Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22600-22620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21843καβάλακα-βά-λα επίρρ. (προφ.) 1. πάνω σε ιπποειδές ή κατ' επέκτ. σε δίτροχο συνήθ. όχημα, με το ένα πόδι στη μια και το άλλο στην άλλη πλευρά: ~ στο άλογο/γαϊδούρι. ~ στο μηχανάκι/ποδήλατο. ΣΥΝ. καβαλαρία. Βλ. δι-, τρι-κάβαλο.|| (γενικότ., ως τρόπος καθίσματος) ~ στην καρέκλα/στους ώμους (ΣΥΝ. ιππαστί). 2. σε στάση συνουσίας. ● ΦΡ.: είμαι καβάλα/έχω κάποιον καβάλα: είμαι (ιεραρχικά) ανώτερος, βρίσκομαι σε πλεονεκτικότερη θέση. [< μεσν. καβάλα]
21844καβαλάρηςκα-βα-λά-ρης ουσ. (αρσ.) {καβαλάρηδες} (προφ.) 1. {(σπάν.-λαϊκό) πληθ. καβαλαραίοι | (σπανιότ.) θηλ. καβαλάρισσα} αναβάτης, έφιππος, ιππέας. ΑΝΤ. πεζός (1) 2. ΜΟΥΣ. γέφυρα. ● ΣΥΜΠΛ.: μαύρος καβαλάρης: προσωνυμία του Χάρου., μοναχικός καβαλάρης: για πρόσωπο, συνήθ. άνδρα, που ακολουθεί μοναχική πορεία στη ζωή του: Επέλεξε τον δρόμο του ~ού ~η. [< μεσν. καβαλ(λ)άρης]
21845καβαλαρίακα-βα-λα-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) καβαλερία (λαϊκό-παρωχ.) 1. ιππικό. 2. ίππευση. Βλ. ιππασία. 3. (ως επίρρ.) καβάλα. [< μεσν. καβαλαρία < βεν. cavalaria]
21846καβαλάωβλ. καβαλώ
21847καβαλέτοκα-βα-λέ-το ουσ. (ουδ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τρίποδη, συνήθ. ξύλινη κατασκευή, ρυθμιζόμενης κλίσης και ύψους, για στήριξη του καμβά (ή ενός ζωγραφικού πίνακα): επιτραπέζιο ~. Στήνω το ~. Πβ. τρίποδας, τρίποδο. Βλ. καμβάς, παλέτα, πινέλο, τελάρο. ΣΥΝ. οκρίβαντας 2. μακρόστενη κατασκευή (πάγκος ή σκαλωσιά) που χρησιμοποιείται για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας: το ~ του ελαιοχρωματιστή/ξυλουργού. [< βεν. cavaletto]
21848καβάλημακα-βά-λη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καβαλώ: (μτφ.) ~ του καλαμιού (= αλαζονεία, έπαρση, υπεροψία). ΣΥΝ. καβαλίκεμα 2. συνουσία.
21849καβαλιέροςκα-βα-λιέ-ρος ουσ. (αρσ.): άνδρας συνοδός γυναίκας σε χορό ή κοινωνική εκδήλωση. Πβ. παρτενέρ. Βλ. ντάμα. [< μεσν. καβαλιέρος]
21850καβαλίκεμακα-βα-λί-κε-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) καβαλίκευμα (λαϊκό): καβάλημα. Πβ. ιππασία, ίππευση. Βλ. νευρο~. [< μεσν. καβαλίκεμα]
21851καβαλικεύωκα-βα-λι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {καβαλίκε-ψα, καβαλικεύ-οντας} (λαϊκό): καβαλώ. ΑΝΤ. ξεκαβαλικεύω, ξεπεζεύω [< μεσν. καβαλ(λ)ικεύω]
21852καβαλίνεςκα-βα-λί-νες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. καβαλίνα} (λαϊκό): περιττώματα αλόγου, γαϊδάρου ή βοδιού. Βλ. κακαράντζες, κοπριά, σβουνιά. [< μεσν. καβαλ(λ)ίνα]
21853Καβαλιώτης, ΚαβαλιώτισσαΚα-βα-λιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Καβάλα.
21854καβαλιώτικος, η, ο κα-βα-λιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Καβάλα ή/και τους Καβαλιώτες.
21855καβάλος & καβάλοκα-βά-λος ουσ. (αρσ. + ουδ.): το κάτω μέρος της ραφής που ενώνει τα δύο σκέλη παντελονιού ή καλσόν: χαμηλό(ς) ~. Με στενεύει ο/το ~. Βλ. χαμηλοκάβαλος. [< ιταλ. cavallo]
21856καβαλώ[καβαλῶ] κα-βα-λώ ρ. (μτβ.) {καβαλ-ά κ. -άει ... | καβάλ-ησα, -ιέται, σπάν. -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & καβαλάω (προφ.) ΣΥΝ. καβαλικεύω 1. ανεβαίνω στη ράχη ιπποειδούς ή δίτροχου οχήματος, κάθομαι καβάλα: ~ησε το άλογο/γαϊδούρι. Πβ. ιππεύω. ΑΝΤ. ξεκαβαλικεύω, (ξε)πεζεύω.|| ~ησε το δίκυκλο/τη μοτοσικλέτα.|| (κατ' επέκτ.) ~ησε τα κάγκελα/τη μάντρα (: πήδηξε).|| (μτφ.) Το αυτοκίνητο ~ησε το κράσπεδο/πεζοδρόμιο. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επιβάλλομαι πιεστικά: Δεν θα μας ~ήσεις κιόλας! Πβ. κάνω κάποιον ό,τι θέλω, παίρνω τον αέρα κάποιου. 3. (σπάν., κυρ. για άνδρα) συνουσιάζομαι. ● Μτχ.: καβαλημένος , η, ο: αυτός που θεωρεί τον εαυτό του πολύ σπουδαίο και φέρεται υπεροπτικά. Πβ. αλαζόνας, ντίβα, ψώνιο. ● ΦΡ.: καβάλησε το καλάμι βλ. καλάμι, του έχει καθίσει στον σβέρκο βλ. σβέρκος [< μεσν. καβαλώ]
21857καβάτζακα-βά-τζα ουσ. (θηλ.) & καβάντζα (προφ.): απόθεμα: Μην ανησυχείς για το φαγητό, έχω ~. Τέλειωσαν οι ~ες. Πβ. εφεδρεία, παρακαταθήκη, ρεζέρβα, στοκ.|| (για πρόσ., συνήθ. ερωτικό σύντροφο) Έχω/κρατάω κάποιον για ~. Πβ. πόρτα για τον χειμώνα. Βλ. αναπληρωματ-, εναλλακτ-, εφεδρ-, συμπληρωματ-ικός.
21858καβατζάρωκα-βα-τζά-ρω ρ. (μτβ.) {σπάν. καβάτζαρ-ε κ. -ισε, καβατζάρ-οντας} & καβαντζάρω (προφ.) 1. καβατζώνω. 2. περνώ συγκεκριμένη ηλικία: Έχει ~ει τα εξήντα (= πατήσει). 3. ΝΑΥΤ. περνώ, παρακάμπτω κυρ. ακρωτήριο. Πβ. παραλλάζω. Βλ. παρα-, περι-πλέω.
21859καβατζώνωκα-βα-τζώ-νω ρ. (μτβ.) {καβάτζω-σα, καβατζώ-θηκα, -μένος} & καβαντζώνω (προφ.): εξασφαλίζω: Δεν μπόρεσε να ~σει άδεια. Η θέση είναι ~μένη (= πιασμένη). ΣΥΝ. αγκαζάρω, καβατζάρω (1), καπαρώνω
21860καβγαδίζωκα-βγα-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {καβγάδι-σα, καβγαδίζ-οντας} & καυγαδίζω (προφ.): μαλώνω, τσακώνομαι: ~ουν για ασήμαντα ζητήματα/με το παραμικρό. ~σε άσχημα/έντονα με τον φίλο της. Πβ. διαπληκτίζομαι, λογομαχώ, φιλονικώ, στήνω καβγά.
21861καβγάςκα-βγάς ουσ. (αρσ.) {-ά | -άδες} & καυγάς (προφ.): διαπληκτισμός, μάλωμα, τσακωμός: ατέλειωτοι/καθημερινοί/οικογενειακοί/συζυγικοί/συχνοί ~άδες. ~ ανάμεσα σε .../μεταξύ ... Άρχισε/γίνεται/ξέσπασε (άγριος/τρικούβερτος/χοντρός) ~. Ο ~ δεν άργησε ν΄ ανάψει (= φουντώσει). Η συζήτηση κατέληξε σε ~ά. Ενεπλάκη σε ~ά. Πάνω στον ~ά, πιάστηκαν στα χέρια. Πβ. λογομαχία, πανηγύρι, φιλονικία. Βλ. μικρο~, σκυλο~. ● Υποκ.: καβγαδάκι (το): ασήμαντη διαφωνία, συνήθ. ζευγαριού, με αίσιο τέλος: ερωτικό ~. Είχαν ένα μικρό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ομηρικοί καβγάδες βλ. ομηρικός ● ΦΡ.: στήνω καβγά: αρχίζω να καβγαδίζω., έχει λυμένο/λυτό το ζωνάρι του για καβγά βλ. ζωνάρι, ο καβγάς είναι για το πάπλωμα βλ. πάπλωμα, τρώει τα νύχια του για καβγά βλ. νύχι [< μεσν. καβγάς, τουρκ. kavga]
21862καβγατζήςκα-βγα-τζής ουσ. (αρσ.) {-ήδες | θηλ. καβγατζού} & καυγατζής (προφ.): πρόσωπο που προκαλεί συχνούς καβγάδες. Πβ. εριστικός, τσαμπουκάς, φίλερις, φιλόνικος. [< τουρκ. kavgacι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.