Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22540-22560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21804ιχθυοπώλης, ιχυθοπώλισσα[ἰχθυοπώλης] ι-χθυ-ο-πώ-λης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ιδιοκτήτης ιχθυοπωλείου και γενικότ. πρόσωπο που πουλά ψάρια. Βλ. -πώλης. ΣΥΝ. ψαράς (2) [< αρχ. ἰχθυοπώλης. Πβ. αρχ. ἰχθυοπώλαινα]
21805ιχθυόσκαλα[ἰχθυόσκαλα] ι-χθυ-ό-σκα-λα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ειδικά διαμορφωμένο τμήμα συνήθ. σε λιμάνι, προορισμένο για εκφόρτωση, έλεγχο και διαλογή των αλιευμάτων. ΣΥΝ. ψαρόσκαλα
21806ιχθυοτροφείο[ἰχθυοτροφεῖο] ι-χθυ-ο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οργανωμένη μονάδα παραγωγής και εκτροφής ψαριών ή/και οστρακοειδών: πέστροφα/σολομός ~ου (βλ. ιχθυοκαλλιέργεια). Βλ. -τροφείο. [< μτγν. ἰχθυοτροφεῖον]
21807ιχθυοτροφή[ἰχθυοτροφή] ι-χθυ-ο-τρο-φή ουσ. (θηλ.): τροφή κατάλληλα παρασκευασμένη για ψάρια ιχθυοτροφείου ή ενυδρείου. Βλ. -τροφή.
21808ιχθυοτροφία[ἰχθυοτροφία] ι-χθυ-ο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συστηματική εκτροφή ψαριών σε ιχθυοτροφείο. Πβ. ιχθυο-καλλιέργεια, -παραγωγή. Βλ. -τροφία.
21809ιχθυοτροφικός, ή, ό [ἰχθυοτροφικός] ι-χθυ-ο-τρο-φι-κός επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με την ιχθυοτροφία: ~ές: μονάδες. Βλ. κτηνο-, πτηνο-τροφικός. [< μτγν. ἰχθυοτροφικός]
21810ιχθυοτρόφος[ἰχθυοτρόφος] ι-χθυ-ο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την ιχθυοτροφία. Βλ. -τρόφος. [< μτγν. ἰχθυοτρόφος]
21811ιχθυοφαγία[ἰχθυοφαγία] ι-χθυ-ο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ψαροφαγία. Βλ. -φαγία. [< μτγν. ἰχθυοφαγία]
21812ιχθύς[ἰχθύς] ι-χθύς ουσ. (αρσ.) {ιχθ-ύος, -ύ | -ύες (συχνότ. εσφαλμ. -είς), -ύων, -ύς (συχνότ. εσφαλμ. -είς)} 1. (λόγ.) ψάρι: εκτροφή/παραγωγή ~ύων. Βλ. οστεϊχθύες, χονδριχθύες. 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Ι) αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου· το δωδέκατο και τελευταίο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (20 Φεβρουαρίου-20 Μαρτίου) μετά τον Υδροχόο· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. ● ΦΡ.: ιχθύος αφωνότερος/άφωνος ιχθύς (μτφ.): υπερβολικά ολιγόλογος, σιωπηλός., τηρεί σιγή(ν) ιχθύος & (σπάν.) κρατά σιγή ιχθύος (μτφ.): σιωπά, δεν αποκαλύπτει, δεν κοινοποιεί κάτι. Πβ. κρατά το στόμα του κλειστό, κρατώ κάτι μυστικό/κρυφό. [< αρχ. ἰχθύς]
21813ΙΧΘΥΣ(ο): Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ.
50743ιχθύς

[τηρῶ] τη-ρώ ρ. (μτβ.) {τηρ-είς ..., -ώντας | τήρ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ούμενος} 1. διαφυλάσσω, διατηρώ: ~ το απόρρητο/την τάξη (ΣΥΝ. περιφρουρώ. ΑΝΤ. καταλύω). Ζήτησε να ~ηθεί η ανωνυμία του.|| ~ τα ήθη και τα έθιμα/τις παραδόσεις/τις συνήθειές μου. Πβ. διασώζω, σέβομαι, συνεχίζω. Βλ. συν~. 2. εφαρμόζω με συνέπεια, εκπληρώνω: ~ τις διαδικασίες/τις οδηγίες/το πρόγραμμα/τις προθεσμίες/το χρονοδιάγραμμα (ΑΝΤ. υπερβαίνω). ~ (πιστά) τις αρχές/τις διαταγές (ΑΝΤ. παραβαίνω)/τους κανόνες/το καταστατικό (ΑΝΤ. καταστρατηγώ)/τον κώδικα δεοντολογίας/τα μέτρα/τη νομιμότητα/τον νόμο/το πρωτόκολλο/τη συμφωνία (ΑΝΤ. καταπατώ)/το Σύνταγμα/τις υποχρεώσεις μου/το ωράριο. Θα ~ηθεί απόλυτη σειρά προτεραιότητας. ~εί απαρέγκλιτα/αυστηρά/με ευλάβεια τον κανονισμό. Δεσμεύεται να ~ήσει πλήρως τους όρους του συμβολαίου. ΑΝΤ. παραβιάζω.|| ~ τον λόγο/τον όρκο/την υπόσχεσή μου (ΣΥΝ. κρατώ. ΑΝΤ. αθετώ). 3. υιοθετώ συγκεκριμένη θέση ή συμπεριφορά: ~εί ουδέτερη στάση. Στον διπλωματικό τομέα, έχει ~ήσει μετριοπαθή πολιτική. ~ήθηκε ενός λεπτού σιγή. Θα ~ηθεί απόλυτη εχεμύθεια. Πβ. ακολουθώ. ΣΥΝ. κρατώ (8) 4. είμαι υπεύθυνος για καταγραφή ή/και ενημέρωση στοιχείων: ~ βιβλία Α΄και Β΄ κατηγορίας/μητρώο ονομάτων/τα πρακτικά συνεδριών. Κατήγγειλε την εταιρεία ότι δεν ~ούσε αρχείο προσωπικού. ΣΥΝ. κρατώ (6) ● ΦΡ.: (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων, κρατώ/τηρώ τις ισορροπίες βλ. ισορροπία, κρατώ/τηρώ/σώζω τα προσχήματα βλ. πρόσχημα, παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις βλ. απόσταση, τηρεί σιγή(ν) ιχθύος βλ. ιχθύς, τηρουμένων των αναλογιών βλ. αναλογία, τηρώ τα υπεσχημένα βλ. υπεσχημένος, τηρώ/κρατώ στάση αναμονής βλ. αναμονή [< αρχ. τηρῶ, γαλλ. garder]

21814ιχθύωσηβλ. ιχθύαση
21815ιχνευτής[ἰχνευτής] ι-χνευ-τής ουσ. (αρσ.): ανιχνευτής. [< αρχ. ἰχνευτής]
21816ιχνηθέτης[ἰχνηθέτης] ι-χνη-θέ-της ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. ουσία, συνήθ. χρωστική ή ραδιενεργή, που εισάγεται σε ένα σύστημα, για να ανιχνεύσει την εξέλιξη χημικής ή βιολογικής διαδικασίας μέσα σε αυτό: φθορίζοντες ~ες. Ραδιοϊσότοπα-~ες. [< αγγλ. tracer, 1938, γαλλ. traceur, 1958]
21817ιχνηλασία[ἰχνηλασία] ι-χνη-λα-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. αναζήτηση ή παρακολούθηση των ιχνών προσώπου ή πράγματος με σκοπό τον εντοπισμό του: ~ αίματος από ειδικά εκπαιδευμένο σκύλο. 2. (μτφ.) έρευνα βάσει ενδείξεων: ~ του παρελθόντος. Πβ. ανίχνευση, ιχνηλάτηση, ψάξιμο. 3. ΠΛΗΡΟΦ. εκτέλεση ενός προγράμματος εντολή προς εντολή με ταυτόχρονη παρακολούθηση των αποτελεσμάτων κάθε βήματος. [< 1: μτγν. ἰχνηλασία 3: αγγλ. trace, 1957]
21818ιχνηλασιμότητα[ἰχνηλασιμότητα] ι-χνη-λα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): δυνατότητα ανίχνευσης της προέλευσης και γενικότ. της πορείας συνήθ. ενός προϊόντος από τη στιγμή της παραγωγής του μέχρι τη διάθεσή του στην αγορά μέσω καταγεγραμμένων πληροφοριών: ~ τροφίμων/φρούτων και λαχανικών. Πληροφορίες ~ας (: ημερομηνία λήξης, κωδικός παραγωγής, αριθμός παρτίδας, επωνυμία κατασκευαστή). Κανόνες/συστήματα ~ας. (Επι)σήμανση και ~ των μεταλλαγμένων στις ζωοτροφές. Εγγύηση ποιότητας και ~. Βλ. ISO.|| ~ των μετρήσεων. Βλ. διακρίβωση, -ότητα. ΣΥΝ. ανιχνευσιμότητα [< αγγλ. traceability, γαλλ. traçabilité, 1994]
21819ιχνηλάτης[ἰχνηλάτης] ι-χνη-λά-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. κυνηγετικό σκυλί με ισχυρή όσφρηση που εντοπίζει κάποιον ή κάτι, αναζητώντας τα ίχνη του: ελληνικός ~ (= γκέκας). Πβ. ανιχνευτής, κυνηγόσκυλο, λαγωνικό. 2. (μτφ.) πρόσωπο που διερευνά κάτι με βάση στοιχεία και ενδείξεις: ο ιστορικός ως ~ του χρόνου. Βλ. -ηλάτης. [< μτγν. ἰχνηλάτης ‘αναζητητής’]
21820ιχνηλάτηση[ἰχνηλάτηση] ι-χνη-λά-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιχνηλατώ: σύστημα/τεχνολογία ~ης.|| (μτφ.) ~ της ιστορίας. Πβ. ιχνηλασία. [< μεσν. ιχνηλάτησις]
21821ιχνηλατώ[ἰχνηλατῶ] ι-χνη-λα-τώ ρ. (μτβ.) {ιχνηλατ-είς ..., -ώντας | ιχνηλάτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (επίσ.) 1. αναζητώ ή ακολουθώ τα ίχνη προσώπου ή πράγματος με σκοπό τον εντοπισμό του: Σκύλος εκπαιδευμένος να ~εί θηράματα. 2. (μτφ.) ερευνώ κάτι με τη βοήθεια στοιχείων και ενδείξεων: Η επιστήμη ~εί την αλήθεια. Η σύγχρονη ιστορία ~είται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. ~ώντας τη μετανάστευση. Πβ. ανιχνεύω. 3. ΠΛΗΡΟΦ. εκτελώ πρόγραμμα εντολή προς εντολή, παρακολουθώντας ταυτόχρονα τα αποτελέσματα κάθε εκτέλεσης. [< μτγν. ἰχνηλατῶ 3: αγγλ. trace, 1959]
21822ιχνογράφημα[ἰχνογράφημα] ι-χνο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): απλή γραμμική παράσταση προσώπου ή αντικειμένου συνήθ. με μολύβι, χωρίς χρώματα: παιδικό ~. ~ατα αρχιτεκτόνων (βλ. μακέτα). Πβ. ιχνογραφία, σκαρίφημα, σκιαγράφημα, σκίτσο, σχεδίασμα, σχέδιο. Βλ. -γράφημα, ζωγραφιά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.