| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21691 | ιστίο | [ἱστίο] ι-στί-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πανί που τοποθετείται στο κατάρτι ιστιοπλοϊκού συνήθ. σκάφους, για να κινείται με τη δύναμη του ανέμου. Πβ. άρμενα. Βλ. προΐστιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακό ιστίο: ΦΥΣ.-ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα προώθησης διαστημικών σκαφών που επιτυγχάνεται με την πίεση της ηλιακής ακτινοβολίας κατά την αντανάκλαση των φωτονίων πάνω σε έναν τεράστιο καθρέφτη. [< αγγλ. solar sail, 1958] [< αρχ. ἱστίον] | |
| 21692 | ιστιο- | & ιστιό-: το ουσιαστικό ιστίο ως α' συνθετικό λέξεων: ιστιο-δρομία/~πλοΐα/~σανίδα/~φόρο. | |
| 21693 | ιστιοδρομία | [ἱστιοδρομία] ι-στι-ο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνας ταχύτητας στον οποίο συμμετέχουν ιστιοφόρα σκάφη: ~ες όρτσα-πρίμα. Πβ. ιστιοπλοΐα, ρεγκάτα. Βλ. -δρομία. [< πβ. αρχ. ἱστιοδρομῶ ‘τρέχω με ανοιγμένα τα πανιά’, γαλλ. voile] | |
| 21694 | ιστιοκύτταρα | [ἱστιοκύτταρα] ι-στι-ο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ελεύθερα μακροφάγα του συνδετικού ιστού που συμβάλλουν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων. Βλ. λευκοκύτταρα. [< γαλλ. histiocytes, 1917, αγγλ. ~, 1924] | |
| 21695 | ιστιοπλοΐα | [ἱστιοπλοΐα] ι-στι-ο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. πλεύση με ιστιοφόρο: ~ ανοιχτής θαλάσσης. Το (ολυμπιακό) άθλημα της ~ας. Πβ. ιστιοδρομία. Βλ. ναυταθλητισμός, φιν, -πλοΐα. [< γαλλ. navigation à voiles, γερμ. Segel(schif)fahrt] | |
| 21696 | ιστιοπλοϊκός | , ή, ό [ἱστιοπλοϊκός] ι-στι-ο-πλο-ϊ-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την ιστιοπλοΐα: ~ός: αγώνας/όμιλος. ~ή: εβδομάδα/ομοσπονδία. ~ό: ράλι. ● Ουσ.: ιστιοπλοϊκό (το): ενν. σκάφος. Πβ. ιστιοφόρο. [< γαλλ. voilier] | |
| 21697 | ιστιοπλόος | [ἱστιοπλόος] ι-στι-ο-πλό-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής, αθλήτρια της ιστιοπλοΐας. [< γαλλ. voilier] | |
| 21698 | ιστιοσανίδα | [ἱστιοσανίδα] ι-στι-ο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. μακρόστενη σανίδα με στρογγυλεμένες ή μυτερές άκρες και ιστίο, η οποία χρησιμοποιείται για σέρφινγκ· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα. Πβ. (γουίντ)σερφ. [< αγγλ. surfboard] | |
| 21699 | ιστιοφόρο | [ἱστιοφόρο] ι-στι-ο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πλεούμενο εξοπλισμένο με ιστία, για να κινείται με τη δύναμη του ανέμου: (ΙΣΤ.) πολεμικό ~. Πβ. ιστιοπλοϊκό. Βλ. γαλέρα, καταμαράν, κότερο, μπρατσέρα, μπρίκι2.|| (κ. ως επίθ.) ~ σκάφος. [< πβ. μτγν. ἱστιοφόρος, γαλλ. voilier] | |
| 21700 | ιστιοφόρος | , ος, ο [ἱστιοφόρος] ι-στι-ο-φό-ρος επίθ.: ΝΑΥΤ. που σχετίζεται με τα ιστιοφόρα: ~ος: ναυτιλία. Βλ. -φόρος. [< μτγν. ἱστιοφόρος] | |
| 21701 | ιστο- | : (επιστ.) α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε ιστό ή συνήθ. ιστούς: (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~καλλιέργεια/~λογία.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~γραφία. | |
| 21702 | ιστόγραμμα | [ἱστόγραμμα] ι-στό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. γράφημα που απεικονίζει την κατανομή συχνότητας μέσω της χρήσης ορθογώνιων παραλληλογράμμων σε σύστημα κάθετων αξόνων. Βλ. διά-, ραβδό-γραμμα. [< αγγλ. histogram, γαλλ. histogramme, 1956] | |
| 21703 | ιστογραφία | [ἱστογραφία] ι-στο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. δικτυογραφία. | |
| 21704 | ιστοεξερεύνηση | [ἱστοεξερεύνηση] ι-στο-ε-ξε-ρεύ-νη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ.-ΠΛΗΡΟΦ. μέθοδος διδασκαλίας κατά την οποία ο εκπαιδευτικός παροτρύνει τους μαθητές να διαβάζουν, να αναλύουν και να συνδυάζουν πληροφορίες από το διαδίκτυο για την επίτευξη διδακτικών στόχων: ~ για το μάθημα της ιστορίας. Βλ. πλοήγηση. [< αγγλ. WebQuest, 1995] | |
| 21705 | ιστοημερολόγιο | [ἱστοημερολόγιο] ι-στο-η-με-ρο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (σπάν.): ΔΙΑΔΙΚΤ. μπλογκ. ΣΥΝ. διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ημερολόγιο, ιστολόγιο | |
| 21706 | ιστοθέση | [ἱστοθέση] ι-στο-θέ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός τόπος/χώρος. ΣΥΝ. ιστότοπος, ιστοχώρος | |
| 21707 | ιστοκαλλιέργεια | [ἱστοκαλλιέργεια] ι-στο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. τεχνική διατήρησης και ανάπτυξης ιστών ή οργάνων σε δοκιμαστικό σωλήνα ή θρεπτικό μέσο για ερευνητικούς, διαγνωστικούς σκοπούς: φυτική ~ (: για τη γενετική βελτίωση φυτών). Βλ. κυτταροκαλλιέργεια. [< αγγλ. tissue culture, 1912] | |
| 21708 | ιστοκάμερα | [ἱστοκάμερα] ι-στο-κά-με-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ψηφιακή κάμερα που συνδέεται σε υπολογιστή για την προβολή εικόνων στο διαδίκτυο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. webcam, 1994, γαλλ. ~, 1999] | |
| 21709 | ιστολογία | [ἱστολογία] ι-στο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη μικροσκοπική δομή των φυτικών και ζωικών ιστών: εργαστήριο ~ας-εμβρυολογίας. Βλ. κυτταρολογία, -λογία. [< γαλλ. histologie, αγγλ. histology] | |
| 21710 | ιστολογικός | , ή, ό [ἱστολογικός] ι-στο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ιστολογία ή τους οργανικούς ιστούς: ~ός: τύπος (όγκου). ~ή: διάγνωση/εικόνα. ~ές: εξετάσεις. ~ά: ευρήματα. Βλ. κυτταρολογικός. [< γαλλ. histologique , αγγλ. histological] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ