Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22480-22500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21731ιστορώ[ἱστορῶ] ι-στο-ρώ ρ. (μτβ.) {ιστορ-είς ..., -ώντας | ιστόρ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. διακοσμώ με θέματα από τη θρησκευτική παράδοση: ~ησε εικόνες του Χριστού και της Θεοτόκου. Ο ναός ~ήθηκε με θαυμάσιες τοιχογραφίες. Πβ. αγιο-, εικονο-γραφώ.|| Στο αέτωμα του ναού ~είται η γέννηση της Αθηνάς. 2. εξιστορώ, αφηγούμαι: Στο έργο του ~εί τη μάχη του ... (απρόσ.) ~είται ότι την εποχή της ... ΣΥΝ. ανιστορώ (1) ● βλ. ιστορημένος [< αρχ. ἱστορῶ ‘ερευνώ, εξετάζω, περιγράφω’, γαλλ. historier]
21733ιστός[ἱστός] ι-στός ουσ. (αρσ.) 1. ΝΑΥΤ. κατάρτι: μέγας (βλ. μαΐστρα)/πρυμναίος ~. ~ πλοίου. Στήλη ~ού. ΣΥΝ. άλμπουρο 2. μακριά ράβδος για τη στήριξη ή ανύψωση αντικειμένων: ~ αλουμινίου. ~ σημαίας (= κοντάρι, κοντός). ~ φωτισμού. Βάση/κορυφή ~ού. Βλ. κολόνα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Τηλεσκοπικός ~. ~ (τηλεοπτικής) κεραίας. Ενισχυτής/μίκτης ~ού. Πύργοι και δικτυωτοί ~οί (= πυλώνες) από σίδηρο ή χάλυβα. 3. λεπτό πλέγμα με δικτυωτή μορφή: ο ~ της αράχνης.|| (μτφ.) Τον τύλιξε στον ~ό της γοητείας της. Πιάστηκε στον ~ό της απάτης. Πβ. δίχτυ, παγίδα. 4. (μτφ.) τρόπος σύνδεσης και ανάπτυξης των τμημάτων καλλιτεχνικού έργου, η δομή του: συνεκτικός ~. Ο αφηγηματικός ~ ενός μυθιστορήματος/μιας ταινίας. 5. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. άθροισμα κυττάρων με παρόμοια μορφολογία που εκτελούν από κοινού ειδικές λειτουργίες: αδενικός/διάμεσος/επιθηλιακός/ερειστικός/ζωικός/ινώδης/κοκκιώδης/μυϊκός/νευρικός (= λευκή ουσία νωτιαίου μυελού, φαιά ουσία)/ουλώδης/σωματικός/υποδόριος (= υπόδερμα)/χονδρικός ~. Καλλιέργεια ~ού. Μαλακοί ~οί. Δωρεά/μεταμοσχεύσεις ~ών και οργάνων.|| Φυτικός ~. ~ βοοειδών. 6. (μτφ.) οργανωμένο σύνολο δομικών στοιχείων με κοινές λειτουργίες: οικιστικός/οικονομικός/πολεοδομικός ~ μιας πόλης. Πβ. δίκτυο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός ιστός 1. το σύνολο των δομών μιας κοινωνίας που χαρακτηρίζονται από συνοχή: ο ~ ~ μιας χώρας. Διάρρηξη του ~ού ~ού. Δημιουργία ενός ~ού ~ού ασφάλειας. 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.-ΔΙΑΔΙΚΤ. ο τρόπος κοινωνικοποίησης και αλληλεπίδρασης των ανθρώπων μέσω του παγκόσμιου ιστού. [< 2: αγγλ. social web] , παγκόσμιος ιστός & (προφ.) ιστός & (σπάν.) δικτυακός ιστός: ΔΙΑΔΙΚΤ. υπηρεσία του διαδικτύου, σειρά ιστοσελίδων από όλο τον κόσμο που συνδέονται μεταξύ τους και περιλαμβάνουν κείμενα, γραφικά, ήχο και βίντεο: εξυπηρετητής ~ου ~ού.|| Εκπαιδευτικός Δικτυακός Ιστός. Βλ. υπερ-κείμενο, -μέσα. [< αμερικ. World Wide Web (www), 1990] , σημασιολογικός ιστός: ΔΙΑΔΙΚΤ. προέκταση του παγκόσμιου ιστού, που επιτρέπει την καλύτερη αλληλεπίδραση ηλεκτρονικών υπολογιστών και ανθρώπων. [< αγγλ. semantic web] , υφαντικός ιστός (παλαιότ.): ΛΑΟΓΡ. αργαλειός ή το ύφασμα που υφαίνεται με αυτόν., αγωγός ιστός βλ. αγωγός, ακάτιος ιστός βλ. ακάτιος, ελαστικός ιστός βλ. ελαστικός, λιπώδης ιστός βλ. λιπώδης, οστίτης ιστός βλ. οστίτης, συνδετικός ιστός βλ. συνδετικός, φυλλομετρητής ιστοσελίδων βλ. φυλλομετρητής ● ΦΡ.: ο ιστός της Πηνελόπης (μτφ.): έργο που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, είναι μάταιο και δεν φέρνει αποτέλεσμα. Βλ. πίθος των Δαναΐδων. [< 1,2,3,4: αρχ. ἱστός 5,6: γαλλ. tissu]
21736ιστοσελίδα[ἱστοσελίδα] ι-στο-σε-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. είδος εγγράφου το οποίο διατίθεται από τον παγκόσμιο ιστό, περιέχει πληροφορίες με τη μορφή κειμένου, εικόνας ή και ήχου και είναι προσπελάσιμο μέσω συγκεκριμένης ηλεκτρονικής διεύθυνσης· συνεκδ. διαδικτυακός τόπος: (αν)επίσημη/επαγγελματική/προσωπική ~. Διαχείριση/επικαιροποίηση/επισκεψιμότητα/πλοήγηση/σχεδιασμός/χρήστες ~ας. Κατασκευή/σχεδιαστής ~ων. Πβ. σάιτ, σελίδα. Βλ. υπερκείμενο. ● ΣΥΜΠΛ.: διαχειριστής ιστοσελίδας βλ. διαχειριστής, χάρτης ιστότοπου/ιστοσελίδας/ιστοχώρου βλ. χάρτης [< αμερικ. web page, 1993]
21737ιστοσυμβατός, ή, ό [ἱστοσυμβατός] ι-στο-συμ-βα-τός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που χαρακτηρίζεται από ιστοσυμβατότητα: ~ός: δότης. ~ά: έμβρυα/κύτταρα/μοσχεύματα/υλικά. Βλ. βιοσυμβατός. [< αγγλ. histocompatible, 1964, γαλλ. ~]
21738ιστοσυμβατότητα[ἱστοσυμβατότητα] ι-στο-συμ-βα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του οργανισμού να αποδέχεται όργανο ή ιστό μετά από μεταμόσχευση και να διατηρεί τις λειτουργίες του λόγω της ύπαρξης συμβατών αντιγόνων μεταξύ δότη και λήπτη: έλεγχος/τεστ ~ας. Βλ. βιοσυμβατότητα. [< αγγλ. histocompatibility, 1948, γαλλ. histocompatibilité, 1965]
21739ιστότοπος[ἱστότοπος] ι-στό-το-πος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός τόπος/χώρος. Βλ. -τόπος. ΣΥΝ. ιστοθέση, ιστοχώρος ● ΣΥΜΠΛ.: χάρτης ιστότοπου/ιστοσελίδας/ιστοχώρου βλ. χάρτης
21740ιστοχάρτης[ἱστοχάρτης] ι-στο-χάρ-της ουσ. (αρσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. χάρτης ιστότοπου.
21741ιστοχημεία[ἱστοχημεία] ι-στο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΧΗΜ. κλάδος της ιστολογίας που μελετά τη χημική σύσταση κυττάρων και ιστών. Βλ. ανοσο-, ανοσοϊστο-, βιο-χημεία. [< αγγλ. histochemistry, γαλλ. histochimie]
21742ιστοχημικός, ή, ό [ἱστοχημικός] ι-στο-χη-μι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΧΗΜ. που σχετίζεται με την ιστοχημεία: ~ή: μελέτη. [< αγγλ. histochemical, γαλλ. histochimique]
21743ιστοχώρος[ἱστοχῶρος] ι-στο-χώ-ρος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός τόπος/χώρος. ΣΥΝ. ιστοθέση, ιστότοπος ● ΣΥΜΠΛ.: χάρτης ιστότοπου/ιστοσελίδας/ιστοχώρου βλ. χάρτης
21746ισχαιμία[ἰσχαιμία] ι-σχαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μείωση της κυκλοφορίας του αίματος που παρατηρείται σε όργανο ή ιστό λόγω απόφραξης αρτηρίας: εγκεφαλική/οξεία/σιωπηρή (: χωρίς συμπτώματα)/στεφανιαία/τοπική/χρόνια ~. ~ των άκρων/του εντέρου/του μυοκαρδίου. Βλ. αγγειόσπασμος, -αιμία, θρόμβωση. [< γαλλ. ischémie, 1832 < νεολατ. ischaemia < αρχ. ἴσχαιμος ‘αντιαιμορραγικός’, αγγλ. ischemia, 1855]
21747ισχαιμικός, ή, ό [ἰσχαιμικός] ι-σχαι-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται σε ισχαιμία: ~ή: καρδιοπάθεια (πβ. στεφανιαία νόσος). ● ΣΥΜΠΛ.: ισχαιμικό επεισόδιο & (σπανιότ.) παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο: προσωρινή διακοπή της αιματικής ροής σε σημείο του εγκεφάλου, η οποία χαρακτηρίζεται από θόλωση της όρασης, ζαλάδα, μούδιασμα, παράλυση και αποτελεί πρόδρομο σύμπτωμα εγκεφαλικού επεισοδίου. [< αγγλ. transient ischemic attack (TIA)] [< γαλλ. ischémique, αγγλ. ischemic]
21748ισχιακός, ή, ό [ἰσχιακός] ι-σχι-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το ισχίο ή εντοπίζεται σε αυτό: ~ή: δυσπλασία/προβολή (: η εμφάνιση του ισχίου του μωρού στο στόμιο της μήτρας κατά τον τοκετό)/χώρα. ~ό: νεύρο/οστό/τρήμα. [< μτγν. ἰσχιακός, γαλλ. ischiatique, αγγλ. ischiac]
21749ισχιαλγία[ἰσχιαλγία] ι-σχι-αλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πόνος κατά μήκος του ισχιακού νεύρου: οξεία ~. ~ λόγω δισκοκήλης. Βλ. -αλγία, οσφυαλγία. [< γερμ. Ischialgie, αγγλ. ischialgia]
21750ισχίο[ἰσχίο] ι-σχί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΑΝΑΤ. γοφός: αρθρίτιδα/δυσπλασία/εξάρθρημα/κάταγμα του ~ου. Τράβηγμα στο ~. [< αρχ. ἰσχίον, γαλλ. ischion, αγγλ. ischium]
21751ισχνός, ή, ό [ἰσχνός] ι-σχνός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) πολύ μικρός σε αξία ή ποσότητα με αποτέλεσμα να μην επαρκεί: ~ός: μισθός/τζίρος. ~ό: εισόδημα. ~ά: κέρδη. ΣΥΝ. πενιχρός. ΑΝΤ. παχυλός.|| ~ή: ανάπτυξη/μειοψηφία/πλειοψηφία. ~ό: προβάδισμα πρόκρισης. ~ές: ελπίδες (= ελάχιστες). ~ά: αποτελέσματα/στοιχεία. Πβ. ανεπαρκής, λιγοστός. ΑΝΤ. επαρκής, ικανοποιητικός 2. πολύ αδύνατος: ~ό: πρόσωπο/σώμα. Πβ. αναιμ-, καχεκτ-ικός, κάτισχνος, λεπτός, λιγνός, λιπόσαρκος. ΑΝΤ. παχύς, χοντρός. 3. (μτφ.) που δεν έχει δύναμη, ισχύ: ~ή: φωνή (πβ. υποτονικός). ~ό: επιχείρημα. ΣΥΝ. αδύναμος (1) ΑΝΤ. ισχυρός (1) ● επίρρ.: ισχνά ● ΦΡ.: περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων βλ. αγελάδα [< αρχ. ἰσχνός]
21752ισχνότητα[ἰσχνότητα] ι-σχνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ισχνού: ~ του σώματος. Πβ. αδυναμία, λιποσαρκία.|| (μτφ.) Η ~ των αποδεικτικών στοιχείων. Η ~ των επιχειρημάτων (= απουσία λογικής βάσης και πειστικότητας· πβ. σαθρότητα). Πβ. ανεπάρκεια, έλλειψη, ένδεια, πενιχρότητα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. ἰσχνότης]
21753ισχύει[ἰσχύει] ι-σχύ-ει ρ. (αμτβ.) {ίσχυ-σε, ισχύ-σει, -οντας, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον}: έχει δύναμη, ισχύ, κύρος: Η προσφορά ~ για περιορισμένο αριθμό ατόμων. Η απόφαση ~ αναδρομικά από ... Ο νόμος θα ~σει (= θα εφαρμοστεί) από το νέο έτος (ΑΝΤ. ατονεί). Αυτό που λες δεν ~ απόλυτα. ● βλ. ισχύων [< αρχ. ἰσχύω]
21761ισχυι

[ἰσχύς] ι-σχύς ουσ. (θηλ.) {γεν. ισχύ-ος, αιτ. ισχ-ύ} (λόγ.) 1. δύναμη, ικανότητα άσκησης εξουσίας, ελέγχου, επιρροής: αμυντική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική/στρατιωτική ~. Επιβολή κανόνων διά της ~ος. Έχει σημαντική ~ύ στην αγορά. Πβ. πυγμή, σθεναρότητα.|| Η αποδεικτική ~ των επιχειρημάτων κάποιου.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ κρούσεως. 2. εγκυρότητα, κύρος: αναδρομική/καθολική/προσωρινή ~. ~ διαθήκης/συμβολαίου/υπουργικής απόφασης. Χρονική ~ διαβατηρίων/πιστοποιητικών. Αναστέλλω/παρατείνω την ~ύ (= διάρκεια) των μέτρων. Ανανέωση ~ος αδειών. Ο κανονισμός τίθεται εκτός ~ος. ΑΝΤ. ακυρότητα 3. ΦΥΣ. η ποσότητα ενέργειας που παράγεται ή καταναλώνεται στη μονάδα του χρόνου: ακτινοβολούμενη/ηλεκτρική/ηχητική/θερμαντική/ψυκτική ~. ~ εκπομπής/σήματος. Ονομαστική ~ γεννήτριας. Διαχείριση/μετάδοση/μονάδες (βλ. βατ, ίππος)/ποιότητα/πυκνωτές ~ος. Ηχεία/κινητήρες/συστήματα μεγάλης ~ος.|| Έκρηξη μεγάλης ~ος. ● ΣΥΜΠΛ.: θέση ισχύος: που προσδίδει πλεονέκτημα σε αυτόν που την κατέχει: Μιλάω από ~ ~. Βρίσκομαι σε ~ ~., τυπική ισχύς (νόμου) βλ. τυπικός ● ΦΡ.: (έχει) ισχύ νόμου: ισοδυναμεί με νόμο: Ειδική διάταξη που έχει ~ ~. Κανονιστικοί όροι με ~ ~. Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου κυρώνεται και αποκτά ~ ~., η ισχύς εν τη ενώσει (λόγ.): η δύναμη και η επιτυχία πηγάζουν από την ενότητα και τη συνεργασία., σε ισχύ & (λόγ.) εν ισχύι: για να δηλωθεί ότι κάτι ισχύει, είναι έγκυρο ή νόμιμο: Τα νέα μέτρα τέθηκαν ~ ~. Κοινοτική νομοθεσία ~ ~ από ..., επίδειξη δύναμης βλ. επίδειξη [< αρχ. ἰσχύς 3: αγγλ. power]

21754ισχυρίζομαι[ἰσχυρίζομαι] ι-σχυ-ρί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {ισχυρί-στηκα, ισχυριζ-όμενος}: διατυπώνω υποκειμενική, προσωπική άποψη με έντονο τρόπο, χωρίς όμως απαραίτητα να πείθω: ~ κάτι επίμονα/με πάθος/ψευδώς. Δεν ~στηκα ποτέ πως ... Αρνήθηκε τις κατηγορίες ~όμενος ότι ... Πβ. δι~, λέω. ΣΥΝ. διατείνομαι, υποστηρίζω (3) [< αρχ. ἰσχυρίζομαι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.