| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21863 | καβδιανός | , ή, ό βλ. καυδιανός | |
| 21864 | καβίλια | κα-βί-λια ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. αντικείμενο σύνδεσης που μοιάζει με καρφί ή περόνη: ξύλινες/σιδερένιες ~ες. Βλ. γόμφος. 2. ΝΑΥΤ. είδος σχοινιού με μυτερή άκρη. [< ιταλ. caviglia] | |
| 21865 | Κάβο- & Καβο- | (λαϊκό): προτακτικό ονόματος ακρωτηρίου: ~Μαλιάς (κ. Καβομαλιάς). {κ. χωρ. ενωτικό} Κάβο Ντόρο. | |
| 21866 | κάβος | κά-βος ουσ. (αρσ.) ΝΑΥΤ. 1. ακρωτήριο. 2. παλαμάρι. ● ΦΡ.: δένουν/λύνουν (τους) κάβους 1. (για πλοία) αγκυροβολούν ή ετοιμάζονται για απόπλου. 2. (μτφ., για ναυτεργάτες) απεργούν ή λύνουν την απεργία. [< μεσν. κάβος < ιταλ. cavo] | |
| 21867 | καβούκι | κα-βού-κι ουσ. (ουδ.) {καβουκ-ιού} 1. όστρακο, κυρ. χελώνας. Πβ. καύκαλο, κέλυφος, ταρταρούγα, χέλυο. 2. (σπάν.-μτφ.) πολύ περιορισμένος χώρος: Ζουν σ' αυτό το ~. ● ΦΡ.: βγαίνω από το καβούκι μου: γίνομαι (ξανά) κοινωνικός και εξωστρεφής., κλείνομαι στο καβούκι μου & κρύβομαι/μαζεύομαι/μπαίνω στο καβούκι μου: κλείνομαι στον εαυτό μου. [< τουρκ. kabuk] | |
| 21868 | κάβουρας | κά-βου-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. {προφ. θηλ. καβουρίνα} καρκινοειδές μαλακόστρακο (επιστ. ονομασ. Cancer, Carcinus) με πλατύ κέλυφος και ισχυρές δαγκάνες, που ανήκει στα δεκάποδα, είναι κυρ. υδρόβιο και μερικά είδη του είναι φαγώσιμα: βασιλικός/κόκκινος/μπλε/πράσινος ~. Βλ. καβουρομάνα. ΣΥΝ. καβούρι, καρκίνος (4) 2. μεταλλικό εργαλείο για (ξε)βίδωμα, με λαβίδα και κινητό σκέλος που ρυθμίζει το άνοιγμά της. Πβ. γαλλικό κλειδί, παπαγαλάκι. Βλ. κατσαβίδι. ● ΦΡ.: σαν τον κάβουρα: πολύ αργά: Πάει/περπατάει ~ ~.|| (μτφ.) Η έρευνα προχωρά ~ ~. Πβ. καρκινοβατώ., τι 'ναι ο κάβουρας, τι 'ν(αι) το ζουμί του (παροιμ.): για κάτι που δεν επαρκεί, επειδή είναι πολύ λίγο, ελάχιστο: Η σύνταξη δεν φτάνει, ~ ~!, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω [< μεσν. κάβουρος] | |
| 21869 | καβουρδίζω & καβουρντίζω | κα-βουρ-δί-ζω ρ. (μτβ.) {καβούρδι-σα, -στηκε, -σμένος} ΜΑΓΕΙΡ. 1. ψήνω (ξηρούς καρπούς ή σπόρους): ~ αμύγδαλα/σιμιγδάλι/σουσάμι. ~σμένος καφές (ΑΝΤ. ακαβούρντιστος). 2. τσιγαρίζω: ~ τον κιμά. Πβ. σοτάρω. ● ΦΡ.: αέρα κοπανίζω/καβουρδίζω βλ. αέρας [< τουρκ. kavurdu] | |
| 21870 | καβούρδισμα & καβούρντισμα | κα-βούρ-δι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καβουρδίζω. Πβ. σοτάρισμα, φρύξη. ΣΥΝ. τσιγάρισμα, ψήσιμο (1) | |
| 21871 | καβουρδιστήρι & καβουρντιστήρι | κα-βουρ-δι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. (ειρων.-μειωτ., για αντικείμενο) μπακατέλα, σαράβαλο. 2. (κυρ. παλαιότ.) συσκευή καβουρδίσματος, συνήθ. καφέ. Βλ. -τήρι. | |
| 21872 | καβούρι | κα-βού-ρι ουσ. (ουδ.) {καβουρ-ιού} (προφ.): ΖΩΟΛ. κάβουρας. Βλ. καβουρόψιχα. ● Υποκ.: καβουράκι (το) 1. μικρός κάβουρας. 2. είδος ανδρικού κυρ. καπέλου με στενό γείσο. Βλ. ρεπούμπλικα. ● ΦΡ.: έχει καβούρια στην τσέπη/η τσέπη του βλ. τσέπη [< μεσν. καβούριν] | |
| 21873 | καβουρμάς | κα-βουρ-μάς ουσ. (αρσ.): ΜΑΓΕΙΡ. κομματάκια συνήθ. χοιρινού κρέατος, βρασμένα ή τσιγαρισμένα και αρωματισμένα με καρυκεύματα, που διατηρούνται μέσα στο λίπος τους σε στεγανό δοχείο· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος μεζές. Βλ. αλλαντικά, απάκι, λουκάνικο, παστουρμάς, σύγκλινο. [< τουρκ. kavurma] | |
| 21874 | καβουρομάνα | κα-βου-ρο-μά-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. είδος μεγάλου εδώδιμου καβουριού (επιστ. ονομασ. Maja squinado) με καστανο-κόκκινο κέλυφος και αγκαθωτό τριχωτό σώμα. Βλ. -μάνα. | |
| 21875 | καβουροτσέπης | κα-βου-ρο-τσέ-πης ουσ. (αρσ.) (προφ.): τσιγκούνης. | |
| 21876 | καβουρόψιχα | κα-βου-ρό-ψι-χα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η εδώδιμη σάρκα του καβουριού: ~ κονσέρβα. Βλ. καραβιδόψιχα, σουρίμι. | |
| 21877 | καγιάκ | κα-γιάκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μακρόστενο, ελαφρύ και ευέλικτο σκάφος με κατάστρωμα, το οποίο προωθείται με διπλό κουπί, ενώ ο κωπηλάτης βρίσκεται σε καθιστή θέση· το αντίστοιχο άθλημα: κατάβαση ποταμού με ~ (βλ. ράφτινγκ). Πβ. μονόξυλο, πιρόγα.|| (ΑΘΛ.) ~ θαλάσσης. Διθέσιο/μονοθέσιο ~. Βλ. κωπηλασία. ● ΣΥΜΠΛ.: κανόε-καγιάκ: ΑΘΛ. ατομικό ή ομαδικό (ολυμπιακό) άθλημα που έχει ως στόχο τη διάνυση προκαθορισμένης απόστασης σε φυσικό (λίμνες, θάλασσες) ή τεχνητό στίβο με κανό ή καγιάκ, στον συντομότερο δυνατό χρόνο: πίστα ~ ~. ~ ~ σλάλομ/σπριντ. [< γαλλ. canoë-kayak] | |
| 21878 | καγιανάς | κα-για-νάς ουσ. (αρσ.): ΜΑΓΕΙΡ. ομελέτα με ντομάτα και προαιρετικά τριμμένη φέτα, κρεμμύδια ή παστό χοιρινό. Πβ. σφουγγάτο. ΣΥΝ. στραπατσάδα [< τουρκ. kaygana] | |
| 21879 | καγιέν | κα-γιέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος καυτερού κόκκινου πιπεριού. Βλ. μπούκοβο, πάπρικα, ταμπάσκο, τσίλι. [< αγγλ. cayenne pepper] | |
| 21880 | καγκελαρία | κα-γκε-λα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): το αξίωμα του καγκελαρίου· συνεκδ. το μέγαρο που αποτελεί την επίσημη κατοικία και το γραφείο του· οι εκπρόσωποί του: η γερμανική ~. Βλ. το Μέγαρο των Ηλυσίων (Πεδίων), Προεδρία της Δημοκρατίας. [< μεσν. καγκελαρία, γερμ. Kanzlei] | |
| 21881 | καγκελάριος | κα-γκε-λά-ρι-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): (στα γερμανόφωνα κράτη) πρωθυπουργός: ο Αυστριακός/η Γερμανίδα ~. [< μεσν. καγκελάριος, γερμ. Kanzler] | |
| 21882 | κάγκελο | κά-γκε-λο ουσ. (ουδ.): καθεμία από τις στενόμακρες, ξύλινες ή κυρ. μεταλλικές ράβδους, που τοποθετούνται κάθετα στη σειρά και σε μικρά διαστήματα μεταξύ τους για περίφραξη ή στήριξη: διαχωριστικά/προστατευτικά/πτυσσόμενα ~α. Τα ~α της αυλής του σχολείου/του κλουβιού/του μπαλκονιού/του παιδικού κρεβατιού/του παραθύρου/της σκάλας. ~α μεταξύ εξέδρας και αγωνιστικού χώρου. Πήδηξε τα ~α του κήπου/φράχτη. Πριόνισε τα ~α (= σίδερα) του κελιού. Πβ. κιγκλίδωμα. Βλ. μπάρα.|| (μτφ.-προφ., όρθιος, στητός:) Βλεφαρίδα/μαλλί ~. ● κάγκελα (τα): φυλακή: Βρέθηκε πίσω από τα ~ (= φυλακίστηκε). ● Υποκ.: καγκελάκι (το) ● ΦΡ.: και τα μυαλά στα κάγκελα (αργκό): για να δηλωθεί φανατική προσήλωση σε κάτι: (όνομα αθλητικής ομάδας)/ροκ ~ ~! ΣΥΝ. και ξερό ψωμί, μένω κάγκελο (προφ.) & (αργκό) μένω παγωτό: μένω άφωνος: Όταν το άκουσα, έμεινα ~ (= άναυδος, εμβρόντητος, κόκαλο, σύξυλος). ΣΥΝ. μένω άγαλμα, μένω/γίνομαι στήλη άλατος, παθαίνω πλάκα, παθαίνω σοκ (2), γίνεται της πουτάνας (το κάγκελο) βλ. πουτάνα, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) βλ. τρίχα [< μτγν. κάγκελ(λ)ον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ