Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22720-22740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21955καθαρολογίακα-θα-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): χρήση της καθαρεύουσας κυρ. στον γραπτό λόγο. Βλ. -λογία. [< γαλλ. purisme]
21956καθαρολόγοςκα-θα-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αυτός που χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα. Πβ. γλωσσαμύντορας, καθαριστής. Βλ. δημοτικιστής, -λόγος. ΣΥΝ. καθαρευουσιάνος [< γαλλ. puriste, πβ. μεσν. καθαρολογώ ΄μιλώ με σαφήνεια']
21957καθαρός, ή, ό κα-θα-ρός επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. -ά} 1. που δεν έχει ίχνος ξένου και επιβαρυντικού ή βλαβερού στοιχείου: ~ά: ρούχα/σεντόνια (: χωρίς λεκέδες, πλυμένα). ~ά: μαλλιά/χέρια. (εμφατ.) Έκανε μπάνιο και είναι ~. Πβ. κατα-, ολο-, πεντα-κάθαρος, παστρικός. ΑΝΤ. άπλυτος.|| ~ό: πρόσωπο (: χωρίς σπυράκια, στίγματα).|| ~ή: τουαλέτα (βλ. απολύμανση). ~ό και τακτοποιημένο σπίτι. Βλ. υγιεινή.|| (χωρίς σκουπίδια:) ~ή: πόλη. ~ές: ακτές/θάλασσες/παραλίες. ΑΝΤ. ακάθαρτος, βρόμικος.|| ~ή: ατμόσφαιρα (: χωρίς ρύπους). ~ό: περιβάλλον. ΑΝΤ. μολυσμένος.|| ~ή: αναπνοή (ΑΝΤ. δύσοσμη).|| (προφ., χωρίς παθολογικά ευρήματα:) Η ακτινογραφία/μαγνητική τομογραφία βγήκε ~ή. Οι εξετάσεις του είναι ~ές. 2. (κατ' επέκτ.) που διατηρεί τον εαυτό του ή το περιβάλλον του στην αντίστοιχη κατάσταση· (ΟΙΚΟΛ.) που δεν μολύνει, δεν ρυπαίνει: ~ή: γυναίκα (πβ. νοικοκυρά). ~ό: ζώο/παιδί. ΑΝΤ. βρομιάρης.|| ~ή: τεχνολογία. ~ές: πηγές ενέργειας (= ανανεώσιμες/εναλλακτικές). ~ά: αυτοκίνητα (= υβριδικά). Πβ. πράσινος. 3. (μτφ.) διαυγής: ~ός: καιρός (= αίθριος)/ουρανός (πβ. ανέφελος, ασυννέφιαστος, ξάστερος). ~ό: νερό (= διάφανο)/φως/χρώμα.|| (για πνευματική διαύγεια:) Δες το με πιο ~ή σκέψη/~ό μάτι/νου! ΣΥΝ. καθάριος (1) 4. (κατ' επέκτ.) ευδιάκριτος, ευκρινής: ~ή: εικόνα/όραση. ~ές: φωτογραφίες. ΑΝΤ. θαμπός, θολός.|| ~ός: ήχος. ~ή: άρθρωση/φωνή.|| ~ό: γραπτό/τετράδιο (: χωρίς μουτζούρες, διορθώσεις). ~ά: γράμματα (= ευανάγνωστα). 5. (κατ' επέκτ.) αμιγής, ατόφιος, γνήσιος: ~ό: ασήμι/χρυσάφι.|| ~ή: βενζίνη. ~ό: λάδι/πετρέλαιο. ΣΥΝ. ανόθευτος.|| ~ό: μαλλί (: παρθένο)/οινόπνευμα.|| ~ά: προϊόντα (: βιολογικά, χωρίς συντηρητικά).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: μισθός. ~ή: αξία/απόδοση/αύξηση/εισροή/θέση (έναρξης περιόδου)/τιμή. ~ό: εισόδημα/επιτόκιο/κόστος/όφελος/ποσό. ~ές: αποδοχές/δαπάνες. ~ά: έσοδα. ΣΥΝ. νέτος. ΑΝΤ. ακαθάριστος, μικτός.|| ~ός: όγκος. ~ή: επιφάνεια (: χώρου σε τ.μ., χωρίς διαδρόμους και τοίχους). ~ό: εμβαδόν.|| (μτφ.) ~ή: ευτυχία. ~ό: ροκ.|| ~ (= καθαρόαιμος) γερμανικός ποιμενικός. 6. (μτφ.) αγνός, ακέραιος, άμεμπτος, τίμιος: Είναι ~ στην ψυχή. Πβ. αδιάφθορος, ακηλίδωτος, άσπιλος, ηθικός.|| ~ή: καρδιά. ~ές: προθέσεις. ~ά: κίνητρα. Έχω τη συνείδησή μου ~ή (: δεν έχω τύψεις).|| ~ό: ποινικό μητρώο (= λευκό· ΑΝΤ. βεβαρυμένο). ~οί: λογαριασμοί. ~ές: δουλειές (= παστρικές). ΑΝΤ. βρόμικος (2) 7. (μτφ.) ξεκάθαρος, σαφής: ~ός: λόγος. ~ή: άρνηση. ~ές: απαντήσεις/εξηγήσεις/κουβέντες. ΑΝΤ. ασαφής, διφορούμενος, μπερδεμένος, συγκεχυμένος.|| ~ός: εκβιασμός. ~ή: προειδοποίηση. Πβ. απερίφραστος, απροκάλυπτος, ευθύς.|| ~ό: περίγραμμα. Λιτές και ~ές γραμμές. ΣΥΝ. απλός, μινιμαλιστικός. ΑΝΤ. ακαθόριστος, πολύπλοκος, σύνθετος. 8. αδιαμφισβήτητος: ~ή: νίκη/πρωτιά.|| ~ό: γκολ/πέναλτι. Να κερδίσουμε με ~ό σκορ (: χωρίς να δεχτεί η ομάδα γκολ).|| (επιτατ.) ~ή: αδικία/ανοησία/απάτη/σύμπτωση/τρέλα (πβ. σκέτος). Επέζησε από ~ή τύχη! 9. (επιστ.) ο οποίος στηρίζεται στη λογική, είναι δηλ. ανεξάρτητος από την εμπειρία και τις αισθητικές εντυπώσεις· που δεν στοχεύει στην πρακτική εφαρμογή: (ΦΙΛΟΣ.) ~ός: λόγος. ~ή: βούληση/γνώση. Πβ. απριόρι.|| ~ή: επιστήμη/έρευνα/θεωρία. ~ά: μαθηματικά. Πβ. θεωρητικός. ΑΝΤ. εφαρμοσμένος.|| ~ή: τέχνη. Βλ. η τέχνη για την τέχνη. 10. (αργκό) που δεν παίρνει (πια) ναρκωτικά ή αναβολικά: Έμεινε ~ για ... μήνες.|| ~οί: αθλητές (ΑΝΤ. ντοπαρισμένοι). ● Ουσ.: καθαρό (το): (σχολικός όρ.) τετράδιο όπου καθαρογράφονται πρόχειρες σημειώσεις· το καλό. Βλ. πρόχειρο. ● Υποκ.: καθαρούλης , α, -ικο/-ι, καθαρούτσικος , η, ο ● επίρρ.: καθαρά 1. με σαφήνεια, ξεκάθαρα: Αναγράφεται/αναφέρεται/διακρίνεται/φαίνεται ~ ότι ... Μίλα αργά και ~!|| Δεν ακούω/βλέπω ~.|| Μου είπε ~ (= ευθέως, στα ίσα, χωρίς περιστροφές) ότι ... Πβ. ευκρινώς. 2. απόλυτα, μόνο: παραίτηση για ~ προσωπικούς λόγους. Είναι ~ δική μου υπόθεση (= αποκλειστικά)! 3. χωρίς κρατήσεις: Βγάζει/ζητάει χίλια ευρώ ~. ΑΝΤ. μικτά 4. τίμια: Νίκησε ~ και δίκαια. ● ΣΥΜΠΛ.: καθαρό βάρος: το βάρος προϊόντος μετά την αφαίρεση του απόβαρου της συσκευασίας. Πβ. μάζα. ΑΝΤ. μικτό/ακαθάριστο βάρος, Καθαρά/Καθαρή Δευτέρα βλ. Δευτέρα, καθαρό εγχώριο προϊόν βλ. προϊόν, καθαρό εθνικό προϊόν βλ. προϊόν, καθαρό κέρδος βλ. κέρδος ● ΦΡ.: (έχω) καθαρά χέρια (μτφ.): (είμαι) έντιμος., βγαίνω καθαρός (προφ.): κρίνομαι αθώος., παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά (προφ.): κάνω τίμιες συναλλαγές, δεν προσπαθώ να εξαπατήσω., για να λέμε/πούμε/πω την (καθαρή/μαύρη) αλήθεια βλ. αλήθεια, καθαρά και ξάστερα βλ. ξάστερος, καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται βλ. αστραπή, με το μέτωπο/κούτελο καθαρό/ψηλά βλ. μέτωπο [< αρχ. καθαρός, γαλλ. net, pur]
21959κάθαρσηκά-θαρ-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξαγνισμός, εξιλέωση: πνευματική/ψυχική ~. ~ της καρδιάς/ψυχής. Πβ. απο~.|| (ΘΕΟΛ.) ~ από την αμαρτία. ~ με νηστεία (βλ. εγκράτεια, εξομολόγηση, μετάνοια, νήψη). (ΘΡΗΣΚ.) Τελετουργική ~. Πβ. καθαρμός. 2. (μτφ.) απαλλαγή χώρου, συνόλου από ανέντιμα πρόσωπα, πάταξη της διαφθοράς: κοινωνική/πολιτική ~. ~ του δημόσιου βίου/των θεσμών/του συστήματος. Αίτημα για (γενική) ~ στη δικαιοσύνη/στο κόμμα. Πβ. εκκαθάριση, εξυγίανση. Βλ. αυτο~. 3. ΦΥΣΙΟΛ. πλήρης απομάκρυνση από τα νεφρά ή το ήπαρ ουσίας ή διαλύματος· (ΒΙΟΧ.) μέτρηση αυτής της απομάκρυνσης σε συγκεκριμένο όγκο αίματος στη μονάδα του χρόνου, για τον έλεγχο της νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας: ~ της ινσουλίνης/του οργανισμού (πβ. αποτοξίνωση).|| ~ κρεατινίνης (: εξέταση για ανίχνευση νεφρικής ανεπάρκειας)/ουρίας. Βλ. αιμο~. 4. ΙΑΤΡ. αποβολή βλαβερών ή περιττών ουσιών, καθαρισμός: ~ του εντέρου (με καθαρτικό). ~ των αεραγωγών (από εκκρίσεις). 5. ΦΙΛΟΛ. (στην τραγωδία κατά τον Αριστοτέλη) πρόκληση στον θεατή αισθημάτων ελέους και φόβου για τα παθήματα του τραγικού ήρωα· γενικότ. λύτρωση από τα πάθη της ψυχής μέσω της τέχνης. 6. ΨΥΧΑΝ. απελευθέρωση από καταπιεσμένες ψυχικές συγκρούσεις και εσωτερικές εντάσεις, μέσω ανάκλησης στη συνείδηση των τραυματικών εμπειριών που τις προκάλεσαν: (στα παιδιά) το παιχνίδι/η ύπνωση/το ψυχόδραμα ως μέσο ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: υγειονομική κάθαρση: καραντίνα., εθνική εκκαθάριση/κάθαρση βλ. εκκαθάριση, εξωνεφρική κάθαρση βλ. εξωνεφρικός, περιτοναϊκή κάθαρση βλ. περιτοναϊκός [< 1,4: αρχ. κάθαρσις 2: γαλλ. épuration 3: αγγλ. clearance 5: αρχ. ~, γαλλ.-αγγλ. catharsis, γερμ. Katharsis 6: γερμ. ~]
21960καθάρσιοκα-θάρ-σι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-παλαιότ.): καθαρτικό. [< πβ. αρχ. καθάρσιον 'καθαρτήρια θυσία']
21961καθαρτήριοκα-θαρ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. Κ, κατά τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) τόπος ή κατάσταση πρόσκαιρης τιμωρίας των δίκαιων ψυχών, προκειμένου να εξαγνιστούν και να εξιλεωθούν, για να γίνουν δεκτές στον Παράδεισο. Βλ. κόλαση, λοιμο~, -τήριο. ΣΥΝ. πουργκατόριο 2. (σπάν.-μτφ.) κατάσταση ψυχικής δοκιμασίας: ~ της συνείδησης. [< ιταλ. purgatorio]
21962καθαρτήριος, α/ος, ο κα-θαρ-τή-ρι-ος επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αποσκοπεί ή συμβάλλει στην κάθαρση της ψυχής· εξαγνιστικός, εξιλεωτικός: ~α: δοκιμασία/πράξη. ~ο: πυρ (βλ. καθαρτήριο). ~ες: θυσίες/τελετές. ~α: λουτρά. ~ες ιδιότητες (του νερού). Πβ. εξιλαστήριος, λυτρωτικός. Βλ. -τήριος. ΣΥΝ. καθαρτικός (2) [< μτγν. καθαρτήριος]
21963καθαρτικόκα-θαρ-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο, τροφή ή ουσία που προκαλεί κένωση ή διευκολύνει τις κενώσεις: δραστικό/ήπιο/ισχυρό ~. Αλατούχα/φυσικά (π.χ. δαμάσκηνα, μέλι) ~ά. Βλ. διουρητικά, δυσκοιλιότητα, εμετικό. ΣΥΝ. καθάρσιο, υπακτικό [< μτγν. καθαρτικόν, γαλλ. cathartique, αγγλ. cathartic]
21965καθαυτός & καθεαυτός, ή, ό κα-θαυ-τός αντων. (συνήθ. με την αντων. αυτός): αυτός ο ίδιος, ο πραγματικός (χωρίς τα στοιχεία που εξετάζονται ή συνδέονται μαζί του): Δεν ήταν αυτός ~ (= ακριβώς) ο σκοπός/αυτή ~ή η πρόθεσή μου. Το ~ό ζήτημα θα μας απασχολήσει αργότερα.|| (το ουδ. ως επίρρ.) Οι ηθικοί αυτουργοί και οι ~ό ένοχοι. [< αρχ. αὑτοί καθ΄ αὑτούς]
21966κάθεκά-θε αόρ. αντων. {άκλ.} 1. (+ εν.) για ένα ένα χωριστά ή για όλα ανεξαιρέτως τα μέρη ενός συνόλου: προς ~ ενδιαφερόμενο. Σε ~ βήμα/κίνηση. Προτάσεις από ~ πλευρά. ~ παιδί είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα.|| ~ άνθρωπος. Για ~ γούστο/ηλικία/περίσταση. ΣΥΝ. οποιοσδήποτε. Βλ. καθετί.|| Με ~ επισημότητα/επιφύλαξη/κόστος/λεπτομέρεια/μεγαλοπρέπεια/μέσο/τίμημα/τρόπο.|| (ειρων.-μειωτ.) Έρχεται ο ~ άσχετος/έξυπνος να πει τη γνώμη του. Πβ. καθένας, όποιος κι όποιος, ο πρώτος τυχών. ΣΥΝ. πας, πάσα, παν (1) 2. για επανάληψη σε τακτά χρονικά ή τοπικά διαστήματα: ~ μέρα/πρωί/χρόνο. ~ δυο βδομάδες/μέτρα/ώρες. Έχω μάθημα ~ Δευτέρα. ~ λεπτό που περνάει, ... Πβ. ανά. ● ΦΡ.: κάθε ... και ... (προφ.): βραχυλογία που δηλώνει συνύπαρξη, αριθμητική ισοδυναμία: κάθε γειτονιά ~ φαρμακείο. Κάθε λάθος ~ πόντος., κάθε άλλο: για εμφατική άρνηση, αντίθεση: Ποιος είπε ότι ο αγώνας είναι εύκολος; ~ ~ (= αντίθετα, απεναντίας)! Η επιλογή σου είναι ~ ~ παρά ιδανική., κάθε πότε & κάθε πόσο (ερωτημ.): πόσο συχνά: ~ ~ επισκέπτεστε τον οδοντίατρο;, κάθε φορά (προφ., ως έκφρ. δυσανασχέτησης): πάντα: Εγώ τρέχω ~ ~!, κάθε φορά που & (συνήθ. λογοτ.) κάθε που: για να δηλωθεί αόριστη επανάληψη: ~ ~ (= όσες φορές) έρχεται στην πόλη, πηγαίνει να τους δει. ΣΥΝ. όποτε (1), για κάθε/για παν ενδεχόμενο βλ. ενδεχόμενος, δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2, κάθε αρχή και δύσκολη βλ. αρχή, κάθε δεύτερη μέρα/κάθε δεύτερο χρόνο βλ. δεύτερος, κάθε καρυδιάς καρύδι βλ. καρυδιά, κάθε κατεργάρης στον πάγκο του βλ. κατεργάρης, κατεργάρα, κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο βλ. λίγο, κάθε λογής & λογής λογής & λογιών λογιών βλ. λογής, κάθε μέρα και καλύτερα βλ. μέρα, κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα) βλ. πέρυσι, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) βλ. καιρός, κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του βλ. ώρα, κάθε σπιθαμή βλ. σπιθαμή, κάθε χρόνο τέτοια μέρα βλ. μέρα, κάθε ώρα και στιγμή βλ. στιγμή, κάθε/παντός είδους βλ. είδος, με κάθε λεπτομέρεια βλ. λεπτομέρεια, με κάθε μέσο βλ. μέσο, σε κάθε γωνιά βλ. γωνιά, σε κάθε περίπτωση βλ. περίπτωση [< μεσν. κάθε]
21967κάθε τι & καθετίκά-θε τι αόρ. αντων. {άκλ.}: κάθε πράγμα, οτιδήποτε: ~ θέλει το χρόνο του! ~ που βλέπει, το σχολιάζει. Παθιάζεται με το ~ (: τα πάντα). Ενθουσιάζεται με ~ (το) διαφορετικό/καινούργιο.
21968καθέδρακα-θέ-δρα ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (σε ναό) δεσποτικός θρόνος· συνεκδ. η (αρχι)επισκοπική ή πατριαρχική έδρα. Βλ. σύνθρονο.|| Η ~ του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Πβ. θώκος. 2. (σπάν.-λόγ.) υπερυψωμένη έδρα. Πβ. βάθρο. ● ΣΥΜΠΛ.: από καθέδρας διδασκαλία & διδασκαλία από καθέδρας: ΠΑΙΔΑΓ. μορφή διδασκαλίας η οποία στηρίζεται στην αυθεντία του δασκάλου και δεν προάγει τον διάλογο και τη συμμετοχική μάθηση. Βλ. ομαδοσυνεργατική διδασκαλία. ● ΦΡ.: από καθέδρας (μτφ.-λόγ.): με δογματικό ύφος, όπως μια αυθεντία: Κρίνει/μιλάει ~ ~. Πβ. αδιάλλακτα, απόλυτα, αυταρχικά, μονολιθικά, αφ' υψηλού. [< νεολατ. ex cathedra] [< μτγν. καθέδρα, γαλλ. cathèdre 1: αγγλ. cathedra]
21969καθεδρικός, ή, ό κα-θε-δρι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. μητροπολιτικός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καθεδρικός (ναός) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): μητρόπολη: Θα τελεστεί δοξολογία στον ~ό ~ό της πόλης. [< μεσν. καθεδρικός, γαλλ. cathédral, αγγλ. cathedral]
21970κάθειρξηκά-θειρ-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -είρξεως}: ΝΟΜ. η βαρύτερη από τις ποινές στέρησης της ελευθερίας, η οποία προβλέπεται για κακούργημα: αόριστη (: αόριστης διάρκειας)/πολυετής/πρόσκαιρη (: από πέντε έως είκοσι έτη) ~. ~ με/χωρίς αναστολή. Αντιμετωπίζει ποινή ~ης έως (και) ... έτη. Καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια ~. Του επιβλήθηκε ισόβια ~. Πβ. εγκλεισμός, ειρκτή, φυλάκιση. [< μτγν. κάθειρξις]
21971καθείςκα-θείς αόρ. αντων.: καθένας. ● ΦΡ.: έκαστος/καθείς/καθένας στο είδος του βλ. είδος, καθείς/έκαστος εφ' ω ετάχθη βλ. έκαστος [< μτγν. καθείς]
21972καθέκαστακα-θέ-κα-στα ουσ. (ουδ.) (τα): λεπτομέρειες, επιμέρους στοιχεία συμβάντος ή υπόθεσης: Μας διηγήθηκε/είπε/εξήγησε/περιέγραψε (όλα) τα ~. Με ενημέρωσε για τα ~. Πριν προχωρήσω στα ~, ... [< μτγν. τὰ καθ΄ ἕκαστα]
21973καθέλκυσηκα-θέλ-κυ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. διαδικασία κατά την οποία ένα καινούργιο ή επισκευασμένο πλοίο εξέρχεται από τις ναυπηγικές εγκαταστάσεις και αφήνεται, συγκρατούμενο με αλυσίδες, να ολισθήσει στη θάλασσα με τη βοήθεια κεκλιμένου επιπέδου: (επίσημη) ~ πυραυλακάτου/υποβρυχίου. Ράμπα ~ης (βλ. γλίστρα). Τελετή ~ης και βάπτισης νέου σκάφους. Βλ. δεξαμενισμός, ναυπήγηση. ΑΝΤ. ανέλκυση
21974καθελκύωκα-θελ-κύ-ω ρ. (μτβ.) {καθέλκυ-σε (σπάν.-λόγ. καθείλκυ-σε), καθελκύ-σει, -στηκε}: ΝΑΥΤ. πραγματοποιώ καθέλκυση πλοίου: Η εταιρεία ετοιμάζεται να ~σει έξι υπερσύγχρονα δεξαμενόπλοια. Η φρεγάτα ~στηκε από το ναυπηγείο ... ΑΝΤ. ανελκύω [< αρχ. καθέλκω]
39983καθεμιά

πε-ρι-φε-ρει-άρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): αιρετός διοικητής καθεμιάς από τις δεκατρείς περιφέρειες της Ελλάδας. Βλ. αντι~, υπερ~, -άρχης, νομάρχης.

21975καθένας, καθεμία & καθεμιά, καθένακα-θέ-νας αόρ. αντων. {καθενός} 1. κάθε ένας χωριστά: Έξι τάξεις με δύο τμήματα (η) καθεμία. ~ είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του/κάνει τις επιλογές του. Ευθύνες που αναλογούν στον καθένα (μας/από εμάς). Πβ. έκαστος.|| ~ με τη σειρά του (= ένας ένας)! (ειρων.) Ο ~ στον κόσμο του! ~ με τα γούστα του! ΣΥΝ. πας, πάσα, παν (1) 2. (με άρθ., για γενική αναφορά σε πρόσωπο) οποιοσδήποτε: Ο ~ θα ήθελε να ήταν στη θέση του. Όπως μπορεί ο ~. Σε γνωρίζω καλύτερα απ' τον καθένα. Θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα.|| (ειρων.-μειωτ.) Βγαίνει ο ~ και λέει τα παράπονά του. Μην ακούς τον καθένα! Πβ. όποιος κι όποιος, ο πρώτος τυχών, πασαένας. ● ΦΡ.: έκαστος/καθείς/καθένας στο είδος του βλ. είδος, καθένας με την τρέλα του (κι αυτός με την ομπρέλα του) βλ. τρέλα, καθένας με τον πόνο του βλ. πόνος, ο καθένας (λέει) το μακρύ του και το κοντό του (/το κοντό του και το μακρύ του) βλ. μακρύς [< μεσν. καθένας]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.