| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21916 | καζίνο | κα-ζί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. -ου | -α}: κτίριο ή χώρος, συνήθ. εγκεκριμένο(ς) από το κράτος, στις αίθουσες του οποίου παίζονται τυχερά παιχνίδια: ιδιωτικό/κρατικό/παράνομο ~. Το ~ του ξενοδοχείου. ~ και χαρτοπαικτικές λέσχες. Παίζει στο ~. Έχασε όλη του την περιουσία στο ~. Βλ. γκανιότα, κουλοχέρης, κρουπιέρης, μάρκα, μπακαράς, μπλακ τζακ, πόκερ, ρουλέτα, τζόγος.|| Διαδικτυακό/ηλεκτρονικό ~. [< γαλλ. casino, γερμ. Kasino, παλαιότ. ιταλ. casino] | |
| 21917 | κάζο | κά-ζο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μεγάλη και απροσδόκητη ζημιά, σοβαρό πλήγμα: Έπαθε μεγάλο/χοντρό ~. Πβ. καζίκι, κασκαρίκα, πάθημα, τράκο, χασούρα. ΣΥΝ. νίλα (1), πατατράκ, στραπάτσο (2), φιάσκο, χουνέρι [< μεσν. κάζο(ν) ‘πάθημα, περίπτωση’ < ιταλ. caso] | |
| 21918 | κάζουαλ | κά-ζου-αλ επίθ. {άκλ.} (προφ.): (για ένδυση και υπόδυση) ανεπίσημος, καθημερινός: ~ εμφάνιση/παπούτσια/ρούχα. Πβ. σπορ.|| (για πρόσ.) Είναι ~.|| (ως επίρρ.) Ντυμένος ~. Βλ. κυριλέ. ΑΝΤ. αμπιγιέ [< αγγλ. casual] | |
| 21919 | καζούρα | κα-ζού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): πείραγμα: Τρώει/του κάνουν ~ (= τον πειράζουν/περιπαίζουν). Πίσω από την πλάτη του πέφτει μεγάλη/χοντρή ~. Πβ. εμπαιγμός, κοροϊδία, φάρσα. Βλ. -ούρα2. ΣΥΝ. δούλεμα (1) | |
| 21920 | κάηκα | βλ. καίω | |
| 21921 | καημένος | , η, ο κα-η-μέ-νος επίθ. (οικ.): χαρακτηρισμός που δηλώνει οίκτο και συμπάθεια για κάποιον που αντιμετωπίζει ή πέρασε σκληρές δοκιμασίες: ~η: μάνα (= χαροκαμένη). (συνήθ. με άρθ.) Οι ~οι οι άνθρωποι. ~η μου καρδιά, πώς αντέχεις; Τι σου φταίει το ~ο το ζωάκι και το βασανίζεις; Πβ. καψερός.|| (ως ουσ.) Δεν του άξιζε τέτοια μοίρα του ~ου.|| (ειρων.) Έλα/σιγά, ~ε! Δεν έπαθες τίποτα! Πβ. καλέ. Βλ. κατα~. ΣΥΝ. δύστυχος, κακόμοιρος, ταλαίπωρος ● Υποκ.: καημενούλης , α, -ικο/-ι {κ. ουδ. καημενάκι} [< μεσν. καημένος] | |
| 21922 | καημός | κα-η-μός ουσ. (αρσ.) 1. βαθιά στενοχώρια, μεγάλη λύπη: αβάσταχτος/αγιάτρευτος/βαρύς ~. Δεν έχει κανένα να πει (= εκμυστηρευτεί) τον ~ό του. Έπνιξε τον ~ό του στο ποτό.|| Οι ~οί (= τα βάσανα) της ξενιτιάς. ΣΥΝ. πίκρα (1), πόνος (2) 2. λαχτάρα, πόθος· παράπονο: ερωτικός (= νταλκάς, ντέρτι)/κρυφός ~. ~ό τό 'χει να ...! Τους τρώει ο ~ να δουν εγγόνια (πβ. μαράζι). Του πέρασε/τού 'φυγε ο ~ να ... Πέθανε με τον ~ό ότι ... Πβ. μεράκι. [< μεσν. καημός] | |
| 21924 | καθ' α | [καθ’ ἅ] επίρρ. (αρχαιοπρ.) & καθά: σύμφωνα με όσα: Θα κριθούν ~ έκαστος έπραξε. [< αρχ. καθ’ ἅ] | |
| 45818 | καθ' έξιν δολοφόνος | σί-ρι-αλ κί-λερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: πρόσωπο, με σοβαρή συνήθ. ψυχική διαταραχή, το οποίο διαπράττει κατ' εξακολούθηση φόνους που έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους. Πβ. κατά συρροήν/καθ' έξιν δολοφόνος. [< αγγλ. serial killer, 1981] | |
| 21925 | καθ' όλα & καθόλα | [καθ’ ὅλα] καθ' ό-λα & κα-θό-λα επίρρ.: σε όλα, από όλες τις πλευρές, στα πάντα: ένας ~ συνηθισμένος άνθρωπος. ~ έτοιμοι για ... (πβ. από κάθε άποψη). Είναι ~ άξιος/έντιμος/συμπαθής.|| (Μια) ~ αξιόλογη προσπάθεια. | |
| 21923 | καθ- | βλ. κατά | |
| 21926 | καθαγιάζω | κα-θα-γι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {καθαγία-σε, καθαγιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, καθαγιάζ-οντας}: ΕΚΚΛΗΣ. (εξ)αγιάζω, ευλογώ: Ο ναός ~στηκε από τον Μητροπολίτη ...|| ~σμένος: τόπος (: ευλογημένος, ιερός). Βλ. βεβηλώνω, μιαίνω.|| (μτφ.-ειρων.) Εγκλήματα/πόλεμοι που ~στηκαν (= εξαγνίστηκαν, νομιμοποιήθηκαν) στο όνομα της ... [< μτγν. καθαγιάζω] | |
| 21927 | καθαγιασμός | κα-θα-γι-α-σμός ουσ. (αρσ.) & καθαγίαση (η): ΕΚΚΛΗΣ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθαγιάζω: ~ της Αγίας Τράπεζας/του Αγίου Μύρου/των εικόνων.|| (μτφ., εξαγνισμός) ~ της ψυχής. (αρνητ. συνυποδ.-ειρων.) ~ της βίας (= νομιμοποίηση). ΣΥΝ. ευλογία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων & καθαγιασμός των Δώρων: μετουσίωση του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας., αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων βλ. ύδωρ [< μεσν. καθαγιασμός] | |
| 21928 | καθαίρεση | κα-θαί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. αφαίρεση αξιώματος από κάποιον: στρατιωτική ~. ~ κληρικού/προέδρου/(πρωθ)υπουργού. Αντιμετωπίζει την ποινή της ~ης. Πβ. ανατροπή, έκπτωση, ξήλωμα. ΣΥΝ. απομάκρυνση (3), αποπομπή, παύση (2) ΑΝΤ. ανάρρηση 2. γκρέμισμα, κατέβασμα: ~έσεις τοίχων. Πβ. κατεδάφιση.|| ~ πινακίδων (πβ. ξήλωμα). ~ στη θάλασσα σωσίβιων λέμβων (βλ. ρίψη). [< μτγν. καθαίρεσις] | |
| 21929 | καθαιρώ | [καθαιρῶ] κα-θαι-ρώ ρ. (μτβ.) {καθαιρ-εί ...| καθαίρ-εσε (λόγ.) καθήρ-εσε, -έσει, -είται, -έθηκε (λόγ. καθηρέ-θη, μτχ. καθαιρεθείς), -εθεί, -εμένος (συνήθ. λόγ. καθηρ-ημένος), -ώντας} (επίσ.) 1. παύω κάποιον από το αξίωμα που κατείχε: Τον ~εσαν από αξιωματικό. ~έθηκε από Πρόεδρος/τη θέση του Γενικού Γραμματέα (= ανατράπηκε, εξέπεσε). Καθηρημένος επίσκοπος (: με απόφαση του Συνοδικού Δικαστηρίου)/υπουργός. Πβ. απο-κεφαλίζω, -μακρύνω, -πέμπω, εκθρονίζω. ΑΝΤ. αναγορεύω 2. (σπάν.) κατεδαφίζω, κατεβάζω: Θα ~εθεί η σήραγγα.|| ~εσαν τις παράνομες κεραίες (πβ. ξηλώνω). [< μτγν. καθαιρῶ] | |
| 21930 | καθαίρω | κα-θαί-ρω ρ. (μτβ.) {καθήρε, καθαρ-θεί, -μένος (συνήθ. λογιότ.) κεκαθαρμένος} (λόγ.): καθαρίζω: (μτφ., ΕΚΚΛΗΣ.) Το σώμα/η ψυχή ~εται με τη νηστεία. ΣΥΝ. απο~, εξαγνίζω.|| (κυριολ.) Κεκαθαρμένο νερό. [< αρχ. καθαίρω] | |
| 21931 | καθαλάτωση | κα-θα-λά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): εναπόθεση αλάτων· (συνεκδ.-στον πληθ.) άλατα, πουρί: ~ώσεις στον κάδο του πλυντηρίου/στον λέβητα/στις σωληνώσεις. [< γαλλ. incrustation] | |
| 21932 | καθάπτεται | κα-θά-πτε-ται ρ. (μτβ.) (+ γεν.) (σπάν.-λόγ.): θίγει, προσβάλλει: Πολιτική που ~ των εθνικών συμφερόντων (: βλάπτει, ζημιώνει, πλήττει). [< αρχ. καθάπτομαι] | |
| 21933 | καθαρεύουσα | κα-θα-ρεύ-ου-σα ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΓΛΩΣΣ. τεχνητή μορφή της νεοελληνικής γλώσσας, κυρ. της γραπτής, που βασίστηκε σε αρχαϊκότερα και λόγια στοιχεία και χρησιμοποιήθηκε ως επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους μέχρι το 1976: κατάργηση/υποστηρικτές της ~ας. Σε απλή/αυστηρή ~. Πβ. αρχαΐζουσα. Βλ. γλωσσικό (ζήτημα), δημοτική, διμορφία, καθομιλουμένη. [< μτγν. καθαρεύουσα, θηλ. της μτχ. εν. του ρ. καθαρεύω ‘χρησιμοποιώ καθαρή γλώσσα’, γαλλ. idiome épuré, γερμ. Reinsprache, αγγλ. katharev(o)usa, 1936] | |
| 21934 | καθαρευουσιάνικος | , η, ο κα-θα-ρευ-ου-σιά-νι-κος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την καθαρεύουσα: ~α: κείμενα. Βλ. δημοτικιστικός.|| (ως ουσ.) Τα ~α (= η καθαρεύουσα). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ