| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21749 | ισχιαλγία | [ἰσχιαλγία] ι-σχι-αλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πόνος κατά μήκος του ισχιακού νεύρου: οξεία ~. ~ λόγω δισκοκήλης. Βλ. -αλγία, οσφυαλγία. [< γερμ. Ischialgie, αγγλ. ischialgia] | |
| 21750 | ισχίο | [ἰσχίο] ι-σχί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΑΝΑΤ. γοφός: αρθρίτιδα/δυσπλασία/εξάρθρημα/κάταγμα του ~ου. Τράβηγμα στο ~. [< αρχ. ἰσχίον, γαλλ. ischion, αγγλ. ischium] | |
| 21751 | ισχνός | , ή, ό [ἰσχνός] ι-σχνός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) πολύ μικρός σε αξία ή ποσότητα με αποτέλεσμα να μην επαρκεί: ~ός: μισθός/τζίρος. ~ό: εισόδημα. ~ά: κέρδη. ΣΥΝ. πενιχρός. ΑΝΤ. παχυλός.|| ~ή: ανάπτυξη/μειοψηφία/πλειοψηφία. ~ό: προβάδισμα πρόκρισης. ~ές: ελπίδες (= ελάχιστες). ~ά: αποτελέσματα/στοιχεία. Πβ. ανεπαρκής, λιγοστός. ΑΝΤ. επαρκής, ικανοποιητικός 2. πολύ αδύνατος: ~ό: πρόσωπο/σώμα. Πβ. αναιμ-, καχεκτ-ικός, κάτισχνος, λεπτός, λιγνός, λιπόσαρκος. ΑΝΤ. παχύς, χοντρός. 3. (μτφ.) που δεν έχει δύναμη, ισχύ: ~ή: φωνή (πβ. υποτονικός). ~ό: επιχείρημα. ΣΥΝ. αδύναμος (1) ΑΝΤ. ισχυρός (1) ● επίρρ.: ισχνά ● ΦΡ.: περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων βλ. αγελάδα [< αρχ. ἰσχνός] | |
| 21752 | ισχνότητα | [ἰσχνότητα] ι-σχνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ισχνού: ~ του σώματος. Πβ. αδυναμία, λιποσαρκία.|| (μτφ.) Η ~ των αποδεικτικών στοιχείων. Η ~ των επιχειρημάτων (= απουσία λογικής βάσης και πειστικότητας· πβ. σαθρότητα). Πβ. ανεπάρκεια, έλλειψη, ένδεια, πενιχρότητα. Βλ. -ότητα. [< αρχ. ἰσχνότης] | |
| 21753 | ισχύει | [ἰσχύει] ι-σχύ-ει ρ. (αμτβ.) {ίσχυ-σε, ισχύ-σει, -οντας, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον}: έχει δύναμη, ισχύ, κύρος: Η προσφορά ~ για περιορισμένο αριθμό ατόμων. Η απόφαση ~ αναδρομικά από ... Ο νόμος θα ~σει (= θα εφαρμοστεί) από το νέο έτος (ΑΝΤ. ατονεί). Αυτό που λες δεν ~ απόλυτα. ● βλ. ισχύων [< αρχ. ἰσχύω] | |
| 21761 | ισχυι | [ἰσχύς] ι-σχύς ουσ. (θηλ.) {γεν. ισχύ-ος, αιτ. ισχ-ύ} (λόγ.) 1. δύναμη, ικανότητα άσκησης εξουσίας, ελέγχου, επιρροής: αμυντική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική/στρατιωτική ~. Επιβολή κανόνων διά της ~ος. Έχει σημαντική ~ύ στην αγορά. Πβ. πυγμή, σθεναρότητα.|| Η αποδεικτική ~ των επιχειρημάτων κάποιου.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ κρούσεως. 2. εγκυρότητα, κύρος: αναδρομική/καθολική/προσωρινή ~. ~ διαθήκης/συμβολαίου/υπουργικής απόφασης. Χρονική ~ διαβατηρίων/πιστοποιητικών. Αναστέλλω/παρατείνω την ~ύ (= διάρκεια) των μέτρων. Ανανέωση ~ος αδειών. Ο κανονισμός τίθεται εκτός ~ος. ΑΝΤ. ακυρότητα 3. ΦΥΣ. η ποσότητα ενέργειας που παράγεται ή καταναλώνεται στη μονάδα του χρόνου: ακτινοβολούμενη/ηλεκτρική/ηχητική/θερμαντική/ψυκτική ~. ~ εκπομπής/σήματος. Ονομαστική ~ γεννήτριας. Διαχείριση/μετάδοση/μονάδες (βλ. βατ, ίππος)/ποιότητα/πυκνωτές ~ος. Ηχεία/κινητήρες/συστήματα μεγάλης ~ος.|| Έκρηξη μεγάλης ~ος. ● ΣΥΜΠΛ.: θέση ισχύος: που προσδίδει πλεονέκτημα σε αυτόν που την κατέχει: Μιλάω από ~ ~. Βρίσκομαι σε ~ ~., τυπική ισχύς (νόμου) βλ. τυπικός ● ΦΡ.: (έχει) ισχύ νόμου: ισοδυναμεί με νόμο: Ειδική διάταξη που έχει ~ ~. Κανονιστικοί όροι με ~ ~. Η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου κυρώνεται και αποκτά ~ ~., η ισχύς εν τη ενώσει (λόγ.): η δύναμη και η επιτυχία πηγάζουν από την ενότητα και τη συνεργασία., σε ισχύ & (λόγ.) εν ισχύι: για να δηλωθεί ότι κάτι ισχύει, είναι έγκυρο ή νόμιμο: Τα νέα μέτρα τέθηκαν ~ ~. Κοινοτική νομοθεσία ~ ~ από ..., επίδειξη δύναμης βλ. επίδειξη [< αρχ. ἰσχύς 3: αγγλ. power] | |
| 21754 | ισχυρίζομαι | [ἰσχυρίζομαι] ι-σχυ-ρί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {ισχυρί-στηκα, ισχυριζ-όμενος}: διατυπώνω υποκειμενική, προσωπική άποψη με έντονο τρόπο, χωρίς όμως απαραίτητα να πείθω: ~ κάτι επίμονα/με πάθος/ψευδώς. Δεν ~στηκα ποτέ πως ... Αρνήθηκε τις κατηγορίες ~όμενος ότι ... Πβ. δι~, λέω. ΣΥΝ. διατείνομαι, υποστηρίζω (3) [< αρχ. ἰσχυρίζομαι] | |
| 21755 | ισχυρισμός | [ἰσχυρισμός] ι-σχυ-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): προσωπική, υποκειμενική γνώμη την οποία εκφράζει κάποιος έντονα, χωρίς όμως απαραίτητα να πείθει: αβάσιμος/ανακριβής/ανυπόστατος/αστήρικτος/νομικός ~. Απόδειξη/αποδόμηση/απόρριψη/διάψευση ενός ~ού. Συκοφαντικοί ~οί. Εμμένει στους ~ούς του. Πβ. άποψη, λόγος. Βλ. -ισμός. | |
| 21756 | ισχυρογνωμοσύνη | [ἰσχυρογνωμοσύνη] ι-σχυ-ρο-γνω-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ισχυρογνώμονα. Πβ. γινάτι, ξεροκεφαλιά, πείσμα. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. αδιαλλαξία [< μτγν. ἰσχυρογνωμοσύνη] | |
| 39404 | ισχυρογνώμων | , α, ικο πει-σμα-τά-ρης επίθ. {πεισματάρηδες}: (για πρόσ.) που επιμένει υπερβολικά σε κάτι: ~ικο: παιδί.|| (ως ουσ.) Οι ~ηδες δύσκολα το βάζουν κάτω. Πβ. τζόρας. ΣΥΝ. αγύριστο/ξερό/αρβανίτικο κεφάλι, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος, πείσμων [< μεσν. πεισματάρης] | |
| 21757 | ισχυρογνώμων | , ων, ον [ἰσχυρογνώμων] ι-σχυ-ρο-γνώ-μων επίθ. {ισχυρογνώμ-ονος, -ονα | -ονες} (λόγ.) & (προφ.) ισχυρογνώμονας: που υποστηρίζει με επίμονο και απόλυτο τρόπο τη γνώμη του. Πβ. ξεροκέφαλος, πεισματάρης. ΣΥΝ. αδιάλλακτος [< αρχ. ἰσχυρογνώμων] | |
| 21758 | ισχυροποίηση | [ἰσχυροποίηση] ι-σχυ-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ισχυροποιώ: ιδεολογική/οικονομική/πολιτική ~. ~ της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό/της παρουσίας της εταιρείας στην αγορά. ~ του ρόλου της ομογένειας. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. δυνάμωμα, εδραίωση, ενδυνάμωση (1), ενίσχυση (1) ΑΝΤ. εξασθένηση (1) [< μτγν. ἰσχυροποίησις] | |
| 21759 | ισχυροποιώ | [ἰσχυροποιῶ] ι-σχυ-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ισχυροποι-είς ..., -ώντας | ισχυροποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (λόγ.): καθιστώ κάποιον ή κάτι ισχυρό: ~εί τη θέση/την παρουσία/τον ρόλο του. ~ήθηκε το νόμισμα της χώρας. Μετά τις εκλογές το κόμμα βγήκε ~ημένο. Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. εδραιώνω, ενδυναμώνω (1), ενισχύω (1) ΑΝΤ. εξασθενώ (1) [< μτγν. ἰσχυροποιῶ] | |
| 21760 | ισχυρός | , ή, ό [ἰσχυρός] ι-σχυ-ρός επίθ. ΑΝΤ. ανίσχυρος 1. που διακρίνεται από ισχύ, μεγάλη δύναμη ή αντοχή, δυνατός: ~ός: δεσμός/θεσμός/οργανισμός (= ανθεκτικός. ΑΝΤ. ασθενικός). ~ή: άμυνα/αντίσταση/επιρροή/προστασία/υποψηφιότητα. ~ό: επιχείρημα (= ακλόνητο, πειστικό)/όπλο/οχυρό (= ακατανίκητο, αήττητο).|| ~ή: θέληση.|| ~ή: κερδοφορία/οικονομία (= γερή, εύρωστη)/πολιτική. ~ή: άνοδος/πτώση του δείκτη τιμών. ~ό: νόμισμα. Η εταιρεία κατέχει ~ή (= σημαντική) θέση στην αγορά.|| ~ός: υπολογιστής (: με εξαιρετική απόδοση).|| ~ή: παρουσία της Τροχαίας/στρατιωτική δύναμη (= πολυάριθμη ή και με σύγχρονο εξοπλισμό).|| (για πρόσ.) ~ός: αντίπαλος/σύμμαχος/χαρακτήρας. ~ή: προσωπικότητα. Πβ. ρωμαλέος.|| (που κατέχει θέση ισχύος ή διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε εξελίξεις και επιβάλλεται:) ~ή: κυβέρνηση. ~ό: έθνος/κράτος. Πβ. κραταιός, σθεναρός. Βλ. πανίσχυρος. ΑΝΤ. αδύναμος (1), αδύνατος (3), ασθενής 2. που χαρακτηρίζεται από ένταση ή δραστικότητα, που συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό: ~ός: άνεμος/κυκλώνας/παγετός/πόνος/σεισμός/τυφώνας. ~ή: έκρηξη/επιθυμία/καταιγίδα/πίεση. ~ό: κύμα κακοκαιρίας/μαγνητικό πεδίο/πλήγμα/ρεύμα/σοκ/χτύπημα. Πβ. έντονος, σφοδρός. ΑΝΤ. ασθενής.|| ~ή: (αντικαρκινική) ουσία (= δραστική)/δόση φαρμάκου (= υπερβολική). ~ό: δηλητήριο.|| (μτφ.) ~ή: οικονομική βοήθεια. ~ό: δέλεαρ. Η νεολαία πρέπει να έχει ~ή φωνή και αυτόνομη βούληση. 3. ΝΟΜ. που έχει εγκυρότητα από νομική άποψη: ~ός: νόμος. ~ή: διαθήκη. ΣΥΝ. έγκυρος (1) ΑΝΤ. άκυρος (1) ● Ουσ.: ισχυροί (οι): πρόσωπα ή κράτη με ηγετικό ρόλο, με πολιτική, οικονομική, στρατιωτική δύναμη: οι ~ της Γης/της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ● επίρρ.: ισχυρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: δυνατός/ισχυρός τύπος βλ. δυνατός, το ισχυρό φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: το δίκαιο του ισχυρότερου/του ισχυροτέρου βλ. δίκαιο [< αρχ. ἰσχυρός] | |
| 21762 | ισχύων | , ουσα, ον [ἰσχύων] ι-σχύ-ων επίθ. {ισχύ-οντος (θηλ. -ουσας, λογιότ. -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που εφαρμόζεται, υφίσταται ή έχει τεθεί σε ισχύ: ~ων: κανονισμός. ~ουσα: νομοθεσία. ~ον: δίκαιο/καθεστώς/νομοθετικό πλαίσιο. Το εκάστοτε ~ον επιτόκιο. Κατά παρέκκλιση των ~ουσών διατάξεων. Πβ. υπάρχων.|| (ως ουσ.) Κατ' εξαίρεση από τα ~οντα (πβ. καθιερωμένα, θέσμια). ● βλ. ισχύει [< μτχ. εν. του ρ. ἰσχύω] | |
| 21763 | ίσωμα | βλ. ίσιωμα | |
| 21764 | ισώνω | βλ. ισιώνω | |
| 21765 | ίσως | [ἴσως] ί-σως επίρρ.: είναι πιθανό: Ρώτησέ τον· ~ (να) ξέρει. ~ δεν έπρεπε να ... ~ να μη μάθουμε ποτέ τι έγινε. Είναι ~ ο πιο καλός άνθρωπος που έχω γνωρίσει. ΣΥΝ. ενδέχεται, ενδεχομένως, μπορεί, πιθανώς, τυχόν (1) ΑΝΤ. οπωσδήποτε (1), σίγουρα ● ΦΡ.: ίσως ναι, ίσως όχι: σε περιπτώσεις που δεν είμαστε σίγουροι για κάτι: Θα έρθεις; ~ ~, εξαρτάται., όταν/αν ίσως: σε περίπτωση που συμβεί κάτι, αν και θεωρείται λίγο απίθανο: Θα καταλάβει το λάθος του, όταν ~ θα είναι πολύ αργά. Αν ~ σε ρωτήσουν πού είμαι, να τους πεις ότι δεν γνωρίζεις. [< αρχ. ἴσως] | |
| 21766 | ιταλικός | , ή, ό [ἰταλικός] ι-τα-λι-κός επίθ. & (λαϊκό) ιταλιάνικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ιταλία ή/και τους Ιταλούς. ● Ουσ.: Ιταλικά (τα) & (επίσ.) Ιταλική (η): η ιταλική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< αρχ. ἰταλικός] | |
| 21767 | ιταλομαθής | , ής, ές βλ. -μαθής |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ