Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22660-22680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21903καείβλ. καίω
21904ΚΑΕΚ(ο): Κωδικός Αριθμός Ενιαίου Κτηματολογίου.
21905καζάκακα-ζά-κα ουσ. (θηλ.): ανδρική ή γυναικεία αμάνικη μπλούζα, συνήθ. μάλλινη, με άνοιγμα στον λαιμό, η οποία φοριέται κυρ. πάνω από πουκάμισο. Βλ. γιλέκο. [< μεσν. καζάκα < ιταλ. casacca]
21906καζαμίαςκα-ζα-μί-ας ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. Κ): ετήσια λαϊκή έκδοση με ημερολόγιο, αστρολογικές προβλέψεις και προφητείες, ανέκδοτα, ονειροκρίτη, συνταγές και άλλες πληροφορίες: μέγας ~. Πβ. αλμανάκ. [< ιταλ. Casamia]
21907καζάν ντιπίκα-ζάν ντι-πί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καζάν ντιμπί: ΖΑΧΑΡ. γλυκό ταψιού ανατολίτικης προέλευσης με κρέμα και καραμελωμένη ζάχαρη. Βλ. κρεμ μπρουλέ. [< τουρκ. kazan dibi]
21908καζανάκικα-ζα-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρός αποθηκευτικός χώρος νερού που συνδέεται με τη λεκάνη της τουαλέτας· συνεκδ. ο αντίστοιχος μηχανισμός: εντοιχισμένο ~. ~ διπλής ροής/(υψηλής/χαμηλής) πίεσης. Φλοτέρ για ~. Τρέχει το ~ (: έχει διαρροή). Πατάω το ~ (ενν. το κουμπί του). Τραβάω το ~ (ενν. τον μοχλό του).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εξάτμισης. 2. (σπάν.) μικρό καζάνι.
21909καζάνικα-ζά-νι ουσ. (ουδ.) {καζαν-ιού} 1. μεταλλικό σκεύος παρόμοιο με πολύ μεγάλη κατσαρόλα: ~ του τσίπουρου (= αποστακτήρας). Πβ. λεβέτι. Βλ. τσουκάλι, χύτρα.|| (μτφ.) Τα ~ια της κολάσεως. 2. (προφ.) λέβητας. Πβ. μπόιλερ. ● Μεγεθ.: καζάνα (η) ● ΦΡ.: έγινε/μου έκανε το κεφάλι (μου) καζάνι (μτφ.-προφ.): ζαλίστηκα, με έπιασε πονοκέφαλος: Έγινε ~ ~ από το διάβασμα/από τις φωνές. Μου έκανε ~ ~ με την πολυλογία της., καζάνι που βράζει/κοχλάζει: για εκρηκτική κατάσταση: ~ ~ η χώρα. [< γαλλ. chaudron en ébullition/prêt à exploser] , όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε (προφ.): όλοι βρισκόμαστε στην ίδια άσχημη θέση, αντιμετωπίζουμε τις ίδιες δυσκολίες: Κι εμείς έχουμε προβλήματα, ~ ~., ηφαίστειο/καζάνι έτοιμο να εκραγεί βλ. ηφαίστειο [< μεσν. καζάνι < τουρκ. kazan]
21910καζανόβαςκα-ζα-νό-βας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.-ειρων.): γυναικοκατακτητής. Πβ. γκομενιάρης, γόης, γυναικάς, ερωτύλος, κορτάκιας, μουρντάρης, μπερμπάντης. Βλ. ζεν πρεμιέ, κυνηγός. ΣΥΝ. δον Ζουάν [< ιταλ. casanova, ιταλ. ανθρ. G. G. Casanova]
21911καζάντιακα-ζά-ντια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. καζάντι} (λαϊκό) 1. κατάντια: Ορίστε/τα είδαμε τα ~ (= χαΐρια) τους! 2. (παρωχ.) κέρδη, πλούτη.
21912καζαντίζωκα-ζα-ντί-ζω ρ. (αμτβ.) {καζάντι-σα} (παρωχ.-λαϊκό): κάνω λεφτά, πλουτίζω, προκόβω. [< μεσν. καζαντίζω < τουρκ. kazandιm]
21913καζεΐνηκα-ζε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη του γάλακτος, που χρησιμοποιείται για την παρασκευή τυριού, κόλλας, πλαστικών και χρωστικών ουσιών. Βλ. λευκωματίνη, ορός γάλακτος, πυτιά. ΣΥΝ. τυρίνη [< γαλλ. caséine]
21914καζεϊνικός, ή, ό κα-ζε-ϊ-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αναφέρεται στην καζεΐνη: ~ό: ασβέστιο/νάτριο. ~ά: άλατα.
21915καζίκικα-ζί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μεγάλη ζημιά, πάθημα: Μου έτυχε/έπαθα/έφαγα ένα ~ (= την πάτησα)! Πβ. κάζο, νίλα, τράκο. [< τουρκ. kazιk]
21916καζίνοκα-ζί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. -ου | -α}: κτίριο ή χώρος, συνήθ. εγκεκριμένο(ς) από το κράτος, στις αίθουσες του οποίου παίζονται τυχερά παιχνίδια: ιδιωτικό/κρατικό/παράνομο ~. Το ~ του ξενοδοχείου. ~ και χαρτοπαικτικές λέσχες. Παίζει στο ~. Έχασε όλη του την περιουσία στο ~. Βλ. γκανιότα, κουλοχέρης, κρουπιέρης, μάρκα, μπακαράς, μπλακ τζακ, πόκερ, ρουλέτα, τζόγος.|| Διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ~. [< γαλλ. casino, γερμ. Kasino, παλαιότ. ιταλ. casino]
21917κάζοκά-ζο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μεγάλη και απροσδόκητη ζημιά, σοβαρό πλήγμα: Έπαθε μεγάλο/χοντρό ~. Πβ. καζίκι, κασκαρίκα, πάθημα, τράκο, χασούρα. ΣΥΝ. νίλα (1), πατατράκ, στραπάτσο (2), φιάσκο, χουνέρι [< μεσν. κάζο(ν) ‘πάθημα, περίπτωση’ < ιταλ. caso]
21918κάζουαλκά-ζου-αλ επίθ. {άκλ.} (προφ.): (για ένδυση και υπόδυση) ανεπίσημος, καθημερινός: ~ εμφάνιση/παπούτσια/ρούχα. Πβ. σπορ.|| (για πρόσ.) Είναι ~.|| (ως επίρρ.) Ντυμένος ~. Βλ. κυριλέ. ΑΝΤ. αμπιγιέ [< αγγλ. casual]
21919καζούρακα-ζού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): πείραγμα: Τρώει/του κάνουν ~ (= τον πειράζουν/περιπαίζουν). Πίσω από την πλάτη του πέφτει μεγάλη/χοντρή ~. Πβ. εμπαιγμός, κοροϊδία, φάρσα. Βλ. -ούρα2. ΣΥΝ. δούλεμα (1)
21920κάηκαβλ. καίω
21921καημένος, η, ο κα-η-μέ-νος επίθ. (οικ.): χαρακτηρισμός που δηλώνει οίκτο και συμπάθεια για κάποιον που αντιμετωπίζει ή πέρασε σκληρές δοκιμασίες: ~η: μάνα (= χαροκαμένη). (συνήθ. με άρθ.) Οι ~οι οι άνθρωποι. ~η μου καρδιά, πώς αντέχεις; Τι σου φταίει το ~ο το ζωάκι και το βασανίζεις; Πβ. καψερός.|| (ως ουσ.) Δεν του άξιζε τέτοια μοίρα του ~ου.|| (ειρων.) Έλα/σιγά, ~ε! Δεν έπαθες τίποτα! Πβ. καλέ. Βλ. κατα~. ΣΥΝ. δύστυχος, κακόμοιρος, ταλαίπωρος ● Υποκ.: καημενούλης , α, -ικο/-ι {κ. ουδ. καημενάκι} [< μεσν. καημένος]
21922καημόςκα-η-μός ουσ. (αρσ.) 1. βαθιά στενοχώρια, μεγάλη λύπη: αβάσταχτος/αγιάτρευτος/βαρύς ~. Δεν έχει κανένα να πει (= εκμυστηρευτεί) τον ~ό του. Έπνιξε τον ~ό του στο ποτό.|| Οι ~οί (= τα βάσανα) της ξενιτιάς. ΣΥΝ. πίκρα (1), πόνος (2) 2. λαχτάρα, πόθος· παράπονο: ερωτικός (= νταλκάς, ντέρτι)/κρυφός ~. ~ό τό 'χει να ...! Τους τρώει ο ~ να δουν εγγόνια (πβ. μαράζι). Του πέρασε/τού 'φυγε ο ~ να ... Πέθανε με τον ~ό ότι ... Πβ. μεράκι. [< μεσν. καημός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.