονότυπου. ● επίρρ.: ισόμορφα [< μεσν. ισόμορφος, γαλλ. isomorphe, αγγλ. isomorphous, isomorphic]
21619ίσον[ἴσον] ί-σον επίρρ.: για να δηλωθεί ισοδυναμία: ένα κι ένα ~ (= κάνουν) δύο.|| Γνώση ~ (= ισούται με, σημαίνει) δύναμη. ● Ουσ.: ίσον (το): μαθηματικό σύμβολο (=) που δηλώνει σχέση ισότητας. [< αρχ. ἴσον, γαλλ. égal]
21620ισονομία[ἰσονομία] ι-σο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. ισότητα των πολιτών απέναντι στον νόμο, αναγνώριση ίσων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων: διασφάλιση/παραβίαση/τήρηση της ~ας. Η ~ και η αξιοκρατία αποτελούν βασικές αρχές της δηµοκρατίας. Πβ. ισοτιμία. Βλ. ισηγορία, -νομία. ΣΥΝ. ισοπολιτεία [< αρχ. ἰσονομία,γαλλ. isonomie, αγγλ. isonomy]
21621ισόνομος, η, ο [ἰσόνομος] ι-σό-νο-μος επίθ. 1. (για πρόσ.) που έχει, απέναντι στον νόμο, τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τα υπόλοιπα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας: ~οι: πολίτες. 2. που χαρακτηρίζεται από ισότητα, που γίνεται με τον ίδιο τρόπο για όλους: ~η: αντιμετώπιση/μεταχείριση. ~η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πβ. ισότιμος. ● επίρρ.: ισόνομα [< αρχ. ἰσόνομος]
21622ισοπαλία[ἰσοπαλία] ι-σο-πα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αποτέλεσμα αναμέτρησης χωρίς ανάδειξη νικητή, με ίδιο σκορ για κάθε αντίπαλο: ο βαθμός της ~ας. Απέσπασε/έφερε/παραχώρησε/πήρε/σημείωσε ~. Οι δύο ομάδες ήρθαν ~. Το παιχνίδι καταλήγει σε/λήγει με ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λευκή ισοπαλία & ισοπαλία χωρίς τέρματα: (στο ποδόσφαιρο) αποτέλεσμα χωρίς γκολ (0-0). [< μτγν. ἰσοπαλία]
21623ισόπαλος, η, ο [ἰσόπαλος] ι-σό-πα-λος επίθ.: ΑΘΛ. (για αγώνα) που καταλήγει σε ισοπαλία ή (για πρόσ.) που έχει την ίδια επίδοση ή ισοβαθμεί με τον αντίπαλό του: ~ο: αποτέλεσμα/παιχνίδι/σκορ. Το ματς έληξε ~ο (= χωρίς νικητή). Οι δύο ομάδες αναδείχθηκαν/ήρθαν ~ες (= χωρίς τέρματα). Βγήκαν ~οι.|| (κατ' επέκτ.) Οι δύο υποψήφιοι εμφανίζονται ~οι στις τελευταίες δημοσκοπήσεις (πβ. ισάξιος, ισοδύναμος). [< αρχ. ἰσοπαλής & ἰσόπαλος ‘ίσος στην πάλη, ισοδύναμος’]
21624ισοπαχής, ής, ές [ἰσοπαχής] ι-σο-πα-χής επίθ. (λόγ.) & ισόπαχος, η, ο: που έχει ίσο πάχος σε όλα τα σημεία της επιφάνειάς του ή που έχει το ίδιο πάχος με κάτι άλλο: ~ής: ράβδος. ~είς: λωρίδες.|| (ΤΥΠΟΓΡ.) ~ή: γράμματα.|| (ΓΕΩΛ.-ΜΕΤΕΩΡ.) ~είς: καμπύλες. ΑΝΤ. ανισόπαχος [< αρχ. ἰσοπαχής]
21625ισόπεδος, η, ο [ἰσόπεδος] ι-σό-πε-δος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με κάτι άλλο: ~η: διασταύρωση. Βλ. ομαλός. ΑΝΤ. ανισόπεδος ● επίρρ.: ισόπεδα ● ΣΥΜΠΛ.: ισόπεδη διάβαση βλ. διάβαση, ισόπεδος κόμβος βλ. κόμβος [< αρχ. ἰσόπεδος]
21626ισοπεδώνω[ἰσοπεδώνω] ι-σο-πε-δώ-νω ρ. (μτβ.) {ισοπέδω-σα, -θηκε, -μένος, ισοπεδών-οντας} 1. γκρεμίζω, κατεδαφίζω: Ο σεισμός ~σε τα πάντα. Οι μπουλντόζες ~σαν το κτίριο. Συγκρότημα ~θηκε από έκρηξη φυσικού αερίου. 2. (μτφ.) υποβαθμίζω την αξία προσώπου ή πράγματος, καταστρέφω: Μην τα ~εις όλα. Πβ. απαξιώνω, εκμηδενίζω.|| Τραγική εμπειρία που με ~σε (= πλήγωσε, τσάκισε). 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) εξαλείφω, καταργώ: ~ουν τις διαφορές/τις ιδιαιτερότητες. Πβ. εξισώνω. 4. (σπάν.) κάνω μια επιφάνεια επίπεδη, ισιώνω: Πριν φυτευτούν τα δέντρα, το έδαφος ~θηκε. Πβ. στρώνω.
21627ισοπέδωση[ἰσοπέδωση] ι-σο-πέ-δω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ισοπεδώνω: ~ του κτιρίου (πβ. γκρέμισμα, κατεδάφιση). Ολοκληρωτική ~ της περιοχής από τους βομβαρδισμούς.|| (μτφ.) ~ των αξιών/των δικαιωμάτων/των (πολιτισμικών) ιδιαιτεροτήτων (πβ. εξάλειψη, κατάργηση)/των πτυχίων/των σπουδών. Πλήρης ~ των πάντων. Πβ. απαξίωση, εκμηδένιση.|| (σπάν.) Επιστρώσεις και ~ώσεις δρόμων.
21628ισοπεδωτής[ἰσοπεδωτής] ι-σο-πε-δω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γκρέιντερ: ~ γαιών. Βλ. οδοστρωτήρας. [< γαλλ. niveleuse, 1948]
21629ισοπεδωτικός, ή, ό [ἰσοπεδωτικός] ι-σο-πε-δω-τι-κός επίθ.: (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που τείνει να μειώσει, να εξαλείψει τις διαφορές συνήθ. ανάμεσα σε αξίες, θεσμούς: ~ός: κυνισμός. ~ή: αντιμετώπιση/πολιτική. ~ό: σύστημα. ~ές: αντιλήψεις/απόψεις. Πβ. απαξιωτ-, εκμηδενιστ-, εξισωτ-, καταστροφ-ικός. ● επίρρ.: ισοπεδωτικά
21630ισόπλευρος, η, ο βλ. ισο-, -πλευρος
21631ισοπολιτεία[ἰσοπολιτεία] ι-σο-πο-λι-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. ισονομία. [< αρχ. ἰσοπολιτεία]
21632ισόποσος, η, ο [ἰσόποσος] ι-σό-πο-σος επίθ.: που έχει την ίδια ποσότητα με κάτι άλλο: ~η: αύξηση/δόση (δανείου)/μείωση.|| (ως ουσ.) Το ~ο της συνδρομής κατατίθεται στην τράπεζα. ● επίρρ.: ισόποσα [< μεσν. ισόποσος]
21633ισορροπημένος, η, ο [ἰσορροπημένος] ι-σορ-ρο-πη-μέ-νος επίθ. ΑΝΤ. ανισόρροπος 1. που χαρακτηρίζεται από πνευματική και ψυχική σταθερότητα: (για πρόσ.) ~ο: άτομο. Πβ. λογικός, μετρημένος.|| ~η: κατάσταση/συμπεριφορά. 2. που έχει αρμονία, συμμετρία: ~η: ανάπτυξη/σχέση (πβ. ομαλός).|| ~η: δίαιτα/διατροφή (: που περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία). ~ο: γεύμα. Πβ. εξ~. ΣΥΝ. ισόρροπος (1) ● επίρρ.: ισορροπημένα ● βλ. ισορροπώ [< γαλλ. équilibré]
21634ισορρόπηση[ἰσορρόπηση] ι-σορ-ρό-πη-ση ουσ. (θηλ.): επίτευξη ή διατήρηση ισορροπίας: ~ της κατάστασης (πβ. σταθεροποίηση). ~ εσόδων και δαπανών (πβ. ισο-σκέλιση, -στάθμιση, -φάριση). ~ ανάμεσα στις απαιτήσεις της εργασίας και της οικογένειας. Η ~ του σακχάρου του αίματος. Πβ. εξ~.|| ~ στο ένα πόδι. [< μτγν. ἰσορρόπησις, γαλλ. équilibration]
21635ισορροπία[ἰσορροπία] ι-σορ-ρο-πί-α ουσ. (θηλ.) {ισορροπι-ών} 1. κατάσταση σταθερότητας, εξουδετέρωσης αντίθετων μεταξύ τους δυνάμεων ή παραγόντων· γενικότ. ηρεμία: απόλυτη/εύθραυστη/κοινωνική/οριακή ~. Διατάραξη/επίτευξη ~ας. Εσωκομματικές ~ες. Παιχνίδι/πολιτική ~ών. Αποκατέστησε την ~. Πβ. ευρυθμία, κανονικ-, ομαλ-ότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ της αγοράς. ~ ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση. Ποσότητα/τιμή ~ας.|| (ΟΙΚΟΛ.) Οικολογική/φυσική ~ ανάμεσα στους πληθυσμούς μιας βιοκοινότητας.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ γραμμών/όγκων (πβ. αρμονία, συμμετρία).|| Η πνευματική/συναισθηματική/σωματική/ψυχική ~ του ανθρώπου (πβ. υγεία). Βρίσκεται εκτός ~ας. ΑΝΤ. ανισορροπία 2. όρθια και σταθερή στάση του σώματος: ~ ακροβάτη. ~ στο ένα πόδι. Αίσθηση ~ας. Διατηρώ/χάνω την ~ μου (βλ. πέφτω). Απώλεια/ασκήσεις/δοκός ~ας. Πβ. ευστάθεια. 3. ΦΥΣ. διατήρηση της κινητικής κατάστασης ή της ακινησίας σώματος ως προς ένα σημείο αναφοράς: ασταθής/δυναμική/σταθερή/στατική ~. ~ συστήματος. Θέση/συνθήκη ~ας. Σε κατάσταση ~ας. 4. ΧΗΜ. απουσία μεταβολών στη σύνθεση ουσίας: ιοντική/χημική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ισορροπία (του) τρόμου 1. ΠΟΛΙΤ. ειρήνη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα κράτη υπό την απειλή των πυρηνικών όπλων: επισφαλής/παγκόσμια ~ ~. Επικράτηση/καθεστώς ~ας ~. Βλ. ψυχρός πόλεμος. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση που φαινομενικά ισορροπεί υπό τον φόβο επικείμενου κινδύνου: ~ ~ στο Χρηματιστήριο. [< αγγλ. balance of terror, 1955] , ισορροπία (των) δυνάμεων: ΠΟΛΙΤ. κάθε κατάσταση κατά την οποία αποτρέπεται η επικράτηση μιας δύναμης εις βάρος μιας άλλης: διεθνής/πολιτική/στρατιωτική ~ ~., λεπτή ισορροπία: που είναι αρκετά εύκολο να υποστεί μεταβολή: ~ ~ ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα/στην ελεύθερη πληροφόρηση και την προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας., αδιάφορη ισορροπία βλ. αδιάφορος, θερμική ισορροπία βλ. θερμικός, θερμοδυναμική ισορροπία βλ. θερμοδυναμικός, οξεοβασική ισορροπία βλ. οξεοβασικός, υδρολογικό ισοζύγιο βλ. ισοζύγιο ● ΦΡ.: κρατώ/τηρώ τις ισορροπίες: αντιμετωπίζω μια κατάσταση έτσι, ώστε να μη διαταράσσονται οι σχέσεις μεταξύ των ατόμων που εμπλέκονται σε αυτή: Προσπαθεί να ~ήσει ~, για να μη διαλυθεί η ομάδα., σε ισορροπία με: σε συμφωνία με: τεχνολογική ανάπτυξη ~ ~ το περιβάλλον. ΣΥΝ. σε αρμονία με ..., σουτ εκτός ισορροπίας βλ. σουτ1 [< 1: αρχ. ἰσορροπία, γαλλ. équilibre, αγγλ. equilibrium, γαλλ.-αγγλ. balance]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.