| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21711 | ιστολόγιο | [ἱστολόγιο] ι-στο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. μπλογκ: προσωπικό ~. ΣΥΝ. διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ημερολόγιο, ιστοημερολόγιο | |
| 21712 | ιστολόγος | [ἱστολόγος] ι-στο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επιστήμονας με ειδίκευση στην ιστολογία. Βλ. -λόγος. 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. (επίσ.) μπλόγκερ. | |
| 21713 | ιστόνη | [ἱστόνη] ι-στό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη πλούσια σε βασικά αμινοξέα, που βρίσκεται στον πυρήνα των ευκαρυωτικών κυττάρων και σχηματίζει δομές γύρω από τις οποίες τυλίγεται το μόριο του DNA με τη μορφή έλικα. Βλ. -όνη. [< γερμ. Histon, αγγλ. histone, γαλλ. ~, 1904, αρχ. ἱστός] | |
| 21714 | ιστοπαθολογία | [ἱστοπαθολογία] ι-στο-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μικροσκοπική εξέταση ιστού για την ανεύρεση παθολογικών αλλοιώσεων. [< αγγλ. histopathology, γαλλ. histopathologie] | |
| 21715 | ιστοπαθολογικός | , ή, ό [ἱστοπαθολογικός] ι-στο-πα-θο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ιστοπαθολογία: ~ό: υλικό. ~ές: αλλοιώσεις. ~ά: ευρήματα. [< αγγλ. histopathologic(al), γαλλ. histopathologique] | |
| 21716 | ιστόρημα | [ἱστόρημα] ι-στό-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {ιστορήμ-ατα}: αφήγηση ιστορικών ή φανταστικών γεγονότων: μύθοι και ~ατα. Βλ. αφήγημα, διήγημα. [< μτγν. ἱστόρημα] | |
| 21717 | ιστορημένος | , η, ο [ἱστορημένος] ι-στο-ρη-μέ-νος επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που έχει διακοσμηθεί με θέματα από τη θρησκευτική παράδοση: ~ος: ναός (πβ. αγιο-, εικονο-γραφημένος). ~α: χειρόγραφα. ΑΝΤ. ανιστόρητος (2) ● βλ. ιστορώ [<μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἱστορῶ, γαλλ. historié] | |
| 21718 | ιστόρηση | [ἱστόρηση] ι-στό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική διακόσμηση με θέματα από τη θρησκευτική παράδοση: ~ εικόνων/ναών/χειρογράφων. Πβ. αγιο-, εικονο-γράφηση. 2. αφήγηση, εξιστόρηση. Πβ. διήγηση. [< μεσν. ιστόρησις] | |
| 21719 | ιστορία | [ἱστορία] ι-στο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. {σπάν. στον πληθ.} το σύνολο των γεγονότων, ιδ. αυτών που θεωρούνται αξιομνημόνευτα και συνθέτουν την εξελικτική πορεία λαού, πολιτισμού, ευρύτερης περιοχής· η γνώση και η διήγησή τους: γενική/παγκόσμια/τοπική ~. Προφορική ~ (: δίνει βάρος στην ανασυγκρότηση της μνήμης, δημόσιας και ιδιωτικής). Αρχαία/μεσαιωνική/νεότερη/σύγχρονη ~. Κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/πολιτιστική ~. Η ελληνική ~. Η ~ της ανθρωπότητας. Τα διδάγματα/τα πρόσωπα/ο ρους της ~ας. Η ~ διδάσκει. Η σωστή πλευρά της ~ας. Βλ. ιστοριογραφία, μικροϊστορία.|| (ΘΡΗΣΚ.) Η Ιερά ~.|| Στα κείμενά του περιπλέκεται η ~ με τον μύθο. || Χώρα με μακρά, πλούσια ιστορία. Πβ. προϊστορία. 2. ΙΣΤ. {κ. με κεφαλ. το αρχικό Ι} η επιστήμη που μελετά το παρελθόν με βάση έγκυρες μαρτυρίες· το σχετικό βιβλίο και μάθημα: μέθοδοι/πηγές της ~ας. Καθηγητής της βυζαντινής ~ας (πβ. ιστορικός). Βλ. αρχαιολογία.|| Αγόρασα την ~ της ...|| Τι βαθμό πήρες στην ~; 3. {σπάν. στον πληθ.} επιστημονική παρουσίαση ιστορικών συμβάντων ή εξελίξεων σε έναν τομέα με χρονολογική σειρά: ~ της ελληνικής γλώσσας. Η γεωλογική ~ του νησιού.|| (με κεφαλ. το αρχικό Ι) ~ των Επιστημών/της Λογοτεχνίας/της Τέχνης. 4. προφορική ή γραπτή αφήγηση πραγματικών ή φανταστικών συμβάντων: αστεία/αστυνομική/ερωτική/πλαστή/ρομαντική ~. ~ αγάπης/τρόμου. Η πλοκή της ~ας. Γράφω/διηγούμαι μια αληθινή ~. Πού να σου λέω τώρα, είναι ολόκληρη ~. Η ~ εκτυλίσσεται στο ... Ατέλειωτες ~ες καθημερινής τρέλας. ~ες για γέλια και για κλάματα. Έχω ακούσει ένα σωρό ~ες για το ... Πβ. θρύλος, παραμύθι. Βλ. χρονικό.|| Η ~ μιας ταινίας (= υπόθεση, πβ. στόρι, βλ. σενάριο). 5. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) δυσάρεστη περιπέτεια, πρόβλημα: Είχε ~ες με την αστυνομία/τον γείτονα/την εφορία/μια κοπελίτσα (πβ. έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα). Τελευταία μου κάνει ~ες (: μου δημιουργεί δυσκολίες). Όλη αυτή η ~ μου κόστισε ακριβά. Είναι ολόκληρη ~ να φτιάξεις το αυτοκίνητο (πβ. ταλαιπωρία). Τόσα χρόνια η γνωστή/ίδια ~. 6. ιστορικοί χρόνοι. Βλ. προϊστορία. ● Υποκ.: ιστοριούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορία επιτυχίας: για πρόσωπο ή εταιρεία με λαμπρά επιτεύγματα που αποφέρουν κέρδη και φήμη. [< αγγλ. success story], παλιά ιστορία: γεγονός παλιό ή/και ξεχασμένο., το τέλος της ιστορίας: ΠΟΛΙΤ.-ΟΙΚΟΝ. θεωρία που υποστηρίζει ότι με την επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του παγκόσμιου καπιταλισμού η διαλεκτική που έθρεψε τους πολέμους και τις επαναστάσεις σταματά ελλείψει αντιπάλων. [< αγγλ. The End of History, 1989] , διηγήματα/ιστορία/ταινία μυστηρίου βλ. μυστήριο, πονεμένη ιστορία βλ. πονεμένος, το χρονοντούλαπο της Ιστορίας βλ. χρονοντούλαπο, φυσική ιστορία βλ. φυσικός ● ΦΡ.: ανήκει στην ιστορία/αποτελεί ιστορία 1. (μτφ., για πρόσ., γεγονός, κατάσταση) είναι ξεχασμένος, ξεπερασμένος, δεν προκαλεί πια το ενδιαφέρον: Το παιχνίδι/τουρνουά ~ ~. Ό,τι έγινε ~ ~. 2. (για πρόσ., μνημείο, γεγονός) είναι μέρος του ιστορικού παρελθόντος: Κτίριο που ανήκει στην ~ της πόλης. Ανήκουν στην ~ του τόπου., ανοίγω ιστορίες (προφ.): δημιουργώ προβλήματα, εμπλέκομαι σε μια υπόθεση, αρχίζω δοσοληψίες με κάποιον: Μην ~εις ~, άσε να ξεχαστεί το πράγμα! Δεν θέλω να ~ξω ~ μαζί του., αυτό είναι μια άλλη ιστορία (προφ.): λέγεται όταν κάποιος δεν θέλει να μιλήσει για ένα θέμα, το οποίο αναφέρει παρεμπιπτόντως: Μετά, βέβαια, θα μετανιώσει, αλλά ~ ~ (= δεν θα το συζητήσουμε τώρα). [< αγγλ. that ΄s another story] , γράφει/έγραψε/θα γράψει ιστορία & (σπάν.) εποποιία/έπος (μτφ.): για διάκριση σε κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο: Έγραψε ~ στην οικονομική πολιτική/στον παγκόσμιο αθλητισμό. Προσωπικότητα διεθνούς ακτινοβολίας που με το έργο της γράφει ~. Έγραψε τη δική του εποποιία ως προπονητής. Πβ. μεγαλουργώ.|| Η παράσταση θα γράψει ~. ΣΥΝ. άφησε/θα αφήσει εποχή, έτσι για την ιστορία (προφ.): απλώς και μόνο για να ειπωθεί κάτι: ~ ~, να αναφέρω/θυμίσω ότι ..., η ιστορία επαναλαμβάνεται: για γεγονότα ή πράξεις που εμφανίζονται ξανά, συνήθ. με μικρές παραλλαγές ή αποκλίσεις: Δυστυχώς/να λοιπόν που ~ ~ (ως τραγωδία/φάρσα). Πβ. (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί., η ιστορία θα κρίνει: θα αποδειχθεί στο μέλλον: ~ ~, αν έκανε σωστά ή λάθος. Πβ. θα δείξει., η ιστορία της ζωής μου: τα περιστατικά του βίου μου: Γράφω/διηγούμαι/λέω την ~ ~ (πβ. αυτοβιογραφούμαι).|| (μτφ.-ειρων.) Ο κάθε παλαβός έρχεται και λέει την ~ ~ του (: φλυαρεί για άσχετα πράγματα)., περνά/μένει/μπαίνει στην ιστορία {συνήθ. στον αόρ.} (μτφ.) 1. καθιερώνεται στην ιστορία, συνήθ. με συγκεκριμένη ιδιότητα: Πέρασε ~ ως η πρώτη Ελληνίδα που ... Οι περισσότερες ταινίες του έμειναν ~ του κινηματογράφου. Το έργο του έχει μείνει αθάνατο και το όνομά του μπήκε ~. Πβ. άφησε εποχή. 2. για κάτι που ανήκει στο παρελθόν ή σπανιότ. για σημαντικό πρόσωπο που πέθανε: Η δραχμή πέρασε ~., τα υπόλοιπα είναι ιστορία (προφ.): τα γεγονότα που ακολουθούν είναι γνωστά ή προβλέψιμα, συνεπώς δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα άλλο: Τους είπα την ιδέα μου, τους άρεσε και ~ ~., το παίζει ιστορία (αργκό): έχει υπεροπτική ή επιδεικτικά αδιάφορη συμπεριφορά προς τους άλλους: ~ ~ με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Έχει καβαλήσει το καλάμι και μας ~ ~. ΣΥΝ. κάνει/παριστάνει τον καμπόσο, ιστορίες για αγρίους βλ. άγριος, στις δέλτους της ιστορίας βλ. δέλτος, το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας βλ. υπόθεση [< αρχ. ἱστορία 4,5: γαλλ. histoire, γερμ. Historie, αγγλ. history] | |
| 21720 | ιστορικισμός | [ἱστορικισμός] ι-στο-ρι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που τονίζει τη σημασία της ίδιας της ιστορίας στην ερμηνεία των γεγονότων, τα οποία καθορίζονται από υπέρτερους νόμους και όχι από την ανθρώπινη επέμβαση. Βλ. ιστορισμός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. χρήση στοιχείων παλαιότερων ρυθμών σε σύγχρονα έργα τέχνης: ~ στην αρχιτεκτονική. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. historicisme, 1908, αγγλ. historicism] | |
| 21721 | ιστορικό | [ἱστορικό] ι-στο-ρι-κό ουσ. (ουδ.): αναφορά, παράθεση ή και καταγραφή με χρονολογική σειρά της εξελικτικής πορείας φορέα, συμβάντων, καταστάσεων: το ~ της εταιρείας/της Μονής/του συλλόγου/του σχολείου. Το ~ της διαμάχης/της ίδρυσης (του Μουσείου)/της υπόθεσης. Σύντομο ~ των ερευνών. Πβ. χρονικό.|| (ΙΑΤΡ.) Ατομικό/κλινικό/οικογενειακό ~. Το ~ του ασθενούς. Αρνητικό/θετικό ~ κακοήθειας. Αιφνίδιος θάνατος χωρίς προηγούμενο ~ στεφανιαίας νόσου. [< ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. ιστορικός, γαλλ. historique] | |
| 21722 | ιστορικός | [ἱστορικός] ι-στο-ρι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης την Ιστορία· ειδικότ. καθηγητής Ιστορίας: Ο ~ του μέλλοντος. ~ του θεάτρου/των ιδεών/του Νέου Ελληνισμού. 2. ιστοριογράφος: αντικειμενικός ~. Ο ~ του Πελοποννησιακού Πολέμου (= ο Θουκυδίδης). Βλ. χρονικογράφος. [< αρχ. ἱστορικός, γερμ. Historiker, γαλλ. historien, αγγλ. historian] | |
| 21723 | ιστορικός | , ή, ό [ἱστορικός] ι-στο-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην ιστορία ως βιωμένο, πραγματικό παρελθόν ή ως επιστήμη: ~ός: λόγος/ρόλος/χρόνος. ~ή: αλήθεια/αναδρομή/ανακρίβεια/ανάλυση/ανασκόπηση/αξία/αποτίμηση/αφήγηση/βιβλιοθήκη/γνώση/διαδρομή/εμπειρία/εξέλιξη/επέτειος/έρευνα/θεώρηση/κληρονομιά/μαρτυρία/μέθοδος/μελέτη/μνήμη/παραχάραξη/περίοδος/πορεία/πραγματικότητα/σκέψη/συγκυρία/συνείδηση/συνέχεια/τάση/ταυτότητα/ύπαρξη. ~ό: αρχείο/αφιέρωμα/βιβλίο/κείμενο/λεύκωμα/μουσείο/τεκμήριο. ~ές: αναφορές/έννοιες/περιπέτειες/πηγές/σπουδές/συνθήκες. ~ά: δεδομένα/στοιχεία. Βλ. αντι~, προϊστορικός. 2. πολύ σημαντικός, που μένει στην ιστορία: ~ός: ηγέτης. ~ή: απόφαση/δίκη/ευκαιρία/μάχη/νίκη/συμφωνία/συνάντηση/συνεργασία/φράση/φυσιογνωμία. ~ό: επίπεδο/ρεκόρ. ~ή χαρακτήρισε τη σημερινή μέρα ο ... Γεγονός ~ής σημασίας. Πβ. αξιομνημόνευτος. Βλ. κοσμοϊστορικός. 3. που συνδέεται με σημαντικά γεγονότα του παρελθόντος ή που έχει μακρόχρονη ιστορία, γι' αυτό και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: ~ός: οικισμός/τόπος/χώρος. ~ή: γέφυρα/έδρα (δήμου)/οικογένεια/πόλη. ~ό: κειμήλιο/κτίριο/μνημείο. 4. που απεικονίζει, περιγράφει ή αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα ή σε μια συγκεκριμένη περίοδο του παρελθόντος: (ΦΙΛΟΛ.) ~ή: λογοτεχνία. ~ό: δράμα/έπος/μυθιστόρημα. ~ά: δημοτικά τραγούδια. ~ή αναπαράσταση μιας εποχής.|| ~ή: ταινία. ~ό: ντοκιμαντέρ. 5. που πραγματικά υπήρξε ή συνέβη στο παρελθόν, σε αντιδιαστολή με πρόσωπο ή πράγμα που ανήκει στον μύθο ή τη θρησκευτική παράδοση: ο ~ Ιησούς. Η ~ή Τροία. Πβ. θρυλ-, πραγματ-ικός, υπαρκτός. ANT. μυθ-, μυθολογ-ικός, πλαστός, φανταστικός. 6. (συνήθ. για επιστήμη) που εξετάζει κάποιο φαινόμενο στην εξέλιξή του μέσα στον χρόνο ή λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εμφανίστηκε: ~ή: ανθρωπολογία/γεωγραφία/γεωλογία/γλωσσολογία/γραμματική/δημογραφία/κοινωνιολογία/χαρτογραφία. Πολιτισμική-~ή ψυχολογία. ~ό: λεξικό. Πβ. διαχρονικός. ANT. συγχρονικός. Βλ. αν~.|| ~ή: γραφή/ορθογραφία (: με βάση την ετυμολογική προέλευση των λέξεων). ● επίρρ.: ιστορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορική στιγμή 1. (ιστορικό) ορόσημο: Η ανανέωση της συμφωνίας αποτελεί/είναι/σηματοδοτεί αναμφίβολα μία μεγάλη ~ ~. Η αποστολή έζησε ~ές ~ές. 2. (γενικότ.) χρονική περίσταση, συγκυρία: δύσκολη/κρίσιμη ~ ~. Σε δεδομένη/συγκεκριμένη ~ ~. H διακοπή των διαπραγματεύσεων αποφασίστηκε την πιο ακατάλληλη ~ ~., ιστορικοί χρόνοι 1. η περίοδος για την οποία υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες, σε αντιδιαστολή με τους προϊστορικούς χρόνους: Τα παλαιότερα ευρήματα στην περιοχή ανάγονται στους πρώιμους/πρώτους ~ούς ~ους. ΣΥΝ. ιστορία (6) 2. ΓΡΑΜΜ. οι χρόνοι του ρήματος που αναφέρονται στο παρελθόν, ο παρατατικός, ο αόριστος και ο υπερσυντέλικος. ΑΝΤ. αρκτικοί χρόνοι, ιστορικό κέντρο βλ. κέντρο, ιστορικός ενεστώτας βλ. ενεστώτας, ιστορικός υλισμός βλ. υλισμός [< 1,2: αρχ. ἱστορικός 3,4,5,6: γαλλ. historique, γερμ. historisch, αγγλ. historic(al)] | |
| 21724 | ιστορικοσυγκριτικός | , ή, ό [ἱστορικοσυγκριτικός] ι-στο-ρι-κο-συ-γκρι-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία: ~ή: γραμματική/μέθοδος/προσέγγιση. Πβ. διαχρονικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία: κλάδος που μελετά τις εθνικές γλώσσες διαχρονικά και σε σχέση με την προέλευσή τους, την ιστορία τους και τις μεταξύ τους σχέσεις. [< γερμ. historisch-vergleichende (Methode)] | |
| 21725 | ιστορικότητα | [ἱστορικότητα] ι-στο-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα προσώπου, πράγματος ή γεγονότος που έχει ιστορική και διαχρονική αξία και κατ' επέκτ. αποτελεί πραγματικότητα και όχι νοητικό κατασκεύασμα: ~ εγγράφου/έργου/στοιχείων (πβ. αυθεντικ-, γνησι-ότητα). Αμφισβήτηση της ~ας. Βλ. αν~, διαχρονικότητα. [< γαλλ. historicité, αγγλ. historicity, historicalness] | |
| 21726 | ιστοριογραφία | [ἱστοριογραφία] ι-στο-ρι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. -ΦΙΛΟΛ. συγγραφή ιστορικών γεγονότων και συνεκδ. το σύνολο των έργων που καταγράφουν την ιστορία μιας εποχής, ενός τόπου: βυζαντινή/λατινική/σύγχρονη ~. Εθνικές ~ες. Βλ. -γραφία. [< μτγν. ἱστοριογραφία, γαλλ. historiographie , αγγλ. historiography] | |
| 21727 | ιστοριογραφικός | , ή, ό [ἱστοριογραφικός] ι-στο-ρι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΣΤ. -ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με την ιστοριογραφία ή τον ιστοριογράφο: ~ή: επιστήμη/έρευνα. ~ό: έργο/υλικό. [< μτγν. ἱστοριογραφικός, γαλλ. historiographique, αγγλ. historiographic] | |
| 21728 | ιστοριογράφος | [ἱστοριογράφος] ι-στο-ρι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): συγγραφέας ιστορικών γεγονότων: εθνικός/επίσημος ~ (μιας εποχής/χώρας). Βλ. -γράφος, χρονικογράφος. ΣΥΝ. ιστορικός (2) [< μτγν. ἱστοριογράφος, γαλλ. historiographe, αγγλ. historiographer] | |
| 21729 | ιστοριοδίφης | [ἱστοριοδίφης] ι-στο-ρι-ο-δί-φης ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται με τη συστηματική και σε βάθος έρευνα και μελέτη των ιστορικών πηγών: ερασιτέχνης ~. ~-λαογράφος. Βλ. αρχειοθέτης, παλαιογράφος, φυσιοδίφης. | |
| 21730 | ιστορισμός | [ἱστορισμός] ι-στο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων βάσει των δεδομένων ιστορικών συνθηκών: δημιουργικός/υπαρξιακός ~. Βλ. ιστορικισμός. [< γερμ. Historismus, γαλλ. historisme, 1937] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ