| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 25217 | κ.ο.κ. | (συντομ.): και ούτω καθεξής. | |
| 25456 | Κ.ΟΜ.Α.Κ. | (η): Κινητή Ομάδα Αντιμετώπισης Καταστροφών. | |
| 26916 | κ.τ.λ. | & κτλ. (συντομ.): και τα λοιπά. Βλ. κ.λπ. | |
| 26917 | κ.τ.ό. | (συντομ.): και τα όμοια. | |
| 27172 | Κ.Υ.Σ.ΔΙ.Π. | (το): Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Διοικητικού Προσωπικού. | |
| 21841 | κάβα | κά-βα ουσ. (θηλ.) 1. κατάστημα ή τμήμα του όπου πωλούνται κυρ. οινοπνευματώδη ποτά: ~-ξηροί καρποί. Πβ. ποτοπωλείο. 2. ειδικά διαμορφωμένος χώρος για την αποθήκευση αλκοολούχων ποτών σε συνθήκες σταθερής θερμοκρασίας και υγρασίας· συνεκδ. το σύνολο αυτών των ποτών: υπόγεια ~. ~ παλαίωσης. Πβ. κελάρι, οιναποθήκη.|| (ως έπιπλο) Μπαρ-~.|| Έχει δημιουργήσει την προσωπική του ~ στο σπίτι. 3. το αρχικό χρηματικό ποσό που καταθέτει ένας παίκτης ως εγγύηση για τη συμμετοχή του σε παιχνίδι της τράπουλας, συνήθ. πόκερ. Βλ. γκανιότα. ΣΥΝ. μίζα (3) [< ιταλ. cava] | |
| 21842 | καβάκι | κα-βά-κι ουσ. (ουδ.) (διαλεκτ.): ΒΟΤ. είδος λεύκας (επιστ. ονομασ. Populus nigra)· γενικότ. λεύκα. [< τουρκ. kavak] | |
| 21843 | καβάλα | κα-βά-λα επίρρ. (προφ.) 1. πάνω σε ιπποειδές ή κατ' επέκτ. σε δίτροχο συνήθ. όχημα, με το ένα πόδι στη μια και το άλλο στην άλλη πλευρά: ~ στο άλογο/γαϊδούρι. ~ στο μηχανάκι/ποδήλατο. ΣΥΝ. καβαλαρία. Βλ. δι-, τρι-κάβαλο.|| (γενικότ., ως τρόπος καθίσματος) ~ στην καρέκλα/στους ώμους (ΣΥΝ. ιππαστί). 2. σε στάση συνουσίας. ● ΦΡ.: είμαι καβάλα/έχω κάποιον καβάλα: είμαι (ιεραρχικά) ανώτερος, βρίσκομαι σε πλεονεκτικότερη θέση. [< μεσν. καβάλα] | |
| 21844 | καβαλάρης | κα-βα-λά-ρης ουσ. (αρσ.) {καβαλάρηδες} (προφ.) 1. {(σπάν.-λαϊκό) πληθ. καβαλαραίοι | (σπανιότ.) θηλ. καβαλάρισσα} αναβάτης, έφιππος, ιππέας. ΑΝΤ. πεζός (1) 2. ΜΟΥΣ. γέφυρα. ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρος καβαλάρης: προσωνυμία του Χάρου., μοναχικός καβαλάρης: για πρόσωπο, συνήθ. άνδρα, που ακολουθεί μοναχική πορεία στη ζωή του: Επέλεξε τον δρόμο του ~ού ~η. [< μεσν. καβαλ(λ)άρης] | |
| 21845 | καβαλαρία | κα-βα-λα-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) καβαλερία (λαϊκό-παρωχ.) 1. ιππικό. 2. ίππευση. Βλ. ιππασία. 3. (ως επίρρ.) καβάλα. [< μεσν. καβαλαρία < βεν. cavalaria] | |
| 21846 | καβαλάω | βλ. καβαλώ | |
| 21847 | καβαλέτο | κα-βα-λέ-το ουσ. (ουδ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τρίποδη, συνήθ. ξύλινη κατασκευή, ρυθμιζόμενης κλίσης και ύψους, για στήριξη του καμβά (ή ενός ζωγραφικού πίνακα): επιτραπέζιο ~. Στήνω το ~. Πβ. τρίποδας, τρίποδο. Βλ. καμβάς, παλέτα, πινέλο, τελάρο. ΣΥΝ. οκρίβαντας 2. μακρόστενη κατασκευή (πάγκος ή σκαλωσιά) που χρησιμοποιείται για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας: το ~ του ελαιοχρωματιστή/ξυλουργού. [< βεν. cavaletto] | |
| 21848 | καβάλημα | κα-βά-λη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καβαλώ: (μτφ.) ~ του καλαμιού (= αλαζονεία, έπαρση, υπεροψία). ΣΥΝ. καβαλίκεμα 2. συνουσία. | |
| 21849 | καβαλιέρος | κα-βα-λιέ-ρος ουσ. (αρσ.): άνδρας συνοδός γυναίκας σε χορό ή κοινωνική εκδήλωση. Πβ. παρτενέρ. Βλ. ντάμα. [< μεσν. καβαλιέρος] | |
| 21850 | καβαλίκεμα | κα-βα-λί-κε-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) καβαλίκευμα (λαϊκό): καβάλημα. Πβ. ιππασία, ίππευση. Βλ. νευρο~. [< μεσν. καβαλίκεμα] | |
| 21851 | καβαλικεύω | κα-βα-λι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {καβαλίκε-ψα, καβαλικεύ-οντας} (λαϊκό): καβαλώ. ΑΝΤ. ξεκαβαλικεύω, ξεπεζεύω [< μεσν. καβαλ(λ)ικεύω] | |
| 21852 | καβαλίνες | κα-βα-λί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. καβαλίνα} (λαϊκό): περιττώματα αλόγου, γαϊδάρου ή βοδιού. Βλ. κακαράντζες, κοπριά, σβουνιά. [< μεσν. καβαλ(λ)ίνα] | |
| 21853 | Καβαλιώτης, Καβαλιώτισσα | Κα-βα-λιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Καβάλα. | |
| 21854 | καβαλιώτικος | , η, ο κα-βα-λιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Καβάλα ή/και τους Καβαλιώτες. | |
| 21855 | καβάλος & καβάλο | κα-βά-λος ουσ. (αρσ. + ουδ.): το κάτω μέρος της ραφής που ενώνει τα δύο σκέλη παντελονιού ή καλσόν: χαμηλό(ς) ~. Με στενεύει ο/το ~. Βλ. χαμηλοκάβαλος. [< ιταλ. cavallo] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ