| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21755 | ισχυρισμός | [ἰσχυρισμός] ι-σχυ-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): προσωπική, υποκειμενική γνώμη την οποία εκφράζει κάποιος έντονα, χωρίς όμως απαραίτητα να πείθει: αβάσιμος/ανακριβής/ανυπόστατος/αστήρικτος/νομικός ~. Απόδειξη/αποδόμηση/απόρριψη/διάψευση ενός ~ού. Συκοφαντικοί ~οί. Εμμένει στους ~ούς του. Πβ. άποψη, λόγος. Βλ. -ισμός. | |
| 21756 | ισχυρογνωμοσύνη | [ἰσχυρογνωμοσύνη] ι-σχυ-ρο-γνω-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ισχυρογνώμονα. Πβ. γινάτι, ξεροκεφαλιά, πείσμα. Βλ. -οσύνη. ΣΥΝ. αδιαλλαξία [< μτγν. ἰσχυρογνωμοσύνη] | |
| 21757 | ισχυρογνώμων | , ων, ον [ἰσχυρογνώμων] ι-σχυ-ρο-γνώ-μων επίθ. {ισχυρογνώμ-ονος, -ονα | -ονες} (λόγ.) & (προφ.) ισχυρογνώμονας: που υποστηρίζει με επίμονο και απόλυτο τρόπο τη γνώμη του. Πβ. ξεροκέφαλος, πεισματάρης. ΣΥΝ. αδιάλλακτος [< αρχ. ἰσχυρογνώμων] | |
| 21758 | ισχυροποίηση | [ἰσχυροποίηση] ι-σχυ-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ισχυροποιώ: ιδεολογική/οικονομική/πολιτική ~. ~ της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό/της παρουσίας της εταιρείας στην αγορά. ~ του ρόλου της ομογένειας. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. δυνάμωμα, εδραίωση, ενδυνάμωση (1), ενίσχυση (1) ΑΝΤ. εξασθένηση (1) [< μτγν. ἰσχυροποίησις] | |
| 21759 | ισχυροποιώ | [ἰσχυροποιῶ] ι-σχυ-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ισχυροποι-είς ..., -ώντας | ισχυροποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (λόγ.): καθιστώ κάποιον ή κάτι ισχυρό: ~εί τη θέση/την παρουσία/τον ρόλο του. ~ήθηκε το νόμισμα της χώρας. Μετά τις εκλογές το κόμμα βγήκε ~ημένο. Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. εδραιώνω, ενδυναμώνω (1), ενισχύω (1) ΑΝΤ. εξασθενώ (1) [< μτγν. ἰσχυροποιῶ] | |
| 21760 | ισχυρός | , ή, ό [ἰσχυρός] ι-σχυ-ρός επίθ. ΑΝΤ. ανίσχυρος 1. που διακρίνεται από ισχύ, μεγάλη δύναμη ή αντοχή, δυνατός: ~ός: δεσμός/θεσμός/οργανισμός (= ανθεκτικός. ΑΝΤ. ασθενικός). ~ή: άμυνα/αντίσταση/επιρροή/προστασία/υποψηφιότητα. ~ό: επιχείρημα (= ακλόνητο, πειστικό)/όπλο/οχυρό (= ακατανίκητο, αήττητο).|| ~ή: θέληση.|| ~ή: κερδοφορία/οικονομία (= γερή, εύρωστη)/πολιτική. ~ή: άνοδος/πτώση του δείκτη τιμών. ~ό: νόμισμα. Η εταιρεία κατέχει ~ή (= σημαντική) θέση στην αγορά.|| ~ός: υπολογιστής (: με εξαιρετική απόδοση).|| ~ή: παρουσία της Τροχαίας/στρατιωτική δύναμη (= πολυάριθμη ή και με σύγχρονο εξοπλισμό).|| (για πρόσ.) ~ός: αντίπαλος/σύμμαχος/χαρακτήρας. ~ή: προσωπικότητα. Πβ. ρωμαλέος.|| (που κατέχει θέση ισχύος ή διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε εξελίξεις και επιβάλλεται:) ~ή: κυβέρνηση. ~ό: έθνος/κράτος. Πβ. κραταιός, σθεναρός. Βλ. πανίσχυρος. ΑΝΤ. αδύναμος (1), αδύνατος (3), ασθενής 2. που χαρακτηρίζεται από ένταση ή δραστικότητα, που συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό: ~ός: άνεμος/κυκλώνας/παγετός/πόνος/σεισμός/τυφώνας. ~ή: έκρηξη/επιθυμία/καταιγίδα/πίεση. ~ό: κύμα κακοκαιρίας/μαγνητικό πεδίο/πλήγμα/ρεύμα/σοκ/χτύπημα. Πβ. έντονος, σφοδρός. ΑΝΤ. ασθενής.|| ~ή: (αντικαρκινική) ουσία (= δραστική)/δόση φαρμάκου (= υπερβολική). ~ό: δηλητήριο.|| (μτφ.) ~ή: οικονομική βοήθεια. ~ό: δέλεαρ. Η νεολαία πρέπει να έχει ~ή φωνή και αυτόνομη βούληση. 3. ΝΟΜ. που έχει εγκυρότητα από νομική άποψη: ~ός: νόμος. ~ή: διαθήκη. ΣΥΝ. έγκυρος (1) ΑΝΤ. άκυρος (1) ● Ουσ.: ισχυροί (οι): πρόσωπα ή κράτη με ηγετικό ρόλο, με πολιτική, οικονομική, στρατιωτική δύναμη: οι ~ της Γης/της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ● επίρρ.: ισχυρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: δυνατός/ισχυρός τύπος βλ. δυνατός, το ισχυρό φύλο βλ. φύλο ● ΦΡ.: το δίκαιο του ισχυρότερου/του ισχυροτέρου βλ. δίκαιο [< αρχ. ἰσχυρός] | |
| 21762 | ισχύων | , ουσα, ον [ἰσχύων] ι-σχύ-ων επίθ. {ισχύ-οντος (θηλ. -ουσας, λογιότ. -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που εφαρμόζεται, υφίσταται ή έχει τεθεί σε ισχύ: ~ων: κανονισμός. ~ουσα: νομοθεσία. ~ον: δίκαιο/καθεστώς/νομοθετικό πλαίσιο. Το εκάστοτε ~ον επιτόκιο. Κατά παρέκκλιση των ~ουσών διατάξεων. Πβ. υπάρχων.|| (ως ουσ.) Κατ' εξαίρεση από τα ~οντα (πβ. καθιερωμένα, θέσμια). ● βλ. ισχύει [< μτχ. εν. του ρ. ἰσχύω] | |
| 21763 | ίσωμα | βλ. ίσιωμα | |
| 21764 | ισώνω | βλ. ισιώνω | |
| 21765 | ίσως | [ἴσως] ί-σως επίρρ.: είναι πιθανό: Ρώτησέ τον· ~ (να) ξέρει. ~ δεν έπρεπε να ... ~ να μη μάθουμε ποτέ τι έγινε. Είναι ~ ο πιο καλός άνθρωπος που έχω γνωρίσει. ΣΥΝ. ενδέχεται, ενδεχομένως, μπορεί, πιθανώς, τυχόν (1) ΑΝΤ. οπωσδήποτε (1), σίγουρα ● ΦΡ.: ίσως ναι, ίσως όχι: σε περιπτώσεις που δεν είμαστε σίγουροι για κάτι: Θα έρθεις; ~ ~, εξαρτάται., όταν/αν ίσως: σε περίπτωση που συμβεί κάτι, αν και θεωρείται λίγο απίθανο: Θα καταλάβει το λάθος του, όταν ~ θα είναι πολύ αργά. Αν ~ σε ρωτήσουν πού είμαι, να τους πεις ότι δεν γνωρίζεις. [< αρχ. ἴσως] | |
| 21766 | ιταλικός | , ή, ό [ἰταλικός] ι-τα-λι-κός επίθ. & (λαϊκό) ιταλιάνικος, η, ο: που σχετίζεται με την Ιταλία ή/και τους Ιταλούς. ● Ουσ.: Ιταλικά (τα) & (επίσ.) Ιταλική (η): η ιταλική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< αρχ. ἰταλικός] | |
| 21767 | ιταλομαθής | , ής, ές βλ. -μαθής | |
| 21768 | Ιταλός, Ιταλίδα | [Ἰταλός] Ι-τα-λός επίθ./ουσ. & (λαϊκό) Ιταλιάνος, Ιταλιάνα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ιταλία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ιταλική υπηκοότητα. [< μτγν. Ἰταλός, μεσν. Ιταλιάνος] | |
| 21769 | ιταλόφωνος | , η, ο βλ. -φωνος | |
| 21770 | ιταμός | , ή, ό [ἰταμός] ι-τα-μός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αναιδής, θρασύς: ~ή: απαίτηση/πρόκληση. ~ό: ύφος. ΣΥΝ. αυθάδης ● επίρρ.: ιταμώς [-ῶς] [< αρχ. ἰταμός] | |
| 21771 | ιταμότητα | [ἰταμότητα] ι-τα-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ιδιότητα του ιταμού. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αναίδεια, αυθάδεια, θράσος, θρασύτητα [< μτγν. ἰταμότης] | |
| 21772 | ΙΤΕ | (το): Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας. | |
| 21777 | ιτιά | [ἰτιά] ι-τιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος δέντρων ή θάμνων (γένος Salix) που ευδοκιμούν κυρ. σε ποτάμια ή λίμνες και έχουν στενά φύλλα και άνθη ενωμένα σε ταξιανθίες: λευκή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κλαίουσα ιτιά: είδος ιτιάς (επιστ. ονομασ. S. sepulcralis chrysocoma, S. babylonica) με φύλλωμα που γέρνει προς το έδαφος. [< γαλλ. saule pleureur] [< μεσν. ιτέα, ετιά < αρχ. ἰτέα] | |
| 21781 | ΙΧ | 1. Ιδιωτικής Χρήσης. Βλ. γιωταχί. 2. (ο) Ιησούς Χριστός. 3. (επίσ.) Ιδίαις χερσί(ν). | |
| 21782 | ιχθυ- | βλ. ιχθυο- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ