Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22420-22440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21663ισοϋψής, ής, ές [ἰσοϋψής] ι-σο-ϋ-ψής επίθ. {ισοϋψ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που έχει το ίδιο ύψος με κάτι άλλο: τείχος ~ές σε όλο του το μήκος. ΑΝΤ. ανισοϋψής ● ΣΥΜΠΛ.: ισοϋψής (καμπύλη) & υψομετρική καμπύλη: ΓΕΩΦ. γραμμή που ενώνει σε χάρτη σημεία της γήινης επιφάνειας με το ίδιο υψόμετρο. Βλ. ισοβαθής. [< γαλλ. (ligne) isohypse] [< μτγν. ἰσοϋψής]
21664ισοφαρίζω[ἰσοφαρίζω] ι-σο-φα-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ισοφάρι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, ισοφαρίζ-οντας} 1. ΑΘΛ. πετυχαίνω τον ίδιο αριθμό πόντων, το ίδιο σκορ με τον αντίπαλο: Οι γηπεδούχοι ~σαν σε 1-1. Η ομάδα ~στηκε στις καθυστερήσεις.|| (κατ' επέκτ.) Ο αθλητής ~σε το πανελλήνιο ρεκόρ. 2. (μτφ.-προφ.) έρχομαι σε ισορροπία με κάτι άλλο: Τα πλεονεκτήματα δεν ~ουν τα μειονεκτήματα. Οι εισπράξεις από τα εισιτήρια δεν μπορούν να ~σουν τα έξοδα παραγωγής. Πβ. αντι-, ισο-σταθμίζω, εξισώνω, ισοσκελίζω. [< αρχ. ἰσοφαρίζω ‘εξισώνομαι, γίνομαι ίσος’]
21665ισοφάριση[ἰσοφάριση] ι-σο-φά-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ισοφάρισμα (το) 1. ΑΘΛ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ισοφαρίζω: ~ του αντιπάλου/του σκορ. Το γκολ της ~ης.|| ~ του παγκόσμιου ρεκόρ. 2. (μτφ.-προφ.) αντιστάθμιση: ~ εσόδων και εξόδων. Πβ. ισοσκέλιση, ισοστάθμιση.
21666ισόχρονος, η, ο [ἰσόχρονος] ι-σό-χρο-νος επίθ. (επιστ.): που έχει την ίδια χρονική διάρκεια με κάτι άλλο ή γίνεται σε ίσα χρονικά διαστήματα: ~οι: παλμοί.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: μετάδοση δεδομένων. Βλ. ασυγχρόνιστος, ασύγχρονος.|| (ΓΕΩΦ.) ~ες: καμπύλες (: που ενώνουν σε σχεδιάγραμμα φαινόμενα τα οποία συμβαίνουν την ίδια χρονική στιγμή). Βλ. -χρονος. ● επίρρ.: ισόχρονα & (λόγ.) ισοχρόνως [< μτγν. ἰσόχρονος, γαλλ. isochrone, αγγλ. isochronal, isochronous]
21667ισόχωρος, η, ο [ἰσόχωρος] ι-σό-χω-ρος επίθ.: ΦΥΣ. που πραγματοποιείται υπό συνθήκες σταθερού όγκου: ~η: θέρμανση/ψύξη (αερίου). Βλ. ισοβαρής, ισόθερμος. ● επίρρ.: ισόχωρα [< μτγν. ἰσόχωρος, γαλλ. isochore, 1948, αγγλ. isochor(ic)]
21668ισοψηφία[ἰσοψηφία] ι-σο-ψη-φί-α ουσ. (θηλ.): το αποτέλεσμα του ισοψηφώ: απόλυτη ~. Σε περίπτωση ~ας οι εκλογές επαναλαμβάνονται. Βλ. ισοβαθμία. [< μτγν. ἰσοψηφία]
21669ισοψηφώ[ἰσοψηφῶ] ι-σο-ψη-φώ ρ. (αμτβ.) {ισοψηφ-είς ... | ισοψήφ-ησε, (λόγ.) μτχ. -ήσαντες}: συγκεντρώνω ίδιο αριθμό ψήφων με κάποιον άλλο σε ψηφοφορία: Οι δύο υποψήφιοι για την προεδρία ~ησαν. Γίνεται κλήρωση ανάμεσα στους ~ήσαντες. Βλ. ισοβαθμώ.
21670ισπανικός, ή, ό [ἱσπανικός] ι-σπα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ισπανία ή/και τους Ισπανούς: ~ή: παέγια. Σφράγιση με ~ό κερί (= βουλοκέρι). Πβ. σπανιόλικος.|| (ΙΣΤ.) Ο ~ εμφύλιος. ● Ουσ.: Ισπανικά (τα) & (επίσ.) Ισπανική (η): η ισπανική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< μτγν. ἱσπανικός]
21671ισπανομαθής, ής, ές βλ. -μαθής
21672Ισπανός, Ισπανίδα[Ἱσπανός] Ι-σπα-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ισπανία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ισπανική υπηκοότητα. [< μτγν. Ἱσπανός]
21673ισπανόφωνος, η, ο βλ. -φωνος
21674Ισραήλ[Ἰσραήλ] Ισ-ρα-ήλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: όλες οι φυλές του Ισραήλ (μτφ.-συνήθ. μειωτ.): πλήθος ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής: Στο ξενοδοχείο κατέλυσαν ~ ~. Βλ. κάθε καρυδιάς καρύδι. [< μτγν. Ἰσραήλ]
21675ισραηλινός, ή, ό [ἰσραηλινός] ισ-ρα-η-λι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Ισραήλ ή/και τους Ισραηλινούς.
21676Ισραηλινός, Ισραηλινή[Ἰσραηλινός] Ισ-ρα-η-λι-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Ισραήλ ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει την ισραηλινή υπηκοότητα.
21677Ισραηλίτης, Ισραηλίτισσα[Ἰσραηλίτης] Ισ-ρα-η-λί-της επίθ./ουσ.: Εβραίος, Εβραία. ΣΥΝ. Ιουδαίος, Ιουδαία [< μτγν. Ἰσραηλίτης]
21678ισραηλιτικός, ή, ό [ἰσραηλιτικός] ισ-ρα-η-λι-τι-κός επίθ. & (προφ.) ισραηλίτικος: που σχετίζεται με το Ισραήλ ή/και τους Ισραηλίτες. Πβ. εβραϊκός, ιουδαϊκός. [< μτγν. ἰσραηλιτικός]
21680ιστάμενος, η, ο [ἱστάμενος] ι-στά-με-νος επίθ. (επίσ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: υψηλά ιστάμενος {συνήθ. στον πληθ.}: που κατέχει ανώτερη θέση σε κλίμακα ιεραρχίας: ~ ~ αξιωματούχος. ~ ~η πηγή (της κυβέρνησης). ~ ~οι παράγοντες (του υπουργείου). ~ ~α πρόσωπα/στελέχη. Πβ. ιθύνοντες, οι τα πρώτα φέροντες, τα ψηλά καπέλα. [< μτχ. παθητ. ενεστ. του ρ. ἵστημι]
21681ισταμίνη[ἱσταμίνη] ι-στα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αμίνη (σύμβ. C5H9N3) που παράγεται από την ιστιδίνη προκαλεί την έκκριση γαστρικών υγρών και απελευθερώνεται από τους ιστούς σε συνθήκες στρες, αλλεργικού σοκ ή μόλυνσης. Βλ. αντιισταμινικό, -ίνη. [< γαλλ. histamine, 1919, αγγλ. ~, 1913]
21686ιστιδίνη[ἱστιδίνη] ι-στι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. βασικό αμινοξύ (σύμβ. C6H9N3O2), συστατικό της σφαιρίνης, που απαντά σε πολλούς ζωικούς και φυτικούς ιστούς. Βλ. ισταμίνη, -ίνη. [< γερμ. Histidin, αγγλ.-γαλλ. histidine]
21687ιστικός, ή, ό [ἱστικός] ι-στι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους ιστούς: ~ός: ενεργοποιητής. ~ή: αναγέννηση. ~ό: αντιγόνο/μόσχευμα (βλ. ιστοσυμβατός). ~ές: ορμόνες (βλ. ισταμίνη). [< γαλλ. tissulaire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.