| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21656 | ισοτονικός | , ή, ό [ἰσοτονικός] ι-σο-το-νι-κός επίθ. 1. ΧΗΜ. (για διάλυμα) που έχει την ίδια μοριακή συγκέντρωση, ίση οσμωτική πίεση με κάποιο άλλο: ~ός: ορός. Πβ. ισότονος. Βλ. υπερ-, υπο-τονικός. 2. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με κινήσεις κατά τις οποίες βραχύνεται ο μυς, ενώ διατηρείται σχετικά σταθερή η ένταση: ~ή: συστολή. ~ές: ασκήσεις (π.χ. βάδισμα, τρέξιμο). Βλ. ισοκινητικός, ισομετρικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ισοτονικά ποτά: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ροφήματα που περιέχουν ηλεκτρολύτες και υδατάνθρακες και βοηθούν στην αναπλήρωση της ενέργειας και των υγρών που χάνονται κατά τη διάρκεια έντονης άσκησης. [< γαλλ. isotonique, αγγλ. isotonic] | |
| 21657 | ισότονος | , η, ο [ἰσότονος] ι-σό-το-νος επίθ. 1. ΧΗΜ. ισοτονικός. 2. ΜΟΥΣ. (για ήχο) που έχει ίδιο τόνο, ίση ένταση με άλλους ήχους: ~οι: φθόγγοι. [< 2: μτγν. ἰσότονος] | |
| 58780 | ισοτοπία | ||
| 21658 | ισοτοπικός | , ή, ό [ἰσοτοπικός] ι-σο-το-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα ισότοπα: ~ός: διαχωρισμός. ~ή: σύσταση. ~ό: σπιν. Βλ. ραδιοϊσοτοπικός. [< αγγλ. isotopic, 1904, γαλλ. isotopique, 1954] | |
| 21659 | ισότοπο | [ἰσότοπο] ι-σό-το-πο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όπου}: ΧΗΜ. καθένας από τους πυρήνες χημικού στοιχείου που έχει διαφορετικό μαζικό αριθμό, αλλά τον ίδιο ατομικό και επομένως τις ίδιες χημικές ιδιότητες: ασταθές ~. Ραδιενεργό ~ (= ραδιοϊσότοπο). ~ ουρανίου. Βαρύ ~ του υδρογόνου (= δευτέριο). Σταθερά ~α. Βλ. νουκλίδιο. [< αγγλ. isotope, 1913, γαλλ. ~, 1922] | |
| 21660 | ισοτροπία | [ἰσοτροπία] ι-σο-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ενός σώματος να παρουσιάζει τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά σε όλες τις κατευθύνσεις. ΑΝΤ. ανισοτροπία [< μτγν. ἰσοτροπία 'ισότητα ηθών, τρόπων', γαλλ. isotropie, αγγλ. isotropy] | |
| 21661 | ισότροπος | , η/ος, ο [ἰσότροπος] ι-σό-τρο-πος επίθ. & ισοτροπικός, ή, ό: ΦΥΣ. που εμφανίζει ισοτροπία: ~η: ακτινοβολία. ~ο: πεδίο. ~α: σώματα/υλικά (π.χ. γυαλί, μέταλλα). Ο χωρόχρονος είναι ομογενής και ~. Το φως σε ένα ~ο μέσο διαδίδεται ευθύγραμμα. ΑΝΤ. ανισότροπος ● επίρρ.: ισότροπα [< μτγν. ἰσότροπος 'ο έχων τους αυτούς τρόπους', γαλλ. isotrope, αγγλ. isotropic] | |
| 21662 | ισούται | [ἰσοῦται] ι-σού-ται ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (+ με) (λόγ.): είναι ίσος με, ισοδυναμεί: Μία εικόνα ~ με (= ίσον) χίλιες λέξεις. H σωστή διατροφή ~ με καλή υγεία (πβ. σημαίνει, συνεπάγεται). Δύο αρνήσεις ~νται με μια κατάφαση. [< αρχ. ἰσοῦμαι] | |
| 21663 | ισοϋψής | , ής, ές [ἰσοϋψής] ι-σο-ϋ-ψής επίθ. {ισοϋψ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που έχει το ίδιο ύψος με κάτι άλλο: τείχος ~ές σε όλο του το μήκος. ΑΝΤ. ανισοϋψής ● ΣΥΜΠΛ.: ισοϋψής (καμπύλη) & υψομετρική καμπύλη: ΓΕΩΦ. γραμμή που ενώνει σε χάρτη σημεία της γήινης επιφάνειας με το ίδιο υψόμετρο. Βλ. ισοβαθής. [< γαλλ. (ligne) isohypse] [< μτγν. ἰσοϋψής] | |
| 21664 | ισοφαρίζω | [ἰσοφαρίζω] ι-σο-φα-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ισοφάρι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, ισοφαρίζ-οντας} 1. ΑΘΛ. πετυχαίνω τον ίδιο αριθμό πόντων, το ίδιο σκορ με τον αντίπαλο: Οι γηπεδούχοι ~σαν σε 1-1. Η ομάδα ~στηκε στις καθυστερήσεις.|| (κατ' επέκτ.) Ο αθλητής ~σε το πανελλήνιο ρεκόρ. 2. (μτφ.-προφ.) έρχομαι σε ισορροπία με κάτι άλλο: Τα πλεονεκτήματα δεν ~ουν τα μειονεκτήματα. Οι εισπράξεις από τα εισιτήρια δεν μπορούν να ~σουν τα έξοδα παραγωγής. Πβ. αντι-, ισο-σταθμίζω, εξισώνω, ισοσκελίζω. [< αρχ. ἰσοφαρίζω ‘εξισώνομαι, γίνομαι ίσος’] | |
| 21665 | ισοφάριση | [ἰσοφάριση] ι-σο-φά-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ισοφάρισμα (το) 1. ΑΘΛ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ισοφαρίζω: ~ του αντιπάλου/του σκορ. Το γκολ της ~ης.|| ~ του παγκόσμιου ρεκόρ. 2. (μτφ.-προφ.) αντιστάθμιση: ~ εσόδων και εξόδων. Πβ. ισοσκέλιση, ισοστάθμιση. | |
| 21666 | ισόχρονος | , η, ο [ἰσόχρονος] ι-σό-χρο-νος επίθ. (επιστ.): που έχει την ίδια χρονική διάρκεια με κάτι άλλο ή γίνεται σε ίσα χρονικά διαστήματα: ~οι: παλμοί.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: μετάδοση δεδομένων. Βλ. ασυγχρόνιστος, ασύγχρονος.|| (ΓΕΩΦ.) ~ες: καμπύλες (: που ενώνουν σε σχεδιάγραμμα φαινόμενα τα οποία συμβαίνουν την ίδια χρονική στιγμή). Βλ. -χρονος. ● επίρρ.: ισόχρονα & (λόγ.) ισοχρόνως [< μτγν. ἰσόχρονος, γαλλ. isochrone, αγγλ. isochronal, isochronous] | |
| 21667 | ισόχωρος | , η, ο [ἰσόχωρος] ι-σό-χω-ρος επίθ.: ΦΥΣ. που πραγματοποιείται υπό συνθήκες σταθερού όγκου: ~η: θέρμανση/ψύξη (αερίου). Βλ. ισοβαρής, ισόθερμος. ● επίρρ.: ισόχωρα [< μτγν. ἰσόχωρος, γαλλ. isochore, 1948, αγγλ. isochor(ic)] | |
| 21668 | ισοψηφία | [ἰσοψηφία] ι-σο-ψη-φί-α ουσ. (θηλ.): το αποτέλεσμα του ισοψηφώ: απόλυτη ~. Σε περίπτωση ~ας οι εκλογές επαναλαμβάνονται. Βλ. ισοβαθμία. [< μτγν. ἰσοψηφία] | |
| 21669 | ισοψηφώ | [ἰσοψηφῶ] ι-σο-ψη-φώ ρ. (αμτβ.) {ισοψηφ-είς ... | ισοψήφ-ησε, (λόγ.) μτχ. -ήσαντες}: συγκεντρώνω ίδιο αριθμό ψήφων με κάποιον άλλο σε ψηφοφορία: Οι δύο υποψήφιοι για την προεδρία ~ησαν. Γίνεται κλήρωση ανάμεσα στους ~ήσαντες. Βλ. ισοβαθμώ. | |
| 21670 | ισπανικός | , ή, ό [ἱσπανικός] ι-σπα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ισπανία ή/και τους Ισπανούς: ~ή: παέγια. Σφράγιση με ~ό κερί (= βουλοκέρι). Πβ. σπανιόλικος.|| (ΙΣΤ.) Ο ~ εμφύλιος. ● Ουσ.: Ισπανικά (τα) & (επίσ.) Ισπανική (η): η ισπανική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< μτγν. ἱσπανικός] | |
| 21671 | ισπανομαθής | , ής, ές βλ. -μαθής | |
| 21672 | Ισπανός, Ισπανίδα | [Ἱσπανός] Ι-σπα-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ισπανία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ισπανική υπηκοότητα. [< μτγν. Ἱσπανός] | |
| 21673 | ισπανόφωνος | , η, ο βλ. -φωνος | |
| 21674 | Ισραήλ | [Ἰσραήλ] Ισ-ρα-ήλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: όλες οι φυλές του Ισραήλ (μτφ.-συνήθ. μειωτ.): πλήθος ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής: Στο ξενοδοχείο κατέλυσαν ~ ~. Βλ. κάθε καρυδιάς καρύδι. [< μτγν. Ἰσραήλ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ