| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21768 | Ιταλός, Ιταλίδα | [Ἰταλός] Ι-τα-λός επίθ./ουσ. & (λαϊκό) Ιταλιάνος, Ιταλιάνα: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Ιταλία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την ιταλική υπηκοότητα. [< μτγν. Ἰταλός, μεσν. Ιταλιάνος] | |
| 21769 | ιταλόφωνος | , η, ο βλ. -φωνος | |
| 21770 | ιταμός | , ή, ό [ἰταμός] ι-τα-μός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): αναιδής, θρασύς: ~ή: απαίτηση/πρόκληση. ~ό: ύφος. ΣΥΝ. αυθάδης ● επίρρ.: ιταμώς [-ῶς] [< αρχ. ἰταμός] | |
| 21771 | ιταμότητα | [ἰταμότητα] ι-τα-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ιδιότητα του ιταμού. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αναίδεια, αυθάδεια, θράσος, θρασύτητα [< μτγν. ἰταμότης] | |
| 21772 | ΙΤΕ | (το): Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας. | |
| 21777 | ιτιά | [ἰτιά] ι-τιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος δέντρων ή θάμνων (γένος Salix) που ευδοκιμούν κυρ. σε ποτάμια ή λίμνες και έχουν στενά φύλλα και άνθη ενωμένα σε ταξιανθίες: λευκή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κλαίουσα ιτιά: είδος ιτιάς (επιστ. ονομασ. S. sepulcralis chrysocoma, S. babylonica) με φύλλωμα που γέρνει προς το έδαφος. [< γαλλ. saule pleureur] [< μεσν. ιτέα, ετιά < αρχ. ἰτέα] | |
| 21781 | ΙΧ | 1. Ιδιωτικής Χρήσης. Βλ. γιωταχί. 2. (ο) Ιησούς Χριστός. 3. (επίσ.) Ιδίαις χερσί(ν). | |
| 21782 | ιχθυ- | βλ. ιχθυο- | |
| 21783 | ιχθυαγορά | [ἰχθυαγορά] ι-χθυ-α-γο-ρά ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ψαραγορά. | |
| 21784 | ιχθυάλευρο | [ἰχθυάλευρο] ι-χθυ-ά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκόνη η οποία παράγεται από αλιεύματα ή υποπροϊόντα της επεξεργασίας τους και χρησιμοποιείται στην παρασκευή ζωοτροφών. Βλ. -άλευρο. [< γαλλ. farine de poisson] | |
| 21785 | ιχθυαποθέματα | [ἰχθυαποθέματα] ι-χθυ-α-πο-θέ-μα-τα ουσ. (ουδ.) & ιχθυοαποθέματα (τα) {σπανιότ. στον εν. ιχθυ(ο)απόθεμα} (επίσ.): ο πληθυσμός των ποικίλων ψαριών που διαθέτει ένα θαλάσσιο οικοσύστημα και τα οποία αποτελούν αλιευτικούς πόρους: μεταναστευτικά ~. Διαχείριση/επίπεδα/μείωση/προστασία ~άτων. | |
| 21786 | ιχθύαση | [ἰχθύαση] ι-χθύ-α-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ιχθύωση: ΙΑΤΡ. κληρονομική νόσος κατά την οποία το δέρμα καλύπτεται από ξηρά λέπια, θυμίζοντας δέρμα ψαριού. Βλ. ξηροδερμία. [< γαλλ. ichtyose, αγγλ. ichthyosis] | |
| 21787 | ιχθύδιο | [ἰχθύδιο] ι-χθύ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ιχθυδί-ου}: ΙΧΘΥΟΛ. γόνος ψαριού, νεαρό ψάρι που δεν έχει φτάσει στο στάδιο της αναπαραγωγής: ~ πέστροφας. ΣΥΝ. ψαράκι [< αρχ. ἰχθύδιον ‘ψαράκι’] | |
| 21788 | ιχθυέλαιο | [ἰχθυέλαιο] ι-χθυ-έ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι που προέρχεται από διάφορα είδη ψαριών: φαρμακευτικό ~. Πβ. ψαρόλαδο. Βλ. -έλαιο, μουρουνέλαιο. [< γαλλ. huile de poisson] | |
| 21789 | ιχθυο- | & ιχθυό- & ιχθυ- (λόγ.): α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στους ιχθύς, τα ψάρια: ιχθυο-καλλιέργεια/~πώλης/~τροφία. Ιχθυό-σκαλα. Ιχθυ-αγορά/~έλαιο. | |
| 21790 | ιχθυογεννητικός | , ή, ό [ἰχθυογεννητικός] ι-χθυ-ο-γεν-νη-τι-κός επίθ. & (σπάν.) ιχθυογενετικός (επιστ.): που σχετίζεται με την αναπαραγωγή και εκτροφή συγκεκριμένων ειδών ψαριών: ~ός: σταθμός. ~ή: μονάδα. | |
| 21791 | ιχθυοκαλλιέργεια | [ἰχθυοκαλλιέργεια] ι-χθυ-ο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το σύνολο των τεχνικών παραγωγής και εκτροφής ψαριών ή/και οστρακοειδών σε ελεγχόμενο περιβάλλον: εγκαταστάσεις/μονάδα ~ας. Λαβράκι/προϊόντα/τσιπούρα ~ας (βλ. ιχθυοτροφείο). Βιολογικές ~ες. Πβ. ιχθυο-παραγωγή, -τροφία. Βλ. -καλλιέργεια.|| Ανάπτυξη των ~ών (: του αντίστοιχου οικονομικού κλάδου). [< γαλλ. pisciculture] | |
| 21792 | ιχθυοκομία | [ἰχθυοκομία] ι-χθυ-ο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο την επεξεργασία αλιευμάτων και άλλων υδρόβιων οργανισμών και τη διαχείριση των υδατοκαλλιεργειών και του περιβάλλοντος των υδάτινων οικοσυστημάτων. Βλ. ιχθυοπονία, -κομία. | |
| 21793 | ιχθυολογία | [ἰχθυολογία] ι-χθυ-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. κλάδος της Ζωολογίας που έχει ως αντικείμενο μελέτης και έρευνας τα ψάρια. Βλ. -λογία. [< γαλλ. ichtyologie, γερμ. Ichthyologie, αγγλ. ichthyology] | |
| 21794 | ιχθυολογικός | , ή, ό [ἰχθυολογικός] ι-χθυ-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΧΘΥΟΛ. που σχετίζεται με την ιχθυολογία: ~ός: σταθμός. ~ή: μελέτη. [< γαλλ. ichtyologique, γερμ. ichthyologisch, αγγλ. ichthyologic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ