| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 21984 | καθετί | βλ. κάθε τι | |
| 21985 | καθετοποίηση | κα-θε-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. στρατηγική οργάνωσης επιχείρησης, ώστε να ελέγχονται κεντρικά όλα τα στάδια παραγωγής ενός προϊόντος· συνεκδ. η αντίστοιχη διαδικασία: πλήρης ~. (Υψηλός/χαμηλός) βαθμός ~ης. Πβ. κάθετη ολοκλήρωση. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. verticalization, 1965] | |
| 21986 | καθετοποιώ | [καθετοποιῶ] κα-θε-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {συνήθ. στη μτχ. -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. ακολουθώ τη στρατηγική της καθετοποίησης: ~ημένος: κλάδος. ~ημένη: βιομηχανία/επιχείρηση/παραγωγή. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. verticalize, 1959] | |
| 21987 | κάθετος | , η/ος, ο κά-θε-τος επίθ. 1. που σχηματίζει ορθή γωνία με ευθεία ή επίπεδο: ~η: διάταξη/μετατόπιση. ~ες: στήλες. Οδός ~η στη λεωφόρο ... Σε ~η (= όρθια) θέση. Πβ. κατακόρυφος.|| (ΓΕΩΜ.) ~ος: άξονας. ~η: γωνία/πλευρά/τομή. ~α: διανύσματα/επίπεδα.|| (ΦΥΣ.) ~η: δύναμη/ροή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: παράθεση (παραθύρων). (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~η: σάρωση.|| (ΑΘΛ.) ~ο: δοκάρι (του τέρματος). Πήρε ~η μπαλιά/πάσα από τον ... και σούταρε. ΑΝΤ. οριζόντιος (1) 2. (μτφ.) για κάτι που εκδηλώνεται απότομα και σε μεγάλο βαθμό: ~η: άνοδος/αύξηση (της θερμοκρασίας)/πτώση (της παραγωγής). Πβ. δραματ-, δραστ-ικός. ΣΥΝ. κατακόρυφος (2) 3. (μτφ.) απόλυτος, πλήρης: Εξέφρασε την ~η αντίθεσή του.|| ~ες: λύσεις/παρεμβάσεις (= ριζικές).|| (για πρόσ.) ~ στις απόψεις του (πβ. κατηγορηματικός). 4. ιεραρχικός: ~ος: διαχωρισμός. ~η: διάκριση (των εργαζομένων)/οργάνωση.|| ~ες: οδηγίες. ΑΝΤ. οριζόντιος (2) ● Ουσ.: κάθετος {καθέτ-ου} & κάθετη (η): ενν. γραμμή: (ΓΕΩΜ.) ~ σε ευθεία. Βλ. μεσο~, υποτείνουσα.|| Διπλή (πβ. μπάρα)/νοητή ~. Πβ. κατακόρυφος. [< αρχ. κάθετος, γερμ. Kathete, αγγλ. cathetus] ● επίρρ.: κάθετα & (λόγ.) καθέτως: βιβλίο τοποθετημένο ~. Διασχίζω ~ τον δρόμο. Οι διαγώνιες τέμνονται ~.|| (στο σταυρόλεξο:) Το επτά ~/~ως.|| (μτφ.) Διαφωνώ ~. Είμαι ~ αντίθετος στην πρότασή του. Πβ. ολοκληρωτικά, πέρα για/ως πέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: κάθετες συμφωνίες βλ. συμφωνία, κάθετη εφόρμηση βλ. εφόρμηση, κάθετη ιδιοκτησία βλ. ιδιοκτησία, κάθετη μονάδα βλ. μονάδα, κάθετη ολοκλήρωση βλ. ολοκλήρωση, κάθετη παραγωγή βλ. παραγωγή ● ΦΡ.: οριζοντίως και καθέτως βλ. οριζόντιος [< αρχ. κάθετος, γαλλ.-αγγλ. vertical] | |
| 21988 | καθετότητα | κα-θε-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του κάθετου: (ΓΕΩΜ.) ~ διανυσμάτων. Παραλληλία και ~ επιπέδων/ευθειών. Βλ. κυκλικότητα. ΑΝΤ. οριζοντιότητα.|| (σπάν.-μτφ.) ~ των απόψεων (= απολυτ-, κατηγορηματικ-ότητα). [< γαλλ. verticalité] | |
| 21989 | καθεύδω | κα-θεύ-δω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.-ειρων.): αδιαφορώ, αδρανώ, επιδεικνύω απάθεια: Οι αρμόδιοι ~ουν (μακαρίως). Πβ. κοιμάμαι, κωφεύω. [< αρχ. καθεύδω] | |
| 21990 | καθηγεσία | κα-θη-γε-σί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): η ιδιότητα, ο τίτλος του καθηγητή ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος· συνεκδ. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος κατέχει πανεπιστημιακή έδρα: Ανήλθε στην ~.|| Επί ~ας του ... Βλ. υφηγεσία. [< γερμ. Professur] | |
| 21991 | καθηγητής, καθηγήτρια | κα-θη-γη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ού, κλητ. (λόγ.) καθηγητά | -ές (ειρων.-μειωτ.) -άδες} 1. εκπαιδευτικός της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης: ~ Γυμνασίου/Λυκείου. Επιμορφωτικά σεμινάρια για ~ές. (σε σχολείο:) Η αίθουσα/το γραφείο των ~ών. (σε σχολική εκδήλωση ή εκδρομή:) Υπεύθυνοι/συνοδοί ~ές. Αποσπάσεις/διορισμοί/μεταθέσεις ~ών.|| ~ σε φροντιστήριο. Βλ. βιο-, θεο-λόγος, γυμναστής, ιστορ-, μαθηματ-, πληροφορ-, φυσ-, χημ-ικός, φιλόλογος. 2. άτομο που διδάσκει γνωστικό αντικείμενο, του οποίου είναι συνήθ. πτυχιούχος: ~ Αγγλικών/Γερμανικών. ~ κιθάρας/πιάνου/χορού. Πβ. δάσκαλος. 3. διδάσκων σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ· ειδικότ. πρόσωπο που ανήκει στην ανώτατη βαθμίδα στην ιεραρχία των μελών ΔΕΠ: ~ του Πολυτεχνείου/στη Φιλοσοφική Σχολή. Σύμβουλος ~ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. (παλαιότ.) Έκτακτος ~. Βλ. επίκουρος, λέκτορας.|| Επίτιμος (: ύψιστη διάκριση)/πρωτοβάθμιος/(παλαιότ.) τακτικός ~. ~ (της) Γλωσσολογίας/Ιατρικής/Φυσικής. Εξελέγη παμψηφεί ~. Κύριε ~ά! Πβ. πανεπιστημιακός. 4. (μτφ.-ειρων.) ειδικός, πολύ καλός γνώστης: Με τόσες ώρες που παίζει ηλεκτρονικά, έχει γίνει ~ (= εξπέρ)! ● Υποκ.: καθηγητάκος (ο), καθηγητριούλα (η) (ειρων.-μειωτ.): στις σημ. 1, 2. ● Μεγεθ.: καθηγητάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αναπληρωτής καθηγητής βλ. αναπληρωτής, αναπληρώτρια, επιβλέπων (καθηγητής) βλ. επιβλέπων, επισκέπτης καθηγητής βλ. επισκέπτης, επισκέπτρια, ομότιμος καθηγητής βλ. ομότιμος, σύλλογος δασκάλων/καθηγητών βλ. σύλλογος [< μτγν. καθηγητής, γαλλ. professeur] | |
| 21992 | καθηγητικός | , ή, ό κα-θη-γη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με καθηγητή: ~ός: κλάδος/σύλλογος/τίτλος. ~ή: αυθεντία. ~ό: προσωπικό/σώμα. ~ές: βαθμίδες (βλ. καθηγητής πρώτης βαθμίδας, αναπληρωτής καθηγητής, επίκουρος καθηγητής). Απόφοιτοι ~ών σχολών (π.χ. φιλόλογοι). [< πβ. μτγν. καθηγητικός ‘ικανός να οδηγήσει’, γαλλ. professoral] | |
| 21993 | καθηγητιλίκι | κα-θη-γη-τι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & καθηγητηλίκι (προφ.-μειωτ.): το επάγγελμα του καθηγητή: Παράτησε το ~. Βλ. -ιλίκι. | |
| 21994 | καθηγούμενος, καθηγουμένη | κα-θη-γού-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ηγούμενος, ηγουμένη. [< μεσν. καθηγούμενος] | |
| 42434 | Καθήκον | πρό-γο-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {προγόν-ου}: πρόσωπο που έζησε σε παλαιότερη εποχή και από το οποίο κατάγεται κάποιος. ΣΥΝ. προπάτορας ΑΝΤ. απόγονος (1) ● πρόγονοι (οι): άνθρωποι που έζησαν σε προγενέστερη χρονική περίοδο σε σχέση με άλλους και ανήκουν στο ίδιο με αυτούς έθνος: Οι αρχαίοι ημών ~. Οι αγώνες/η γη/οι παραδόσεις των ~όνων (= προπατόρων). Βλ. -γονος. ΣΥΝ. πατέρες [< αρχ. πρόγονος] | |
| 21995 | καθήκον | [καθῆκον] κα-θή-κον ουσ. (ουδ.) {καθήκ-οντος | -οντα, -όντων}: ηθική υποχρέωση, χρέος: εθνικό/επιτακτικό/θεμελιώδες/θρησκευτικό/ιερό/κοινωνικό/πολιτικό/πρώτιστο/συλλογικό/υπέρτατο/ύψιστο ~. Το ~ των γονιών/του πολίτη. Το ~ προς την πατρίδα. Αίσθημα/(υψηλή) αίσθηση του ~οντος (πβ. ευσυνειδησία). Άνθρωπος του ~οντος (: που βάζει το ~ πάνω από όλα). Στον βωμό/στην υπηρεσία του ~οντος. (λόγ.) Εν ώρα ~οντος. Παράλειψη ~οντος. Έπεσε θύμα του ~οντος. Προσήλωση στο ~. Αφοσιωμένος/πιστός στο ~. Είναι/θεωρώ ~ μου να ... Με καλεί το ~. Η λογική επιβάλλει και το ~ επιτάσσει. Η αντιμετώπιση της διαφθοράς είναι ~ όλων μας. Έχει συναίσθηση του ~οντος. Έχω ~ απέναντι στους άλλους/στον εαυτό μου να ... Είναι ~ μου/σου/του να ... Επιτελώ το ~ μου. Έπραξες το ~ σου και με το παραπάνω/στο ακέραιο. (Έκανα απλώς το) ~ μου (: ως απάντηση σε ευχαριστίες για βοήθεια, εξυπηρέτηση)! Επωμίστηκε το θλιβερό ~ να ... Πβ. επιταγή. ● καθήκοντα (τα): κάθε έργο που ανατίθεται σε κάποιον να φέρει σε πέρας· αρμοδιότητες: αυξημένα/διδακτικά/διευρυμένα/διοικητικά/επίσημα/επιστημονικά/εργασιακά/ερευνητικά/ιατρικά/κυβερνητικά/νόμιμα/πνευματικά (κυρ. των ιερωμένων)/πρωθυπουργικά/υπηρεσιακά ~. Ανάθεση/άσκηση/εκπλήρωση/καταμερισμός/παραμέληση/παύση ~όντων. Αστυνομικοί/υπάλληλοι γενικών ή ειδικών ~όντων. Ορίστηκαν τα ~ του Διοικητικού Συμβουλίου. Ασκεί/εκτελεί/έχει ~ Γραμματέα. Ανέλαβε τα νέα του ~ ο ... Αμελεί/εκπληρώνει τα ~ά του. Καλή επιτυχία στα νέα σου ~! [< γαλλ. office, αγγλ. duties] ● ΣΥΜΠΛ.: παράβαση καθήκοντος: ΝΟΜ. αξιόποινη παράβαση των κείμενων διατάξεων και γενικότ. των κανονισμών που πρέπει να τηρεί ένας υπάλληλος: ~ ~ καθ' υποτροπήν/κατ' εξακολούθηση/κατά συρροή. Ασκήθηκε ποινική δίωξη/καταδικάστηκε/κατηγορείται για ~ ~., σύγκρουση καθηκόντων ΝΟΜ. 1. σε περιπτώσεις που το ίδιο πρόσωπο αδυνατεί να εκπληρώσει κάποια νομική κυρ. υποχρέωσή του, χωρίς να παραβιάσει μια άλλη. 2. σύγκρουση αρμοδιοτήτων: ~ ~ μεταξύ (διοίκησης και) δικαστηρίων., συζυγικά καθήκοντα: αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων να μην αρνούνται τη σεξουαλική επαφή: αποχή από τα ~ ~. Παραμελεί τα ~ του ~., υπέρβαση καθήκοντος/καθηκόντων: ΝΟΜ. πράξη που ξεπερνά τα όρια της δικαιοδοσίας δημοσίου υπαλλήλου ή δημόσιας υπηρεσίας. Βλ. κατάχρηση εξουσίας. ● ΦΡ.: από καθήκον & (επίσ.) εκ καθήκοντος: από αίσθημα υποχρέωσης, που απορρέει από συγκεκριμένες αρμοδιότητες: Τον βοήθησα ~ ~., απαλλάσσω/απομακρύνω κάποιον από το καθήκοντά του βλ. απαλλάσσω [< αρχ. καθῆκον, γαλλ. devoir] | |
| 21996 | καθηκοντολογία | κα-θη-κο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) συνεχής σχολαστική αναφορά στην υποχρέωση τήρησης του καθήκοντος: θρησκευτική/κοινωνική/κομματική/πολιτική ~. Πβ. ηθικολογία. 2. ΦΙΛΟΣ. κλάδος της Ηθικής που αναφέρεται στα καθήκοντα του ανθρώπου. Πβ. δεοντολογία. Βλ. -λογία. | |
| 21997 | καθηκοντολόγιο | κα-θη-κο-ντο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το σύνολο των θεσμοθετημένων υποχρεώσεων και αρμοδιοτήτων των εργαζομένων· συνεκδ. ο αντίστοιχος πίνακας: ~ διδακτικού προσωπικού/εκπαιδευτικών/ιατρών/νοσηλευτών. Βλ. βαθμο-, προσοντο-λόγιο. | |
| 21998 | καθηκόντως | κα-θη-κό-ντως επίρρ. (αρχαιοπρ.): λόγω αρμοδιότητας: Τιμάμε δικαίως/προσηκόντως και ~ τον ... Το Διοικητικό Συμβούλιο επανέλαβε ότι ~ θα εξετάσει κάθε συμφέρουσα πρόταση. Πβ. αρμοδίως. [< μτγν. καθηκόντως] | |
| 21999 | καθηλώνω | κα-θη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {καθήλω-σε, καθηλώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καθηλών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ακινητοποιώ: Ένα τροχαίο τον ~σε σε αναπηρικό καροτσάκι/στο κρεβάτι. Η κίνηση μας ~σε στο ίδιο σημείο για πολλή ώρα (πβ. μπλοκάρω). Τα αεροπλάνα ~θηκαν στο αεροδρόμιο λόγω σφοδρής χιονόπτωσης. ~μένος στο γραφείο/στον καναπέ/μπροστά απ' τον υπολογιστή/στην τηλεόραση (= βιδωμένος). Με το βλέμμα ~μένο (= καρφωμένο) στους (τηλεοπτικούς) δέκτες. Βλ. απο~. 2. εκπλήσσω, εντυπωσιάζω, θαμπώνω: Η επιβλητική θέα/το νέο του βιβλίο σε ~ει. Τους ~σε με την ερμηνεία της. 3. εμποδίζω την ανάπτυξη, καθιστώ στάσιμο: Έχουν ~θεί (= παγώσει) οι δαπάνες για .../τα έργα. Η ομάδα παραμένει ~μένη στην τελευταία θέση. ~μένοι (= κολλημένοι) στο παρελθόν/χθες. Πβ. αδρανοποιώ, (απο)τελματώνω, βαλτώνω, λιμνάζω. [< μτγν. καθηλῶ ‘καρφώνω’, γαλλ. clouer] | |
| 22000 | καθήλωση | κα-θή-λω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ακινητοποίηση, στασιμότητα: αναγκαστική/μηχανική/χρόνια ~ στο κρεβάτι (πβ. κάρφωμα). Βλ. απο~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ άνω/κάτω γνάθου. Χειρουργική επέμβαση για (ανάταξη και) ~ του στομάχου. Πβ. σταθεροποίηση.|| (ΨΥΧΑΝ.) ~ στο πρωκτικό/στοματικό στάδιο. Βλ. παλινδρόμηση.|| (μτφ.) Πολιτιστική/τεχνολογική ~ (= αποτελμάτωση, λίμνασμα). ~ των αμοιβών/μισθών/τιμών (= πάγωμα). [< μτγν. καθήλωσις ‘κάρφωμα, στερέωση’, γαλλ. clouage] | |
| 22001 | καθηλωτικός | , ή, ό κα-θη-λω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που καθηλώνει· συναρπαστικός: ~ή: ερμηνεία/παράσταση. ~ό: βλέμμα/θρίλερ/σενάριο. Ταινία με ~ή δράση/πλοκή. | |
| 22002 | καθημαγμένος | , η, ο κα-θη-μαγ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.-επιτατ.) 1. (μτφ.) βασανισμένος, εξαθλιωμένος, κατεστραμμένος: ~η: χώρα (: από πολέμους). 2. (σπάν.) καταματωμένος. [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. μτγν. ρ. καθαιμάσσω ‘κηλιδώνω με αίμα’, γαλλ. ensanglanté] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ