Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22660-22680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21896κάδοςκά-δος ουσ. (αρσ.) 1. δοχείο για ρίψη ή συγκέντρωση άχρηστων αντικειμένων: μεταλλικός/πλαστικός/πτυσσόμενος ~. ~ (μηχανικής αποκομιδής) απορριμμάτων/μπάζων (βλ. συλλεκτήρας)/σκουπιδιών. ~ με καπάκι/πεντάλ. Ρομποτικοί ~οι. ΣΥΝ. καλάθι, σκουπιδοτενεκές.|| ~οι οικιακής κομποστοποίησης.|| Ο ~ της ηλεκτρικής σκούπας/του χλοοκοπτικού. || ~οι πυρόσβεσης (ελικοπτέρων). 2. δοχείο κυρ. αποθήκευσης και μεταφοράς τροφίμων ή υλικών: ~ νερού/τυριού. Πβ. καρδάρα, κουβάς, μαστέλο.|| Ο ~ του πλυντηρίου/της φριτέζας.|| ~ ανάμειξης. ● ΣΥΜΠΛ.: κάδος ανακύκλωσης 1. στον οποίο συγκεντρώνονται αντικείμενα για ανακύκλωση: Μπλε ~οι ~. ~οι ~ μπαταριών/χαρτιού. 2. ΠΛΗΡΟΦ. φάκελος στον οποίο καταλήγουν τα διαγραμμένα αρχεία: άδειασμα ~ου ~. Επαναφορά από τον ~ο ~. [< αγγλ. recycle/recycling bin, 1995] [< αρχ. κάδος ‘αγγείο, υδρία, αμφορέας’]
21897καδράρισμακα-δρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καδράρω: ~ διπλώματος/πορτρέτου (= κορνιζάρισμα).|| (ΦΩΤΟΓΡ.-ΚΙΝΗΜ.) Ακριβές/ευρηματικό/συμμετρικό ~. Πβ. εστίαση, κεντράρισμα. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. encadrement, cadrage, 1923]
21898καδράρωκα-δρά-ρω ρ. (μτβ.) {καδράρι-σα, -σμένος, καδράρ-οντας} 1. τοποθετώ σε κάδρο· κορνιζάρω: ~σμένη: φωτογραφία. ~σμένο: πτυχίο. 2. ΦΩΤΟΓΡ.-ΚΙΝΗΜ. ρυθμίζω μια εικόνα, ώστε να βρίσκεται μέσα στα όρια του οπτικού πεδίου του φακού: ~ το θέμα/πλάνο. Πβ. εστιάζω, κεντράρω. [< 1: γαλλ. encadrer 2: γαλλ. cadrer, 1912]
21899καδρίλιαβλ. καντρίλια
21900κάδροκά-δρο ουσ. (ουδ.) 1. πίνακας ζωγραφικής· ειδικότ. κορνίζα: Κρεμάω ένα ~ (στον τοίχο).|| Ξύλινα/τετράγωνα ~α. 2. ΦΩΤΟΓΡ. -ΚΙΝΗΜ. η εστιασμένη στον οπτικό φακό εικόνα: πανοραμικό ~. Εκτός/εντός ~ου χώρος. Βλ. ντεκουπάζ. ● Υποκ.: καδράκι (το): σημ.1. ● ΦΡ.: βάζω στο κάδρο (μτφ.): υποδεικνύω κάποιον ως υπεύθυνο, στοχοποιώ: Τα ΜΜΕ βάζουν ~ ~ (του σκανδάλου) τον ... [< 1: μεσν. κάδρον < ιταλ. quadro 2: γαλλ. cadre]
21901καδρόνικα-δρό-νι ουσ. (ουδ.): ξύλινο ορθογώνιο δοκάρι: τα ~ια της στέγης. Τους επιτέθηκαν με πέτρες και ~ια. Βλ. σανίδα, τάβλα, τεγίδα, -όνι. [< ιταλ. quadrone]
21902ΚΑΕ(η): Καλαθοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία.
21903καείβλ. καίω
21904ΚΑΕΚ(ο): Κωδικός Αριθμός Ενιαίου Κτηματολογίου.
21905καζάκακα-ζά-κα ουσ. (θηλ.): ανδρική ή γυναικεία αμάνικη μπλούζα, συνήθ. μάλλινη, με άνοιγμα στον λαιμό, η οποία φοριέται κυρ. πάνω από πουκάμισο. Βλ. γιλέκο. [< μεσν. καζάκα < ιταλ. casacca]
21906καζαμίαςκα-ζα-μί-ας ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ετήσια λαϊκή έκδοση με ημερολόγιο, αστρολογικές προβλέψεις και προφητείες, ανέκδοτα, ονειροκρίτη, συνταγές και άλλες πληροφορίες: μέγας ~. Πβ. αλμανάκ. [< ιταλ. Casamia]
21907καζάν ντιπίκα-ζάν ντι-πί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καζάν ντιμπί: ΖΑΧΑΡ. γλυκό ταψιού ανατολίτικης προέλευσης με κρέμα και καραμελωμένη ζάχαρη. Βλ. κρεμ μπρουλέ. [< τουρκ. kazan dibi]
21908καζανάκικα-ζα-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρός αποθηκευτικός χώρος νερού που συνδέεται με τη λεκάνη της τουαλέτας· συνεκδ. ο αντίστοιχος μηχανισμός: εντοιχισμένο ~. ~ διπλής ροής/(υψηλής/χαμηλής) πίεσης. Φλοτέρ για ~. Τρέχει το ~ (: έχει διαρροή). Πατάω το ~ (ενν. το κουμπί του). Τραβάω το ~ (ενν. τον μοχλό του).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εξάτμισης. 2. (σπάν.) μικρό καζάνι.
21909καζάνικα-ζά-νι ουσ. (ουδ.) {καζαν-ιού} 1. μεταλλικό σκεύος παρόμοιο με πολύ μεγάλη κατσαρόλα: ~ του τσίπουρου (= αποστακτήρας). Πβ. λεβέτι. Βλ. τσουκάλι, χύτρα.|| (μτφ.) Τα ~ια της κολάσεως. 2. (προφ.) λέβητας. Πβ. μπόιλερ. ● Μεγεθ.: καζάνα (η) ● ΦΡ.: έγινε/μου έκανε το κεφάλι (μου) καζάνι (μτφ.-προφ.): ζαλίστηκα, με έπιασε πονοκέφαλος: Έγινε ~ ~ από το διάβασμα/από τις φωνές. Μου έκανε ~ ~ με την πολυλογία της., καζάνι που βράζει/κοχλάζει: για εκρηκτική κατάσταση: ~ ~ η χώρα. [< γαλλ. chaudron en ébullition/prêt à exploser] , όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε (προφ.): όλοι βρισκόμαστε στην ίδια άσχημη θέση, αντιμετωπίζουμε τις ίδιες δυσκολίες: Κι εμείς έχουμε προβλήματα, ~ ~., ηφαίστειο/καζάνι έτοιμο να εκραγεί βλ. ηφαίστειο [< μεσν. καζάνι < τουρκ. kazan]
21910καζανόβαςκα-ζα-νό-βας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.-ειρων.): γυναικοκατακτητής. Πβ. γκομενιάρης, γόης, γυναικάς, ερωτύλος, κορτάκιας, μουρντάρης, μπερμπάντης. Βλ. ζεν πρεμιέ, κυνηγός. ΣΥΝ. δον Ζουάν [< ιταλ. casanova, ιταλ. ανθρ. G. G. Casanova]
21911καζάντιακα-ζά-ντια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καζάντι} (λαϊκό) 1. κατάντια: Ορίστε/τα είδαμε τα ~ (= χαΐρια) τους! 2. (παρωχ.) κέρδη, πλούτη.
21912καζαντίζωκα-ζα-ντί-ζω ρ. (αμτβ.) {καζάντι-σα} (παρωχ.-λαϊκό): κάνω λεφτά, πλουτίζω, προκόβω. [< μεσν. καζαντίζω < τουρκ. kazandιm]
21913καζεΐνηκα-ζε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη του γάλακτος, που χρησιμοποιείται για την παρασκευή τυριού, κόλλας, πλαστικών και χρωστικών ουσιών. Βλ. λευκωματίνη, ορός γάλακτος, πυτιά. ΣΥΝ. τυρίνη [< γαλλ. caséine]
21914καζεϊνικός, ή, ό κα-ζε-ϊ-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αναφέρεται στην καζεΐνη: ~ό: ασβέστιο/νάτριο. ~ά: άλατα.
21915καζίκικα-ζί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μεγάλη ζημιά, πάθημα: Μου έτυχε/έπαθα/έφαγα ένα ~ (= την πάτησα)! Πβ. κάζο, νίλα, τράκο. [< τουρκ. kazιk]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.