| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 21835 | ιώδιο | [ἰώδιο] ι-ώ-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ιωδί-ου} 1. ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο της ομάδας των αλογόνων (σύμβ. Ι, Ζ 53), που αναδίδει ατμούς μοβ χρώματος, όταν θερμαίνεται, βρίσκεται στο θαλασσινό νερό και σε ορισμένους θαλάσσιους οργανισμούς και χρησιμοποιείται κυρ. στη φαρμακευτική, την ιατρική, τη φωτογραφία και την παρασκευή χρωμάτων: κόκκινο (= μερκουροχρώμ)/ραδιενεργό ~. Βλ. υδροϊώδιο. ΣΥΝ. ιωδίνη 2. (μτφ.) θαλασσινός αέρας. ● ΣΥΜΠΛ.: βάμμα ιωδίου: αλκοολικό διάλυμα που χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό σε περιπτώσεις τραυματισμού., λάμπα ιωδίου: που περιέχει ιώδιο, το οποίο αυξάνει την αντοχή της, και παράγει λευκό φως. Βλ. λάμπα αλογόνου. [< γαλλ.-αγγλ. iode < αρχ. ἰώδης] | |
| 21836 | ιωδιούχος | , ος/α, ο [ἰωδιοῦχος] ι-ω-δι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει ιώδιο: ~ος: άργυρος/μόλυβδος. ~ο: αλάτι/διάλυμα/κάλιο/νάτριο. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. iodé] | |
| 21837 | ιωνικός | , ή, ό [ἰωνικός] ι-ω-νι-κός επίθ. 1. ΑΡΧ. που σχετίζεται με την Ιωνία ή τους Ίωνες: ~ή: διάλεκτος (βλ. αττική, δωρική). 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που αναφέρεται στον ιωνικό ρυθμό: ~ή: ζωφόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: ιωνικός ρυθμός: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. κλασικός αρχαιοελληνικός ρυθμός με κίονες που έχουν δική τους βάση και κιονόκρανα με έλικες. Βλ. δωρικός, κορινθιακός. [< αρχ. ἰωνικός, γαλλ. ionique, γερμ. ionisch, αγγλ. ionic] | |
| 21839 | ιωτακισμός | [ἰωτακισμός] ι-ω-τα-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. (στα χρόνια της Αλεξανδρινής Κοινής) το φαινόμενο της αλλαγής στην προφορά των φωνηέντων η, υ και των διφθόγγων ει, οι, υι σε [i]. Βλ. ερασμική προφορά, -ισμός. [< μτγν. ἰωτακισμός, γαλλ. iotacisme, αγγλ. iotacism] | |
| 21840 | κ | 1. (πρόφ. κάπα) το δέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τους συμφωνικούς φθόγγους [k] (κόρη) και [c] (κερί): ~ κεφαλαίο (Κ). ~ μικρό (κ). Πβ. κάπα. Βλ. δίψηφος, σύμφωνο. 2. εικοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική: (συνήθ. με τόνο κ΄/Κ΄) Στα τέλη του ΙΘ’ (= 19ου) και τις αρχές του ~ αιώνα. Κεφάλαιο ~. Πάπας Ιωάννης ο ΚΓ΄(= εικοστός τρίτος). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Κ ή ,Κ:) είκοσι χιλιάδες. [< αρχ. Κ, μεσν. κ] | |
| 24220 | Κ.Ε.ΔΒ. | (το): Κέντρο Εκπαίδευσης Διαβιβάσεων. | |
| 24230 | Κ.Ε.ΕΘ.Α. | (το): Κέντρο Ερευνών Εθνικής Άμυνας. | |
| 24287 | Κ.Ε.ΜΧ. | (το): Κέντρο Εκπαίδευσης Μηχανικού. | |
| 24342 | Κ.Ε.ΠΒ. | (το): Κέντρο Εκπαίδευσης Πυροβολικού. | |
| 24441 | Κ.Ε.ΣΝ. | (το): Κέντρο Εκπαίδευσης Στρατονομίας. ΚΕΣΝ | |
| 24447 | Κ.Ε.ΤΘ. | (το): Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων. | |
| 24456 | Κ.Ε.ΥΓ. | (το): Κέντρο Εκπαίδευσης Υγειονομικού. | |
| 24289 | Κ.ΕΝ.Α. | (το): Κέντρο Εναέριας Άμυνας. | |
| 24290 | Κ.ΕΝ.Α.Κ. | (ο): Κανονισμός Ενεργειακής Αποδοτικότητας Κτιρίων. | |
| 24339 | κ.εξ. | (συντομ.): και εξής. | |
| 24345 | Κ.ΕΠΙΚ. | (το): Κέντρο Επικοινωνιών (Στρατοπέδου). | |
| 24458 | Κ.ΕΦ.Α. | (το): Κέντρο Εφοδιασμού Αεροπορίας. Βλ. ΕΚΕΜΣ. | |
| 24507 | Κ.ΕΦ.Ν. | (το): Κέντρο Εφοδιασμού Ναυτικού. | |
| 24734 | κ.κ. | (συντομ.): κύριοι. | |
| 25030 | κ.λπ. | (συντομ.): και λοιπά. Βλ. κ.τ.λ. | |