κά-βα ουσ. (θηλ.) 1. κατάστημα ή τμήμα του όπου πωλούνται κυρ. οινοπνευματώδη ποτά: ~-ξηροί καρποί. Πβ. ποτοπωλείο.2. ειδικά διαμορφωμένος χώρος για την αποθήκευση αλκοολούχων ποτών σε συνθήκες σταθερής θερμοκρασίας και υγρασίας· συνεκδ. το σύνολο αυτών των ποτών: υπόγεια ~. ~ παλαίωσης. Πβ. κελάρι, οιναποθήκη.|| (ως έπιπλο) Μπαρ-~.|| Έχει δημιουργήσει την προσωπική του ~ στο σπίτι.3. το αρχικό χρηματικό ποσό που καταθέτει ένας παίκτης ως εγγύηση για τη συμμετοχή του σε παιχνίδι της τράπουλας, συνήθ. πόκερ. Βλ. γκανιότα. ΣΥΝ. μίζα (3) [< ιταλ. cava]
21842
καβάκι
κα-βά-κι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): ΒΟΤ. είδος λεύκας (επιστ. ονομασ. Populus nigra)· γενικότ. λεύκα. [< τουρκ. kavak]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.