Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22400-22420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21636ισορροπιστής[ἰσορροπιστής] ι-σορ-ρο-πι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ισορροπίστρια} 1. ακροβάτης: ~ σε τσίρκο. Πβ. σχοινοβάτης. 2. (μτφ.) διαμεσολαβητής, μεσάζων: ~ ανάμεσα σε αντίπαλα κοινωνικά συμφέροντα. Πβ. γεφυροποιός, συμφιλιωτής. Βλ. διαιτητής. 3. ΤΕΧΝΟΛ. διάταξη που διατηρεί την ισορροπία συστήματος: ~ ενέργειας/πίεσης. [< 1,2: γαλλ. équilibriste 3: αγγλ. balancer]
21637ισορροπιστικός, ή, ό [ἰσορροπιστικός] ι-σορ-ρο-πι-στι-κός επίθ.: που επιφέρει ισορροπία: ~ός: παράγοντας/ρόλος (πβ. αντισταθμιστικός). ~ές: κινήσεις.|| ~ή: ικανότητα (αθλητών). ΣΥΝ. εξισορροπητικός ● επίρρ.: ισορροπιστικά [< γαλλ. équilibrant]
21638ισόρροπος, η, ο [ἰσόρροπος] ι-σόρ-ρο-πος επίθ. 1. αρμονικός, χωρίς ακρότητες: ~ος: συνδυασμός (επαγγελματικού και ιδιωτικού βίου). ~η: ανάπτυξη/κατανομή ευθυνών/συμμετοχή ανδρών και γυναικών στη λήψη πολιτικών αποφάσεων (: ίσα δικαιώματα συμμετοχής). Πβ. ισοζυγισμένος, σύμμετρος. ΣΥΝ. ισορροπημένος (2) ΑΝΤ. ανισόρροπος (2) 2. ΦΥΣ. που έχει ίση ροπή με κάτι άλλο: ~ες: δυνάμεις. Πβ. ισοδύναμος. ● επίρρ.: ισόρροπα [< αρχ. ἰσόρροπος]
21639ισορροπώ[ἰσορροπῶ] ι-σορ-ρο-πώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ισορροπ-είς ..., -ώντας | ισορρόπ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. (μτφ.) εξισορροπώ: Η πολιτική του έχει ως στόχο να ~ήσει το έλλειμμα (πβ. ισοσκελίζω). Η ομάδα πολύ γρήγορα ~ησε το παιχνίδι και στην πρώτη ευκαιρία ισοφάρισε. Το συναίσθημα ~είται από τη λογική. Πβ. αντισταθμ-, ισοζυγ-, ισοσταθμ-ίζω, σταθεροποιώ. 2. βρίσκομαι σε κατάσταση ισορροπίας: ~ στη δοκό/στο ποδήλατο. (ΦΥΣ.) Η ζυγαριά/ένα σώμα ~εί.|| (μτφ.) Η ταινία ~εί ανάμεσα στη σάτιρα και το δράμα (πβ. ακροβατώ, αμφιταλαντεύομαι, ζυγιάζομαι). Τα πράγματα έχουν ~ήσει. ● βλ. ισορροπημένος [< αρχ. ἰσορροπῶ, γαλλ. équilibrer]
21640ίσος, η, ο [ἴσος] ί-σος επίθ. 1. που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά στοιχεία με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: έκταση. ~ο: βάρος. ~οι: όγκοι. ~ες: διαστάσεις/ποσότητες. ~α: μερίδια. ~ σε αριθμό (= ισάριθμος)/μέγεθος (= ισομεγέθης)/μήκος (= ισομήκης)/ύψος (= ισοϋψής). Διαιρώ/κόβω/χωρίζω κάτι σε ~α μέρη. Είναι ~οι στο ανάστημα/στη δύναμη/στην ταχύτητα.|| (ΓΕΩΜ.) ~ες: γωνίες. ~α: κλάσματα/τρίγωνα. Το τετράγωνο έχει και τις τέσσερις πλευρές του ~ες μεταξύ τους.|| Ένα κιλό είναι ~ο με χίλια γραμμάρια (= ισούται).|| (ίδιος για όλους) ~η: μεταχείριση. ~η αμοιβή για ~η εργασία. ~ες ευκαιρίες. Αγωνίζομαι για/διεκδικώ ~α δικαιώματα. Πβ. ισοδύναμος, ισότιμος, όμοιος. ΑΝΤ. άνισος. 2. (ειδικότ. για πρόσ.) που έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με κάποιον άλλον: Όλοι οι πολίτες είμαστε ~οι απέναντι στον νόμο (πβ. ισόνομος). Τον θεωρώ ~ο μου και τον σέβομαι (πβ. ισάξιος). 3. (προφ.) ίσιος, ευθύς, ομαλός: ~ος: δρόμος. Το έδαφος δεν είναι ~ο. Πβ. επίπεδος. ● ΦΡ.: επί ίσοις όροις (λόγ.) & με ίσους όρους: ισότιμα, χωρίς διακρίσεις: αντιμετώπιση/μεταχείριση/συμμετοχή ~ ~. Διαγωνίζονται/συνδιαλέγονται ~ ~. Αντικειμενική και ~ ~ ενημέρωση., ίσα βάρκα, ίσα νερά (παροιμ.): χωρίς οικονομικές απώλειες αλλά και χωρίς κέρδη: Ο απολογισμός του ταμείου είναι ~ ~. Πβ. (μου) έρχεται μία η άλλη., πρώτος μεταξύ ίσων: πρόσωπο που είναι επικεφαλής ομάδας ατόμων, τα οποία έχουν τα ίδια δικαιώματα ή την ίδια εξουσία με αυτόν. [< λατ. primus inter pares] , σαν/ως ίσος προς ίσο(ν): με ισότητα, χωρίς να μειονεκτεί ο ένας έναντι του άλλου: Μιλάω (με/σε κάποιον) ~ ~. ΣΥΝ. ισότιμα, στα ίσ(ι)α (προφ.) 1. σε ίση ποσότητα, σε ίσα μέρη: Μοιράζω ~ ~. 2. ευθέως, χωρίς περιστροφές: Του μίλησα ~ ~. Πες μου ~ ~ τι θέλεις! Αντιμετωπίζω κάποιον ~ ~. Πβ. καταπρόσωπο, κατά-μουτρα, -φατσα.|| (αργκό) Την πέφτω (σε κάποιον) ~ ~ (= κάνω καμάκι). 3. σαν ίσος προς ίσο: Τον κόντραρε/πάλεψε ~ ~. Παίζει ~ ~ τον αντίπαλο του. 4. για δήλωση ισοπαλίας: Δύο λεπτά πριν από το τέλος ο αγώνας ήρθε ~ ~. Η ομάδα ξανάφερε το παιχνίδι ~ ~. 5. σε ευθεία γραμμή: Γλίτωσε το ατύχημα, γιατί ξανάφερε το αυτοκίνητο/τιμόνι ~ ~ (= το ίσιωσε). Ο πίνακας/τοίχος δεν είναι ~ ~ του (= είναι στραβός)., (κρατώ/τηρώ) ίσες αποστάσεις βλ. απόσταση, ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα βλ. ανταποδίδω, όλα τα δάχτυλα (του χεριού) δεν είναι ίδια/ίσα βλ. δάχτυλο, σε ανώτερη/ίδια/ίση/καλύτερη/κατώτερη/χειρότερη μοίρα (με κάποιον/κάτι) βλ. μοίρα ● βλ. ίσα1, ίσο [< αρχ. ἴσος]
21641ισόσειστος, η, ο [ἰσόσειστος] ι-σό-σει-στος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ισόσειστες καμπύλες: ΓΕΩΦ. γραμμές σε γεωφυσικούς χάρτες οι οποίες συνδέουν σημεία, όπου η ένταση ενός σεισμού είναι η ίδια. [< γαλλ. isosiste, 1931]
21642ισοσκελής, ής, ές [ἰσοσκελής] ι-σο-σκε-λής επίθ.: ΓΕΩΜ. που έχει ίσα μεταξύ τους σκέλη: ~ής: σταυρός. ~ές: τραπέζιο (: που έχει τις μη παράλληλες πλευρές του ίσες)/τρίγωνο (: που έχει δύο πλευρές ίσες μεταξύ τους). Βλ. ισογώνιος, -σκελής. ΑΝΤ. ανισοσκελής [< αρχ. ἰσοσκελής]
21643ισοσκελίζω[ἰσοσκελίζω] ι-σο-σκε-λί-ζω ρ. (μτβ.) {ισοσκέλι-σε, -στηκε, -στεί, -σμένος, ισοσκελίζ-οντας}: ΟΙΚΟΝ. εξισορροπώ τα έσοδα με τα έξοδα: ~σαν τις απώλειες/το έλλειμμα/το ενεργητικό με το παθητικό/το ισοζύγιο πληρωμών. ~σμένη: οικονομική διαχείριση (: χωρίς οφειλόμενο υπόλοιπο). Πβ. ισοζυγίζω, ισοσταθμίζω. ● ΣΥΜΠΛ.: ισοσκελισμένος προϋπολογισμός: αυτός στον οποίο το σύνολο των προβλεπόμενων εσόδων είναι ίσο με το σύνολο των προβλεπόμενων δαπανών. [< αγγλ. balanced budget] [< μτγν. ἰσοσκελίζω]
21644ισοσκέλιση[ἰσοσκέλιση] ι-σο-σκέ-λι-ση ουσ. (θηλ.) & ισοσκελισμός (ο): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ισοσκελίζω: ~ ενεργητικού και παθητικού/εσόδων-εξόδων/των λογαριασμών/του προϋπολογισμού. Πβ. (εξ)ισορρόπηση, ισο-ζυγισμός, -στάθμιση, -φάριση.
21645ισοσταθμίζω[ἰσοσταθμίζω] ι-σο-σταθ-μί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ισοστάθμι-σα, ισοσταθμί-στηκε, -στεί, -σμένος} (λόγ.): εξουδετερώνω ή αναπληρώνω τυχόν απώλειες ή αρνητικές επιπτώσεις, με αποτέλεσμα να αποκαθιστώ την ισορροπία: Η νίκη της ομάδας ~ει την ήττα της προηγούμενης αγωνιστικής. Η μείωση των πωλήσεων στο εξωτερικό ~στηκε από/με την αύξησή τους στην εγχώρια αγορά. Πβ. αντισταθμίζω, (εξ)ισορροπώ, ισο-ζυγίζω, -σκελίζω, -φαρίζω. [< μεσν. ισοσταθμίζω, γαλλ. équilibrer, balancer]
21646ισοστάθμιση[ἰσοστάθμιση] ι-σο-στάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αντιστάθμιση, εξισορρόπηση: ~ λογικής και συναισθήματος. Πβ. ισοφάριση. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διόρθωση ή τροποποίηση των χαρακτηριστικών της συχνότητας ηλεκτρονικού σήματος με ισοσταθμιστή: αυτόματη/προσαρμοστική/ψηφιακή ~. ~ ηχείων. [< 1: γαλλ. équilibration 2: αγγλ. equalization]
21647ισοσταθμιστής[ἰσοσταθμιστής] ι-σο-σταθ-μι-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρονική συσκευή ή διάταξη με την οποία επιτυγχάνεται τροποποίηση της απόκρισης συχνότητας σε ένα κύκλωμα ή ακουστικό σύστημα: γραφικός/παραμετρικός ~. ~ τριών ζωνών. Προενισχυτής-~. ΣΥΝ. εκουαλάιζερ, εξισωτής [< γαλλ. égaliseur, 1907, αγγλ. equalizer, 1928]
21648ισοστασία[ἰσοστασία] ι-σο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. θεωρία σύμφωνα με την οποία επικρατεί ισορροπία στα διαφορετικά τμήματα του φλοιού της Γης. [< γαλλ. isostasie, 1900, αγγλ. isostasy]
21649ισοστατικός, ή, ό [ἰσοστατικός] ι-σο-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που συμβαίνει ή λειτουργεί υπό συνθήκες στις οποίες ασκείται ίση πίεση από όλες τις κατευθύνσεις: ~ή: συμπίεση.|| (ΜΗΧΑΝ.) ~οί: φορείς. ~ά: αρθρωτά πλαίσια. Βλ. υπερστατικός. [< αγγλ. isostatic, γαλλ. isostatique]
21650ισοσύλλαβος, η, ο [ἰσοσύλλαβος] ι-σο-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για όνομα, στίχο ή ποίημα) που έχει τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε όλες τις πτώσεις, τις λέξεις ή τους στίχους, αντίστοιχα. Βλ. -σύλλαβος. ΑΝΤ. ανισοσύλλαβος ● Ουσ.: ισοσύλλαβα (τα): ενν. ονόματα (ουσιαστικά ή επίθετα). ΑΝΤ. περιττοσύλλαβα [< μτγν. ἰσοσύλλαβος]
21651ισοταχής, ής, ές [ἰσοταχής] ι-σο-τα-χής επίθ. {ισοταχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που γίνεται με την ίδια ταχύτητα για δεδομένο χρονικό διάστημα: ~ής: κίνηση. ● επίρρ.: ισοταχώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ισοταχείς καμπύλες: ΜΕΤΕΩΡ. γραμμές που ενώνουν στον χάρτη σημεία στα οποία η μέση ταχύτητα του ανέμου είναι η ίδια. [< αγγλ. isotach (curves), 1947] [< αρχ. ἰσοταχής]
21652ισότητα[ἰσότητα] ι-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ισοτήτ-ων} ΑΝΤ. ανισότητα 1. κατάσταση κατά την οποία κάποιος είναι ίσος με άλλους ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, σύμφωνα με τον νόμο: δημοκρατική/έμφυλη/κοινωνική/νομική (= ισονομία)/οικονομική/πολιτική/φορολογική/φυλετική ~. ~ των πολιτών/των συμβαλλόμενων μερών. Αποκατάσταση/κατοχύρωση/προώθηση της ~ας.|| (ειδικότ.) Η ~ των δύο φύλων (πβ. ισοτιμία). Γενική Γραμματεία ~ας. 2. ισοδυναμία: ~ αποδοχών. 3. ΜΑΘ. η σχέση που έχουν ίσοι αριθμοί, ίσες ποσότητες ή ίσα μεγέθη μεταξύ τους και η γραφική παράστασή της: ~ των πλευρών του τετραγώνου. Σύμβολο ~ας (πβ. ίσον). ~ες αθροισμάτων. Τα μέλη των ~ων. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της ισότητας: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συνταγματικά κατοχυρωμένη απαγόρευση κάθε µορφής διάκρισης λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας, πεποιθήσεων ή αναπηρίας. [γαλλ. le principe d'égalité] , ισότητα ευκαιριών βλ. ευκαιρία, ισότητα της ψήφου βλ. ψήφος [< αρχ. ἰσότης]
21653ισοτίμηση[ἰσοτίμηση] ι-σο-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εξομοίωση σε αξία ή κύρος: επαγγελματική ~. ~ πτυχίων/τίτλων σπουδών. Ακαδημαϊκή ~ των διπλωμάτων. Πβ. ισοδυναμία, ισοτιμία. Βλ. υποτίμηση.
21654ισοτιμία[ἰσοτιμία] ι-σο-τι-μί-α ουσ. (θηλ.) {ισοτιμιών} 1. ΟΙΚΟΝ. συναλλαγματική σχέση μεταξύ δύο νομισμάτων κατά την οποία η ανταλλακτική αξία του ενός προς το άλλο είναι η ίδια και στις δύο χώρες· τιμή συναλλάγματος: αμετάκλητη/ενδεικτική (: που αναφέρεται όχι με απόλυτη ακρίβεια, αλλά για απλή ενημέρωση)/επίσημη (: που καθορίζεται από νομισματική Αρχή)/κεντρική/κυμαινόμενη/σταθερή/σταθμισμένη ~. ~ (μεταξύ) ευρώ-δολαρίου. 2. ισοτίμηση: ~ πτυχίων. Αναγνώριση/κατοχύρωση ~ας. Πβ. ισοδυναμία. 3. ισότητα: ~ των εθνών. Η αρχή της ~ας των πολιτών (πβ. ισονομία)/των δύο φύλων. ΑΝΤ. ανισοτιμία 4. ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία ανίχνευσης σφαλμάτων κατά τη μετάδοση δεδομένων: άρτια/περιττή ~. Έλεγχος/ψηφίο ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: πράσινη ισοτιμία βλ. πράσινος [< 1: μτγν. ἰσοτιμία ‘ισότητα προνομίων’, αγγλ. parity, γαλλ. parité]
21655ισότιμος, η, ο [ἰσότιμος] ι-σό-τι-μος επίθ. 1. που έχει το ίδιο κύρος, την ίδια αξία με κάποιον ή κάτι άλλο· που εξασφαλίζει συνθήκες ισότητας για όλους: (για πρόσ.) ~ος: εταίρος/συνομιλητής. ~οι: πολίτες. ~α: μέλη.|| ~ος: τίτλος (σπουδών). ~η: σχολή. ~ο: δίπλωμα. Πτυχία ~α με μάστερ. Πβ. ισοδύναμος, ισόκυρος.|| ~η: αντιμετώπιση/μεταχείριση/πρόσβαση (π.χ. στις υπηρεσίες υγείας)/σχέση. ~ες: ευκαιρίες. ~α: δικαιώματα. Πβ. ισόνομος, ίσος, όμοιος. ΣΥΝ. ισάξιος 2. ΟΙΚΟΝ. που έχει την ίδια οικονομική αξία με κάτι άλλο: ~ο: νόμισμα.|| (ως ουσ.) Το ~ο (ενν. ποσό) των ... ευρώ. ● επίρρ.: ισότιμα & (λόγ.) ισοτίμως: Συμμετέχουμε ~. ΣΥΝ. σαν/ως ίσος προς ίσο(ν) [< 1: μτγν. ἰσότιμος ‘που έχει τα ίδια προνόμια’ 2: αγγλ. equivalent]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.