| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21962 | καθαρτήριος | , α/ος, ο κα-θαρ-τή-ρι-ος επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που αποσκοπεί ή συμβάλλει στην κάθαρση της ψυχής· εξαγνιστικός, εξιλεωτικός: ~α: δοκιμασία/πράξη. ~ο: πυρ (βλ. καθαρτήριο). ~ες: θυσίες/τελετές. ~α: λουτρά. ~ες ιδιότητες (του νερού). Πβ. εξιλαστήριος, λυτρωτικός. Βλ. -τήριος. ΣΥΝ. καθαρτικός (2) [< μτγν. καθαρτήριος] | |
| 21963 | καθαρτικό | κα-θαρ-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακο, τροφή ή ουσία που προκαλεί κένωση ή διευκολύνει τις κενώσεις: δραστικό/ήπιο/ισχυρό ~. Αλατούχα/φυσικά (π.χ. δαμάσκηνα, μέλι) ~ά. Βλ. διουρητικά, δυσκοιλιότητα, εμετικό. ΣΥΝ. καθάρσιο, υπακτικό [< μτγν. καθαρτικόν, γαλλ. cathartique, αγγλ. cathartic] | |
| 21965 | καθαυτός & καθεαυτός | , ή, ό κα-θαυ-τός αντων. (συνήθ. με την αντων. αυτός): αυτός ο ίδιος, ο πραγματικός (χωρίς τα στοιχεία που εξετάζονται ή συνδέονται μαζί του): Δεν ήταν αυτός ~ (= ακριβώς) ο σκοπός/αυτή ~ή η πρόθεσή μου. Το ~ό ζήτημα θα μας απασχολήσει αργότερα.|| (το ουδ. ως επίρρ.) Οι ηθικοί αυτουργοί και οι ~ό ένοχοι. [< αρχ. αὑτοί καθ΄ αὑτούς] | |
| 21966 | κάθε | κά-θε αόρ. αντων. {άκλ.} 1. (+ εν.) για ένα ένα χωριστά ή για όλα ανεξαιρέτως τα μέρη ενός συνόλου: προς ~ ενδιαφερόμενο. Σε ~ βήμα/κίνηση. Προτάσεις από ~ πλευρά. ~ παιδί είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα.|| ~ άνθρωπος. Για ~ γούστο/ηλικία/περίσταση. ΣΥΝ. οποιοσδήποτε. Βλ. καθετί.|| Με ~ επισημότητα/επιφύλαξη/κόστος/λεπτομέρεια/μεγαλοπρέπεια/μέσο/τίμημα/τρόπο.|| (ειρων.-μειωτ.) Έρχεται ο ~ άσχετος/έξυπνος να πει τη γνώμη του. Πβ. καθένας, όποιος κι όποιος, ο πρώτος τυχών. ΣΥΝ. πας, πάσα, παν (1) 2. για επανάληψη σε τακτά χρονικά ή τοπικά διαστήματα: ~ μέρα/πρωί/χρόνο. ~ δυο βδομάδες/μέτρα/ώρες. Έχω μάθημα ~ Δευτέρα. ~ λεπτό που περνάει, ... Πβ. ανά. ● ΦΡ.: κάθε ... και ... (προφ.): βραχυλογία που δηλώνει συνύπαρξη, αριθμητική ισοδυναμία: κάθε γειτονιά ~ φαρμακείο. Κάθε λάθος ~ πόντος., κάθε άλλο: για εμφατική άρνηση, αντίθεση: Ποιος είπε ότι ο αγώνας είναι εύκολος; ~ ~ (= αντίθετα, απεναντίας)! Η επιλογή σου είναι ~ ~ παρά ιδανική., κάθε πότε & κάθε πόσο (ερωτημ.): πόσο συχνά: ~ ~ επισκέπτεστε τον οδοντίατρο;, κάθε φορά (προφ., ως έκφρ. δυσανασχέτησης): πάντα: Εγώ τρέχω ~ ~!, κάθε φορά που & (συνήθ. λογοτ.) κάθε που: για να δηλωθεί αόριστη επανάληψη: ~ ~ (= όσες φορές) έρχεται στην πόλη, πηγαίνει να τους δει. ΣΥΝ. όποτε (1), για κάθε/για παν ενδεχόμενο βλ. ενδεχόμενος, δεν είναι κάθε μέρα τ' Άι-Γιαννιού/Πασχαλιά/Κυριακή/γιορτή βλ. Πασχαλιά2, κάθε αρχή και δύσκολη βλ. αρχή, κάθε δεύτερη μέρα/κάθε δεύτερο χρόνο βλ. δεύτερος, κάθε καρυδιάς καρύδι βλ. καρυδιά, κάθε κατεργάρης στον πάγκο του βλ. κατεργάρης, κατεργάρα, κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο βλ. λίγο, κάθε λογής & λογής λογής & λογιών λογιών βλ. λογής, κάθε μέρα και καλύτερα βλ. μέρα, κάθε πέρ(υ)σι και καλύτερα, (κάθε φέτος και χειρότερα) βλ. πέρυσι, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) βλ. καιρός, κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του βλ. ώρα, κάθε σπιθαμή βλ. σπιθαμή, κάθε χρόνο τέτοια μέρα βλ. μέρα, κάθε ώρα και στιγμή βλ. στιγμή, κάθε/παντός είδους βλ. είδος, με κάθε λεπτομέρεια βλ. λεπτομέρεια, με κάθε μέσο βλ. μέσο, σε κάθε γωνιά βλ. γωνιά, σε κάθε περίπτωση βλ. περίπτωση [< μεσν. κάθε] | |
| 21967 | κάθε τι & καθετί | κά-θε τι αόρ. αντων. {άκλ.}: κάθε πράγμα, οτιδήποτε: ~ θέλει το χρόνο του! ~ που βλέπει, το σχολιάζει. Παθιάζεται με το ~ (: τα πάντα). Ενθουσιάζεται με ~ (το) διαφορετικό/καινούργιο. | |
| 21968 | καθέδρα | κα-θέ-δρα ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. (σε ναό) δεσποτικός θρόνος· συνεκδ. η (αρχι)επισκοπική ή πατριαρχική έδρα. Βλ. σύνθρονο.|| Η ~ του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Πβ. θώκος. 2. (σπάν.-λόγ.) υπερυψωμένη έδρα. Πβ. βάθρο. ● ΣΥΜΠΛ.: από καθέδρας διδασκαλία & διδασκαλία από καθέδρας: ΠΑΙΔΑΓ. μορφή διδασκαλίας η οποία στηρίζεται στην αυθεντία του δασκάλου και δεν προάγει τον διάλογο και τη συμμετοχική μάθηση. Βλ. ομαδοσυνεργατική διδασκαλία. ● ΦΡ.: από καθέδρας (μτφ.-λόγ.): με δογματικό ύφος, όπως μια αυθεντία: Κρίνει/μιλάει ~ ~. Πβ. αδιάλλακτα, απόλυτα, αυταρχικά, μονολιθικά, αφ' υψηλού. [< νεολατ. ex cathedra] [< μτγν. καθέδρα, γαλλ. cathèdre 1: αγγλ. cathedra] | |
| 21969 | καθεδρικός | , ή, ό κα-θε-δρι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. μητροπολιτικός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καθεδρικός (ναός) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): μητρόπολη: Θα τελεστεί δοξολογία στον ~ό ~ό της πόλης. [< μεσν. καθεδρικός, γαλλ. cathédral, αγγλ. cathedral] | |
| 21970 | κάθειρξη | κά-θειρ-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -είρξεως}: ΝΟΜ. η βαρύτερη από τις ποινές στέρησης της ελευθερίας, η οποία προβλέπεται για κακούργημα: αόριστη (: αόριστης διάρκειας)/πολυετής/πρόσκαιρη (: από πέντε έως είκοσι έτη) ~. ~ με/χωρίς αναστολή. Αντιμετωπίζει ποινή ~ης έως (και) ... έτη. Καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια ~. Του επιβλήθηκε ισόβια ~. Πβ. εγκλεισμός, ειρκτή, φυλάκιση. [< μτγν. κάθειρξις] | |
| 21971 | καθείς | κα-θείς αόρ. αντων.: καθένας. ● ΦΡ.: έκαστος/καθείς/καθένας στο είδος του βλ. είδος, καθείς/έκαστος εφ' ω ετάχθη βλ. έκαστος [< μτγν. καθείς] | |
| 21972 | καθέκαστα | κα-θέ-κα-στα ουσ. (ουδ.) (τα): λεπτομέρειες, επιμέρους στοιχεία συμβάντος ή υπόθεσης: Μας διηγήθηκε/είπε/εξήγησε/περιέγραψε (όλα) τα ~. Με ενημέρωσε για τα ~. Πριν προχωρήσω στα ~, ... [< μτγν. τὰ καθ΄ ἕκαστα] | |
| 21973 | καθέλκυση | κα-θέλ-κυ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. διαδικασία κατά την οποία ένα καινούργιο ή επισκευασμένο πλοίο εξέρχεται από τις ναυπηγικές εγκαταστάσεις και αφήνεται, συγκρατούμενο με αλυσίδες, να ολισθήσει στη θάλασσα με τη βοήθεια κεκλιμένου επιπέδου: (επίσημη) ~ πυραυλακάτου/υποβρυχίου. Ράμπα ~ης (βλ. γλίστρα). Τελετή ~ης και βάπτισης νέου σκάφους. Βλ. δεξαμενισμός, ναυπήγηση. ΑΝΤ. ανέλκυση | |
| 21974 | καθελκύω | κα-θελ-κύ-ω ρ. (μτβ.) {καθέλκυ-σε (σπάν.-λόγ. καθείλκυ-σε), καθελκύ-σει, -στηκε}: ΝΑΥΤ. πραγματοποιώ καθέλκυση πλοίου: Η εταιρεία ετοιμάζεται να ~σει έξι υπερσύγχρονα δεξαμενόπλοια. Η φρεγάτα ~στηκε από το ναυπηγείο ... ΑΝΤ. ανελκύω [< αρχ. καθέλκω] | |
| 21975 | καθένας, καθεμία & καθεμιά, καθένα | κα-θέ-νας αόρ. αντων. {καθενός} 1. κάθε ένας χωριστά: Έξι τάξεις με δύο τμήματα (η) καθεμία. ~ είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του/κάνει τις επιλογές του. Ευθύνες που αναλογούν στον καθένα (μας/από εμάς). Πβ. έκαστος.|| ~ με τη σειρά του (= ένας ένας)! (ειρων.) Ο ~ στον κόσμο του! ~ με τα γούστα του! ΣΥΝ. πας, πάσα, παν (1) 2. (με άρθ., για γενική αναφορά σε πρόσωπο) οποιοσδήποτε: Ο ~ θα ήθελε να ήταν στη θέση του. Όπως μπορεί ο ~. Σε γνωρίζω καλύτερα απ' τον καθένα. Θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα.|| (ειρων.-μειωτ.) Βγαίνει ο ~ και λέει τα παράπονά του. Μην ακούς τον καθένα! Πβ. όποιος κι όποιος, ο πρώτος τυχών, πασαένας. ● ΦΡ.: έκαστος/καθείς/καθένας στο είδος του βλ. είδος, καθένας με την τρέλα του (κι αυτός με την ομπρέλα του) βλ. τρέλα, καθένας με τον πόνο του βλ. πόνος, ο καθένας (λέει) το μακρύ του και το κοντό του (/το κοντό του και το μακρύ του) βλ. μακρύς [< μεσν. καθένας] | |
| 21976 | καθεξής | [καθεξῆς] κα-θε-ξής επίρρ. (λόγ.): στη ● ΦΡ.: και ούτω καθεξής/καθ' εξής βλ. ούτω(ς) [< μτγν. καθεξῆς] | |
| 21977 | καθεστηκυία | [καθεστηκυῖα] κα-θε-στη-κυ-ί-α επίθ. (με άρθ.) (λόγ.): καθιερωμένη, κυρίαρχη: η ~ άποψη/κατάσταση/λογική/νοοτροπία (= επικρατούσα). Οι ~ες αντιλήψεις. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: η καθεστηκυία τάξη: το παγιωμένο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα· καθεστώς, κατεστημένο: ανατροπή/διατήρηση της ~ας ~ης. Πβ. status quo. Βλ. νέα τάξη (πραγμάτων). [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καθίστημι ‘τοποθετώ’] | |
| 21978 | καθεστώς | κα-θε-στώς ουσ. (ουδ.) {καθεστώτ-ος | -α} 1. πολιτικό σύστημα, πολίτευμα: απολυταρχικό/αστικό/αυταρχικό/δεσποτικό/δικτατορικό/κοινοβουλευτικό/μοναρχικό/ολοκληρωτικό/τυραννικό/φασιστικό/φιλελεύθερο ~. Δημοκρατικά/καταπιεστικά/κομμουνιστικά/σοσιαλιστικά ~α. Ανατροπή/κατάρρευση/μεταβολή/πτώση/υπονόμευση του ~ος. ~-μαριονέτα. Το πολιτειακό ~ της Ελλάδας. Πβ. κυβέρνηση.|| (+ γεν. ονόματος δικτάτορα) Επί ~ος ... 2. (γενικότ.) καθιερωμένη κατάσταση, σύστημα: ασφαλιστικό/εδαφικό/ειδικό/εκκλησιαστικό/εργασιακό/ιδιοκτησιακό/κοινοτικό/μισθολογικό/νομικό/οικονομικό/συναλλαγματικό/συνταξιοδοτικό/τελωνειακό/φορολογικό ~. ~ ανελευθερίας/ανταγωνισμού/ασυδοσίας/διακρίσεων/επιτήρησης/ομηρίας/πολέμου/(ΝΟΜ.) προστασίας μαρτύρων/προστατευτισμού/πτώχευσης/τρομοκρατίας. Το ισχύον/υφιστάμενο ~. Μεταρρύθμιση του ~ος. Το ίδρυμα βρίσκεται/τέθηκε σε/υπό ~ εποπτείας. (ΟΙΚΟΝ.) Επιτήδευμα που υπόκειται σε ~ ΦΠΑ. Πβ. status quo.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Η διαφθορά έχει πλέον γίνει ~ (: κανόνας).|| (κατ' επέκτ., διαδικασία:) Το ~ της υπό ένταξη χώρας. [< αρχ. τά καθεστῶτα 1: γαλλ. régime 2: γαλλ. statut] | |
| 21979 | καθεστωτικός | , ή, ό κα-θε-στω-τι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με το κυρίαρχο, συνήθ. πολιτικό ή πολιτειακό καθεστώς: ~ή: ανατροπή/αντίληψη/μεταβολή/νοοτροπία/προπαγάνδα. ~ό: κόμμα/σύστημα. ~ές: δυνάμεις/παρατάξεις/πρακτικές. Απόπειρα ~ής αλλαγής. Επίλυση του ~ού ζητήματος (ενός κράτους). Βλ. φιλοκυβερνητικός. ΑΝΤ. αντι~. ● Ουσ.: καθεστωτικός (ο) {συνήθ. στον πληθ.}: οπαδός, υπέρμαχος ορισμένου καθεστώτος. | |
| 21980 | καθεστωτισμός | κα-θε-στω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): καταχρηστική άσκηση της εξουσίας από κόμμα που κυβερνά ή άτομο που κατέχει δημόσιο αξίωμα, λόγω μακρόχρονης παραμονής του σε αυτό: Παράταξη που εγκλωβίστηκε στον/ρέπει προς τον ~ό. Βλ. κρατ-, κομματ-, κυβερνητ-ισμός. | |
| 21981 | καθετή | κα-θε-τή ουσ. (θηλ.): αλιευτικό εργαλείο από πετονιά με ένα ή περισσότερα αγκίστρια, βαρίδι και δόλωμα· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος τρόπος ψαρέματος: μηχανισμός βαθιάς ~ής. Βλ. καλαμίδι, παραγάδι, πεταχτάρι, συρτή, τσαπαρί. [< μτγν. κάθετος] | |
| 21982 | καθετήρας | κα-θε-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. λεπτό σωληνάκι που εισάγεται σε σωματική κοιλότητα για αφαίρεση ή χορήγηση υγρών: κεντρικός φλεβικός ~ (διπλού αυλού). Ρινογαστρικός ~ (σίτισης). ~ αιμοκάθαρσης/αναρρόφησης/παροχέτευσης. Βλ. ουρο~, φλεβο~.|| ~ με μπαλόνι (: για την αντιμετώπιση της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας). Βλ. -τήρας. [< αρχ. καθετήρ, γαλλ. cathéter, αγγλ. catheter, γερμ. Katheter] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ