| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21924 | καθ' α | [καθ’ ἅ] επίρρ. (αρχαιοπρ.) & καθά: σύμφωνα με όσα: Θα κριθούν ~ έκαστος έπραξε. [< αρχ. καθ’ ἅ] | |
| 21925 | καθ' όλα & καθόλα | [καθ’ ὅλα] καθ' ό-λα & κα-θό-λα επίρρ.: σε όλα, από όλες τις πλευρές, στα πάντα: ένας ~ συνηθισμένος άνθρωπος. ~ έτοιμοι για ... (πβ. από κάθε άποψη). Είναι ~ άξιος/έντιμος/συμπαθής.|| (Μια) ~ αξιόλογη προσπάθεια. | |
| 21923 | καθ- | βλ. κατά | |
| 21926 | καθαγιάζω | κα-θα-γι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {καθαγία-σε, καθαγιά-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, καθαγιάζ-οντας}: ΕΚΚΛΗΣ. (εξ)αγιάζω, ευλογώ: Ο ναός ~στηκε από τον Μητροπολίτη ...|| ~σμένος: τόπος (: ευλογημένος, ιερός). Βλ. βεβηλώνω, μιαίνω.|| (μτφ.-ειρων.) Εγκλήματα/πόλεμοι που ~στηκαν (= εξαγνίστηκαν, νομιμοποιήθηκαν) στο όνομα της ... [< μτγν. καθαγιάζω] | |
| 21927 | καθαγιασμός | κα-θα-γι-α-σμός ουσ. (αρσ.) & καθαγίαση (η): ΕΚΚΛΗΣ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθαγιάζω: ~ της Αγίας Τράπεζας/του Αγίου Μύρου/των εικόνων.|| (μτφ., εξαγνισμός) ~ της ψυχής. (αρνητ. συνυποδ.-ειρων.) ~ της βίας (= νομιμοποίηση). ΣΥΝ. ευλογία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: καθαγιασμός των Τιμίων Δώρων & καθαγιασμός των Δώρων: μετουσίωση του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας., αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων βλ. ύδωρ [< μεσν. καθαγιασμός] | |
| 21928 | καθαίρεση | κα-θαί-ρε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. αφαίρεση αξιώματος από κάποιον: στρατιωτική ~. ~ κληρικού/προέδρου/(πρωθ)υπουργού. Αντιμετωπίζει την ποινή της ~ης. Πβ. ανατροπή, έκπτωση, ξήλωμα. ΣΥΝ. απομάκρυνση (3), αποπομπή, παύση (2) ΑΝΤ. ανάρρηση 2. γκρέμισμα, κατέβασμα: ~έσεις τοίχων. Πβ. κατεδάφιση.|| ~ πινακίδων (πβ. ξήλωμα). ~ στη θάλασσα σωσίβιων λέμβων (βλ. ρίψη). [< μτγν. καθαίρεσις] | |
| 21929 | καθαιρώ | [καθαιρῶ] κα-θαι-ρώ ρ. (μτβ.) {καθαιρ-εί ...| καθαίρ-εσε (λόγ.) καθήρ-εσε, -έσει, -είται, -έθηκε (λόγ. καθηρέ-θη, μτχ. καθαιρεθείς), -εθεί, -εμένος (συνήθ. λόγ. καθηρ-ημένος), -ώντας} (επίσ.) 1. παύω κάποιον από το αξίωμα που κατείχε: Τον ~εσαν από αξιωματικό. ~έθηκε από Πρόεδρος/τη θέση του Γενικού Γραμματέα (= ανατράπηκε, εξέπεσε). Καθηρημένος επίσκοπος (: με απόφαση του Συνοδικού Δικαστηρίου)/υπουργός. Πβ. απο-κεφαλίζω, -μακρύνω, -πέμπω, εκθρονίζω. ΑΝΤ. αναγορεύω 2. (σπάν.) κατεδαφίζω, κατεβάζω: Θα ~εθεί η σήραγγα.|| ~εσαν τις παράνομες κεραίες (πβ. ξηλώνω). [< μτγν. καθαιρῶ] | |
| 21930 | καθαίρω | κα-θαί-ρω ρ. (μτβ.) {καθήρε, καθαρ-θεί, -μένος (συνήθ. λογιότ.) κεκαθαρμένος} (λόγ.): καθαρίζω: (μτφ., ΕΚΚΛΗΣ.) Το σώμα/η ψυχή ~εται με τη νηστεία. ΣΥΝ. απο~, εξαγνίζω.|| (κυριολ.) Κεκαθαρμένο νερό. [< αρχ. καθαίρω] | |
| 21931 | καθαλάτωση | κα-θα-λά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): εναπόθεση αλάτων· (συνεκδ.-στον πληθ.) άλατα, πουρί: ~ώσεις στον κάδο του πλυντηρίου/στον λέβητα/στις σωληνώσεις. [< γαλλ. incrustation] | |
| 21932 | καθάπτεται | κα-θά-πτε-ται ρ. (μτβ.) (+ γεν.) (σπάν.-λόγ.): θίγει, προσβάλλει: Πολιτική που ~ των εθνικών συμφερόντων (: βλάπτει, ζημιώνει, πλήττει). [< αρχ. καθάπτομαι] | |
| 21933 | καθαρεύουσα | κα-θα-ρεύ-ου-σα ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΓΛΩΣΣ. τεχνητή μορφή της νεοελληνικής γλώσσας, κυρ. της γραπτής, που βασίστηκε σε αρχαϊκότερα και λόγια στοιχεία και χρησιμοποιήθηκε ως επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους μέχρι το 1976: κατάργηση/υποστηρικτές της ~ας. Σε απλή/αυστηρή ~. Πβ. αρχαΐζουσα. Βλ. γλωσσικό (ζήτημα), δημοτική, διμορφία, καθομιλουμένη. [< μτγν. καθαρεύουσα, θηλ. της μτχ. εν. του ρ. καθαρεύω ‘χρησιμοποιώ καθαρή γλώσσα’, γαλλ. idiome épuré, γερμ. Reinsprache, αγγλ. katharev(o)usa, 1936] | |
| 21934 | καθαρευουσιάνικος | , η, ο κα-θα-ρευ-ου-σιά-νι-κος επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με την καθαρεύουσα: ~α: κείμενα. Βλ. δημοτικιστικός.|| (ως ουσ.) Τα ~α (= η καθαρεύουσα). | |
| 21935 | καθαρευουσιανισμός | κα-θα-ρευ-ου-σια-νι-σμός ουσ. (αρσ.): γλωσσικό και πνευματικό κίνημα με κύριο γνώρισμα την προσήλωση στην καθαρεύουσα και την αποστροφή προς τη δημοτική· τάση για χρήση στοιχείων της καθαρεύουσας στον λόγο. Βλ. δημοτικισμός, -ισμός. | |
| 21936 | καθαρευουσιάνος | κα-θα-ρευ-ου-σιά-νος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): οπαδός της καθαρεύουσας. Πβ. γλωσσαμύντορας. Βλ. δημοτικιστής. ΣΥΝ. καθαρολόγος | |
| 21937 | καθαρίζω | κα-θα-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καθάρι-σα, καθαρί-σω, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καθαρίζ-οντας} 1. απομακρύνω την ακαθαρσία, τη βρομιά: ~ τα γυαλιά μου με πανάκι/το πάτωμα με την ηλεκτρική σκούπα. ~σε τις σκάλες/το σπίτι (βλ. σκουπίζω, σφουγγαρίζω)/τα τζάμια/το τραπέζι. ~σαν την παραλία από τα σκουπίδια. Επιφάνειες που ~ονται δύσκολα.|| ~σα τα αυτιά (με μπατονέτα)/τα χέρια μου (: τα έπλυνα με σαπούνι και νερό). ~σε (σχολαστικά) την πληγή (με ιώδιο/οινόπνευμα).|| Προϊόν που ~ει και απολυμαίνει (βλ. χλωρίνη). Φίλτρο που ~ει τον αέρα (ΑΝΤ. ρυπαίνει).|| Οι λεκέδες δεν ~σαν (= δεν έφυγαν). Το τραπεζομάντιλο δεν λέει να ~σει! ΑΝΤ. βρομίζω (1), λερώνω (1) 2. απομακρύνω ή αφαιρώ κάτι άχρηστο· απαλλάσσω ή απαλλάσσομαι από οτιδήποτε βλαβερό ή ανεπιθύμητο: ~σαν τους δρόμους από τα κλαδιά/τις πέτρες/το χιόνι. Ο κήπος ~στηκε από τα ζιζάνια (πβ. ξεχορταριάζω). ~σα τις φακές (: από πετραδάκια)/τα ψάρια (: από λέπια και εντόσθια). ~ κρεμμύδια/πατάτες/φασολάκια/φρούτα (πβ. ξεφλουδίζω). ~σμένα: φιστίκια (= αποφλοιωμένα). (ΜΕΤΑΛΛ.) ~σμένος: χαλκός (από ξένες ύλες).|| (ΙΑΤΡ.-ΒΙΟΧ.) Το συκώτι ~ει το αίμα από τις τοξίνες. Το νερό ~ει τα νεφρά.|| Το πρόσωπό του ~σε από την ακμή. Η ατμόσφαιρα ~σε από τον καπνό. Ο ουρανός έχει ~σει από τα σύννεφα (βλ. ανέφελος). Δεν έχει ~σει (= διαλυθεί) ακόμα η ομίχλη.|| Τα μάτια μου ~σαν (πβ. ξεθαμπώνω, ξεθολώνω).|| (μτφ.) ~ το μυαλό μου απ' τις σκοτούρες (πβ. ξελαμπικάρω). Η ψυχή ~εται από τα πάθη (= αποκαθαίρεται, εξαγνίζεται).|| (μτφ.) ~σε η πόλη από τα κακοποιά στοιχεία (πβ. εκ~). 3. (μτφ.-προφ.) ρυθμίζω, τακτοποιώ: Ανέλαβε να ~σει την υπόθεση (πβ. ξε~). Θα ~σω εγώ για πάρτη σου! ~σες γρήγορα μαζί τους (= ξεμπέρδεψες, ξέμπλεξες, τους ξεφορτώθηκες)! Άλλη μια δόση και ~σες (= ξεχρέωσες)!|| ~ει (= ξεδιαλύνει) το πολιτικό σκηνικό/τοπίο στην οικονομία.|| (ΑΘΛ.) ~σε τη νίκη (= εξασφάλισε)/τη φάση (= απέκρουσε την μπάλα). 4. (μτφ.-προφ.) δολοφονώ, σκοτώνω. ΣΥΝ. βγάζω από τη μέση (1), ξεκάνω (1), ξεπαστρεύω 5. ΠΛΗΡΟΦ. διαγράφω δεδομένα από ηλεκτρονικό υπολογιστή: Εντολή που ~ει τη μνήμη (πβ. αδειάζω)/την οθόνη.|| (κατ' επέκτ.) Πρόγραμμα που ~ει τα αρχεία (: από ιούς). Βλ. εκκαθάριση. 6. (μτφ.-λαϊκό) έχω καθαρό κέρδος: Πόσα ~εις (= βγάζεις, κερδίζεις) τον μήνα; ● ΦΡ.: αβγά σου καθαρίζουν; βλ. αβγό & αυγό, καθαρίζω κάποιον σαν αβγό βλ. αβγό & αυγό, καθαρίζω τον λαιμό μου βλ. λαιμός, καθάρισε το πιάτο του βλ. πιάτο [< μτγν. καθαρίζω 5: αγγλ. clear] | |
| 21938 | καθάριος | , ια, ιο κα-θά-ριος επίθ. (λογοτ.) 1. καθαρός: ~ιος: ουρανός (= ανέφελος, ξάστερος). ~ια: πηγή. ~ιο: ασήμι (= ατόφιο, γνήσιο)/φως (ΑΝΤ. θολό). ~ια: νερά (= διαυγή, διάφανα). Ο ~ αέρας του βουνού. 2. (μτφ.) ειλικρινής, ξεκάθαρος· αγνός: ~ιος: λόγος (πβ. ντόμπρος, σαφής, σταράτος).|| ~ια: ψυχή. ~ιο: βλέμμα/πρόσωπο. [< μτγν. καθάρ(ε)ιος] | |
| 21939 | καθαριότητα | κα-θα-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του καθαρού: Η ~ των ακτών/του σώματος/του χώρου. Τάξη και ~. Μανιακή/υστερική με την ~. Το δωμάτιο λάμπει από ~ (= πάστρα). Διαπιστώθηκε πλημμελής ~. Απορρυπαντικό που χαρίζει στα ρούχα αστραφτερή ~. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ακαθαρσία (1), βρομιά (1), ρυπαρότητα (1) 2. καθαρισμός: ατομική/γενική/καθημερινή/πρωινή/στοματική ~. ~ του σπιτιού. Κανόνες (υγιεινής και) ~ας. Είδη/προσωπικό (βλ. καθαρίστρια)/υπηρεσίες ~ας. Εργαζόμενοι στην/υπεύθυνοι για την ~ του Δήμου (βλ. οδοκαθαριστής). Έχω/κάνω ~ (= λάτρα, φασίνα). Βλ. απολύμανση. ● ΦΡ.: η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά (παροιμ.): για να τονιστεί η σημασία της καθαριότητας. [< μτγν. καθαρ(ε)ιότης] | |
| 21940 | καθάρισμα | κα-θά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. καθαρισμός: ~ του πατώματος/των τζαμιών. ~ και σιδέρωμα (βλ. δουλειές του σπιτιού). Έχουμε γενικό ~ (= καθαριότητα, λάτρα, φασίνα) στο σπίτι. Έκανα/έριξα ένα γερό/καλό ~ (ενν. στον χώρο). Βλ. απολύμανση, ξε~.|| Υγρό ~ ρούχων (: πλύσιμο στο πλυντήριο). Βλ. απορρυπαντικό.|| Καθημερινό/συχνό/σχολαστικό ~ των δοντιών (βλ. οδοντόβουρτσα). ~ της πληγής (βλ. ιώδιο). ΑΝΤ. λέρωμα 2. απομάκρυνση ή αφαίρεση άχρηστων στοιχείων, ειδικότ. ξεφλούδισμα: ~ του κήπου (πβ. ξεχορτάριασμα)/του χιονιού (πβ. αποχιονισμός).|| ~ ψαριών (πβ. ξελέπιασμα).|| ~ φρούτων. Πβ. αποφλοίωση. ● ΣΥΜΠΛ.: στεγνό καθάρισμα βλ. στεγνός | |
| 21941 | καθαρισμός | κα-θα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθαρίζω: συστηματικός/σχολαστικός ~ των πάγκων εργασίας. Χημικός ~ δεξαμενών/λεβήτων/σωληνώσεων (ΑΝΤ. οικολογικός ~). Είδη/υλικά ~ού. Έκαναν γενικό ~ό του χώρου. Βλ. αυτο~.|| ~οί γραφείων. Αποφράξεις-~οί. Εταιρεία/συνεργείο/υπηρεσίες ~ού (κτιρίων). Βλ. απολύμανση, καθαρίστρια.|| ~ καμινάδας/τζακιού. || Υγρός ~ (βλ. απορρυπαντικό). ~ των λεκέδων/χαλιών.|| ~ των δρόμων από τα σκουπίδια. Πβ. εκκαθάριση. Βλ. οδοκαθαριστής.|| Φίλτρο για τον ~ό του νερού (βλ. αποστείρωση). ~ της λίμνης (πβ. απορρύπανση).|| ~ του δέρματος/σώματος/των χεριών. Πβ. πλύσιμο. Βλ. υγιεινή.|| ~ των δοντιών. Πβ. αποτρύγωση. || (κυριολ. & μτφ) ~ της γλώσσας. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. καθαριότητα (2), καθάρισμα (1) ΑΝΤ. λέρωμα ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικός καθαρισμός: διαδικασία απομάκρυνσης βλαβερών οργανικών ουσιών με τη δράση αερόβιων μικροοργανισμών: ~ ~ λυμάτων. Εγκαταστάσεις/μονάδα ~ού ~ού.|| ~ ~ σαλονιού (αυτοκινήτου)/στρωμάτων/φακών επαφής/χαλιών. [< αγγλ. biological cleaning] , καθαρισμός προσώπου: αφαίρεση των ρύπων, των νεκρών κυττάρων και του σμήγματος από το δέρμα με τη βοήθεια καλλυντικών προϊόντων ή/και μηχανημάτων αισθητικής: απαλός/βαθύς/επιφανειακός/καθημερινός ~ ~. ~ ~ με ατμό. Γαλάκτωμα/μάσκα/σαπούνι ~ού ~. Πβ. απολέπιση, πίλινγκ. [< μτγν. καθαρισμός ‘εξαγνισμός’] | |
| 21942 | καθαριστήρας | κα-θα-ρι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): εργαλείο ή μηχανή καθαρισμού· ειδικότ. υαλοκαθαριστήρας. Βλ. καθαριστής, -τήρας. [< αγγλ. cleaner] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ