Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22400-22420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21644ισοσκέλιση[ἰσοσκέλιση] ι-σο-σκέ-λι-ση ουσ. (θηλ.) & ισοσκελισμός (ο): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ισοσκελίζω: ~ ενεργητικού και παθητικού/εσόδων-εξόδων/των λογαριασμών/του προϋπολογισμού. Πβ. (εξ)ισορρόπηση, ισο-ζυγισμός, -στάθμιση, -φάριση.
21645ισοσταθμίζω[ἰσοσταθμίζω] ι-σο-σταθ-μί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ισοστάθμι-σα, ισοσταθμί-στηκε, -στεί, -σμένος} (λόγ.): εξουδετερώνω ή αναπληρώνω τυχόν απώλειες ή αρνητικές επιπτώσεις, με αποτέλεσμα να αποκαθιστώ την ισορροπία: Η νίκη της ομάδας ~ει την ήττα της προηγούμενης αγωνιστικής. Η μείωση των πωλήσεων στο εξωτερικό ~στηκε από/με την αύξησή τους στην εγχώρια αγορά. Πβ. αντισταθμίζω, (εξ)ισορροπώ, ισο-ζυγίζω, -σκελίζω, -φαρίζω. [< μεσν. ισοσταθμίζω, γαλλ. équilibrer, balancer]
21646ισοστάθμιση[ἰσοστάθμιση] ι-σο-στάθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αντιστάθμιση, εξισορρόπηση: ~ λογικής και συναισθήματος. Πβ. ισοφάριση. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διόρθωση ή τροποποίηση των χαρακτηριστικών της συχνότητας ηλεκτρονικού σήματος με ισοσταθμιστή: αυτόματη/προσαρμοστική/ψηφιακή ~. ~ ηχείων. [< 1: γαλλ. équilibration 2: αγγλ. equalization]
21647ισοσταθμιστής[ἰσοσταθμιστής] ι-σο-σταθ-μι-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρονική συσκευή ή διάταξη με την οποία επιτυγχάνεται τροποποίηση της απόκρισης συχνότητας σε ένα κύκλωμα ή ακουστικό σύστημα: γραφικός/παραμετρικός ~. ~ τριών ζωνών. Προενισχυτής-~. ΣΥΝ. εκουαλάιζερ, εξισωτής [< γαλλ. égaliseur, 1907, αγγλ. equalizer, 1928]
21648ισοστασία[ἰσοστασία] ι-σο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. θεωρία σύμφωνα με την οποία επικρατεί ισορροπία στα διαφορετικά τμήματα του φλοιού της Γης. [< γαλλ. isostasie, 1900, αγγλ. isostasy]
21649ισοστατικός, ή, ό [ἰσοστατικός] ι-σο-στα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που συμβαίνει ή λειτουργεί υπό συνθήκες στις οποίες ασκείται ίση πίεση από όλες τις κατευθύνσεις: ~ή: συμπίεση.|| (ΜΗΧΑΝ.) ~οί: φορείς. ~ά: αρθρωτά πλαίσια. Βλ. υπερστατικός. [< αγγλ. isostatic, γαλλ. isostatique]
21650ισοσύλλαβος, η, ο [ἰσοσύλλαβος] ι-σο-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για όνομα, στίχο ή ποίημα) που έχει τον ίδιο αριθμό συλλαβών σε όλες τις πτώσεις, τις λέξεις ή τους στίχους, αντίστοιχα. Βλ. -σύλλαβος. ΑΝΤ. ανισοσύλλαβος ● Ουσ.: ισοσύλλαβα (τα): ενν. ονόματα (ουσιαστικά ή επίθετα). ΑΝΤ. περιττοσύλλαβα [< μτγν. ἰσοσύλλαβος]
21651ισοταχής, ής, ές [ἰσοταχής] ι-σο-τα-χής επίθ. {ισοταχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που γίνεται με την ίδια ταχύτητα για δεδομένο χρονικό διάστημα: ~ής: κίνηση. ● επίρρ.: ισοταχώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ισοταχείς καμπύλες: ΜΕΤΕΩΡ. γραμμές που ενώνουν στον χάρτη σημεία στα οποία η μέση ταχύτητα του ανέμου είναι η ίδια. [< αγγλ. isotach (curves), 1947] [< αρχ. ἰσοταχής]
21652ισότητα[ἰσότητα] ι-σό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {ισοτήτ-ων} ΑΝΤ. ανισότητα 1. κατάσταση κατά την οποία κάποιος είναι ίσος με άλλους ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, σύμφωνα με τον νόμο: δημοκρατική/έμφυλη/κοινωνική/νομική (= ισονομία)/οικονομική/πολιτική/φορολογική/φυλετική ~. ~ των πολιτών/των συμβαλλόμενων μερών. Αποκατάσταση/κατοχύρωση/προώθηση της ~ας.|| (ειδικότ.) Η ~ των δύο φύλων (πβ. ισοτιμία). Γενική Γραμματεία ~ας. 2. ισοδυναμία: ~ αποδοχών. 3. ΜΑΘ. η σχέση που έχουν ίσοι αριθμοί, ίσες ποσότητες ή ίσα μεγέθη μεταξύ τους και η γραφική παράστασή της: ~ των πλευρών του τετραγώνου. Σύμβολο ~ας (πβ. ίσον). ~ες αθροισμάτων. Τα μέλη των ~ων. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: η αρχή της ισότητας: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. συνταγματικά κατοχυρωμένη απαγόρευση κάθε µορφής διάκρισης λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνικής καταγωγής, θρησκείας, πεποιθήσεων ή αναπηρίας. [γαλλ. le principe d'égalité] , ισότητα ευκαιριών βλ. ευκαιρία, ισότητα της ψήφου βλ. ψήφος [< αρχ. ἰσότης]
21653ισοτίμηση[ἰσοτίμηση] ι-σο-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εξομοίωση σε αξία ή κύρος: επαγγελματική ~. ~ πτυχίων/τίτλων σπουδών. Ακαδημαϊκή ~ των διπλωμάτων. Πβ. ισοδυναμία, ισοτιμία. Βλ. υποτίμηση.
21654ισοτιμία[ἰσοτιμία] ι-σο-τι-μί-α ουσ. (θηλ.) {ισοτιμιών} 1. ΟΙΚΟΝ. συναλλαγματική σχέση μεταξύ δύο νομισμάτων κατά την οποία η ανταλλακτική αξία του ενός προς το άλλο είναι η ίδια και στις δύο χώρες· τιμή συναλλάγματος: αμετάκλητη/ενδεικτική (: που αναφέρεται όχι με απόλυτη ακρίβεια, αλλά για απλή ενημέρωση)/επίσημη (: που καθορίζεται από νομισματική Αρχή)/κεντρική/κυμαινόμενη/σταθερή/σταθμισμένη ~. ~ (μεταξύ) ευρώ-δολαρίου. 2. ισοτίμηση: ~ πτυχίων. Αναγνώριση/κατοχύρωση ~ας. Πβ. ισοδυναμία. 3. ισότητα: ~ των εθνών. Η αρχή της ~ας των πολιτών (πβ. ισονομία)/των δύο φύλων. ΑΝΤ. ανισοτιμία 4. ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία ανίχνευσης σφαλμάτων κατά τη μετάδοση δεδομένων: άρτια/περιττή ~. Έλεγχος/ψηφίο ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: πράσινη ισοτιμία βλ. πράσινος [< 1: μτγν. ἰσοτιμία ‘ισότητα προνομίων’, αγγλ. parity, γαλλ. parité]
21655ισότιμος, η, ο [ἰσότιμος] ι-σό-τι-μος επίθ. 1. που έχει το ίδιο κύρος, την ίδια αξία με κάποιον ή κάτι άλλο· που εξασφαλίζει συνθήκες ισότητας για όλους: (για πρόσ.) ~ος: εταίρος/συνομιλητής. ~οι: πολίτες. ~α: μέλη.|| ~ος: τίτλος (σπουδών). ~η: σχολή. ~ο: δίπλωμα. Πτυχία ~α με μάστερ. Πβ. ισοδύναμος, ισόκυρος.|| ~η: αντιμετώπιση/μεταχείριση/πρόσβαση (π.χ. στις υπηρεσίες υγείας)/σχέση. ~ες: ευκαιρίες. ~α: δικαιώματα. Πβ. ισόνομος, ίσος, όμοιος. ΣΥΝ. ισάξιος 2. ΟΙΚΟΝ. που έχει την ίδια οικονομική αξία με κάτι άλλο: ~ο: νόμισμα.|| (ως ουσ.) Το ~ο (ενν. ποσό) των ... ευρώ. ● επίρρ.: ισότιμα & (λόγ.) ισοτίμως: Συμμετέχουμε ~. ΣΥΝ. σαν/ως ίσος προς ίσο(ν) [< 1: μτγν. ἰσότιμος ‘που έχει τα ίδια προνόμια’ 2: αγγλ. equivalent]
21656ισοτονικός, ή, ό [ἰσοτονικός] ι-σο-το-νι-κός επίθ. 1. ΧΗΜ. (για διάλυμα) που έχει την ίδια μοριακή συγκέντρωση, ίση οσμωτική πίεση με κάποιο άλλο: ~ός: ορός. Πβ. ισότονος. Βλ. υπερ-, υπο-τονικός. 2. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με κινήσεις κατά τις οποίες βραχύνεται ο μυς, ενώ διατηρείται σχετικά σταθερή η ένταση: ~ή: συστολή. ~ές: ασκήσεις (π.χ. βάδισμα, τρέξιμο). Βλ. ισοκινητικός, ισομετρικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ισοτονικά ποτά: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ροφήματα που περιέχουν ηλεκτρολύτες και υδατάνθρακες και βοηθούν στην αναπλήρωση της ενέργειας και των υγρών που χάνονται κατά τη διάρκεια έντονης άσκησης. [< γαλλ. isotonique, αγγλ. isotonic]
21657ισότονος, η, ο [ἰσότονος] ι-σό-το-νος επίθ. 1. ΧΗΜ. ισοτονικός. 2. ΜΟΥΣ. (για ήχο) που έχει ίδιο τόνο, ίση ένταση με άλλους ήχους: ~οι: φθόγγοι. [< 2: μτγν. ἰσότονος]
58780ισοτοπία
21658ισοτοπικός, ή, ό [ἰσοτοπικός] ι-σο-το-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα ισότοπα: ~ός: διαχωρισμός. ~ή: σύσταση. ~ό: σπιν. Βλ. ραδιοϊσοτοπικός. [< αγγλ. isotopic, 1904, γαλλ. isotopique, 1954]
21659ισότοπο[ἰσότοπο] ι-σό-το-πο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όπου}: ΧΗΜ. καθένας από τους πυρήνες χημικού στοιχείου που έχει διαφορετικό μαζικό αριθμό, αλλά τον ίδιο ατομικό και επομένως τις ίδιες χημικές ιδιότητες: ασταθές ~. Ραδιενεργό ~ (= ραδιοϊσότοπο). ~ ουρανίου. Βαρύ ~ του υδρογόνου (= δευτέριο). Σταθερά ~α. Βλ. νουκλίδιο. [< αγγλ. isotope, 1913, γαλλ. ~, 1922]
21660ισοτροπία[ἰσοτροπία] ι-σο-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ενός σώματος να παρουσιάζει τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά σε όλες τις κατευθύνσεις. ΑΝΤ. ανισοτροπία [< μτγν. ἰσοτροπία 'ισότητα ηθών, τρόπων', γαλλ. isotropie, αγγλ. isotropy]
21661ισότροπος, η/ος, ο [ἰσότροπος] ι-σό-τρο-πος επίθ. & ισοτροπικός, ή, ό: ΦΥΣ. που εμφανίζει ισοτροπία: ~η: ακτινοβολία. ~ο: πεδίο. ~α: σώματα/υλικά (π.χ. γυαλί, μέταλλα). Ο χωρόχρονος είναι ομογενής και ~. Το φως σε ένα ~ο μέσο διαδίδεται ευθύγραμμα. ΑΝΤ. ανισότροπος ● επίρρ.: ισότροπα [< μτγν. ἰσότροπος 'ο έχων τους αυτούς τρόπους', γαλλ. isotrope, αγγλ. isotropic]
21662ισούται[ἰσοῦται] ι-σού-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (+ με) (λόγ.): είναι ίσος με, ισοδυναμεί: Μία εικόνα ~ με (= ίσον) χίλιες λέξεις. H σωστή διατροφή ~ με καλή υγεία (πβ. σημαίνει, συνεπάγεται). Δύο αρνήσεις ~νται με μια κατάφαση. [< αρχ. ἰσοῦμαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.