| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21876 | καβουρόψιχα | κα-βου-ρό-ψι-χα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. η εδώδιμη σάρκα του καβουριού: ~ κονσέρβα. Βλ. καραβιδόψιχα, σουρίμι. | |
| 21877 | καγιάκ | κα-γιάκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μακρόστενο, ελαφρύ και ευέλικτο σκάφος με κατάστρωμα, το οποίο προωθείται με διπλό κουπί, ενώ ο κωπηλάτης βρίσκεται σε καθιστή θέση· το αντίστοιχο άθλημα: κατάβαση ποταμού με ~ (βλ. ράφτινγκ). Πβ. μονόξυλο, πιρόγα.|| (ΑΘΛ.) ~ θαλάσσης. Διθέσιο/μονοθέσιο ~. Βλ. κωπηλασία. ● ΣΥΜΠΛ.: κανόε-καγιάκ: ΑΘΛ. ατομικό ή ομαδικό (ολυμπιακό) άθλημα που έχει ως στόχο τη διάνυση προκαθορισμένης απόστασης σε φυσικό (λίμνες, θάλασσες) ή τεχνητό στίβο με κανό ή καγιάκ, στον συντομότερο δυνατό χρόνο: πίστα ~ ~. ~ ~ σλάλομ/σπριντ. [< γαλλ. canoë-kayak] | |
| 21878 | καγιανάς | κα-για-νάς ουσ. (αρσ.): ΜΑΓΕΙΡ. ομελέτα με ντομάτα και προαιρετικά τριμμένη φέτα, κρεμμύδια ή παστό χοιρινό. Πβ. σφουγγάτο. ΣΥΝ. στραπατσάδα [< τουρκ. kaygana] | |
| 21879 | καγιέν | κα-γιέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος καυτερού κόκκινου πιπεριού. Βλ. μπούκοβο, πάπρικα, ταμπάσκο, τσίλι. [< αγγλ. cayenne pepper] | |
| 21880 | καγκελαρία | κα-γκε-λα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): το αξίωμα του καγκελαρίου· συνεκδ. το μέγαρο που αποτελεί την επίσημη κατοικία και το γραφείο του· οι εκπρόσωποί του: η γερμανική ~. Βλ. το Μέγαρο των Ηλυσίων (Πεδίων), Προεδρία της Δημοκρατίας. [< μεσν. καγκελαρία, γερμ. Kanzlei] | |
| 21881 | καγκελάριος | κα-γκε-λά-ρι-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): (στα γερμανόφωνα κράτη) πρωθυπουργός: ο Αυστριακός/η Γερμανίδα ~. [< μεσν. καγκελάριος, γερμ. Kanzler] | |
| 21882 | κάγκελο | κά-γκε-λο ουσ. (ουδ.): καθεμία από τις στενόμακρες, ξύλινες ή κυρ. μεταλλικές ράβδους, που τοποθετούνται κάθετα στη σειρά και σε μικρά διαστήματα μεταξύ τους για περίφραξη ή στήριξη: διαχωριστικά/προστατευτικά/πτυσσόμενα ~α. Τα ~α της αυλής του σχολείου/του κλουβιού/του μπαλκονιού/του παιδικού κρεβατιού/του παραθύρου/της σκάλας. ~α μεταξύ εξέδρας και αγωνιστικού χώρου. Πήδηξε τα ~α του κήπου/φράχτη. Πριόνισε τα ~α (= σίδερα) του κελιού. Πβ. κιγκλίδωμα. Βλ. μπάρα.|| (μτφ.-προφ., όρθιος, στητός:) Βλεφαρίδα/μαλλί ~. ● κάγκελα (τα): φυλακή: Βρέθηκε πίσω από τα ~ (= φυλακίστηκε). ● Υποκ.: καγκελάκι (το) ● ΦΡ.: και τα μυαλά στα κάγκελα (αργκό): για να δηλωθεί φανατική προσήλωση σε κάτι: (όνομα αθλητικής ομάδας)/ροκ ~ ~! ΣΥΝ. και ξερό ψωμί, μένω κάγκελο (προφ.) & (αργκό) μένω παγωτό: μένω άφωνος: Όταν το άκουσα, έμεινα ~ (= άναυδος, εμβρόντητος, κόκαλο, σύξυλος). ΣΥΝ. μένω άγαλμα, μένω/γίνομαι στήλη άλατος, παθαίνω πλάκα, παθαίνω σοκ (2), γίνεται της πουτάνας (το κάγκελο) βλ. πουτάνα, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο) βλ. τρίχα [< μτγν. κάγκελ(λ)ον] | |
| 21883 | καγκελόπορτα | κα-γκε-λό-πορ-τα ουσ. (θηλ.): εξωτερική πόρτα με κάγκελα. Βλ. αυλό-, γκαραζό-, εξώ-πορτα, κιγκλίδωμα, πύλη. | |
| 21884 | καγκελόφραχτος | , η, ο κα-γκε-λό-φρα-χτος επίθ. & καγκελόφρακτος: με καγκελωτή περίφραξη: ~η: αυλή/είσοδος. | |
| 21885 | καγκελωτός | , ή, ό κα-γκε-λω-τός επίθ.: περιφραγμένος ή αποτελούμενος από κάγκελα: ~ή: περίφραξη/πόρτα. ~ά: παράθυρα. Πβ. καγκελόφραχτος. [< μτγν. καγκελ(λ)ωτός] | |
| 21886 | κάγκουρας | κά-γκου-ρας ουσ. (αρσ.) & καγκούρι (το) (αργκό-μειωτ.): νεαρός άνδρας που προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή, επιδεικνύοντας κυρ. το αυτοκίνητο, τη μηχανή του ή τις ικανότητές του στην οδήγηση: ~ες που κάνουν σφήνες. Πβ. φιγουρατζής, ψώνιο. Βλ. ίμο, τρέντι. [< αγγλ. kangaroo] | |
| 21887 | καγκουριά | κα-γκου-ριά ουσ. (θηλ.) (αργκό-μειωτ.): συμπεριφορά που ταιριάζει σε κάγκουρα: (για οδηγό:) Κάνει κόντρες και ~ιές (= μαγκιές). Πβ. επίδειξη, φιγούρα. | |
| 21888 | καγκουρό | κα-γκου-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. μεγάλο φυτοφάγο θηλαστικό κυρ. της Αυστραλίας, το οποίο ανήκει στην τάξη των μαρσιποφόρων (οικογ. Macropodidae), έχει καστανό-γκρίζο χρώμα και κοντά μπροστινά πόδια, κινείται με μεγάλα άλματα χάρη στα μακριά πίσω πόδια του και μπορεί να στηρίζεται όρθιο σε αυτά, με τη βοήθεια της μεγάλης παχιάς ουράς του. Βλ. κοάλα.|| (κατ' επέκτ.) Τσέπη ~. [< γαλλ. kangourou] | |
| 21889 | καγχάζω | καγ-χά-ζω ρ. (αμτβ.) {κάγχασε, καγχάζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): γελώ ηχηρά, συνήθ. κοροϊδευτικά ή περιφρονητικά· κατ' επέκτ. σαρκάζω, χλευάζω. [< μτγν. καγχάζω] | |
| 21890 | καγχασμός | καγ-χα-σμός ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ειρωνικό, σαρκαστικό ή περιφρονητικό γέλιο. [< μτγν. καγχασμός] | |
| 21891 | ΚΑΔ | (ο) 1. Κωδικός Αριθμός Δραστηριότητας. 2. Κωδικός Αριθμός Δημοσιεύματος. Βλ. ΦΕΚ. | |
| 21892 | καδένα | κα-δέ-να ουσ. (θηλ.) 1. είδος χοντρής αλυσίδας που φοριέται ως κόσμημα: ασημένια/χρυσή ~. Ανδρικές/γυναικείες ~ες. ~ στον λαιμό (βλ. κολιέ)/στο χέρι (βλ. βραχιόλι). 2. (γενικότ.) αλυσίδα: η ~ της άγκυρας.|| (σε μοτοσικλέτα ή ποδήλατο:) ~ εκκεντροφόρου. ~ χρονισμού. Τεντωτήρας ~ας. Βλ. γρανάζι, ιμάντας. ● Υποκ.: καδενίτσα (η): στη σημ. 1. [< μεσν. καδένα] | |
| 21893 | καδής | [καδῆς] κα-δής ουσ. (αρσ.) & κατής: ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) Τούρκος δικαστής. Πβ. ιεροδίκης. Βλ. μουφτής, μπέης. [< μεσν. καδής < τουρκ. kadi] | |
| 21894 | καδμείος | , α, ο [καδμεῖος] καδ-μεί-ος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καδμεία νίκη (απαιτ. λεξιλόγ.): πύρρειος νίκη. [< αρχ. Kαδμεῖος] | |
| 21895 | κάδμιο | κάδ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {καδμί-ου}: ΧΗΜ. μαλακό, αργυρόλευκο και στιλπνό τοξικό μέταλλο (σύμβ. Cd, Ζ 48), που απαντάται κυρ. σε ορυκτά του ψευδαργύρου: (άλατα του ~ου:) θειικό/νιτρικό ~. (Επαναφορτιζόμενη) μπαταρία ~ου-νικελίου. Κίτρινο του ~ου (= θειούχο ~ ή σουλφίδιο του ~ου, βασικό συστατικό διάφορων χρωστικών ουσιών). Βλάβες από εκτεταμένη έκθεση σε ~ (π.χ. καρκινογενέσεις, νεφροπάθειες). [< γαλλ.-αγγλ. cadmium < λατ. cadmia < αρχ. καδμεία (γῆ)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ