Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2240-2260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1261αθώωση[ἀθῴωση] α-θώ-ω-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -ώσεως}: ΝΟΜ. απαλλαγή από κατηγορία με δικαστική απόφαση: πανηγυρική ~. ~ από το αυτόφωρο/εφετείο. Αναίρεση/έφεση κατά της ~ης. Άσκηση ενδίκων μέσων κατά/κατάθεση ψηφίσματος υπέρ της ~ης του ... Ο εισαγγελέας εισηγήθηκε/ζήτησε/πρότεινε την ~ του κατηγορουμένου.|| (κατ' επέκτ.) ~ του υπαλλήλου από το Πειθαρχικό (Συμβούλιο).|| (μτφ.) ~ του προπονητή από τον κόσμο της ομάδας. ΑΝΤ. καταδίκη (1) [< αρχ. ἀθῴωσις]
1262αθωωτικός, ή, ό [ἀθωωτικός] α-θω-ω-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την αθώωση: ~ή: απόφαση. ~ό: βούλευμα/πόρισμα (= απαλλακτικό). Η ~ή (ΑΝΤ. καταδικαστική) ψήφος των ενόρκων.
1263άι[ἄι] ά-ι επιφών. & άου: (συνήθ. επαναλαμβανόμενο) για δήλωση σωματικού ή ψυχικού πόνου: ~-~! Ζεματίστηκα! ~ κακό/συμφορά που έπαθα/που με βρήκε! ~ τι περνάω/τραβάω! Βλ. όι.
1264άι & άει[ἄι] ά-ι μόρ. & α & (σπάν.) άε (προφ.): πήγαινε, άντε: (παρακίνηση, προτροπή) Άι στην ευχή του Θεού (και η Παναγιά μαζί σου). (αγανάκτηση) ~ παράτα μας/πνίξου/χάσου. (λαϊκό) ~ σα πέρα άνθρωπέ μου και άσε μας ήσυχους! (απορία) ~ να δούμε τι θα γίνει! ● ΦΡ.: άι στην ευχή βλ. ευχή, άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο! βλ. διάβολος, άι/άντε στον κόρακα! βλ. κόρακας [< τουρκ. hay]
1265Αϊ & Άι[Ἁϊ] Α-ϊ {άκλ.} (λαϊκό): προτακτικό ονόματος Αγίου της Εκκλησίας και κατ' επέκτ. ναού ή τοπωνύμιου: ~-Βασίλης/Γιάννης/Γιώργης. Οι κάτοικοι του ~(-)Στράτη. [< Α(γ)ι(ο)-. Παλαιότ. ορθογρ. Άη]
1327άι-κιου[ἄι-κιου] ά-ι-κιου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & αϊκιού & IQ: δείκτης νοημοσύνης, ευφυΐας ενός ατόμου, που καθορίζεται από ειδικό τεστ: υψηλό/χαμηλό ~. ● ΦΡ.: άι-κιου ραδικιού (προφ.-ειρων.): για να δηλωθεί ο χαμηλός δείκτης νοημοσύνης ενός προσώπου. [< ακρ. του αγγλ. Intelligence Quotient (IQ), 1916]
1266αίγα[αἶγα] αί-γα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.): ΖΩΟΛ. κατσίκα. [< μεσν. αίγα]
1267αίγαγρος[αἴγαγρος] αί-γα-γρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άγρου}: ΖΩΟΛ. μηρυκαστικό ζώο (επιστ. ονομασ. Capra aegagrus) που μοιάζει με κατσίκα και ζει σε απόκρημνα μέρη: κρητικός ~ (= κρι-κρι). Βλ. αγρινό. ΣΥΝ. αγριοκάτσικο (1) [< μτγν. αἴγαγρος]
1268αιγαιακός, ή, ό [αἰγαιακός] αι-γαι-α-κός επίθ. (λόγ.): αιγαιοπελαγίτικος: ~ός πολιτισμός. [< μεσν. αιγαιακός]
1269Αιγαιοπελαγίτης[Αἰγαιοπελαγίτης] Αι-γαι-ο-πε-λα-γί-της ουσ. (αρσ.) , Αιγαιοπελαγίτισσα (η): πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής ένα από τα νησιά του Αιγαίου πελάγους.
1270αιγαιοπελαγίτικος, η, ο [αἰγαιοπελαγίτικος] αι-γαι-ο-πε-λα-γί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το Αιγαίο πέλαγος ή τους κατοίκους των νησιών του. Βλ. -ίτικος.
1271αίγειος, α, ο [αἴγειος] αί-γει-ος επίθ. (επίσ.): κατσικίσιος: ~ο: γάλα/κρέας. Βλ. (αιγο)πρόβ-, βό-, χοίρ-ειος.
1272αιγιαλίτιδα[αἰγιαλίτιδα] αι-γι-α-λί-τι-δα επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: αιγιαλίτιδα ζώνη & (λόγ.) αιγιαλίτις ζώνη: ΝΟΜ. το παράκτιο τμήμα μιας χώρας μαζί με τον αντίστοιχο εναέριο και υποθαλάσσιο χώρο, στο οποίο το κράτος ασκεί πλήρη κυριαρχία. Βλ. υφαλοκρηπίδα. ΣΥΝ. χωρικά ύδατα [< μτγν. αἰγιαλῖτις]
1273αιγιαλός[αἰγιαλός] αι-γι-α-λός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΓΡ. η χερσαία ζώνη μεταξύ της ακτογραμμής και του σημείου που βρέχεται από το μεγαλύτερο χειμέριο κύμα. Πβ. γιαλός. ● ΣΥΜΠΛ.: παλαιός αιγιαλός (επίσ.): ζώνη ξηράς που προέκυψε από μετακίνηση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα εξαιτίας φυσικών προσχώσεων ή τεχνικών έργων και η οποία οριοθετείται από τη νέα γραμμή του αιγιαλού και την παλιά. [< αρχ. αἰγιαλός]
1274αιγίδα[αἰγίδα] αι-γί-δα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: υπό την αιγίδα (λόγ.) & κάτω από την αιγίδα: με επίσημη υποστήριξη: Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε/τελεί(ται)/τίθεται ~ ~ του δήμου/κράτους/ΟΗΕ/Προέδρου της Δημοκρατίας/Υπουργείου. ~ ~ της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Ουνέσκο. Πβ. υπό την προστασία (κάποιου). [< αρχ. αἰγίς ‘ασπίδα από δέρμα κατσίκας’, γαλλ. sous l'égide, αγγλ. under the aegis, ιταλ. sotto l'egida]
1275αιγινήτικος, η, ο [αἰγινήτικος] αι-γι-νή-τι-κος επίθ. & αιγινίτικος: που σχετίζεται με την Αίγινα ή/και τους Αιγινήτες: ~α: φιστίκια (κ. συνηθέστ. φιστίκια Αιγίνης). [< αρχ. αἰγινητικός]
1276Αιγιώτης, Αιγιώτισσα[Αἰγιώτης] Αι-γι-ώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Αίγιο.
1277αίγλη[αἴγλη] αί-γλη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. δόξα, κύρος, κοινωνική ακτινοβολία: αυτοκρατορική ~. H ~ της εξουσίας/του παρελθόντος. Η πόλη διατηρεί/ξαναβρήκε την παλιά της ~ (= λαμπρότητα, μεγαλείο). Προσωπικότητες παγκόσμιας ~ης. Η μυστηριώδης και μυστηριακή ~ της γραφής του. Πβ. γόητρο, λάμψη, μεγαλοπρέπεια. 2. ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. μορφή φωτεινής ακτινοβολίας, που εκπέμπεται από κάποιες ουσίες σε χαμηλή θερμοκρασία υπό την επίδραση μιας διέγερσης: ~ καθόδου. Εκκένωση/τάση ~ης. Λαμπτήρας/λυχνία ~ης (: που παράγει φως, όταν προκαλείται ηλεκτρική εκκένωση στο εσωτερικό της). [< 1: αρχ. αἴγλη, γαλλ. gloire, auréole 2: αγγλ. glow (lamp)]
1278αιγο- & αιγό-(λόγ.) & (προφ.) γιδο- & γιδό-: α' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στην κατσίκα: αιγο-βοσκός/~ειδή/~τροφία. Αιγό-κλημα. Γιδο-πρόβατα.
1279αιγοειδή[αἰγοειδῆ] αι-γο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. κατηγορία θηλαστικών που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με την κατσίκα (π.χ. αίγαγρος, αγριοκάτσικο): ~ αναπαραγωγής. Βλ. βοο-, προβατο-ειδή.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.