Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22560-22580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21815ιχνευτής[ἰχνευτής] ι-χνευ-τής ουσ. (αρσ.): ανιχνευτής. [< αρχ. ἰχνευτής]
21816ιχνηθέτης[ἰχνηθέτης] ι-χνη-θέ-της ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. ουσία, συνήθ. χρωστική ή ραδιενεργή, που εισάγεται σε ένα σύστημα, για να ανιχνεύσει την εξέλιξη χημικής ή βιολογικής διαδικασίας μέσα σε αυτό: φθορίζοντες ~ες. Ραδιοϊσότοπα-~ες. [< αγγλ. tracer, 1938, γαλλ. traceur, 1958]
21817ιχνηλασία[ἰχνηλασία] ι-χνη-λα-σί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. αναζήτηση ή παρακολούθηση των ιχνών προσώπου ή πράγματος με σκοπό τον εντοπισμό του: ~ αίματος από ειδικά εκπαιδευμένο σκύλο. 2. (μτφ.) έρευνα βάσει ενδείξεων: ~ του παρελθόντος. Πβ. ανίχνευση, ιχνηλάτηση, ψάξιμο. 3. ΠΛΗΡΟΦ. εκτέλεση ενός προγράμματος εντολή προς εντολή με ταυτόχρονη παρακολούθηση των αποτελεσμάτων κάθε βήματος. [< 1: μτγν. ἰχνηλασία 3: αγγλ. trace, 1957]
21818ιχνηλασιμότητα[ἰχνηλασιμότητα] ι-χνη-λα-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): δυνατότητα ανίχνευσης της προέλευσης και γενικότ. της πορείας συνήθ. ενός προϊόντος από τη στιγμή της παραγωγής του μέχρι τη διάθεσή του στην αγορά μέσω καταγεγραμμένων πληροφοριών: ~ τροφίμων/φρούτων και λαχανικών. Πληροφορίες ~ας (: ημερομηνία λήξης, κωδικός παραγωγής, αριθμός παρτίδας, επωνυμία κατασκευαστή). Κανόνες/συστήματα ~ας. (Επι)σήμανση και ~ των μεταλλαγμένων στις ζωοτροφές. Εγγύηση ποιότητας και ~. Βλ. ISO.|| ~ των μετρήσεων. Βλ. διακρίβωση, -ότητα. ΣΥΝ. ανιχνευσιμότητα [< αγγλ. traceability, γαλλ. traçabilité, 1994]
21819ιχνηλάτης[ἰχνηλάτης] ι-χνη-λά-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. κυνηγετικό σκυλί με ισχυρή όσφρηση που εντοπίζει κάποιον ή κάτι, αναζητώντας τα ίχνη του: ελληνικός ~ (= γκέκας). Πβ. ανιχνευτής, κυνηγόσκυλο, λαγωνικό. 2. (μτφ.) πρόσωπο που διερευνά κάτι με βάση στοιχεία και ενδείξεις: ο ιστορικός ως ~ του χρόνου. Βλ. -ηλάτης. [< μτγν. ἰχνηλάτης ‘αναζητητής’]
21820ιχνηλάτηση[ἰχνηλάτηση] ι-χνη-λά-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ιχνηλατώ: σύστημα/τεχνολογία ~ης.|| (μτφ.) ~ της ιστορίας. Πβ. ιχνηλασία. [< μεσν. ιχνηλάτησις]
21821ιχνηλατώ[ἰχνηλατῶ] ι-χνη-λα-τώ ρ. (μτβ.) {ιχνηλατ-είς ..., -ώντας | ιχνηλάτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (επίσ.) 1. αναζητώ ή ακολουθώ τα ίχνη προσώπου ή πράγματος με σκοπό τον εντοπισμό του: Σκύλος εκπαιδευμένος να ~εί θηράματα. 2. (μτφ.) ερευνώ κάτι με τη βοήθεια στοιχείων και ενδείξεων: Η επιστήμη ~εί την αλήθεια. Η σύγχρονη ιστορία ~είται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. ~ώντας τη μετανάστευση. Πβ. ανιχνεύω. 3. ΠΛΗΡΟΦ. εκτελώ πρόγραμμα εντολή προς εντολή, παρακολουθώντας ταυτόχρονα τα αποτελέσματα κάθε εκτέλεσης. [< μτγν. ἰχνηλατῶ 3: αγγλ. trace, 1959]
21822ιχνογράφημα[ἰχνογράφημα] ι-χνο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): απλή γραμμική παράσταση προσώπου ή αντικειμένου συνήθ. με μολύβι, χωρίς χρώματα: παιδικό ~. ~ατα αρχιτεκτόνων (βλ. μακέτα). Πβ. ιχνογραφία, σκαρίφημα, σκιαγράφημα, σκίτσο, σχεδίασμα, σχέδιο. Βλ. -γράφημα, ζωγραφιά.
21823ιχνογράφηση[ἰχνογράφηση] ι-χνο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σχεδίαση ιχνογραφήματος: ~ προσώπων/τοπίων. Πβ. σκιτσάρισμα. Βλ. -γράφηση. 2. (μτφ.) απόδοση, απεικόνιση των κύριων στοιχείων: ~ ανθρώπινων χαρακτήρων. Πβ. σκιαγράφηση.
21824ιχνογραφία[ἰχνογραφία] ι-χνο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ελεύθερη γραμμική παράσταση αντικειμένων συνήθ. με μολύβι, χωρίς χρώματα: μπλοκ/τετράδιο/χαρτί ~ας. Πβ. ιχνογράφημα, σκια-, σκιτσο-γραφία. Βλ. -γραφία. [< μτγν. ἰχνογραφία ‘σχεδίασμα, χάρτης’]
21825ιχνογραφώ[ἰχνογραφῶ] ι-χνο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {ιχνογραφ-είς ..., -ώντας | ιχνογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. (μτφ.) περιγράφω σε γενικές γραμμές, χωρίς να εμβαθύνω: Ο συγγραφέας ~εί το πνεύμα της εποχής/το πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου. Το ιστορικό παρελθόν της πόλης ~είται από τις σωζόμενες γραπτές μαρτυρίες. Πβ. σκιαγραφώ. 2. (κυρ. για μικρά παιδιά) σχεδιάζω πρόσωπα ή αντικείμενα συνήθ. με μολύβι, χωρίς τη χρήση χρωμάτων: ~ώντας τοπία. Πβ. σκιτσάρω. Βλ. -γραφώ.
21826ίχνος[ἴχνος] ί-χνος ουσ. (ουδ.) {ίχν-ους | -η, -ών} 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} το αποτύπωμα της πατημασιάς ανθρώπου ή ζώου στο έδαφος και γενικότ. σε επιφάνεια: αχνά/βαθιά/ευδιάκριτα/πρόσφατα/φρέσκα ~η. ~η πάνω στη λάσπη/στο χιόνι/στο χώμα. Αναγνώριση ~ών. Πβ. πατήματα. ΣΥΝ. χνάρι (1) 2. (γενικότ.) κάθε σημάδι που μένει από κάτι ή κάποιον μετά το πέρασμα, την παρουσία ή τη δράση του: ~ μονοπατιού/πορείας οχήματος/πτήσης αεροσκάφους/ραντάρ. ~η αυτοκινήτου/πέδησης/τροχών/φωτιάς. Το μνημείο φέρει ~η βανδαλισμού. Βρέθηκαν ~η αρχαιοτήτων/προϊστορικού οικισμού (πβ. απομεινάρι, κατάλοιπο, λείψανο, υπόλειμμα).|| (μτφ.) Με το έργο του άφησε ανεξίτηλα ~η στα ελληνικά γράμματα.|| (για πρόσ.) Εξαφανίστηκε/έφυγε χωρίς το παραμικρό ~ πίσω του. Κρύβω/σκεπάζω τα ~η μου. ~η ζωής. Ανακάλυψε/βρήκε τα ~η του μετά από μήνες. Παρακολούθηση των ~ών των υπόπτων.|| Εντοπίστηκαν ηλεκτρονικά/ψηφιακά ~η. Πβ. αποτύπωμα. 3. πάρα πολύ μικρή ποσότητα: (συχνά στον πληθ.) Εντοπίστηκαν ~η αίματος στα ρούχα.|| (μτφ., + γεν. αφηρημένης έννοιας, κυρ. σε αποφατικές προτάσεις) Υπάρχει ένα ~ αισιοδοξίας και ελπίδας για το μέλλον. Διέκρινα ένα ~ ειρωνείας στη φωνή της. Δεν υπάρχει ούτε (το παραμικρό) ~ αμφιβολίας ότι ... Μίλησε χωρίς ~ ντροπής/υποτίμησης (= χωρίς να ντρέπεται/να υποτιμά κάποιον). Πβ. δράμι, κόκκος, κουκούτσι, σταγόνα, στάλα, σταλιά, ψήγμα. 4. ΓΕΩΜ. το σημείο τομής ευθείας ή επιφάνειας με την κάθετη προς αυτήν ευθεία ή επιφάνεια αντίστοιχα. ● ΣΥΜΠΛ.: βιοδηλωτικά ίχνη: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. κάθε σημάδι ζωής που αφήνει ένας οργανισμός και αποτυπώνεται σε ένα γεωλογικό στρώμα χωρίς όμως υπολείμματα σκελετικών στοιχείων: ~ ~ ακινησίας/αναπαραγωγής/διατροφής/κίνησης., δόση/ίχνος αλήθειας βλ. αλήθεια ● ΦΡ.: δεν έχει/διαθέτει ίχνος ... (+ γεν.): δεν έχει καθόλου: ~ ~ αυτογνωσίας/ευαισθησίας/ηθικής., στα ίχνη & (σπανιότ.-λόγ.) επί τα ίχνη: στην πορεία για τον εντοπισμό προσώπου ή πράγματος: ~ ~ κυκλώματος ναρκωτικών/τρομοκρατικής οργάνωσης η Αστυνομία. Ταξιδεύοντας ~ ~ του βιβλίου/της ταινίας., χάνω τα ίχνη (κάποιου) 1. δεν μπορώ να ακολουθήσω ή να εντοπίσω κάποιον που συνήθ. προπορεύεται: Μέσα στον καπνό/στην ομίχλη έχασα ~ του. Χάθηκαν ~ τους, έγιναν άφαντοι. 2. (μτφ.) παύω να έχω επαφή με κάποιον, δεν γνωρίζω πού βρίσκεται και τι κάνει: Κάποτε κάναμε πολύ παρέα, αλλά τελευταία έχω ~σει ~ του. Πβ. χάνω επαφή., ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< αρχ. ἴχνος, γαλλ.-αγγλ. trace]
21827ιχνοστοιχείο[ἰχνοστοιχεῖο] ι-χνο-στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. χημικό στοιχείο που βρίσκεται σε πολύ μικρές ποσότητες στους ζωντανούς οργανισμούς και είναι άκρως απαραίτητο για τον μεταβολισμό: θρεπτικά/μεταλλικά ~α. Διατροφή πλούσια σε βιταμίνες και ~α. Περιεκτικότητα σε ~α (π.χ. βόριο, κοβάλτιο, σελήνιο, σίδηρος, χαλκός, χλώριο, ψευδάργυρος). Βλ. μικροθρεπτικά συστατικά. ΣΥΝ. μικροστοιχείο (1), ολιγοστοιχείο [< αγγλ. trace element, 1932, πβ. γαλλ. oligoélément, 1937]
21828ιχνόσφαιρα[ἰχνόσφαιρα] ι-χνό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή κατάδειξης παρόμοια με ποντίκι, με την οποία μπορεί ο χρήστης να καθορίζει τη θέση του δείκτη στην οθόνη· συνήθ. χρησιμοποιείται σε φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές και βιντεοπαιχνίδια. Βλ. τζόιστικ. [< αμερικ. trackball, 1967]
21829ιψενικός, ή, ό [ἰψενικός] ι-ψε-νι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιψενικό τρίγωνο: ο σύζυγος, η σύζυγος και ο εραστής που είναι φίλος του ζευγαριού. Πβ. ερωτικό τρίγωνο, τρίο. [< γαλλ. ibsénien]
21830Ιώβ[Ἰώβ] Ι-ώβ ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: τα πάθη του Ιώβ (εμφατ.): πολλά και μεγάλα βάσανα: Έζησα/πέρασα ~ ~. [< μτγν. Ἰώβ]
21831ιώβειος, α/ος, ο [ἰώβειος] ι-ώ-βει-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιώβεια υπομονή & (σπάν.-λόγ.) ιώβειος υπομονή: πολύ μεγάλη και ανεξάντλητη υπομονή: Αντιμετώπισε την αρρώστια του γιου της με ~ ~. Πβ. γαϊδουρινή υπομονή. [< μτγν. Ἰώβ, γαλλ. de Job]
21832ιωβηλαίο[ἰωβηλαῖο] ι-ω-βη-λαί-ο ουσ. (ουδ.) 1. έτος εορτασμού της συμπλήρωσης πενήντα ετών από κάποιο σημαντικό γεγονός και γενικότ. κάθε μεγάλη επέτειος (συνήθ. 25, 50 ή 100 χρόνων): αργυρό/χρυσό ~. Το ~ του γάμου τους/της ίδρυσης ενός ομίλου. Βλ. -ετηρίδα. 2. ΘΡΗΣΚ. (στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) το έτος κατά το οποίο ο Πάπας, κάθε 25 χρόνια, συγχωρεί τις αμαρτίες των προσκυνητών που πηγαίνουν στη Ρώμη: ιερό ~. [< 1: μτγν. ἰωβηλαῖον, γαλλ. jubilé, αγγλ. jubilee]
21833ιώδης, ης, ες [ἰώδης] ι-ώ-δης επίθ. {ιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που παράγεται από την ανάμειξη του κόκκινου και του γαλάζιου, βιολετής: ~ης: χαλαζίας (= αμέθυστος). ~ης: ακτινοβολία/απόχρωση. ~ες: διάλυμα/φως. Πβ. λιλά, μελιτζανής, μενεξεδής, μοβ. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: ιώδες (το): το αντίστοιχο χρώμα. Πβ. λουλακί. [< αρχ. ἰώδης ‘όμοιος με σκουριά, πρασινωπός’]
21834ιωδίνη[ἰωδίνη] ι-ω-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ιώδιο. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. iodine]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.