Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22740-22760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
21976καθεξής[καθεξῆς] κα-θε-ξής επίρρ. (λόγ.): στη ● ΦΡ.: και ούτω καθεξής/καθ' εξής βλ. ούτω(ς) [< μτγν. καθεξῆς]
21977καθεστηκυία[καθεστηκυῖα] κα-θε-στη-κυ-ί-α επίθ. (με άρθ.) (λόγ.): καθιερωμένη, κυρίαρχη: η ~ άποψη/κατάσταση/λογική/νοοτροπία (= επικρατούσα). Οι ~ες αντιλήψεις. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: η καθεστηκυία τάξη: το παγιωμένο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα· καθεστώς, κατεστημένο: ανατροπή/διατήρηση της ~ας ~ης. Πβ. status quo. Βλ. νέα τάξη (πραγμάτων). [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. καθίστημι ‘τοποθετώ’]
21978καθεστώςκα-θε-στώς ουσ. (ουδ.) {καθεστώτ-ος | -α} 1. πολιτικό σύστημα, πολίτευμα: απολυταρχικό/αστικό/αυταρχικό/δεσποτικό/δικτατορικό/κοινοβουλευτικό/μοναρχικό/ολοκληρωτικό/τυραννικό/φασιστικό/φιλελεύθερο ~. Δημοκρατικά/καταπιεστικά/κομμουνιστικά/σοσιαλιστικά ~α. Ανατροπή/κατάρρευση/μεταβολή/πτώση/υπονόμευση του ~ος. ~-μαριονέτα. Το πολιτειακό ~ της Ελλάδας. Πβ. κυβέρνηση.|| (+ γεν. ονόματος δικτάτορα) Επί ~ος ... 2. (γενικότ.) καθιερωμένη κατάσταση, σύστημα: ασφαλιστικό/εδαφικό/ειδικό/εκκλησιαστικό/εργασιακό/ιδιοκτησιακό/κοινοτικό/μισθολογικό/νομικό/οικονομικό/συναλλαγματικό/συνταξιοδοτικό/τελωνειακό/φορολογικό ~. ~ ανελευθερίας/ανταγωνισμού/ασυδοσίας/διακρίσεων/επιτήρησης/ομηρίας/πολέμου/(ΝΟΜ.) προστασίας μαρτύρων/προστατευτισμού/πτώχευσης/τρομοκρατίας. Το ισχύον/υφιστάμενο ~. Μεταρρύθμιση του ~ος. Το ίδρυμα βρίσκεται/τέθηκε σε/υπό ~ εποπτείας. (ΟΙΚΟΝ.) Επιτήδευμα που υπόκειται σε ~ ΦΠΑ. Πβ. status quo.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Η διαφθορά έχει πλέον γίνει ~ (: κανόνας).|| (κατ' επέκτ., διαδικασία:) Το ~ της υπό ένταξη χώρας. [< αρχ. τά καθεστῶτα 1: γαλλ. régime 2: γαλλ. statut]
21979καθεστωτικός, ή, ό κα-θε-στω-τι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που σχετίζεται με το κυρίαρχο, συνήθ. πολιτικό ή πολιτειακό καθεστώς: ~ή: ανατροπή/αντίληψη/μεταβολή/νοοτροπία/προπαγάνδα. ~ό: κόμμα/σύστημα. ~ές: δυνάμεις/παρατάξεις/πρακτικές. Απόπειρα ~ής αλλαγής. Επίλυση του ~ού ζητήματος (ενός κράτους). Βλ. φιλοκυβερνητικός. ΑΝΤ. αντι~. ● Ουσ.: καθεστωτικός (ο) {συνήθ. στον πληθ.}: οπαδός, υπέρμαχος ορισμένου καθεστώτος.
21980καθεστωτισμόςκα-θε-στω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): καταχρηστική άσκηση της εξουσίας από κόμμα που κυβερνά ή άτομο που κατέχει δημόσιο αξίωμα, λόγω μακρόχρονης παραμονής του σε αυτό: Παράταξη που εγκλωβίστηκε στον/ρέπει προς τον ~ό. Βλ. κρατ-, κομματ-, κυβερνητ-ισμός.
21981καθετήκα-θε-τή ουσ. (θηλ.): αλιευτικό εργαλείο από πετονιά με ένα ή περισσότερα αγκίστρια, βαρίδι και δόλωμα· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος τρόπος ψαρέματος: μηχανισμός βαθιάς ~ής. Βλ. καλαμίδι, παραγάδι, πεταχτάρι, συρτή, τσαπαρί. [< μτγν. κάθετος]
21982καθετήραςκα-θε-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. λεπτό σωληνάκι που εισάγεται σε σωματική κοιλότητα για αφαίρεση ή χορήγηση υγρών: κεντρικός φλεβικός ~ (διπλού αυλού). Ρινογαστρικός ~ (σίτισης). ~ αιμοκάθαρσης/αναρρόφησης/παροχέτευσης. Βλ. ουρο~, φλεβο~.|| ~ με μπαλόνι (: για την αντιμετώπιση της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας). Βλ. -τήρας. [< αρχ. καθετήρ, γαλλ. cathéter, αγγλ. catheter, γερμ. Katheter]
21983καθετηριασμόςκα-θε-τη-ρι-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. εισαγωγή, τοποθέτηση καθετήρα: καρδιακός (: εξέταση για τη διάγνωση της κατάστασης της καρδιάς και των αρτηριών της)/φλεβικός ~. Διαλείποντες ~οί. ~ της ουροδόχου κύστης. Βλ. διασωλήνωση. [< μτγν. καθετηρισμός, γαλλ. cathétérisme, αγγλ. catheterism]
21984καθετίβλ. κάθε τι
21985καθετοποίησηκα-θε-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. στρατηγική οργάνωσης επιχείρησης, ώστε να ελέγχονται κεντρικά όλα τα στάδια παραγωγής ενός προϊόντος· συνεκδ. η αντίστοιχη διαδικασία: πλήρης ~. (Υψηλός/χαμηλός) βαθμός ~ης. Πβ. κάθετη ολοκλήρωση. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. verticalization, 1965]
21986καθετοποιώ[καθετοποιῶ] κα-θε-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {συνήθ. στη μτχ. -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. ακολουθώ τη στρατηγική της καθετοποίησης: ~ημένος: κλάδος. ~ημένη: βιομηχανία/επιχείρηση/παραγωγή. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. verticalize, 1959]
21987κάθετος, η/ος, ο κά-θε-τος επίθ. 1. που σχηματίζει ορθή γωνία με ευθεία ή επίπεδο: ~η: διάταξη/μετατόπιση. ~ες: στήλες. Οδός ~η στη λεωφόρο ... Σε ~η (= όρθια) θέση. Πβ. κατακόρυφος.|| (ΓΕΩΜ.) ~ος: άξονας. ~η: γωνία/πλευρά/τομή. ~α: διανύσματα/επίπεδα.|| (ΦΥΣ.) ~η: δύναμη/ροή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: παράθεση (παραθύρων). (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ~η: σάρωση.|| (ΑΘΛ.) ~ο: δοκάρι (του τέρματος). Πήρε ~η μπαλιά/πάσα από τον ... και σούταρε. ΑΝΤ. οριζόντιος (1) 2. (μτφ.) για κάτι που εκδηλώνεται απότομα και σε μεγάλο βαθμό: ~η: άνοδος/αύξηση (της θερμοκρασίας)/πτώση (της παραγωγής). Πβ. δραματ-, δραστ-ικός. ΣΥΝ. κατακόρυφος (2) 3. (μτφ.) απόλυτος, πλήρης: Εξέφρασε την ~η αντίθεσή του.|| ~ες: λύσεις/παρεμβάσεις (= ριζικές).|| (για πρόσ.) ~ στις απόψεις του (πβ. κατηγορηματικός). 4. ιεραρχικός: ~ος: διαχωρισμός. ~η: διάκριση (των εργαζομένων)/οργάνωση.|| ~ες: οδηγίες. ΑΝΤ. οριζόντιος (2) ● Ουσ.: κάθετος {καθέτ-ου} & κάθετη (η): ενν. γραμμή: (ΓΕΩΜ.) ~ σε ευθεία. Βλ. μεσο~, υποτείνουσα.|| Διπλή (πβ. μπάρα)/νοητή ~. Πβ. κατακόρυφος. [< αρχ. κάθετος, γερμ. Kathete, αγγλ. cathetus] ● επίρρ.: κάθετα & (λόγ.) καθέτως: βιβλίο τοποθετημένο ~. Διασχίζω ~ τον δρόμο. Οι διαγώνιες τέμνονται ~.|| (στο σταυρόλεξο:) Το επτά ~/~ως.|| (μτφ.) Διαφωνώ ~. Είμαι ~ αντίθετος στην πρότασή του. Πβ. ολοκληρωτικά, πέρα για/ως πέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: κάθετες συμφωνίες βλ. συμφωνία, κάθετη εφόρμηση βλ. εφόρμηση, κάθετη ιδιοκτησία βλ. ιδιοκτησία, κάθετη μονάδα βλ. μονάδα, κάθετη ολοκλήρωση βλ. ολοκλήρωση, κάθετη παραγωγή βλ. παραγωγή ● ΦΡ.: οριζοντίως και καθέτως βλ. οριζόντιος [< αρχ. κάθετος, γαλλ.-αγγλ. vertical]
21988καθετότητακα-θε-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του κάθετου: (ΓΕΩΜ.) ~ διανυσμάτων. Παραλληλία και ~ επιπέδων/ευθειών. Βλ. κυκλικότητα. ΑΝΤ. οριζοντιότητα.|| (σπάν.-μτφ.) ~ των απόψεων (= απολυτ-, κατηγορηματικ-ότητα). [< γαλλ. verticalité]
21989καθεύδωκα-θεύ-δω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.-ειρων.): αδιαφορώ, αδρανώ, επιδεικνύω απάθεια: Οι αρμόδιοι ~ουν (μακαρίως). Πβ. κοιμάμαι, κωφεύω. [< αρχ. καθεύδω]
21990καθηγεσίακα-θη-γε-σί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): η ιδιότητα, ο τίτλος του καθηγητή ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος· συνεκδ. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο κάποιος κατέχει πανεπιστημιακή έδρα: Ανήλθε στην ~.|| Επί ~ας του ... Βλ. υφηγεσία. [< γερμ. Professur]
21991καθηγητής, καθηγήτριακα-θη-γη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ού, κλητ. (λόγ.) καθηγητά | -ές (ειρων.-μειωτ.) -άδες} 1. εκπαιδευτικός της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης: ~ Γυμνασίου/Λυκείου. Επιμορφωτικά σεμινάρια για ~ές. (σε σχολείο:) Η αίθουσα/το γραφείο των ~ών. (σε σχολική εκδήλωση ή εκδρομή:) Υπεύθυνοι/συνοδοί ~ές. Αποσπάσεις/διορισμοί/μεταθέσεις ~ών.|| ~ σε φροντιστήριο. Βλ. βιο-, θεο-λόγος, γυμναστής, ιστορ-, μαθηματ-, πληροφορ-, φυσ-, χημ-ικός, φιλόλογος. 2. άτομο που διδάσκει γνωστικό αντικείμενο, του οποίου είναι συνήθ. πτυχιούχος: ~ Αγγλικών/Γερμανικών. ~ κιθάρας/πιάνου/χορού. Πβ. δάσκαλος. 3. διδάσκων σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ· ειδικότ. πρόσωπο που ανήκει στην ανώτατη βαθμίδα στην ιεραρχία των μελών ΔΕΠ: ~ του Πολυτεχνείου/στη Φιλοσοφική Σχολή. Σύμβουλος ~ στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. (παλαιότ.) Έκτακτος ~. Βλ. επίκουρος, λέκτορας.|| Επίτιμος (: ύψιστη διάκριση)/πρωτοβάθμιος/(παλαιότ.) τακτικός ~. ~ (της) Γλωσσολογίας/Ιατρικής/Φυσικής. Εξελέγη παμψηφεί ~. Κύριε ~ά! Πβ. πανεπιστημιακός. 4. (μτφ.-ειρων.) ειδικός, πολύ καλός γνώστης: Με τόσες ώρες που παίζει ηλεκτρονικά, έχει γίνει ~ (= εξπέρ)! ● Υποκ.: καθηγητάκος (ο), καθηγητριούλα (η) (ειρων.-μειωτ.): στις σημ. 1, 2. ● Μεγεθ.: καθηγητάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αναπληρωτής καθηγητής βλ. αναπληρωτής, αναπληρώτρια, επιβλέπων (καθηγητής) βλ. επιβλέπων, επισκέπτης καθηγητής βλ. επισκέπτης, επισκέπτρια, ομότιμος καθηγητής βλ. ομότιμος, σύλλογος δασκάλων/καθηγητών βλ. σύλλογος [< μτγν. καθηγητής, γαλλ. professeur]
21992καθηγητικός, ή, ό κα-θη-γη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με καθηγητή: ~ός: κλάδος/σύλλογος/τίτλος. ~ή: αυθεντία. ~ό: προσωπικό/σώμα. ~ές: βαθμίδες (βλ. καθηγητής πρώτης βαθμίδας, αναπληρωτής καθηγητής, επίκουρος καθηγητής). Απόφοιτοι ~ών σχολών (π.χ. φιλόλογοι). [< πβ. μτγν. καθηγητικός ‘ικανός να οδηγήσει’, γαλλ. professoral]
21993καθηγητιλίκικα-θη-γη-τι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & καθηγητηλίκι (προφ.-μειωτ.): το επάγγελμα του καθηγητή: Παράτησε το ~. Βλ. -ιλίκι.
21994καθηγούμενος, καθηγουμένηκα-θη-γού-με-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ηγούμενος, ηγουμένη. [< μεσν. καθηγούμενος]
17512Καθήκον

, η, ο [ἐπιβεβλημένος] ε-πι-βε-βλη-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που επιβάλλεται, απαραίτητος, αναγκαίος: ~ος: (ο) διάλογος. ~η: απάντηση/απόφαση. ~ο: καθήκον. ~ες: (οι) αλλαγές/(οι) αυξήσεις. ~α: μέτρα. Ενέργειες ~ες από τις ιστορικές συνθήκες. Θεώρησα/έκρινα ~η την παρέμβασή μου. Είναι ~ο (= πρέπει) να ... ΣΥΝ. επιτακτικός (1), υποχρεωτικός (1) ● βλ. επιβάλλω [< ἐπιβεβλημένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐπιβάλλω, γαλλ. imposé]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.