Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22520-22540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21783ιχθυαγορά[ἰχθυαγορά] ι-χθυ-α-γο-ρά ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ψαραγορά.
21784ιχθυάλευρο[ἰχθυάλευρο] ι-χθυ-ά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκόνη η οποία παράγεται από αλιεύματα ή υποπροϊόντα της επεξεργασίας τους και χρησιμοποιείται στην παρασκευή ζωοτροφών. Βλ. -άλευρο. [< γαλλ. farine de poisson]
21785ιχθυαποθέματα[ἰχθυαποθέματα] ι-χθυ-α-πο-θέ-μα-τα ουσ. (ουδ.) & ιχθυοαποθέματα (τα) {σπανιότ. στον εν. ιχθυ(ο)απόθεμα} (επίσ.): ο πληθυσμός των ποικίλων ψαριών που διαθέτει ένα θαλάσσιο οικοσύστημα και τα οποία αποτελούν αλιευτικούς πόρους: μεταναστευτικά ~. Διαχείριση/επίπεδα/μείωση/προστασία ~άτων.
21786ιχθύαση[ἰχθύαση] ι-χθύ-α-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ιχθύωση: ΙΑΤΡ. κληρονομική νόσος κατά την οποία το δέρμα καλύπτεται από ξηρά λέπια, θυμίζοντας δέρμα ψαριού. Βλ. ξηροδερμία. [< γαλλ. ichtyose, αγγλ. ichthyosis]
21787ιχθύδιο[ἰχθύδιο] ι-χθύ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ιχθυδί-ου}: ΙΧΘΥΟΛ. γόνος ψαριού, νεαρό ψάρι που δεν έχει φτάσει στο στάδιο της αναπαραγωγής: ~ πέστροφας. ΣΥΝ. ψαράκι [< αρχ. ἰχθύδιον ‘ψαράκι’]
21788ιχθυέλαιο[ἰχθυέλαιο] ι-χθυ-έ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι που προέρχεται από διάφορα είδη ψαριών: φαρμακευτικό ~. Πβ. ψαρόλαδο. Βλ. -έλαιο, μουρουνέλαιο. [< γαλλ. huile de poisson]
21789ιχθυο-& ιχθυό- & ιχθυ- (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στους ιχθύς, τα ψάρια: ιχθυο-καλλιέργεια/~πώλης/~τροφία. Ιχθυό-σκαλα. Ιχθυ-αγορά/~έλαιο.
21790ιχθυογεννητικός, ή, ό [ἰχθυογεννητικός] ι-χθυ-ο-γεν-νη-τι-κός επίθ. & (σπάν.) ιχθυογενετικός (επιστ.): που σχετίζεται με την αναπαραγωγή και εκτροφή συγκεκριμένων ειδών ψαριών: ~ός: σταθμός. ~ή: μονάδα.
21791ιχθυοκαλλιέργεια[ἰχθυοκαλλιέργεια] ι-χθυ-ο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το σύνολο των τεχνικών παραγωγής και εκτροφής ψαριών ή/και οστρακοειδών σε ελεγχόμενο περιβάλλον: εγκαταστάσεις/μονάδα ~ας. Λαβράκι/προϊόντα/τσιπούρα ~ας (βλ. ιχθυοτροφείο). Βιολογικές ~ες. Πβ. ιχθυο-παραγωγή, -τροφία. Βλ. -καλλιέργεια.|| Ανάπτυξη των ~ών (: του αντίστοιχου οικονομικού κλάδου). [< γαλλ. pisciculture]
21792ιχθυοκομία[ἰχθυοκομία] ι-χθυ-ο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την επεξεργασία αλιευμάτων και άλλων υδρόβιων οργανισμών και τη διαχείριση των υδατοκαλλιεργειών και του περιβάλλοντος των υδάτινων οικοσυστημάτων. Βλ. ιχθυοπονία, -κομία.
21793ιχθυολογία[ἰχθυολογία] ι-χθυ-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. κλάδος της Ζωολογίας που έχει ως αντικείμενο μελέτης και έρευνας τα ψάρια. Βλ. -λογία. [< γαλλ. ichtyologie, γερμ. Ichthyologie, αγγλ. ichthyology]
21794ιχθυολογικός, ή, ό [ἰχθυολογικός] ι-χθυ-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΧΘΥΟΛ. που σχετίζεται με την ιχθυολογία: ~ός: σταθμός. ~ή: μελέτη. [< γαλλ. ichtyologique, γερμ. ichthyologisch, αγγλ. ichthyologic]
21795ιχθυολόγος[ἰχθυολόγος] ι-χθυ-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενό του την ιχθυολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. ichtyologiste, αγγλ. ichthyologist]
21796ιχθυοπαγίδα[ἰχθυοπαγίδα] ι-χθυ-ο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): στατικό αλιευτικό εργαλείο, το οποίο βυθίζεται στη θάλασσα και είναι κατασκευασμένο συνήθ. από έναν θάλαμο με ένα ή περισσότερα στόμια που επιτρέπουν την είσοδο των ψαριών για τη σύλληψή τους: αλιεία με ~ες. Βλ. κιούρτος, συρτή.
21797ιχθυοπαθολογία[ἰχθυοπαθολογία] ι-χθυ-ο-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. κλάδος που ασχολείται με τα αίτια, τη φύση και τις επιπτώσεις των νόσων των ψαριών.
21798ιχθυοπανίδα[ἰχθυοπανίδα] ι-χθυ-ο-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των ψαριών που ζουν σε συγκεκριμένη υδάτινη περιοχή ή υγροβιότοπο. Βλ. ορνιθοπανίδα. ΣΥΝ. ιχθυοπληθυσμός [< γαλλ. ichtyofaune, αγγλ. ichthyofauna]
21799ιχθυοπαραγωγή[ἰχθυοπαραγωγή] ι-χθυ-ο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραγωγή ψαριών και η αντίστοιχη ποσότητα που συνήθ. προσφέρεται στο εμπόριο για κατανάλωση: η ~ της λίμνης. Προστασία της ~ής. Πβ. ιχθυο-καλλιέργεια, -τροφία. Βλ. -παραγωγή.
21800ιχθυοπαραγωγός, ός, ό [ἰχθυοπαραγωγός] ι-χθυ-ο-πα-ρα-γω-γός επίθ. (επίσ.): (για τόπο) που παράγει σημαντικές ποσότητες αλιευμάτων: ~ός: ποταμός. ~ός: χώρα. Βλ. -παραγωγός2. ● Ουσ.: ιχθυοπαραγωγός (ο/η): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την εκτροφή, την αλιεία ή/και το εμπόριο ψαριών. Βλ. -παραγωγός1.
21801ιχθυοπληθυσμός[ἰχθυοπληθυσμός] ι-χθυ-ο-πλη-θυ-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. ιχθυοπανίδα.
21802ιχθυοπονία[ἰχθυοπονία] ι-χθυ-ο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. κλάδος που μελετά τη φυσιολογία και αναπαραγωγή των ψαριών, τη γεωγραφική τους κατανομή και τις διατροφικές τους συνήθειες: ~ γλυκέων υδάτων. Βλ. ιχθυοκομία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.