| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21823 | ιχνογράφηση | [ἰχνογράφηση] ι-χνο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. σχεδίαση ιχνογραφήματος: ~ προσώπων/τοπίων. Πβ. σκιτσάρισμα. Βλ. -γράφηση. 2. (μτφ.) απόδοση, απεικόνιση των κύριων στοιχείων: ~ ανθρώπινων χαρακτήρων. Πβ. σκιαγράφηση. | |
| 21824 | ιχνογραφία | [ἰχνογραφία] ι-χνο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ελεύθερη γραμμική παράσταση αντικειμένων συνήθ. με μολύβι, χωρίς χρώματα: μπλοκ/τετράδιο/χαρτί ~ας. Πβ. ιχνογράφημα, σκια-, σκιτσο-γραφία. Βλ. -γραφία. [< μτγν. ἰχνογραφία ‘σχεδίασμα, χάρτης’] | |
| 21825 | ιχνογραφώ | [ἰχνογραφῶ] ι-χνο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {ιχνογραφ-είς ..., -ώντας | ιχνογράφ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. (μτφ.) περιγράφω σε γενικές γραμμές, χωρίς να εμβαθύνω: Ο συγγραφέας ~εί το πνεύμα της εποχής/το πορτρέτο του σύγχρονου ανθρώπου. Το ιστορικό παρελθόν της πόλης ~είται από τις σωζόμενες γραπτές μαρτυρίες. Πβ. σκιαγραφώ. 2. (κυρ. για μικρά παιδιά) σχεδιάζω πρόσωπα ή αντικείμενα συνήθ. με μολύβι, χωρίς τη χρήση χρωμάτων: ~ώντας τοπία. Πβ. σκιτσάρω. Βλ. -γραφώ. | |
| 21826 | ίχνος | [ἴχνος] ί-χνος ουσ. (ουδ.) {ίχν-ους | -η, -ών} 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} το αποτύπωμα της πατημασιάς ανθρώπου ή ζώου στο έδαφος και γενικότ. σε επιφάνεια: αχνά/βαθιά/ευδιάκριτα/πρόσφατα/φρέσκα ~η. ~η πάνω στη λάσπη/στο χιόνι/στο χώμα. Αναγνώριση ~ών. Πβ. πατήματα. ΣΥΝ. χνάρι (1) 2. (γενικότ.) κάθε σημάδι που μένει από κάτι ή κάποιον μετά το πέρασμα, την παρουσία ή τη δράση του: ~ μονοπατιού/πορείας οχήματος/πτήσης αεροσκάφους/ραντάρ. ~η αυτοκινήτου/πέδησης/τροχών/φωτιάς. Το μνημείο φέρει ~η βανδαλισμού. Βρέθηκαν ~η αρχαιοτήτων/προϊστορικού οικισμού (πβ. απομεινάρι, κατάλοιπο, λείψανο, υπόλειμμα).|| (μτφ.) Με το έργο του άφησε ανεξίτηλα ~η στα ελληνικά γράμματα.|| (για πρόσ.) Εξαφανίστηκε/έφυγε χωρίς το παραμικρό ~ πίσω του. Κρύβω/σκεπάζω τα ~η μου. ~η ζωής. Ανακάλυψε/βρήκε τα ~η του μετά από μήνες. Παρακολούθηση των ~ών των υπόπτων.|| Εντοπίστηκαν ηλεκτρονικά/ψηφιακά ~η. Πβ. αποτύπωμα. 3. πάρα πολύ μικρή ποσότητα: (συχνά στον πληθ.) Εντοπίστηκαν ~η αίματος στα ρούχα.|| (μτφ., + γεν. αφηρημένης έννοιας, κυρ. σε αποφατικές προτάσεις) Υπάρχει ένα ~ αισιοδοξίας και ελπίδας για το μέλλον. Διέκρινα ένα ~ ειρωνείας στη φωνή της. Δεν υπάρχει ούτε (το παραμικρό) ~ αμφιβολίας ότι ... Μίλησε χωρίς ~ ντροπής/υποτίμησης (= χωρίς να ντρέπεται/να υποτιμά κάποιον). Πβ. δράμι, κόκκος, κουκούτσι, σταγόνα, στάλα, σταλιά, ψήγμα. 4. ΓΕΩΜ. το σημείο τομής ευθείας ή επιφάνειας με την κάθετη προς αυτήν ευθεία ή επιφάνεια αντίστοιχα. ● ΣΥΜΠΛ.: βιοδηλωτικά ίχνη: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. κάθε σημάδι ζωής που αφήνει ένας οργανισμός και αποτυπώνεται σε ένα γεωλογικό στρώμα χωρίς όμως υπολείμματα σκελετικών στοιχείων: ~ ~ ακινησίας/αναπαραγωγής/διατροφής/κίνησης., δόση/ίχνος αλήθειας βλ. αλήθεια ● ΦΡ.: δεν έχει/διαθέτει ίχνος ... (+ γεν.): δεν έχει καθόλου: ~ ~ αυτογνωσίας/ευαισθησίας/ηθικής., στα ίχνη & (σπανιότ.-λόγ.) επί τα ίχνη: στην πορεία για τον εντοπισμό προσώπου ή πράγματος: ~ ~ κυκλώματος ναρκωτικών/τρομοκρατικής οργάνωσης η Αστυνομία. Ταξιδεύοντας ~ ~ του βιβλίου/της ταινίας., χάνω τα ίχνη (κάποιου) 1. δεν μπορώ να ακολουθήσω ή να εντοπίσω κάποιον που συνήθ. προπορεύεται: Μέσα στον καπνό/στην ομίχλη έχασα ~ του. Χάθηκαν ~ τους, έγιναν άφαντοι. 2. (μτφ.) παύω να έχω επαφή με κάποιον, δεν γνωρίζω πού βρίσκεται και τι κάνει: Κάποτε κάναμε πολύ παρέα, αλλά τελευταία έχω ~σει ~ του. Πβ. χάνω επαφή., ακολουθώ τα/βαδίζω στα βήματα/χνάρια βλ. βήμα [< αρχ. ἴχνος, γαλλ.-αγγλ. trace] | |
| 21827 | ιχνοστοιχείο | [ἰχνοστοιχεῖο] ι-χνο-στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. χημικό στοιχείο που βρίσκεται σε πολύ μικρές ποσότητες στους ζωντανούς οργανισμούς και είναι άκρως απαραίτητο για τον μεταβολισμό: θρεπτικά/μεταλλικά ~α. Διατροφή πλούσια σε βιταμίνες και ~α. Περιεκτικότητα σε ~α (π.χ. βόριο, κοβάλτιο, σελήνιο, σίδηρος, χαλκός, χλώριο, ψευδάργυρος). Βλ. μικροθρεπτικά συστατικά. ΣΥΝ. μικροστοιχείο (1), ολιγοστοιχείο [< αγγλ. trace element, 1932, πβ. γαλλ. oligoélément, 1937] | |
| 21828 | ιχνόσφαιρα | [ἰχνόσφαιρα] ι-χνό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή κατάδειξης παρόμοια με ποντίκι, με την οποία μπορεί ο χρήστης να καθορίζει τη θέση του δείκτη στην οθόνη· συνήθ. χρησιμοποιείται σε φορητούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές και βιντεοπαιχνίδια. Βλ. τζόιστικ. [< αμερικ. trackball, 1967] | |
| 21829 | ιψενικός | , ή, ό [ἰψενικός] ι-ψε-νι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιψενικό τρίγωνο: ο σύζυγος, η σύζυγος και ο εραστής που είναι φίλος του ζευγαριού. Πβ. ερωτικό τρίγωνο, τρίο. [< γαλλ. ibsénien] | |
| 21830 | Ιώβ | [Ἰώβ] Ι-ώβ ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: τα πάθη του Ιώβ (εμφατ.): πολλά και μεγάλα βάσανα: Έζησα/πέρασα ~ ~. [< μτγν. Ἰώβ] | |
| 21831 | ιώβειος | , α/ος, ο [ἰώβειος] ι-ώ-βει-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: ιώβεια υπομονή & (σπάν.-λόγ.) ιώβειος υπομονή: πολύ μεγάλη και ανεξάντλητη υπομονή: Αντιμετώπισε την αρρώστια του γιου της με ~ ~. Πβ. γαϊδουρινή υπομονή. [< μτγν. Ἰώβ, γαλλ. de Job] | |
| 21832 | ιωβηλαίο | [ἰωβηλαῖο] ι-ω-βη-λαί-ο ουσ. (ουδ.) 1. έτος εορτασμού της συμπλήρωσης πενήντα ετών από κάποιο σημαντικό γεγονός και γενικότ. κάθε μεγάλη επέτειος (συνήθ. 25, 50 ή 100 χρόνων): αργυρό/χρυσό ~. Το ~ του γάμου τους/της ίδρυσης ενός ομίλου. Βλ. -ετηρίδα. 2. ΘΡΗΣΚ. (στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) το έτος κατά το οποίο ο Πάπας, κάθε 25 χρόνια, συγχωρεί τις αμαρτίες των προσκυνητών που πηγαίνουν στη Ρώμη: ιερό ~. [< 1: μτγν. ἰωβηλαῖον, γαλλ. jubilé, αγγλ. jubilee] | |
| 21833 | ιώδης | , ης, ες [ἰώδης] ι-ώ-δης επίθ. {ιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που παράγεται από την ανάμειξη του κόκκινου και του γαλάζιου, βιολετής: ~ης: χαλαζίας (= αμέθυστος). ~ης: ακτινοβολία/απόχρωση. ~ες: διάλυμα/φως. Πβ. λιλά, μελιτζανής, μενεξεδής, μοβ. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: ιώδες (το): το αντίστοιχο χρώμα. Πβ. λουλακί. [< αρχ. ἰώδης ‘όμοιος με σκουριά, πρασινωπός’] | |
| 21834 | ιωδίνη | [ἰωδίνη] ι-ω-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ιώδιο. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. iodine] | |
| 21835 | ιώδιο | [ἰώδιο] ι-ώ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ιωδί-ου} 1. ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο της ομάδας των αλογόνων (σύμβ. Ι, Ζ 53), που αναδίδει ατμούς μοβ χρώματος, όταν θερμαίνεται, βρίσκεται στο θαλασσινό νερό και σε ορισμένους θαλάσσιους οργανισμούς και χρησιμοποιείται κυρ. στη φαρμακευτική, την ιατρική, τη φωτογραφία και την παρασκευή χρωμάτων: κόκκινο (= μερκουροχρώμ)/ραδιενεργό ~. Βλ. υδροϊώδιο. ΣΥΝ. ιωδίνη 2. (μτφ.) θαλασσινός αέρας. ● ΣΥΜΠΛ.: βάμμα ιωδίου: αλκοολικό διάλυμα που χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό σε περιπτώσεις τραυματισμού., λάμπα ιωδίου: που περιέχει ιώδιο, το οποίο αυξάνει την αντοχή της, και παράγει λευκό φως. Βλ. λάμπα αλογόνου. [< γαλλ.-αγγλ. iode < αρχ. ἰώδης] | |
| 21836 | ιωδιούχος | , ος/α, ο [ἰωδιοῦχος] ι-ω-δι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει ιώδιο: ~ος: άργυρος/μόλυβδος. ~ο: αλάτι/διάλυμα/κάλιο/νάτριο. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. iodé] | |
| 21837 | ιωνικός | , ή, ό [ἰωνικός] ι-ω-νι-κός επίθ. 1. ΑΡΧ. που σχετίζεται με την Ιωνία ή τους Ίωνες: ~ή: διάλεκτος (βλ. αττική, δωρική). 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που αναφέρεται στον ιωνικό ρυθμό: ~ή: ζωφόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: ιωνικός ρυθμός: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κλασικός αρχαιοελληνικός ρυθμός με κίονες που έχουν δική τους βάση και κιονόκρανα με έλικες. Βλ. δωρικός, κορινθιακός. [< αρχ. ἰωνικός, γαλλ. ionique, γερμ. ionisch, αγγλ. ionic] | |
| 21838 | ίωση | [ἴωση] ί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη που προκαλείται από ιό: εμπύρετη/εποχική ~. ~ του αναπνευστικού. Κοινές/παιδικές ιώσεις. Έξαρση ιώσεων. Κόλλησα μια ~. Κυκλοφορεί ~. Βλ. γρίπη, κρυολόγημα, συνάχι. [< πβ. μτγν. ἴωσις ‘καθάρισμα της σκουριάς’, αγγλ. virosis, 1927, γαλλ. virose, 1952] | |
| 21839 | ιωτακισμός | [ἰωτακισμός] ι-ω-τα-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. (στα χρόνια της Αλεξανδρινής Κοινής) το φαινόμενο της αλλαγής στην προφορά των φωνηέντων η, υ και των διφθόγγων ει, οι, υι σε [i]. Βλ. ερασμική προφορά, -ισμός. [< μτγν. ἰωτακισμός, γαλλ. iotacisme, αγγλ. iotacism] | |
| 21840 | κ | 1. (πρόφ. κάπα) το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τους συμφωνικούς φθόγγους [k] (κόρη) και [c] (κερί): ~ κεφαλαίο (Κ). ~ μικρό (κ). Πβ. κάπα. Βλ. δίψηφος, σύμφωνο. 2. εικοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο κ΄/Κ΄) Στα τέλη του ΙΘ’ (= 19ου) και τις αρχές του ~ αιώνα. Κεφάλαιο ~. Πάπας Ιωάννης ο ΚΓ΄(= εικοστός τρίτος). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Κ ή ,Κ:) είκοσι χιλιάδες. [< αρχ. Κ, μεσν. κ] | |
| 24220 | Κ.Ε.ΔΒ. | (το): Κέντρο Εκπαίδευσης Διαβιβάσεων. | |
| 24230 | Κ.Ε.ΕΘ.Α. | (το): Κέντρο Ερευνών Εθνικής Άμυνας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ