| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21795 | ιχθυολόγος | [ἰχθυολόγος] ι-χθυ-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενό του την ιχθυολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. ichtyologiste, αγγλ. ichthyologist] | |
| 21796 | ιχθυοπαγίδα | [ἰχθυοπαγίδα] ι-χθυ-ο-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): στατικό αλιευτικό εργαλείο, το οποίο βυθίζεται στη θάλασσα και είναι κατασκευασμένο συνήθ. από έναν θάλαμο με ένα ή περισσότερα στόμια που επιτρέπουν την είσοδο των ψαριών για τη σύλληψή τους: αλιεία με ~ες. Βλ. κιούρτος, συρτή. | |
| 21797 | ιχθυοπαθολογία | [ἰχθυοπαθολογία] ι-χθυ-ο-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. κλάδος που ασχολείται με τα αίτια, τη φύση και τις επιπτώσεις των νόσων των ψαριών. | |
| 21798 | ιχθυοπανίδα | [ἰχθυοπανίδα] ι-χθυ-ο-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των ψαριών που ζουν σε συγκεκριμένη υδάτινη περιοχή ή υγροβιότοπο. Βλ. ορνιθοπανίδα. ΣΥΝ. ιχθυοπληθυσμός [< γαλλ. ichtyofaune, αγγλ. ichthyofauna] | |
| 21799 | ιχθυοπαραγωγή | [ἰχθυοπαραγωγή] ι-χθυ-ο-πα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραγωγή ψαριών και η αντίστοιχη ποσότητα που συνήθ. προσφέρεται στο εμπόριο για κατανάλωση: η ~ της λίμνης. Προστασία της ~ής. Πβ. ιχθυο-καλλιέργεια, -τροφία. Βλ. -παραγωγή. | |
| 21800 | ιχθυοπαραγωγός | , ός, ό [ἰχθυοπαραγωγός] ι-χθυ-ο-πα-ρα-γω-γός επίθ. (επίσ.): (για τόπο) που παράγει σημαντικές ποσότητες αλιευμάτων: ~ός: ποταμός. ~ός: χώρα. Βλ. -παραγωγός2. ● Ουσ.: ιχθυοπαραγωγός (ο/η): αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με την εκτροφή, την αλιεία ή/και το εμπόριο ψαριών. Βλ. -παραγωγός1. | |
| 21801 | ιχθυοπληθυσμός | [ἰχθυοπληθυσμός] ι-χθυ-ο-πλη-θυ-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. ιχθυοπανίδα. | |
| 21802 | ιχθυοπονία | [ἰχθυοπονία] ι-χθυ-ο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. κλάδος που μελετά τη φυσιολογία και αναπαραγωγή των ψαριών, τη γεωγραφική τους κατανομή και τις διατροφικές τους συνήθειες: ~ γλυκέων υδάτων. Βλ. ιχθυοκομία. | |
| 21803 | ιχθυοπωλείο | [ἰχθυοπωλεῖο] ι-χθυ-ο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ψαράδικο. Βλ. -πωλείο. [< μτγν. ἰχθυοπωλεῖον] | |
| 21804 | ιχθυοπώλης, ιχυθοπώλισσα | [ἰχθυοπώλης] ι-χθυ-ο-πώ-λης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ιδιοκτήτης ιχθυοπωλείου και γενικότ. πρόσωπο που πουλά ψάρια. Βλ. -πώλης. ΣΥΝ. ψαράς (2) [< αρχ. ἰχθυοπώλης. Πβ. αρχ. ἰχθυοπώλαινα] | |
| 21805 | ιχθυόσκαλα | [ἰχθυόσκαλα] ι-χθυ-ό-σκα-λα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ειδικά διαμορφωμένο τμήμα συνήθ. σε λιμάνι, προορισμένο για εκφόρτωση, έλεγχο και διαλογή των αλιευμάτων. ΣΥΝ. ψαρόσκαλα | |
| 21806 | ιχθυοτροφείο | [ἰχθυοτροφεῖο] ι-χθυ-ο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οργανωμένη μονάδα παραγωγής και εκτροφής ψαριών ή/και οστρακοειδών: πέστροφα/σολομός ~ου (βλ. ιχθυοκαλλιέργεια). Βλ. -τροφείο. [< μτγν. ἰχθυοτροφεῖον] | |
| 21807 | ιχθυοτροφή | [ἰχθυοτροφή] ι-χθυ-ο-τρο-φή ουσ. (θηλ.): τροφή κατάλληλα παρασκευασμένη για ψάρια ιχθυοτροφείου ή ενυδρείου. Βλ. -τροφή. | |
| 21808 | ιχθυοτροφία | [ἰχθυοτροφία] ι-χθυ-ο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συστηματική εκτροφή ψαριών σε ιχθυοτροφείο. Πβ. ιχθυο-καλλιέργεια, -παραγωγή. Βλ. -τροφία. | |
| 21809 | ιχθυοτροφικός | , ή, ό [ἰχθυοτροφικός] ι-χθυ-ο-τρο-φι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με την ιχθυοτροφία: ~ές: μονάδες. Βλ. κτηνο-, πτηνο-τροφικός. [< μτγν. ἰχθυοτροφικός] | |
| 21810 | ιχθυοτρόφος | [ἰχθυοτρόφος] ι-χθυ-ο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την ιχθυοτροφία. Βλ. -τρόφος. [< μτγν. ἰχθυοτρόφος] | |
| 21811 | ιχθυοφαγία | [ἰχθυοφαγία] ι-χθυ-ο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ψαροφαγία. Βλ. -φαγία. [< μτγν. ἰχθυοφαγία] | |
| 21812 | ιχθύς | [ἰχθύς] ι-χθύς ουσ. (αρσ.) {ιχθ-ύος, -ύ | -ύες (συχνότ. εσφαλμ. -είς), -ύων, -ύς (συχνότ. εσφαλμ. -είς)} 1. (λόγ.) ψάρι: εκτροφή/παραγωγή ~ύων. Βλ. οστεϊχθύες, χονδριχθύες. 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Ι) αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου· το δωδέκατο και τελευταίο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (20 Φεβρουαρίου-20 Μαρτίου) μετά τον Υδροχόο· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. ● ΦΡ.: ιχθύος αφωνότερος/άφωνος ιχθύς (μτφ.): υπερβολικά ολιγόλογος, σιωπηλός., τηρεί σιγή(ν) ιχθύος & (σπάν.) κρατά σιγή ιχθύος (μτφ.): σιωπά, δεν αποκαλύπτει, δεν κοινοποιεί κάτι. Πβ. κρατά το στόμα του κλειστό, κρατώ κάτι μυστικό/κρυφό. [< αρχ. ἰχθύς] | |
| 21813 | ΙΧΘΥΣ | (ο): Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ. | |
| 21814 | ιχθύωση | βλ. ιχθύαση |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ