Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22640-22660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21883καγκελόπορτακα-γκε-λό-πορ-τα ουσ. (θηλ.): εξωτερική πόρτα με κάγκελα. Βλ. αυλό-, γκαραζό-, εξώ-πορτα, κιγκλίδωμα, πύλη.
21884καγκελόφραχτος, η, ο κα-γκε-λό-φρα-χτος επίθ. & καγκελόφρακτος: με καγκελωτή περίφραξη: ~η: αυλή/είσοδος.
21885καγκελωτός, ή, ό κα-γκε-λω-τός επίθ.: περιφραγμένος ή αποτελούμενος από κάγκελα: ~ή: περίφραξη/πόρτα. ~ά: παράθυρα. Πβ. καγκελόφραχτος. [< μτγν. καγκελ(λ)ωτός]
21886κάγκουραςκά-γκου-ρας ουσ. (αρσ.) & καγκούρι (το) (αργκό-μειωτ.): νεαρός άνδρας που προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή, επιδεικνύοντας κυρ. το αυτοκίνητο, τη μηχανή του ή τις ικανότητές του στην οδήγηση: ~ες που κάνουν σφήνες. Πβ. φιγουρατζής, ψώνιο. Βλ. ίμο, τρέντι. [< αγγλ. kangaroo]
21887καγκουριάκα-γκου-ριά ουσ. (θηλ.) (αργκό-μειωτ.): συμπεριφορά που ταιριάζει σε κάγκουρα: (για οδηγό:) Κάνει κόντρες και ~ιές (= μαγκιές). Πβ. επίδειξη, φιγούρα.
21888καγκουρόκα-γκου-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μεγάλο φυτοφάγο θηλαστικό κυρ. της Αυστραλίας, το οποίο ανήκει στην τάξη των μαρσιποφόρων (οικογ. Macropodidae), έχει καστανό-γκρίζο χρώμα και κοντά μπροστινά πόδια, κινείται με μεγάλα άλματα χάρη στα μακριά πίσω πόδια του και μπορεί να στηρίζεται όρθιο σε αυτά, με τη βοήθεια της μεγάλης παχιάς ουράς του. Βλ. κοάλα.|| (κατ' επέκτ.) Τσέπη ~. [< γαλλ. kangourou]
21889καγχάζωκαγ-χά-ζω ρ. (αμτβ.) {κάγχασε, καγχάζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): γελώ ηχηρά, συνήθ. κοροϊδευτικά ή περιφρονητικά· κατ' επέκτ. σαρκάζω, χλευάζω. [< μτγν. καγχάζω]
21890καγχασμόςκαγ-χα-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ειρωνικό, σαρκαστικό ή περιφρονητικό γέλιο. [< μτγν. καγχασμός]
21891ΚΑΔ(ο) 1. Κωδικός Αριθμός Δραστηριότητας. 2. Κωδικός Αριθμός Δημοσιεύματος. Βλ. ΦΕΚ.
21892καδένακα-δέ-να ουσ. (θηλ.) 1. είδος χοντρής αλυσίδας που φοριέται ως κόσμημα: ασημένια/χρυσή ~. Ανδρικές/γυναικείες ~ες. ~ στον λαιμό (βλ. κολιέ)/στο χέρι (βλ. βραχιόλι). 2. (γενικότ.) αλυσίδα: η ~ της άγκυρας.|| (σε μοτοσικλέτα ή ποδήλατο:) ~ εκκεντροφόρου. ~ χρονισμού. Τεντωτήρας ~ας. Βλ. γρανάζι, ιμάντας. ● Υποκ.: καδενίτσα (η): στη σημ. 1. [< μεσν. καδένα]
21893καδής[καδῆς] κα-δής ουσ. (αρσ.) & κατής: ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) Τούρκος δικαστής. Πβ. ιεροδίκης. Βλ. μουφτής, μπέης. [< μεσν. καδής < τουρκ. kadi]
21894καδμείος, α, ο [καδμεῖος] καδ-μεί-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καδμεία νίκη (απαιτ. λεξιλόγ.): πύρρειος νίκη. [< αρχ. Kαδμεῖος]
21895κάδμιοκάδ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {καδμί-ου}: ΧΗΜ. μαλακό, αργυρόλευκο και στιλπνό τοξικό μέταλλο (σύμβ. Cd, Ζ 48), που απαντάται κυρ. σε ορυκτά του ψευδαργύρου: (άλατα του ~ου:) θειικό/νιτρικό ~. (Επαναφορτιζόμενη) μπαταρία ~ου-νικελίου. Κίτρινο του ~ου (= θειούχο ~ ή σουλφίδιο του ~ου, βασικό συστατικό διάφορων χρωστικών ουσιών). Βλάβες από εκτεταμένη έκθεση σε ~ (π.χ. καρκινογενέσεις, νεφροπάθειες). [< γαλλ.-αγγλ. cadmium < λατ. cadmia < αρχ. καδμεία (γῆ)]
21896κάδοςκά-δος ουσ. (αρσ.) 1. δοχείο για ρίψη ή συγκέντρωση άχρηστων αντικειμένων: μεταλλικός/πλαστικός/πτυσσόμενος ~. ~ (μηχανικής αποκομιδής) απορριμμάτων/μπάζων (βλ. συλλεκτήρας)/σκουπιδιών. ~ με καπάκι/πεντάλ. Ρομποτικοί ~οι. ΣΥΝ. καλάθι, σκουπιδοτενεκές.|| ~οι οικιακής κομποστοποίησης.|| Ο ~ της ηλεκτρικής σκούπας/του χλοοκοπτικού. || ~οι πυρόσβεσης (ελικοπτέρων). 2. δοχείο κυρ. αποθήκευσης και μεταφοράς τροφίμων ή υλικών: ~ νερού/τυριού. Πβ. καρδάρα, κουβάς, μαστέλο.|| Ο ~ του πλυντηρίου/της φριτέζας.|| ~ ανάμειξης. ● ΣΥΜΠΛ.: κάδος ανακύκλωσης 1. στον οποίο συγκεντρώνονται αντικείμενα για ανακύκλωση: Μπλε ~οι ~. ~οι ~ μπαταριών/χαρτιού. 2. ΠΛΗΡΟΦ. φάκελος στον οποίο καταλήγουν τα διαγραμμένα αρχεία: άδειασμα ~ου ~. Επαναφορά από τον ~ο ~. [< αγγλ. recycle/recycling bin, 1995] [< αρχ. κάδος ‘αγγείο, υδρία, αμφορέας’]
21897καδράρισμακα-δρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καδράρω: ~ διπλώματος/πορτρέτου (= κορνιζάρισμα).|| (ΦΩΤΟΓΡ.-ΚΙΝΗΜ.) Ακριβές/ευρηματικό/συμμετρικό ~. Πβ. εστίαση, κεντράρισμα. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. encadrement, cadrage, 1923]
21898καδράρωκα-δρά-ρω ρ. (μτβ.) {καδράρι-σα, -σμένος, καδράρ-οντας} 1. τοποθετώ σε κάδρο· κορνιζάρω: ~σμένη: φωτογραφία. ~σμένο: πτυχίο. 2. ΦΩΤΟΓΡ.-ΚΙΝΗΜ. ρυθμίζω μια εικόνα, ώστε να βρίσκεται μέσα στα όρια του οπτικού πεδίου του φακού: ~ το θέμα/πλάνο. Πβ. εστιάζω, κεντράρω. [< 1: γαλλ. encadrer 2: γαλλ. cadrer, 1912]
21899καδρίλιαβλ. καντρίλια
21900κάδροκά-δρο ουσ. (ουδ.) 1. πίνακας ζωγραφικής· ειδικότ. κορνίζα: Κρεμάω ένα ~ (στον τοίχο).|| Ξύλινα/τετράγωνα ~α. 2. ΦΩΤΟΓΡ. -ΚΙΝΗΜ. η εστιασμένη στον οπτικό φακό εικόνα: πανοραμικό ~. Εκτός/εντός ~ου χώρος. Βλ. ντεκουπάζ. ● Υποκ.: καδράκι (το): σημ.1. ● ΦΡ.: βάζω στο κάδρο (μτφ.): υποδεικνύω κάποιον ως υπεύθυνο, στοχοποιώ: Τα ΜΜΕ βάζουν ~ ~ (του σκανδάλου) τον ... [< 1: μεσν. κάδρον < ιταλ. quadro 2: γαλλ. cadre]
21901καδρόνικα-δρό-νι ουσ. (ουδ.): ξύλινο ορθογώνιο δοκάρι: τα ~ια της στέγης. Τους επιτέθηκαν με πέτρες και ~ια. Βλ. σανίδα, τάβλα, τεγίδα, -όνι. [< ιταλ. quadrone]
21902ΚΑΕ(η): Καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.