| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21943 | καθαριστήριο | κα-θα-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα για υγρό ή στεγνό καθάρισμα, σιδέρωμα ή/και βαφή ρούχων και άλλων υφασμάτινων ειδών: Πήγε το δερμάτινο/κουστούμι/παντελόνι στο ~. Πήρε τις κουβέρτες από το ~. Μας έφεραν τα χαλιά από το ~ (βλ. ταπητο~). Πβ. στεγνο~. Βλ. -τήριο. [< μτγν. καθαριστήριον ‘τόπος για καθαρισμό’] | |
| 21944 | καθαριστής | βλ. καθαρίστρια | |
| 21945 | καθαριστικός | , ή, ό κα-θα-ρι-στι-κός επίθ.: που είναι κατάλληλος για καθαρισμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ός: αφρός (οθόνης). ~ή: αλοιφή/κρέμα. ~ό: διάλυμα/σπρέι. ~ά: είδη/προϊόντα/υλικά. Υγρό με άριστη/ισχυρή ~ή δράση. Πβ. απολυμαντικός, απορρυπαντικός. Βλ. εκ~. ● Ουσ.: καθαριστικό (το): ενν. προϊόν ή ουσία: υγρό ~. ~ δαπέδων/επίπλων/πιάτων/φακών επαφής/χεριών (βλ. σαπούνι). ~-γυαλιστικό/λευκαντικό. Ήπιο ~ προσώπου. Ισχυρά/χημικά ~ά. Βλ. χλωρο-1.[< αγγλ. clean(s)er] [< μτγν. καθαριστικός ‘έξαγνιστικός’] | |
| 21946 | καθαρίστρια, καθαριστής | κα-θα-ρί-στρι-α ουσ. (θηλ.+ αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τον καθαρισμό χώρων: ~ες του Δημοσίου. ~ές του Δήμου. Βλ. οδο, τζαμο-καθαριστής. ● καθαριστής (ο): εργαλείο, μηχάνημα ή προϊόν καθαρισμού: ιονιστής-~ αέρα. Πβ. καθαριστήρας. || Οι ~ές της γλώσσας (από ξενικές επιρροές). Πβ. καθαρολόγος. [< μτγν. καθαριστής 'αυτός που αποκαθαίρει'] | |
| 21947 | κάθαρμα | κά-θαρ-μα ουσ. (ουδ.) {καθάρμ-ατος | -ατα} (υβριστ.): παλιάνθρωπος. Πβ. αλήτης, απατεώνας, απόβρασμα, καθίκι, κανάγιας, λεχρίτης, μούτρο, τομάρι, τσογλάνι. Βλ. παλιο-. ● Υποκ.: καθαρματάκι (το) [< αρχ. κάθαρμα ‘απόβλητος της κοινωνίας, αχρείος’] | |
| 21948 | καθαρμός | κα-θαρ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εξαγνισμός, κάθαρση, απαλλαγή από καθετί αρνητικό· η αντίστοιχη διαδικασία ή τελετή: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του σώματος/της ψυχής (πβ. λύτρωση). (ΛΑΟΓΡ.) ~ της οικίας από το κακό.|| (σε αρχαίες εορτές, μυστήρια) ~ με νερό/φωτιά. ~οί και θυσίες.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ανάκτορο με δεξαμενή ~ών. Βλ. εξιλασμός. [< αρχ. καθαρμός] | |
| 21949 | καθαρο- & καθαρό- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. στην ιδιότητα του καθαρού: (κυρ. προφ.) καθαρο-λουσμένος/~ντυμένος/~πλυμένος.|| (μτφ.) Καθαρό-αιμος.|| Kαθαρο-γράφω/~γραμμένος. 2. (κυρ. παλαιότ.) στην καθαρεύουσα: καθαρο-λογία/~λόγος. | |
| 21950 | καθαροαιμία | κα-θα-ρο-αι-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. γνήσια προέλευση (οικόσιτου) ζώου: κουταβάκι με πιστοποιητικά/χαρτιά ~ας (= πεντιγκρί). Βλ. διασταύρωση, υβριδισμός. 2. (σπανιότ.) αμιγής σύσταση πληθυσμού: θεωρία περί ~ας. Βλ. αρία φυλή, επιμειξία. | |
| 21951 | καθαρόαιμος | , η, ο κα-θα-ρό-αι-μος επίθ. 1. (για ζώο) που δεν προέρχεται από διασταύρωση: ~ος: σκύλος. ~η: γάτα. ~ο: άλογο. ~ες: ράτσες. ~α: βοοειδή. (σε αγγελίες) Πωλείται αρσενικό ~ο λαμπραντόρ. ΑΝΤ. ημίαιμος 2. που δεν έχει υποστεί επιμειξίες: ~ος: λαός. ~η: φυλή. ΣΥΝ. αμιγής 3. (μτφ.) γνήσιος: ~ος: αριστερός/δεξιός (πβ. ακραιφνής). (στο ποδόσφαιρο) ~ος: αμυντικός/επιθετικός.|| ~η: κωμωδία. ~ο: λαϊκό τραγούδι/σπορ αυτοκίνητο. Πβ. αυθεντικός. [< γαλλ. pur-sang] | |
| 21952 | καθαρογράφω | κα-θα-ρο-γρά-φω ρ. (μτβ.) {καθαρόγρα-ψε, -φ(τ)ηκε, -μμένος, καθαρογράφ-οντας}: αντιγράφω ένα κείμενο ώστε να αποκτήσει επίσημη μορφή, να μην έχει δηλ. λάθη, διορθώσεις, μουτζούρες: ~ μια εργασία. ~φτηκε η απόφαση (του δικαστηρίου). ~μμένες: σημειώσεις. Βλ. καλλιγραφώ. [< μεσν. καθαρογραφώ] | |
| 21953 | Καθαροδευτέρα | Κα-θα-ρο-δευ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): Καθαρά Δευτέρα. | |
| 21954 | καθαροδευτεριάτικος | , η, ο κα-θα-ρο-δευ-τε-ριά-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με την Καθαρά Δευτέρα: ~α: έθιμα. (ως ουσ.) Σαρακοστιανά και ~α (ενν. εδέσματα). | |
| 21955 | καθαρολογία | κα-θα-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): χρήση της καθαρεύουσας κυρ. στον γραπτό λόγο. Βλ. -λογία. [< γαλλ. purisme] | |
| 21956 | καθαρολόγος | κα-θα-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτός που χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα. Πβ. γλωσσαμύντορας, καθαριστής. Βλ. δημοτικιστής, -λόγος. ΣΥΝ. καθαρευουσιάνος [< γαλλ. puriste, πβ. μεσν. καθαρολογώ ΄μιλώ με σαφήνεια'] | |
| 21957 | καθαρός | , ή, ό κα-θα-ρός επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. -ά} 1. που δεν έχει ίχνος ξένου και επιβαρυντικού ή βλαβερού στοιχείου: ~ά: ρούχα/σεντόνια (: χωρίς λεκέδες, πλυμένα). ~ά: μαλλιά/χέρια. (εμφατ.) Έκανε μπάνιο και είναι ~. Πβ. κατα-, ολο-, πεντα-κάθαρος, παστρικός. ΑΝΤ. άπλυτος.|| ~ό: πρόσωπο (: χωρίς σπυράκια, στίγματα).|| ~ή: τουαλέτα (βλ. απολύμανση). ~ό και τακτοποιημένο σπίτι. Βλ. υγιεινή.|| (χωρίς σκουπίδια:) ~ή: πόλη. ~ές: ακτές/θάλασσες/παραλίες. ΑΝΤ. ακάθαρτος, βρόμικος.|| ~ή: ατμόσφαιρα (: χωρίς ρύπους). ~ό: περιβάλλον. ΑΝΤ. μολυσμένος.|| ~ή: αναπνοή (ΑΝΤ. δύσοσμη).|| (προφ., χωρίς παθολογικά ευρήματα:) Η ακτινογραφία/μαγνητική τομογραφία βγήκε ~ή. Οι εξετάσεις του είναι ~ές. 2. (κατ' επέκτ.) που διατηρεί τον εαυτό του ή το περιβάλλον του στην αντίστοιχη κατάσταση· (ΟΙΚΟΛ.) που δεν μολύνει, δεν ρυπαίνει: ~ή: γυναίκα (πβ. νοικοκυρά). ~ό: ζώο/παιδί. ΑΝΤ. βρομιάρης.|| ~ή: τεχνολογία. ~ές: πηγές ενέργειας (= ανανεώσιμες/εναλλακτικές). ~ά: αυτοκίνητα (= υβριδικά). Πβ. πράσινος. 3. (μτφ.) διαυγής: ~ός: καιρός (= αίθριος)/ουρανός (πβ. ανέφελος, ασυννέφιαστος, ξάστερος). ~ό: νερό (= διάφανο)/φως/χρώμα.|| (για πνευματική διαύγεια:) Δες το με πιο ~ή σκέψη/~ό μάτι/νου! ΣΥΝ. καθάριος (1) 4. (κατ' επέκτ.) ευδιάκριτος, ευκρινής: ~ή: εικόνα/όραση. ~ές: φωτογραφίες. ΑΝΤ. θαμπός, θολός.|| ~ός: ήχος. ~ή: άρθρωση/φωνή.|| ~ό: γραπτό/τετράδιο (: χωρίς μουτζούρες, διορθώσεις). ~ά: γράμματα (= ευανάγνωστα). 5. (κατ' επέκτ.) αμιγής, ατόφιος, γνήσιος: ~ό: ασήμι/χρυσάφι.|| ~ή: βενζίνη. ~ό: λάδι/πετρέλαιο. ΣΥΝ. ανόθευτος.|| ~ό: μαλλί (: παρθένο)/οινόπνευμα.|| ~ά: προϊόντα (: βιολογικά, χωρίς συντηρητικά).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: μισθός. ~ή: αξία/απόδοση/αύξηση/εισροή/θέση (έναρξης περιόδου)/τιμή. ~ό: εισόδημα/επιτόκιο/κόστος/όφελος/ποσό. ~ές: αποδοχές/δαπάνες. ~ά: έσοδα. ΣΥΝ. νέτος. ΑΝΤ. ακαθάριστος, μικτός.|| ~ός: όγκος. ~ή: επιφάνεια (: χώρου σε τ.μ., χωρίς διαδρόμους και τοίχους). ~ό: εμβαδόν.|| (μτφ.) ~ή: ευτυχία. ~ό: ροκ.|| ~ (= καθαρόαιμος) γερμανικός ποιμενικός. 6. (μτφ.) αγνός, ακέραιος, άμεμπτος, τίμιος: Είναι ~ στην ψυχή. Πβ. αδιάφθορος, ακηλίδωτος, άσπιλος, ηθικός.|| ~ή: καρδιά. ~ές: προθέσεις. ~ά: κίνητρα. Έχω τη συνείδησή μου ~ή (: δεν έχω τύψεις).|| ~ό: ποινικό μητρώο (= λευκό· ΑΝΤ. βεβαρυμένο). ~οί: λογαριασμοί. ~ές: δουλειές (= παστρικές). ΑΝΤ. βρόμικος (2) 7. (μτφ.) ξεκάθαρος, σαφής: ~ός: λόγος. ~ή: άρνηση. ~ές: απαντήσεις/εξηγήσεις/κουβέντες. ΑΝΤ. ασαφής, διφορούμενος, μπερδεμένος, συγκεχυμένος.|| ~ός: εκβιασμός. ~ή: προειδοποίηση. Πβ. απερίφραστος, απροκάλυπτος, ευθύς.|| ~ό: περίγραμμα. Λιτές και ~ές γραμμές. ΣΥΝ. απλός, μινιμαλιστικός. ΑΝΤ. ακαθόριστος, πολύπλοκος, σύνθετος. 8. αδιαμφισβήτητος: ~ή: νίκη/πρωτιά.|| ~ό: γκολ/πέναλτι. Να κερδίσουμε με ~ό σκορ (: χωρίς να δεχτεί η ομάδα γκολ).|| (επιτατ.) ~ή: αδικία/ανοησία/απάτη/σύμπτωση/τρέλα (πβ. σκέτος). Επέζησε από ~ή τύχη! 9. (επιστ.) ο οποίος στηρίζεται στη λογική, είναι δηλ. ανεξάρτητος από την εμπειρία και τις αισθητικές εντυπώσεις· που δεν στοχεύει στην πρακτική εφαρμογή: (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: λόγος. ~ή: βούληση/γνώση. Πβ. απριόρι.|| ~ή: επιστήμη/έρευνα/θεωρία. ~ά: μαθηματικά. Πβ. θεωρητικός. ΑΝΤ. εφαρμοσμένος.|| ~ή: τέχνη. Βλ. η τέχνη για την τέχνη. 10. (αργκό) που δεν παίρνει (πια) ναρκωτικά ή αναβολικά: Έμεινε ~ για ... μήνες.|| ~οί: αθλητές (ΑΝΤ. ντοπαρισμένοι). ● Ουσ.: καθαρό (το): (σχολικός όρ.) τετράδιο όπου καθαρογράφονται πρόχειρες σημειώσεις· το καλό. Βλ. πρόχειρο. ● Υποκ.: καθαρούλης , α, -ικο/-ι, καθαρούτσικος , η, ο ● επίρρ.: καθαρά 1. με σαφήνεια, ξεκάθαρα: Αναγράφεται/αναφέρεται/διακρίνεται/φαίνεται ~ ότι ... Μίλα αργά και ~!|| Δεν ακούω/βλέπω ~.|| Μου είπε ~ (= ευθέως, στα ίσα, χωρίς περιστροφές) ότι ... Πβ. ευκρινώς. 2. απόλυτα, μόνο: παραίτηση για ~ προσωπικούς λόγους. Είναι ~ δική μου υπόθεση (= αποκλειστικά)! 3. χωρίς κρατήσεις: Βγάζει/ζητάει χίλια ευρώ ~. ΑΝΤ. μικτά 4. τίμια: Νίκησε ~ και δίκαια. ● ΣΥΜΠΛ.: καθαρό βάρος: το βάρος προϊόντος μετά την αφαίρεση του απόβαρου της συσκευασίας. Πβ. μάζα. ΑΝΤ. μικτό/ακαθάριστο βάρος, Καθαρά/Καθαρή Δευτέρα βλ. Δευτέρα, καθαρό εγχώριο προϊόν βλ. προϊόν, καθαρό εθνικό προϊόν βλ. προϊόν, καθαρό κέρδος βλ. κέρδος ● ΦΡ.: (έχω) καθαρά χέρια (μτφ.): (είμαι) έντιμος., βγαίνω καθαρός (προφ.): κρίνομαι αθώος., παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά (προφ.): κάνω τίμιες συναλλαγές, δεν προσπαθώ να εξαπατήσω., για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια βλ. αλήθεια, καθαρά και ξάστερα βλ. ξάστερος, καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται βλ. αστραπή, με το μέτωπο/κούτελο καθαρό/ψηλά βλ. μέτωπο [< αρχ. καθαρός, γαλλ. net, pur] | |
| 21958 | καθαρότητα | κα-θα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. απουσία ξένων, περιττών ή επιβλαβών στοιχείων: ~ των ακτών/της ατμόσφαιρας/του νερού (πβ. διαύγεια, διαφάνεια). Αέρια υψηλής ~ας.|| Η ~ ενός μετάλλου. Πβ. αυθεντικ-, γνησι-ότητα.|| Γενετική ~ ζώων και φυτών (βλ. ευγονική). Γλωσσική (βλ. καθαρεύουσα)/ιδεολογική ~. Εθνική/φυλετική (πβ. καθαροαιμία· βλ. ρατσισμός) ~. 2. (κατ' επέκτ.) ευκρίνεια: εξαιρετική/υψηλή ~ εικόνας/ήχου. ~ των φωτογραφιών. 3. (μτφ.) ακρίβεια, σαφήνεια: ~ των νοημάτων/του ύφους.|| (ΑΡΧΙΤ.) ~ των γραμμών. 4. (μτφ.) αγνότητα, ειλικρίνεια, εντιμότητα: εσωτερική/ηθική/πολιτική/ψυχική ~. ~ της καρδιάς/των προθέσεων. Βλ. -ότητα. [< αρχ. καθαρότης, γαλλ. pureté] | |
| 21959 | κάθαρση | κά-θαρ-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξαγνισμός, εξιλέωση: πνευματική/ψυχική ~. ~ της καρδιάς/ψυχής. Πβ. απο~.|| (ΘΕΟΛ.) ~ από την αμαρτία. ~ με νηστεία (βλ. εγκράτεια, εξομολόγηση, μετάνοια, νήψη). (ΘΡΗΣΚ.) Τελετουργική ~. Πβ. καθαρμός. 2. (μτφ.) απαλλαγή χώρου, συνόλου από ανέντιμα πρόσωπα, πάταξη της διαφθοράς: κοινωνική/πολιτική ~. ~ του δημόσιου βίου/των θεσμών/του συστήματος. Αίτημα για (γενική) ~ στη δικαιοσύνη/στο κόμμα. Πβ. εκκαθάριση, εξυγίανση. Βλ. αυτο~. 3. ΦΥΣΙΟΛ. πλήρης απομάκρυνση από τα νεφρά ή το ήπαρ ουσίας ή διαλύματος· (ΒΙΟΧ.) μέτρηση αυτής της απομάκρυνσης σε συγκεκριμένο όγκο αίματος στη μονάδα του χρόνου, για τον έλεγχο της νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας: ~ της ινσουλίνης/του οργανισμού (πβ. αποτοξίνωση).|| ~ κρεατινίνης (: εξέταση για ανίχνευση νεφρικής ανεπάρκειας)/ουρίας. Βλ. αιμο~. 4. ΙΑΤΡ. αποβολή βλαβερών ή περιττών ουσιών, καθαρισμός: ~ του εντέρου (με καθαρτικό). ~ των αεραγωγών (από εκκρίσεις). 5. ΦΙΛΟΛ. (στην τραγωδία κατά τον Αριστοτέλη) πρόκληση στον θεατή αισθημάτων ελέους και φόβου για τα παθήματα του τραγικού ήρωα· γενικότ. λύτρωση από τα πάθη της ψυχής μέσω της τέχνης. 6. ΨΥΧΑΝ. απελευθέρωση από καταπιεσμένες ψυχικές συγκρούσεις και εσωτερικές εντάσεις, μέσω ανάκλησης στη συνείδηση των τραυματικών εμπειριών που τις προκάλεσαν: (στα παιδιά) το παιχνίδι/η ύπνωση/το ψυχόδραμα ως μέσο ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: υγειονομική κάθαρση: καραντίνα., εθνική εκκαθάριση/κάθαρση βλ. εκκαθάριση, εξωνεφρική κάθαρση βλ. εξωνεφρικός, περιτοναϊκή κάθαρση βλ. περιτοναϊκός [< 1,4: αρχ. κάθαρσις 2: γαλλ. épuration 3: αγγλ. clearance 5: αρχ. ~, γαλλ.-αγγλ. catharsis, γερμ. Katharsis 6: γερμ. ~] | |
| 21960 | καθάρσιο | κα-θάρ-σι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-παλαιότ.): καθαρτικό. [< πβ. αρχ. καθάρσιον 'καθαρτήρια θυσία'] | |
| 21961 | καθαρτήριο | κα-θαρ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. Κ, κατά τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) τόπος ή κατάσταση πρόσκαιρης τιμωρίας των δίκαιων ψυχών, προκειμένου να εξαγνιστούν και να εξιλεωθούν, για να γίνουν δεκτές στον Παράδεισο. Βλ. κόλαση, λοιμο~, -τήριο. ΣΥΝ. πουργκατόριο 2. (σπάν.-μτφ.) κατάσταση ψυχικής δοκιμασίας: ~ της συνείδησης. [< ιταλ. purgatorio] | |
| 21962 | καθαρτήριος | , α/ος, ο κα-θαρ-τή-ρι-ος επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αποσκοπεί ή συμβάλλει στην κάθαρση της ψυχής· εξαγνιστικός, εξιλεωτικός: ~α: δοκιμασία/πράξη. ~ο: πυρ (βλ. καθαρτήριο). ~ες: θυσίες/τελετές. ~α: λουτρά. ~ες ιδιότητες (του νερού). Πβ. εξιλαστήριος, λυτρωτικός. Βλ. -τήριος. ΣΥΝ. καθαρτικός (2) [< μτγν. καθαρτήριος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ