Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [2240-2260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1257αθωότητα[ἀθῳότητα] α-θω-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. απουσία ενοχής ή ευθύνης: τεκμήριο ~ας. Ο κατηγορούμενος διακηρύσσει την/εμμένει στην ~ά του. Ο δικηγόρος υποστήριξε την ~ του πελάτη του. ΑΝΤ. ενοχή (1) 2. έλλειψη κακίας, πονηριάς ή υστεροβουλίας, αφέλεια: παιδική/χαμένη ~ (ΣΥΝ. αγνότητα). Τα χρόνια της ~ας. Βλέμμα γεμάτο ~. Βλ. -ότητα. [< αρχ. ἀθῳότης, γαλλ. innocence]
1258αθωράκιστος, η, ο [ἀθωράκιστος] α-θω-ρά-κι-στος επίθ. 1. που δεν είναι θωρακισμένος, δεν έχει μεταλλική επένδυση ή ενίσχυση: ~ος: αγωγός/κινητήρας. ~η: πόρτα (ΑΝΤ. θωρακισμένη). ~ο: αυτοκίνητο/καλώδιο (: χωρίς μεταλλική κάλυψη του μονωτικού του υλικού)/κτίριο/χρηματοκιβώτιο. 2. (μτφ.) που δεν διαθέτει επαρκή άμυνα ή προστασία, ευάλωτος: ~ος: οργανισμός. Νομοθετικά/στρατιωτικά/συναισθηματικά ~. Πόλη/χώρα ~η στον ιό/στις πυρκαγιές/στους σεισμούς (ΣΥΝ. ανυπεράσπιστη, απροστάτευτη). [< αρχ. ἀθωράκιστος 'χωρίς θώρακα', αγγλ. unarmoured]
1259αθώρητος, η, ο [ἀθώρητος] α-θώ-ρη-τος επίθ. (λογοτ.): που δεν φαίνεται, δεν μπορεί κανείς να τον δει· κατ' επέκτ. απλησίαστος: ~ μες στο σκοτάδι (ΣΥΝ. αθέατος, αόρατος).
1260αθωώνω[ἀθῳώνω] α-θω-ώ-νω ρ. {αθώω-σε, αθωώ-θηκα, -μένος, αθωών-οντας}: ΝΟΜ. κρίνω με δικαστική απόφαση ότι κάποιος δεν είναι ένοχος και τον απαλλάσσω από την κατηγορία που του αποδόθηκε: ~θηκε πανηγυρικά/τελεσίδικα. Ελπίζει πως θα ~θεί στο εφετείο. Οι δικαστές/ένορκοι ~σαν τον κατηγορούμενο ομόφωνα/παμψηφεί. ~μένοι από τη δικαιοσύνη.|| (μτφ.) Τους ~σαν μετά τη μεγάλη νίκη. ΑΝΤ. καταδικάζω (1) [< μτγν. ἀθῳῶ]
1261αθώωση[ἀθῴωση] α-θώ-ω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως}: ΝΟΜ. απαλλαγή από κατηγορία με δικαστική απόφαση: πανηγυρική ~. ~ από το αυτόφωρο/εφετείο. Αναίρεση/έφεση κατά της ~ης. Άσκηση ενδίκων μέσων κατά/κατάθεση ψηφίσματος υπέρ της ~ης του ... Ο εισαγγελέας εισηγήθηκε/ζήτησε/πρότεινε την ~ του κατηγορουμένου.|| (κατ' επέκτ.) ~ του υπαλλήλου από το Πειθαρχικό (Συμβούλιο).|| (μτφ.) ~ του προπονητή από τον κόσμο της ομάδας. ΑΝΤ. καταδίκη (1) [< αρχ. ἀθῴωσις]
1262αθωωτικός, ή, ό [ἀθωωτικός] α-θω-ω-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την αθώωση: ~ή: απόφαση. ~ό: βούλευμα/πόρισμα (= απαλλακτικό). Η ~ή (ΑΝΤ. καταδικαστική) ψήφος των ενόρκων.
1263άι[ἄι] ά-ι επιφών. & άου: (συνήθ. επαναλαμβανόμενο) για δήλωση σωματικού ή ψυχικού πόνου: ~-~! Ζεματίστηκα! ~ κακό/συμφορά που έπαθα/που με βρήκε! ~ τι περνάω/τραβάω! Βλ. όι.
1264άι & άει[ἄι] ά-ι μόρ. & α & (σπάν.) άε (προφ.): πήγαινε, άντε: (παρακίνηση, προτροπή) Άι στην ευχή του Θεού (και η Παναγιά μαζί σου). (αγανάκτηση) ~ παράτα μας/πνίξου/χάσου. (λαϊκό) ~ σα πέρα άνθρωπέ μου και άσε μας ήσυχους! (απορία) ~ να δούμε τι θα γίνει! ● ΦΡ.: άι στην ευχή βλ. ευχή, άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο! βλ. διάβολος, άι/άντε στον κόρακα! βλ. κόρακας [< τουρκ. hay]
1265Αϊ & Άι[Ἁϊ] Α-ϊ {άκλ.} (λαϊκό): προτακτικό ονόματος Αγίου της Εκκλησίας και κατ' επέκτ. ναού ή τοπωνύμιου: ~-Βασίλης/Γιάννης/Γιώργης. Οι κάτοικοι του ~(-)Στράτη. [< Α(γ)ι(ο)-. Παλαιότ. ορθογρ. Άη]
1327άι-κιου[ἄι-κιου] ά-ι-κιου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & αϊκιού & IQ: δείκτης νοημοσύνης, ευφυΐας ενός ατόμου, που καθορίζεται από ειδικό τεστ: υψηλό/χαμηλό ~. ● ΦΡ.: άι-κιου ραδικιού (προφ.-ειρων.): για να δηλωθεί ο χαμηλός δείκτης νοημοσύνης ενός προσώπου. [< ακρ. του αγγλ. Intelligence Quotient (IQ), 1916]
1266αίγα[αἶγα] αί-γα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): ΖΩΟΛ. κατσίκα. [< μεσν. αίγα]
1267αίγαγρος[αἴγαγρος] αί-γα-γρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άγρου}: ΖΩΟΛ. μηρυκαστικό ζώο (επιστ. ονομασ. Capra aegagrus) που μοιάζει με κατσίκα και ζει σε απόκρημνα μέρη: κρητικός ~ (= κρι-κρι). Βλ. αγρινό. ΣΥΝ. αγριοκάτσικο (1) [< μτγν. αἴγαγρος]
1268αιγαιακός, ή, ό [αἰγαιακός] αι-γαι-α-κός επίθ. (λόγ.): αιγαιοπελαγίτικος: ~ός πολιτισμός. [< μεσν. αιγαιακός]
1269Αιγαιοπελαγίτης[Αἰγαιοπελαγίτης] Αι-γαι-ο-πε-λα-γί-της ουσ. (αρσ.) , Αιγαιοπελαγίτισσα (η): πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής ένα από τα νησιά του Αιγαίου πελάγους.
1270αιγαιοπελαγίτικος, η, ο [αἰγαιοπελαγίτικος] αι-γαι-ο-πε-λα-γί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Αιγαίο πέλαγος ή τους κατοίκους των νησιών του. Βλ. -ίτικος.
1271αίγειος, α, ο [αἴγειος] αί-γει-ος επίθ. (επίσ.): κατσικίσιος: ~ο: γάλα/κρέας. Βλ. (αιγο)πρόβ-, βό-, χοίρ-ειος.
1272αιγιαλίτιδα[αἰγιαλίτιδα] αι-γι-α-λί-τι-δα επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: αιγιαλίτιδα ζώνη & (λόγ.) αιγιαλίτις ζώνη: ΝΟΜ. το παράκτιο τμήμα μιας χώρας μαζί με τον αντίστοιχο εναέριο και υποθαλάσσιο χώρο, στο οποίο το κράτος ασκεί πλήρη κυριαρχία. Βλ. υφαλοκρηπίδα. ΣΥΝ. χωρικά ύδατα [< μτγν. αἰγιαλῖτις]
1273αιγιαλός[αἰγιαλός] αι-γι-α-λός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΓΡ. η χερσαία ζώνη μεταξύ της ακτογραμμής και του σημείου που βρέχεται από το μεγαλύτερο χειμέριο κύμα. Πβ. γιαλός. ● ΣΥΜΠΛ.: παλαιός αιγιαλός (επίσ.): ζώνη ξηράς που προέκυψε από μετακίνηση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα εξαιτίας φυσικών προσχώσεων ή τεχνικών έργων και η οποία οριοθετείται από τη νέα γραμμή του αιγιαλού και την παλιά. [< αρχ. αἰγιαλός]
1274αιγίδα[αἰγίδα] αι-γί-δα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: υπό την αιγίδα (λόγ.) & κάτω από την αιγίδα: με επίσημη υποστήριξη: Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε/τελεί(ται)/τίθεται ~ ~ του δήμου/κράτους/ΟΗΕ/Προέδρου της Δημοκρατίας/Υπουργείου. ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Ουνέσκο. Πβ. υπό την προστασία (κάποιου). [< αρχ. αἰγίς ‘ασπίδα από δέρμα κατσίκας’, γαλλ. sous l'égide, αγγλ. under the aegis, ιταλ. sotto l'egida]
1275αιγινήτικος, η, ο [αἰγινήτικος] αι-γι-νή-τι-κος επίθ. & αιγινίτικος: που σχετίζεται με την Αίγινα ή/και τους Αιγινήτες: ~α: φιστίκια (κ. συνηθέστ. φιστίκια Αιγίνης). [< αρχ. αἰγινητικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.