| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21675 | ισραηλινός | , ή, ό [ἰσραηλινός] ισ-ρα-η-λι-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Ισραήλ ή/και τους Ισραηλινούς. | |
| 21676 | Ισραηλινός, Ισραηλινή | [Ἰσραηλινός] Ισ-ρα-η-λι-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Ισραήλ ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει την ισραηλινή υπηκοότητα. | |
| 21677 | Ισραηλίτης, Ισραηλίτισσα | [Ἰσραηλίτης] Ισ-ρα-η-λί-της επίθ./ουσ.: Εβραίος, Εβραία. ΣΥΝ. Ιουδαίος, Ιουδαία [< μτγν. Ἰσραηλίτης] | |
| 21678 | ισραηλιτικός | , ή, ό [ἰσραηλιτικός] ισ-ρα-η-λι-τι-κός επίθ. & (προφ.) ισραηλίτικος: που σχετίζεται με το Ισραήλ ή/και τους Ισραηλίτες. Πβ. εβραϊκός, ιουδαϊκός. [< μτγν. ἰσραηλιτικός] | |
| 21680 | ιστάμενος | , η, ο [ἱστάμενος] ι-στά-με-νος επίθ. (επίσ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: υψηλά ιστάμενος {συνήθ. στον πληθ.}: που κατέχει ανώτερη θέση σε κλίμακα ιεραρχίας: ~ ~ αξιωματούχος. ~ ~η πηγή (της κυβέρνησης). ~ ~οι παράγοντες (του υπουργείου). ~ ~α πρόσωπα/στελέχη. Πβ. ιθύνοντες, οι τα πρώτα φέροντες, τα ψηλά καπέλα. [< μτχ. παθητ. ενεστ. του ρ. ἵστημι] | |
| 21681 | ισταμίνη | [ἱσταμίνη] ι-στα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αμίνη (σύμβ. C5H9N3) που παράγεται από την ιστιδίνη προκαλεί την έκκριση γαστρικών υγρών και απελευθερώνεται από τους ιστούς σε συνθήκες στρες, αλλεργικού σοκ ή μόλυνσης. Βλ. αντιισταμινικό, -ίνη. [< γαλλ. histamine, 1919, αγγλ. ~, 1913] | |
| 21686 | ιστιδίνη | [ἱστιδίνη] ι-στι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. βασικό αμινοξύ (σύμβ. C6H9N3O2), συστατικό της σφαιρίνης, που απαντά σε πολλούς ζωικούς και φυτικούς ιστούς. Βλ. ισταμίνη, -ίνη. [< γερμ. Histidin, αγγλ.-γαλλ. histidine] | |
| 21687 | ιστικός | , ή, ό [ἱστικός] ι-στι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τους ιστούς: ~ός: ενεργοποιητής. ~ή: αναγέννηση. ~ό: αντιγόνο/μόσχευμα (βλ. ιστοσυμβατός). ~ές: ορμόνες (βλ. ισταμίνη). [< γαλλ. tissulaire] | |
| 21691 | ιστίο | [ἱστίο] ι-στί-ο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πανί που τοποθετείται στο κατάρτι ιστιοπλοϊκού συνήθ. σκάφους, για να κινείται με τη δύναμη του ανέμου. Πβ. άρμενα. Βλ. προΐστιο. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλιακό ιστίο: ΦΥΣ.-ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα προώθησης διαστημικών σκαφών που επιτυγχάνεται με την πίεση της ηλιακής ακτινοβολίας κατά την αντανάκλαση των φωτονίων πάνω σε έναν τεράστιο καθρέφτη. [< αγγλ. solar sail, 1958] [< αρχ. ἱστίον] | |
| 21692 | ιστιο- | & ιστιό-: το ουσιαστικό ιστίο ως α' συνθετικό λέξεων: ιστιο-δρομία/~πλοΐα/~σανίδα/~φόρο. | |
| 21693 | ιστιοδρομία | [ἱστιοδρομία] ι-στι-ο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. αγώνας ταχύτητας στον οποίο συμμετέχουν ιστιοφόρα σκάφη: ~ες όρτσα-πρίμα. Πβ. ιστιοπλοΐα, ρεγκάτα. Βλ. -δρομία. [< πβ. αρχ. ἱστιοδρομῶ ‘τρέχω με ανοιγμένα τα πανιά’, γαλλ. voile] | |
| 21694 | ιστιοκύτταρα | [ἱστιοκύτταρα] ι-στι-ο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ελεύθερα μακροφάγα του συνδετικού ιστού που συμβάλλουν στην καταπολέμηση των λοιμώξεων. Βλ. λευκοκύτταρα. [< γαλλ. histiocytes, 1917, αγγλ. ~, 1924] | |
| 21695 | ιστιοπλοΐα | [ἱστιοπλοΐα] ι-στι-ο-πλο-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. πλεύση με ιστιοφόρο: ~ ανοιχτής θαλάσσης. Το (ολυμπιακό) άθλημα της ~ας. Πβ. ιστιοδρομία. Βλ. ναυταθλητισμός, φιν, -πλοΐα. [< γαλλ. navigation à voiles, γερμ. Segel(schif)fahrt] | |
| 21696 | ιστιοπλοϊκός | , ή, ό [ἱστιοπλοϊκός] ι-στι-ο-πλο-ϊ-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την ιστιοπλοΐα: ~ός: αγώνας/όμιλος. ~ή: εβδομάδα/ομοσπονδία. ~ό: ράλι. ● Ουσ.: ιστιοπλοϊκό (το): ενν. σκάφος. Πβ. ιστιοφόρο. [< γαλλ. voilier] | |
| 21697 | ιστιοπλόος | [ἱστιοπλόος] ι-στι-ο-πλό-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής, αθλήτρια της ιστιοπλοΐας. [< γαλλ. voilier] | |
| 21698 | ιστιοσανίδα | [ἱστιοσανίδα] ι-στι-ο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. μακρόστενη σανίδα με στρογγυλεμένες ή μυτερές άκρες και ιστίο, η οποία χρησιμοποιείται για σέρφινγκ· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο άθλημα. Πβ. (γουίντ)σερφ. [< αγγλ. surfboard] | |
| 21699 | ιστιοφόρο | [ἱστιοφόρο] ι-στι-ο-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. πλεούμενο εξοπλισμένο με ιστία, για να κινείται με τη δύναμη του ανέμου: (ΙΣΤ.) πολεμικό ~. Πβ. ιστιοπλοϊκό. Βλ. γαλέρα, καταμαράν, κότερο, μπρατσέρα, μπρίκι2.|| (κ. ως επίθ.) ~ σκάφος. [< πβ. μτγν. ἱστιοφόρος, γαλλ. voilier] | |
| 21700 | ιστιοφόρος | , ος, ο [ἱστιοφόρος] ι-στι-ο-φό-ρος επίθ.: ΝΑΥΤ. που σχετίζεται με τα ιστιοφόρα: ~ος: ναυτιλία. Βλ. -φόρος. [< μτγν. ἱστιοφόρος] | |
| 21701 | ιστο- | : (επιστ.) α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε ιστό ή συνήθ. ιστούς: (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) ~καλλιέργεια/~λογία.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~γραφία. | |
| 21702 | ιστόγραμμα | [ἱστόγραμμα] ι-στό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. γράφημα που απεικονίζει την κατανομή συχνότητας μέσω της χρήσης ορθογώνιων παραλληλογράμμων σε σύστημα κάθετων αξόνων. Βλ. διά-, ραβδό-γραμμα. [< αγγλ. histogram, γαλλ. histogramme, 1956] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ