| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21856 | καβαλώ | [καβαλῶ] κα-βα-λώ ρ. (μτβ.) {καβαλ-ά κ. -άει ... | καβάλ-ησα, -ιέται, σπάν. -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} & καβαλάω (προφ.) ΣΥΝ. καβαλικεύω 1. ανεβαίνω στη ράχη ιπποειδούς ή δίτροχου οχήματος, κάθομαι καβάλα: ~ησε το άλογο/γαϊδούρι. Πβ. ιππεύω. ΑΝΤ. ξεκαβαλικεύω, (ξε)πεζεύω.|| ~ησε το δίκυκλο/τη μοτοσικλέτα.|| (κατ' επέκτ.) ~ησε τα κάγκελα/τη μάντρα (: πήδηξε).|| (μτφ.) Το αυτοκίνητο ~ησε το κράσπεδο/πεζοδρόμιο. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επιβάλλομαι πιεστικά: Δεν θα μας ~ήσεις κιόλας! Πβ. κάνω κάποιον ό,τι θέλω, παίρνω τον αέρα κάποιου. 3. (σπάν., κυρ. για άνδρα) συνουσιάζομαι. ● Μτχ.: καβαλημένος , η, ο: αυτός που θεωρεί τον εαυτό του πολύ σπουδαίο και φέρεται υπεροπτικά. Πβ. αλαζόνας, ντίβα, ψώνιο. ● ΦΡ.: καβάλησε το καλάμι βλ. καλάμι, του έχει καθίσει στον σβέρκο βλ. σβέρκος [< μεσν. καβαλώ] | |
| 21857 | καβάτζα | κα-βά-τζα ουσ. (θηλ.) & καβάντζα (προφ.): απόθεμα: Μην ανησυχείς για το φαγητό, έχω ~. Τέλειωσαν οι ~ες. Πβ. εφεδρεία, παρακαταθήκη, ρεζέρβα, στοκ.|| (για πρόσ., συνήθ. ερωτικό σύντροφο) Έχω/κρατάω κάποιον για ~. Πβ. πόρτα για τον χειμώνα. Βλ. αναπληρωματ-, εναλλακτ-, εφεδρ-, συμπληρωματ-ικός. | |
| 21858 | καβατζάρω | κα-βα-τζά-ρω ρ. (μτβ.) {σπάν. καβάτζαρ-ε κ. -ισε, καβατζάρ-οντας} & καβαντζάρω (προφ.) 1. καβατζώνω. 2. περνώ συγκεκριμένη ηλικία: Έχει ~ει τα εξήντα (= πατήσει). 3. ΝΑΥΤ. περνώ, παρακάμπτω κυρ. ακρωτήριο. Πβ. παραλλάζω. Βλ. παρα-, περι-πλέω. | |
| 21859 | καβατζώνω | κα-βα-τζώ-νω ρ. (μτβ.) {καβάτζω-σα, καβατζώ-θηκα, -μένος} & καβαντζώνω (προφ.): εξασφαλίζω: Δεν μπόρεσε να ~σει άδεια. Η θέση είναι ~μένη (= πιασμένη). ΣΥΝ. αγκαζάρω, καβατζάρω (1), καπαρώνω | |
| 21860 | καβγαδίζω | κα-βγα-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {καβγάδι-σα, καβγαδίζ-οντας} & καυγαδίζω (προφ.): μαλώνω, τσακώνομαι: ~ουν για ασήμαντα ζητήματα/με το παραμικρό. ~σε άσχημα/έντονα με τον φίλο της. Πβ. διαπληκτίζομαι, λογομαχώ, φιλονικώ, στήνω καβγά. | |
| 21861 | καβγάς | κα-βγάς ουσ. (αρσ.) {-ά | -άδες} & καυγάς (προφ.): διαπληκτισμός, μάλωμα, τσακωμός: ατέλειωτοι/καθημερινοί/οικογενειακοί/συζυγικοί/συχνοί ~άδες. ~ ανάμεσα σε .../μεταξύ ... Άρχισε/γίνεται/ξέσπασε (άγριος/τρικούβερτος/χοντρός) ~. Ο ~ δεν άργησε ν΄ ανάψει (= φουντώσει). Η συζήτηση κατέληξε σε ~ά. Ενεπλάκη σε ~ά. Πάνω στον ~ά, πιάστηκαν στα χέρια. Πβ. λογομαχία, πανηγύρι, φιλονικία. Βλ. μικρο~, σκυλο~. ● Υποκ.: καβγαδάκι (το): ασήμαντη διαφωνία, συνήθ. ζευγαριού, με αίσιο τέλος: ερωτικό ~. Είχαν ένα μικρό ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ομηρικοί καβγάδες βλ. ομηρικός ● ΦΡ.: στήνω καβγά: αρχίζω να καβγαδίζω., έχει λυμένο/λυτό το ζωνάρι του για καβγά βλ. ζωνάρι, ο καβγάς είναι για το πάπλωμα βλ. πάπλωμα, τρώει τα νύχια του για καβγά βλ. νύχι [< μεσν. καβγάς, τουρκ. kavga] | |
| 21862 | καβγατζής | κα-βγα-τζής ουσ. (αρσ.) {-ήδες | θηλ. καβγατζού} & καυγατζής (προφ.): πρόσωπο που προκαλεί συχνούς καβγάδες. Πβ. εριστικός, τσαμπουκάς, φίλερις, φιλόνικος. [< τουρκ. kavgacι] | |
| 21863 | καβδιανός | , ή, ό βλ. καυδιανός | |
| 21864 | καβίλια | κα-βί-λια ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. αντικείμενο σύνδεσης που μοιάζει με καρφί ή περόνη: ξύλινες/σιδερένιες ~ες. Βλ. γόμφος. 2. ΝΑΥΤ. είδος σχοινιού με μυτερή άκρη. [< ιταλ. caviglia] | |
| 21865 | Κάβο- & Καβο- | (λαϊκό): προτακτικό ονόματος ακρωτηρίου: ~Μαλιάς (κ. Καβομαλιάς). {κ. χωρ. ενωτικό} Κάβο Ντόρο. | |
| 21866 | κάβος | κά-βος ουσ. (αρσ.) ΝΑΥΤ. 1. ακρωτήριο. 2. παλαμάρι. ● ΦΡ.: δένουν/λύνουν (τους) κάβους 1. (για πλοία) αγκυροβολούν ή ετοιμάζονται για απόπλου. 2. (μτφ., για ναυτεργάτες) απεργούν ή λύνουν την απεργία. [< μεσν. κάβος < ιταλ. cavo] | |
| 21867 | καβούκι | κα-βού-κι ουσ. (ουδ.) {καβουκ-ιού} 1. όστρακο, κυρ. χελώνας. Πβ. καύκαλο, κέλυφος, ταρταρούγα, χέλυο. 2. (σπάν.-μτφ.) πολύ περιορισμένος χώρος: Ζουν σ' αυτό το ~. ● ΦΡ.: βγαίνω από το καβούκι μου: γίνομαι (ξανά) κοινωνικός και εξωστρεφής., κλείνομαι στο καβούκι μου & κρύβομαι/μαζεύομαι/μπαίνω στο καβούκι μου: κλείνομαι στον εαυτό μου. [< τουρκ. kabuk] | |
| 21868 | κάβουρας | κά-βου-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. {προφ. θηλ. καβουρίνα} καρκινοειδές μαλακόστρακο (επιστ. ονομασ. Cancer, Carcinus) με πλατύ κέλυφος και ισχυρές δαγκάνες, που ανήκει στα δεκάποδα, είναι κυρ. υδρόβιο και μερικά είδη του είναι φαγώσιμα: βασιλικός/κόκκινος/μπλε/πράσινος ~. Βλ. καβουρομάνα. ΣΥΝ. καβούρι, καρκίνος (4) 2. μεταλλικό εργαλείο για (ξε)βίδωμα, με λαβίδα και κινητό σκέλος που ρυθμίζει το άνοιγμά της. Πβ. γαλλικό κλειδί, παπαγαλάκι. Βλ. κατσαβίδι. ● ΦΡ.: σαν τον κάβουρα: πολύ αργά: Πάει/περπατάει ~ ~.|| (μτφ.) Η έρευνα προχωρά ~ ~. Πβ. καρκινοβατώ., τι 'ναι ο κάβουρας, τι 'ν(αι) το ζουμί του (παροιμ.): για κάτι που δεν επαρκεί, επειδή είναι πολύ λίγο, ελάχιστο: Η σύνταξη δεν φτάνει, ~ ~!, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω [< μεσν. κάβουρος] | |
| 21869 | καβουρδίζω & καβουρντίζω | κα-βουρ-δί-ζω ρ. (μτβ.) {καβούρδι-σα, -στηκε, -σμένος} ΜΑΓΕΙΡ. 1. ψήνω (ξηρούς καρπούς ή σπόρους): ~ αμύγδαλα/σιμιγδάλι/σουσάμι. ~σμένος καφές (ΑΝΤ. ακαβούρντιστος). 2. τσιγαρίζω: ~ τον κιμά. Πβ. σοτάρω. ● ΦΡ.: αέρα κοπανίζω/καβουρδίζω βλ. αέρας [< τουρκ. kavurdu] | |
| 21870 | καβούρδισμα & καβούρντισμα | κα-βούρ-δι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καβουρδίζω. Πβ. σοτάρισμα, φρύξη. ΣΥΝ. τσιγάρισμα, ψήσιμο (1) | |
| 21871 | καβουρδιστήρι & καβουρντιστήρι | κα-βουρ-δι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (ειρων.-μειωτ., για αντικείμενο) μπακατέλα, σαράβαλο. 2. (κυρ. παλαιότ.) συσκευή καβουρδίσματος, συνήθ. καφέ. Βλ. -τήρι. | |
| 21872 | καβούρι | κα-βού-ρι ουσ. (ουδ.) {καβουρ-ιού} (προφ.): ΖΩΟΛ. κάβουρας. Βλ. καβουρόψιχα. ● Υποκ.: καβουράκι (το) 1. μικρός κάβουρας. 2. είδος ανδρικού κυρ. καπέλου με στενό γείσο. Βλ. ρεπούμπλικα. ● ΦΡ.: έχει καβούρια στην τσέπη/η τσέπη του βλ. τσέπη [< μεσν. καβούριν] | |
| 21873 | καβουρμάς | κα-βουρ-μάς ουσ. (αρσ.): ΜΑΓΕΙΡ. κομματάκια συνήθ. χοιρινού κρέατος, βρασμένα ή τσιγαρισμένα και αρωματισμένα με καρυκεύματα, που διατηρούνται μέσα στο λίπος τους σε στεγανό δοχείο· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος μεζές. Βλ. αλλαντικά, απάκι, λουκάνικο, παστουρμάς, σύγκλινο. [< τουρκ. kavurma] | |
| 21874 | καβουρομάνα | κα-βου-ρο-μά-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. είδος μεγάλου εδώδιμου καβουριού (επιστ. ονομασ. Maja squinado) με καστανο-κόκκινο κέλυφος και αγκαθωτό τριχωτό σώμα. Βλ. -μάνα. | |
| 21875 | καβουροτσέπης | κα-βου-ρο-τσέ-πης ουσ. (αρσ.) (προφ.): τσιγκούνης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ