Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22700-22720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21935καθαρευουσιανισμόςκα-θα-ρευ-ου-σια-νι-σμός ουσ. (αρσ.): γλωσσικό και πνευματικό κίνημα με κύριο γνώρισμα την προσήλωση στην καθαρεύουσα και την αποστροφή προς τη δημοτική· τάση για χρήση στοιχείων της καθαρεύουσας στον λόγο. Βλ. δημοτικισμός, -ισμός.
21936καθαρευουσιάνοςκα-θα-ρευ-ου-σιά-νος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): οπαδός της καθαρεύουσας. Πβ. γλωσσαμύντορας. Βλ. δημοτικιστής. ΣΥΝ. καθαρολόγος
21937καθαρίζωκα-θα-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καθάρι-σα, καθαρί-σω, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, καθαρίζ-οντας} 1. απομακρύνω την ακαθαρσία, τη βρομιά: ~ τα γυαλιά μου με πανάκι/το πάτωμα με την ηλεκτρική σκούπα. ~σε τις σκάλες/το σπίτι (βλ. σκουπίζω, σφουγγαρίζω)/τα τζάμια/το τραπέζι. ~σαν την παραλία από τα σκουπίδια. Επιφάνειες που ~ονται δύσκολα.|| ~σα τα αυτιά (με μπατονέτα)/τα χέρια μου (: τα έπλυνα με σαπούνι και νερό). ~σε (σχολαστικά) την πληγή (με ιώδιο/οινόπνευμα).|| Προϊόν που ~ει και απολυμαίνει (βλ. χλωρίνη). Φίλτρο που ~ει τον αέρα (ΑΝΤ. ρυπαίνει).|| Οι λεκέδες δεν ~σαν (= δεν έφυγαν). Το τραπεζομάντιλο δεν λέει να ~σει! ΑΝΤ. βρομίζω (1), λερώνω (1) 2. απομακρύνω ή αφαιρώ κάτι άχρηστο· απαλλάσσω ή απαλλάσσομαι από οτιδήποτε βλαβερό ή ανεπιθύμητο: ~σαν τους δρόμους από τα κλαδιά/τις πέτρες/το χιόνι. Ο κήπος ~στηκε από τα ζιζάνια (πβ. ξεχορταριάζω). ~σα τις φακές (: από πετραδάκια)/τα ψάρια (: από λέπια και εντόσθια). ~ κρεμμύδια/πατάτες/φασολάκια/φρούτα (πβ. ξεφλουδίζω). ~σμένα: φιστίκια (= αποφλοιωμένα). (ΜΕΤΑΛΛ.) ~σμένος: χαλκός (από ξένες ύλες).|| (ΙΑΤΡ.-ΒΙΟΧ.) Το συκώτι ~ει το αίμα από τις τοξίνες. Το νερό ~ει τα νεφρά.|| Το πρόσωπό του ~σε από την ακμή. Η ατμόσφαιρα ~σε από τον καπνό. Ο ουρανός έχει ~σει από τα σύννεφα (βλ. ανέφελος). Δεν έχει ~σει (= διαλυθεί) ακόμα η ομίχλη.|| Τα μάτια μου ~σαν (πβ. ξεθαμπώνω, ξεθολώνω).|| (μτφ.) ~ το μυαλό μου απ' τις σκοτούρες (πβ. ξελαμπικάρω). Η ψυχή ~εται από τα πάθη (= αποκαθαίρεται, εξαγνίζεται).|| (μτφ.) ~σε η πόλη από τα κακοποιά στοιχεία (πβ. εκ~). 3. (μτφ.-προφ.) ρυθμίζω, τακτοποιώ: Ανέλαβε να ~σει την υπόθεση (πβ. ξε~). Θα ~σω εγώ για πάρτη σου! ~σες γρήγορα μαζί τους (= ξεμπέρδεψες, ξέμπλεξες, τους ξεφορτώθηκες)! Άλλη μια δόση και ~σες (= ξεχρέωσες)!|| ~ει (= ξεδιαλύνει) το πολιτικό σκηνικό/τοπίο στην οικονομία.|| (ΑΘΛ.) ~σε τη νίκη (= εξασφάλισε)/τη φάση (= απέκρουσε την μπάλα). 4. (μτφ.-προφ.) δολοφονώ, σκοτώνω. ΣΥΝ. βγάζω από τη μέση (1), ξεκάνω (1), ξεπαστρεύω 5. ΠΛΗΡΟΦ. διαγράφω δεδομένα από ηλεκτρονικό υπολογιστή: Εντολή που ~ει τη μνήμη (πβ. αδειάζω)/την οθόνη.|| (κατ' επέκτ.) Πρόγραμμα που ~ει τα αρχεία (: από ιούς). Βλ. εκκαθάριση. 6. (μτφ.-λαϊκό) έχω καθαρό κέρδος: Πόσα ~εις (= βγάζεις, κερδίζεις) τον μήνα; ● ΦΡ.: αβγά σου καθαρίζουν; βλ. αβγό & αυγό, καθαρίζω κάποιον σαν αβγό βλ. αβγό & αυγό, καθαρίζω τον λαιμό μου βλ. λαιμός, καθάρισε το πιάτο του βλ. πιάτο [< μτγν. καθαρίζω 5: αγγλ. clear]
21938καθάριος, ια, ιο κα-θά-ριος επίθ. (λογοτ.) 1. καθαρός: ~ιος: ουρανός (= ανέφελος, ξάστερος). ~ια: πηγή. ~ιο: ασήμι (= ατόφιο, γνήσιο)/φως (ΑΝΤ. θολό). ~ια: νερά (= διαυγή, διάφανα). Ο ~ αέρας του βουνού. 2. (μτφ.) ειλικρινής, ξεκάθαρος· αγνός: ~ιος: λόγος (πβ. ντόμπρος, σαφής, σταράτος).|| ~ια: ψυχή. ~ιο: βλέμμα/πρόσωπο. [< μτγν. καθάρ(ε)ιος]
21939καθαριότητακα-θα-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του καθαρού: Η ~ των ακτών/του σώματος/του χώρου. Τάξη και ~. Μανιακή/υστερική με την ~. Το δωμάτιο λάμπει από ~ (= πάστρα). Διαπιστώθηκε πλημμελής ~. Απορρυπαντικό που χαρίζει στα ρούχα αστραφτερή ~. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ακαθαρσία (1), βρομιά (1), ρυπαρότητα (1) 2. καθαρισμός: ατομική/γενική/καθημερινή/πρωινή/στοματική ~. ~ του σπιτιού. Κανόνες (υγιεινής και) ~ας. Είδη/προσωπικό (βλ. καθαρίστρια)/υπηρεσίες ~ας. Εργαζόμενοι στην/υπεύθυνοι για την ~ του Δήμου (βλ. οδοκαθαριστής). Έχω/κάνω ~ (= λάτρα, φασίνα). Βλ. απολύμανση. ● ΦΡ.: η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά (παροιμ.): για να τονιστεί η σημασία της καθαριότητας. [< μτγν. καθαρ(ε)ιότης]
21940καθάρισμακα-θά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. καθαρισμός: ~ του πατώματος/των τζαμιών. ~ και σιδέρωμα (βλ. δουλειές του σπιτιού). Έχουμε γενικό ~ (= καθαριότητα, λάτρα, φασίνα) στο σπίτι. Έκανα/έριξα ένα γερό/καλό ~ (ενν. στον χώρο). Βλ. απολύμανση, ξε~.|| Υγρό ~ ρούχων (: πλύσιμο στο πλυντήριο). Βλ. απορρυπαντικό.|| Καθημερινό/συχνό/σχολαστικό ~ των δοντιών (βλ. οδοντόβουρτσα). ~ της πληγής (βλ. ιώδιο). ΑΝΤ. λέρωμα 2. απομάκρυνση ή αφαίρεση άχρηστων στοιχείων, ειδικότ. ξεφλούδισμα: ~ του κήπου (πβ. ξεχορτάριασμα)/του χιονιού (πβ. αποχιονισμός).|| ~ ψαριών (πβ. ξελέπιασμα).|| ~ φρούτων. Πβ. αποφλοίωση. ● ΣΥΜΠΛ.: στεγνό καθάρισμα βλ. στεγνός
21941καθαρισμόςκα-θα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθαρίζω: συστηματικός/σχολαστικός ~ των πάγκων εργασίας. Χημικός ~ δεξαμενών/λεβήτων/σωληνώσεων (ΑΝΤ. οικολογικός ~). Είδη/υλικά ~ού. Έκαναν γενικό ~ό του χώρου. Βλ. αυτο~.|| ~οί γραφείων. Αποφράξεις-~οί. Εταιρεία/συνεργείο/υπηρεσίες ~ού (κτιρίων). Βλ. απολύμανση, καθαρίστρια.|| ~ καμινάδας/τζακιού. || Υγρός ~ (βλ. απορρυπαντικό). ~ των λεκέδων/χαλιών.|| ~ των δρόμων από τα σκουπίδια. Πβ. εκκαθάριση. Βλ. οδοκαθαριστής.|| Φίλτρο για τον ~ό του νερού (βλ. αποστείρωση). ~ της λίμνης (πβ. απορρύπανση).|| ~ του δέρματος/σώματος/των χεριών. Πβ. πλύσιμο. Βλ. υγιεινή.|| ~ των δοντιών. Πβ. αποτρύγωση. || (κυριολ. & μτφ) ~ της γλώσσας. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. καθαριότητα (2), καθάρισμα (1) ΑΝΤ. λέρωμα ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικός καθαρισμός: διαδικασία απομάκρυνσης βλαβερών οργανικών ουσιών με τη δράση αερόβιων μικροοργανισμών: ~ ~ λυμάτων. Εγκαταστάσεις/μονάδα ~ού ~ού.|| ~ ~ σαλονιού (αυτοκινήτου)/στρωμάτων/φακών επαφής/χαλιών. [< αγγλ. biological cleaning] , καθαρισμός προσώπου: αφαίρεση των ρύπων, των νεκρών κυττάρων και του σμήγματος από το δέρμα με τη βοήθεια καλλυντικών προϊόντων ή/και μηχανημάτων αισθητικής: απαλός/βαθύς/επιφανειακός/καθημερινός ~ ~. ~ ~ με ατμό. Γαλάκτωμα/μάσκα/σαπούνι ~ού ~. Πβ. απολέπιση, πίλινγκ. [< μτγν. καθαρισμός ‘εξαγνισμός’]
21942καθαριστήραςκα-θα-ρι-στή-ρας ουσ. (αρσ.): εργαλείο ή μηχανή καθαρισμού· ειδικότ. υαλοκαθαριστήρας. Βλ. καθαριστής, -τήρας. [< αγγλ. cleaner]
21943καθαριστήριοκα-θα-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα για υγρό ή στεγνό καθάρισμα, σιδέρωμα ή/και βαφή ρούχων και άλλων υφασμάτινων ειδών: Πήγε το δερμάτινο/κουστούμι/παντελόνι στο ~. Πήρε τις κουβέρτες από το ~. Μας έφεραν τα χαλιά από το ~ (βλ. ταπητο~). Πβ. στεγνο~. Βλ. -τήριο. [< μτγν. καθαριστήριον ‘τόπος για καθαρισμό’]
21944καθαριστήςβλ. καθαρίστρια
21945καθαριστικός, ή, ό κα-θα-ρι-στι-κός επίθ.: που είναι κατάλληλος για καθαρισμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ός: αφρός (οθόνης). ~ή: αλοιφή/κρέμα. ~ό: διάλυμα/σπρέι. ~ά: είδη/προϊόντα/υλικά. Υγρό με άριστη/ισχυρή ~ή δράση. Πβ. απολυμαντικός, απορρυπαντικός. Βλ. εκ~. ● Ουσ.: καθαριστικό (το): ενν. προϊόν ή ουσία: υγρό ~. ~ δαπέδων/επίπλων/πιάτων/φακών επαφής/χεριών (βλ. σαπούνι). ~-γυαλιστικό/λευκαντικό. Ήπιο ~ προσώπου. Ισχυρά/χημικά ~ά. Βλ. χλωρο-1.[< αγγλ. clean(s)er] [< μτγν. καθαριστικός ‘έξαγνιστικός’]
21946καθαρίστρια, καθαριστήςκα-θα-ρί-στρι-α ουσ. (θηλ.+ αρσ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τον καθαρισμό χώρων: ~ες του Δημοσίου. ~ές του Δήμου. Βλ. οδο, τζαμο-καθαριστής.καθαριστής (ο): εργαλείο, μηχάνημα ή προϊόν καθαρισμού: ιονιστής-~ αέρα. Πβ. καθαριστήρας. || Οι ~ές της γλώσσας (από ξενικές επιρροές). Πβ. καθαρολόγος. [< μτγν. καθαριστής 'αυτός που αποκαθαίρει']
21947κάθαρμακά-θαρ-μα ουσ. (ουδ.) {καθάρμ-ατος | -ατα} (υβριστ.): παλιάνθρωπος. Πβ. αλήτης, απατεώνας, απόβρασμα, καθίκι, κανάγιας, λεχρίτης, μούτρο, τομάρι, τσογλάνι. Βλ. παλιο-. ● Υποκ.: καθαρματάκι (το) [< αρχ. κάθαρμα ‘απόβλητος της κοινωνίας, αχρείος’]
21948καθαρμόςκα-θαρ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εξαγνισμός, κάθαρση, απαλλαγή από καθετί αρνητικό· η αντίστοιχη διαδικασία ή τελετή: (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ του σώματος/της ψυχής (πβ. λύτρωση). (ΛΑΟΓΡ.) ~ της οικίας από το κακό.|| (σε αρχαίες εορτές, μυστήρια) ~ με νερό/φωτιά. ~οί και θυσίες.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Ανάκτορο με δεξαμενή ~ών. Βλ. εξιλασμός. [< αρχ. καθαρμός]
21949καθαρο- & καθαρό-α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. στην ιδιότητα του καθαρού: (κυρ. προφ.) καθαρο-λουσμένος/~ντυμένος/~πλυμένος.|| (μτφ.) Καθαρό-αιμος.|| Kαθαρο-γράφω/~γραμμένος. 2. (κυρ. παλαιότ.) στην καθαρεύουσα: καθαρο-λογία/~λόγος.
21950καθαροαιμίακα-θα-ρο-αι-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. γνήσια προέλευση (οικόσιτου) ζώου: κουταβάκι με πιστοποιητικά/χαρτιά ~ας (= πεντιγκρί). Βλ. διασταύρωση, υβριδισμός. 2. (σπανιότ.) αμιγής σύσταση πληθυσμού: θεωρία περί ~ας. Βλ. αρία φυλή, επιμειξία.
21951καθαρόαιμος, η, ο κα-θα-ρό-αι-μος επίθ. 1. (για ζώο) που δεν προέρχεται από διασταύρωση: ~ος: σκύλος. ~η: γάτα. ~ο: άλογο. ~ες: ράτσες. ~α: βοοειδή. (σε αγγελίες) Πωλείται αρσενικό ~ο λαμπραντόρ. ΑΝΤ. ημίαιμος 2. που δεν έχει υποστεί επιμειξίες: ~ος: λαός. ~η: φυλή. ΣΥΝ. αμιγής 3. (μτφ.) γνήσιος: ~ος: αριστερός/δεξιός (πβ. ακραιφνής). (στο ποδόσφαιρο) ~ος: αμυντικός/επιθετικός.|| ~η: κωμωδία. ~ο: λαϊκό τραγούδι/σπορ αυτοκίνητο. Πβ. αυθεντικός. [< γαλλ. pur-sang]
21952καθαρογράφωκα-θα-ρο-γρά-φω ρ. (μτβ.) {καθαρόγρα-ψε, -φ(τ)ηκε, -μμένος, καθαρογράφ-οντας}: αντιγράφω ένα κείμενο ώστε να αποκτήσει επίσημη μορφή, να μην έχει δηλ. λάθη, διορθώσεις, μουτζούρες: ~ μια εργασία. ~φτηκε η απόφαση (του δικαστηρίου). ~μμένες: σημειώσεις. Βλ. καλλιγραφώ. [< μεσν. καθαρογραφώ]
21953ΚαθαροδευτέραΚα-θα-ρο-δευ-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): Καθαρά Δευτέρα.
21954καθαροδευτεριάτικος, η, ο κα-θα-ρο-δευ-τε-ριά-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με την Καθαρά Δευτέρα: ~α: έθιμα. (ως ουσ.) Σαρακοστιανά και ~α (ενν. εδέσματα).

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.