| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21896 | κάδος | κά-δος ουσ. (αρσ.) 1. δοχείο για ρίψη ή συγκέντρωση άχρηστων αντικειμένων: μεταλλικός/πλαστικός/πτυσσόμενος ~. ~ (μηχανικής αποκομιδής) απορριμμάτων/μπάζων (βλ. συλλεκτήρας)/σκουπιδιών. ~ με καπάκι/πεντάλ. Ρομποτικοί ~οι. ΣΥΝ. καλάθι, σκουπιδοτενεκές.|| ~οι οικιακής κομποστοποίησης.|| Ο ~ της ηλεκτρικής σκούπας/του χλοοκοπτικού. || ~οι πυρόσβεσης (ελικοπτέρων). 2. δοχείο κυρ. αποθήκευσης και μεταφοράς τροφίμων ή υλικών: ~ νερού/τυριού. Πβ. καρδάρα, κουβάς, μαστέλο.|| Ο ~ του πλυντηρίου/της φριτέζας.|| ~ ανάμειξης. ● ΣΥΜΠΛ.: κάδος ανακύκλωσης 1. στον οποίο συγκεντρώνονται αντικείμενα για ανακύκλωση: Μπλε ~οι ~. ~οι ~ μπαταριών/χαρτιού. 2. ΠΛΗΡΟΦ. φάκελος στον οποίο καταλήγουν τα διαγραμμένα αρχεία: άδειασμα ~ου ~. Επαναφορά από τον ~ο ~. [< αγγλ. recycle/recycling bin, 1995] [< αρχ. κάδος ‘αγγείο, υδρία, αμφορέας’] | |
| 21897 | καδράρισμα | κα-δρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καδράρω: ~ διπλώματος/πορτρέτου (= κορνιζάρισμα).|| (ΦΩΤΟΓΡ.-ΚΙΝΗΜ.) Ακριβές/ευρηματικό/συμμετρικό ~. Πβ. εστίαση, κεντράρισμα. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. encadrement, cadrage, 1923] | |
| 21898 | καδράρω | κα-δρά-ρω ρ. (μτβ.) {καδράρι-σα, -σμένος, καδράρ-οντας} 1. τοποθετώ σε κάδρο· κορνιζάρω: ~σμένη: φωτογραφία. ~σμένο: πτυχίο. 2. ΦΩΤΟΓΡ.-ΚΙΝΗΜ. ρυθμίζω μια εικόνα, ώστε να βρίσκεται μέσα στα όρια του οπτικού πεδίου του φακού: ~ το θέμα/πλάνο. Πβ. εστιάζω, κεντράρω. [< 1: γαλλ. encadrer 2: γαλλ. cadrer, 1912] | |
| 21899 | καδρίλια | βλ. καντρίλια | |
| 21900 | κάδρο | κά-δρο ουσ. (ουδ.) 1. πίνακας ζωγραφικής· ειδικότ. κορνίζα: Κρεμάω ένα ~ (στον τοίχο).|| Ξύλινα/τετράγωνα ~α. 2. ΦΩΤΟΓΡ. -ΚΙΝΗΜ. η εστιασμένη στον οπτικό φακό εικόνα: πανοραμικό ~. Εκτός/εντός ~ου χώρος. Βλ. ντεκουπάζ. ● Υποκ.: καδράκι (το): σημ.1. ● ΦΡ.: βάζω στο κάδρο (μτφ.): υποδεικνύω κάποιον ως υπεύθυνο, στοχοποιώ: Τα ΜΜΕ βάζουν ~ ~ (του σκανδάλου) τον ... [< 1: μεσν. κάδρον < ιταλ. quadro 2: γαλλ. cadre] | |
| 21901 | καδρόνι | κα-δρό-νι ουσ. (ουδ.): ξύλινο ορθογώνιο δοκάρι: τα ~ια της στέγης. Τους επιτέθηκαν με πέτρες και ~ια. Βλ. σανίδα, τάβλα, τεγίδα, -όνι. [< ιταλ. quadrone] | |
| 21902 | ΚΑΕ | (η): Καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία. | |
| 21903 | καεί | βλ. καίω | |
| 21904 | ΚΑΕΚ | (ο): Κωδικός Αριθμός Ενιαίου Κτηματολογίου. | |
| 21905 | καζάκα | κα-ζά-κα ουσ. (θηλ.): ανδρική ή γυναικεία αμάνικη μπλούζα, συνήθ. μάλλινη, με άνοιγμα στον λαιμό, η οποία φοριέται κυρ. πάνω από πουκάμισο. Βλ. γιλέκο. [< μεσν. καζάκα < ιταλ. casacca] | |
| 21906 | καζαμίας | κα-ζα-μί-ας ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ετήσια λαϊκή έκδοση με ημερολόγιο, αστρολογικές προβλέψεις και προφητείες, ανέκδοτα, ονειροκρίτη, συνταγές και άλλες πληροφορίες: μέγας ~. Πβ. αλμανάκ. [< ιταλ. Casamia] | |
| 21907 | καζάν ντιπί | κα-ζάν ντι-πί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καζάν ντιμπί: ΖΑΧΑΡ. γλυκό ταψιού ανατολίτικης προέλευσης με κρέμα και καραμελωμένη ζάχαρη. Βλ. κρεμ μπρουλέ. [< τουρκ. kazan dibi] | |
| 21908 | καζανάκι | κα-ζα-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρός αποθηκευτικός χώρος νερού που συνδέεται με τη λεκάνη της τουαλέτας· συνεκδ. ο αντίστοιχος μηχανισμός: εντοιχισμένο ~. ~ διπλής ροής/(υψηλής/χαμηλής) πίεσης. Φλοτέρ για ~. Τρέχει το ~ (: έχει διαρροή). Πατάω το ~ (ενν. το κουμπί του). Τραβάω το ~ (ενν. τον μοχλό του).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εξάτμισης. 2. (σπάν.) μικρό καζάνι. | |
| 21909 | καζάνι | κα-ζά-νι ουσ. (ουδ.) {καζαν-ιού} 1. μεταλλικό σκεύος παρόμοιο με πολύ μεγάλη κατσαρόλα: ~ του τσίπουρου (= αποστακτήρας). Πβ. λεβέτι. Βλ. τσουκάλι, χύτρα.|| (μτφ.) Τα ~ια της κολάσεως. 2. (προφ.) λέβητας. Πβ. μπόιλερ. ● Μεγεθ.: καζάνα (η) ● ΦΡ.: έγινε/μου έκανε το κεφάλι (μου) καζάνι (μτφ.-προφ.): ζαλίστηκα, με έπιασε πονοκέφαλος: Έγινε ~ ~ από το διάβασμα/από τις φωνές. Μου έκανε ~ ~ με την πολυλογία της., καζάνι που βράζει/κοχλάζει: για εκρηκτική κατάσταση: ~ ~ η χώρα. [< γαλλ. chaudron en ébullition/prêt à exploser] , όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε (προφ.): όλοι βρισκόμαστε στην ίδια άσχημη θέση, αντιμετωπίζουμε τις ίδιες δυσκολίες: Κι εμείς έχουμε προβλήματα, ~ ~., ηφαίστειο/καζάνι έτοιμο να εκραγεί βλ. ηφαίστειο [< μεσν. καζάνι < τουρκ. kazan] | |
| 21910 | καζανόβας | κα-ζα-νό-βας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.-ειρων.): γυναικοκατακτητής. Πβ. γκομενιάρης, γόης, γυναικάς, ερωτύλος, κορτάκιας, μουρντάρης, μπερμπάντης. Βλ. ζεν πρεμιέ, κυνηγός. ΣΥΝ. δον Ζουάν [< ιταλ. casanova, ιταλ. ανθρ. G. G. Casanova] | |
| 21911 | καζάντια | κα-ζά-ντια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καζάντι} (λαϊκό) 1. κατάντια: Ορίστε/τα είδαμε τα ~ (= χαΐρια) τους! 2. (παρωχ.) κέρδη, πλούτη. | |
| 21912 | καζαντίζω | κα-ζα-ντί-ζω ρ. (αμτβ.) {καζάντι-σα} (παρωχ.-λαϊκό): κάνω λεφτά, πλουτίζω, προκόβω. [< μεσν. καζαντίζω < τουρκ. kazandιm] | |
| 21913 | καζεΐνη | κα-ζε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη του γάλακτος, που χρησιμοποιείται για την παρασκευή τυριού, κόλλας, πλαστικών και χρωστικών ουσιών. Βλ. λευκωματίνη, ορός γάλακτος, πυτιά. ΣΥΝ. τυρίνη [< γαλλ. caséine] | |
| 21914 | καζεϊνικός | , ή, ό κα-ζε-ϊ-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αναφέρεται στην καζεΐνη: ~ό: ασβέστιο/νάτριο. ~ά: άλατα. | |
| 21915 | καζίκι | κα-ζί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μεγάλη ζημιά, πάθημα: Μου έτυχε/έπαθα/έφαγα ένα ~ (= την πάτησα)! Πβ. κάζο, νίλα, τράκο. [< τουρκ. kazιk] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ