| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 42434 | Καθήκον | πρό-γο-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {προγόν-ου}: πρόσωπο που έζησε σε παλαιότερη εποχή και από το οποίο κατάγεται κάποιος. ΣΥΝ. προπάτορας ΑΝΤ. απόγονος (1) ● πρόγονοι (οι): άνθρωποι που έζησαν σε προγενέστερη χρονική περίοδο σε σχέση με άλλους και ανήκουν στο ίδιο με αυτούς έθνος: Οι αρχαίοι ημών ~. Οι αγώνες/η γη/οι παραδόσεις των ~όνων (= προπατόρων). Βλ. -γονος. ΣΥΝ. πατέρες [< αρχ. πρόγονος] | |
| 21995 | καθήκον | [καθῆκον] κα-θή-κον ουσ. (ουδ.) {καθήκ-οντος | -οντα, -όντων}: ηθική υποχρέωση, χρέος: εθνικό/επιτακτικό/θεμελιώδες/θρησκευτικό/ιερό/κοινωνικό/πολιτικό/πρώτιστο/συλλογικό/υπέρτατο/ύψιστο ~. Το ~ των γονιών/του πολίτη. Το ~ προς την πατρίδα. Αίσθημα/(υψηλή) αίσθηση του ~οντος (πβ. ευσυνειδησία). Άνθρωπος του ~οντος (: που βάζει το ~ πάνω από όλα). Στον βωμό/στην υπηρεσία του ~οντος. (λόγ.) Εν ώρα ~οντος. Παράλειψη ~οντος. Έπεσε θύμα του ~οντος. Προσήλωση στο ~. Αφοσιωμένος/πιστός στο ~. Είναι/θεωρώ ~ μου να ... Με καλεί το ~. Η λογική επιβάλλει και το ~ επιτάσσει. Η αντιμετώπιση της διαφθοράς είναι ~ όλων μας. Έχει συναίσθηση του ~οντος. Έχω ~ απέναντι στους άλλους/στον εαυτό μου να ... Είναι ~ μου/σου/του να ... Επιτελώ το ~ μου. Έπραξες το ~ σου και με το παραπάνω/στο ακέραιο. (Έκανα απλώς το) ~ μου (: ως απάντηση σε ευχαριστίες για βοήθεια, εξυπηρέτηση)! Επωμίστηκε το θλιβερό ~ να ... Πβ. επιταγή. ● καθήκοντα (τα): κάθε έργο που ανατίθεται σε κάποιον να φέρει σε πέρας· αρμοδιότητες: αυξημένα/διδακτικά/διευρυμένα/διοικητικά/επίσημα/επιστημονικά/εργασιακά/ερευνητικά/ιατρικά/κυβερνητικά/νόμιμα/πνευματικά (κυρ. των ιερωμένων)/πρωθυπουργικά/υπηρεσιακά ~. Ανάθεση/άσκηση/εκπλήρωση/καταμερισμός/παραμέληση/παύση ~όντων. Αστυνομικοί/υπάλληλοι γενικών ή ειδικών ~όντων. Ορίστηκαν τα ~ του Διοικητικού Συμβουλίου. Ασκεί/εκτελεί/έχει ~ Γραμματέα. Ανέλαβε τα νέα του ~ ο ... Αμελεί/εκπληρώνει τα ~ά του. Καλή επιτυχία στα νέα σου ~! [< γαλλ. office, αγγλ. duties] ● ΣΥΜΠΛ.: παράβαση καθήκοντος: ΝΟΜ. αξιόποινη παράβαση των κείμενων διατάξεων και γενικότ. των κανονισμών που πρέπει να τηρεί ένας υπάλληλος: ~ ~ καθ' υποτροπήν/κατ' εξακολούθηση/κατά συρροή. Ασκήθηκε ποινική δίωξη/καταδικάστηκε/κατηγορείται για ~ ~., σύγκρουση καθηκόντων ΝΟΜ. 1. σε περιπτώσεις που το ίδιο πρόσωπο αδυνατεί να εκπληρώσει κάποια νομική κυρ. υποχρέωσή του, χωρίς να παραβιάσει μια άλλη. 2. σύγκρουση αρμοδιοτήτων: ~ ~ μεταξύ (διοίκησης και) δικαστηρίων., συζυγικά καθήκοντα: αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων να μην αρνούνται τη σεξουαλική επαφή: αποχή από τα ~ ~. Παραμελεί τα ~ του ~., υπέρβαση καθήκοντος/καθηκόντων: ΝΟΜ. πράξη που ξεπερνά τα όρια της δικαιοδοσίας δημοσίου υπαλλήλου ή δημόσιας υπηρεσίας. Βλ. κατάχρηση εξουσίας. ● ΦΡ.: από καθήκον & (επίσ.) εκ καθήκοντος: από αίσθημα υποχρέωσης, που απορρέει από συγκεκριμένες αρμοδιότητες: Τον βοήθησα ~ ~., απαλλάσσω/απομακρύνω κάποιον από το καθήκοντά του βλ. απαλλάσσω [< αρχ. καθῆκον, γαλλ. devoir] | |
| 21996 | καθηκοντολογία | κα-θη-κο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) συνεχής σχολαστική αναφορά στην υποχρέωση τήρησης του καθήκοντος: θρησκευτική/κοινωνική/κομματική/πολιτική ~. Πβ. ηθικολογία. 2. ΦΙΛΟΣ. κλάδος της Ηθικής που αναφέρεται στα καθήκοντα του ανθρώπου. Πβ. δεοντολογία. Βλ. -λογία. | |
| 21997 | καθηκοντολόγιο | κα-θη-κο-ντο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. το σύνολο των θεσμοθετημένων υποχρεώσεων και αρμοδιοτήτων των εργαζομένων· συνεκδ. ο αντίστοιχος πίνακας: ~ διδακτικού προσωπικού/εκπαιδευτικών/ιατρών/νοσηλευτών. Βλ. βαθμο-, προσοντο-λόγιο. | |
| 21998 | καθηκόντως | κα-θη-κό-ντως επίρρ. (αρχαιοπρ.): λόγω αρμοδιότητας: Τιμάμε δικαίως/προσηκόντως και ~ τον ... Το Διοικητικό Συμβούλιο επανέλαβε ότι ~ θα εξετάσει κάθε συμφέρουσα πρόταση. Πβ. αρμοδίως. [< μτγν. καθηκόντως] | |
| 21999 | καθηλώνω | κα-θη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {καθήλω-σε, καθηλώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, καθηλών-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ακινητοποιώ: Ένα τροχαίο τον ~σε σε αναπηρικό καροτσάκι/στο κρεβάτι. Η κίνηση μας ~σε στο ίδιο σημείο για πολλή ώρα (πβ. μπλοκάρω). Τα αεροπλάνα ~θηκαν στο αεροδρόμιο λόγω σφοδρής χιονόπτωσης. ~μένος στο γραφείο/στον καναπέ/μπροστά απ' τον υπολογιστή/στην τηλεόραση (= βιδωμένος). Με το βλέμμα ~μένο (= καρφωμένο) στους (τηλεοπτικούς) δέκτες. Βλ. απο~. 2. εκπλήσσω, εντυπωσιάζω, θαμπώνω: Η επιβλητική θέα/το νέο του βιβλίο σε ~ει. Τους ~σε με την ερμηνεία της. 3. εμποδίζω την ανάπτυξη, καθιστώ στάσιμο: Έχουν ~θεί (= παγώσει) οι δαπάνες για .../τα έργα. Η ομάδα παραμένει ~μένη στην τελευταία θέση. ~μένοι (= κολλημένοι) στο παρελθόν/χθες. Πβ. αδρανοποιώ, (απο)τελματώνω, βαλτώνω, λιμνάζω. [< μτγν. καθηλῶ ‘καρφώνω’, γαλλ. clouer] | |
| 22000 | καθήλωση | κα-θή-λω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ακινητοποίηση, στασιμότητα: αναγκαστική/μηχανική/χρόνια ~ στο κρεβάτι (πβ. κάρφωμα). Βλ. απο~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ άνω/κάτω γνάθου. Χειρουργική επέμβαση για (ανάταξη και) ~ του στομάχου. Πβ. σταθεροποίηση.|| (ΨΥΧΑΝ.) ~ στο πρωκτικό/στοματικό στάδιο. Βλ. παλινδρόμηση.|| (μτφ.) Πολιτιστική/τεχνολογική ~ (= αποτελμάτωση, λίμνασμα). ~ των αμοιβών/μισθών/τιμών (= πάγωμα). [< μτγν. καθήλωσις ‘κάρφωμα, στερέωση’, γαλλ. clouage] | |
| 22001 | καθηλωτικός | , ή, ό κα-θη-λω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που καθηλώνει· συναρπαστικός: ~ή: ερμηνεία/παράσταση. ~ό: βλέμμα/θρίλερ/σενάριο. Ταινία με ~ή δράση/πλοκή. | |
| 22002 | καθημαγμένος | , η, ο κα-θη-μαγ-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.-επιτατ.) 1. (μτφ.) βασανισμένος, εξαθλιωμένος, κατεστραμμένος: ~η: χώρα (: από πολέμους). 2. (σπάν.) καταματωμένος. [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. μτγν. ρ. καθαιμάσσω ‘κηλιδώνω με αίμα’, γαλλ. ensanglanté] | |
| 22003 | καθήμενος | , η, ο κα-θή-με-νος επίθ. {-ου (λόγ.) -ένου} (επίσ.): που κάθεται: ~οι: θεατές. ~ αριστερά/δεξιά (κάποιου άλλου). Βλ. επι~.|| (σε λεωφορεία, τρόλεϊ:) Θέσεις ~ένων και ορθίων (ενν. επιβατών). Πβ. καθισμένος, καθιστός.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ εκ δεξιών του Πατρός (= ο Χριστός). Βλ. παρα~, προ~. [< αρχ. καθήμενος] | |
| 22004 | καθημερινός | , ή, ό κα-θη-με-ρι-νός επίθ. & (λαϊκό) καθημερνός 1. που γίνεται ή προκύπτει κάθε μέρα: ~ός: έλεγχος/καθαρισμός/φόρτος εργασίας. ~ή: άσκηση/διαδρομή/ενημέρωση/επικοινωνία/εφημερίδα (βλ. κυριακάτικος)/λήψη (φαρμάκων)/περιποίηση/περιπολία/σειρά (= σίριαλ)/χρήση. ~ό: βούρτσισμα (των δοντιών)/δρομολόγιο/πρόγραμμα. ~ές: ανάγκες/απολαύσεις/ασχολίες/δουλειές/παραστάσεις. ~ά: έξοδα/νέα. Σε ~ή βάση/(λόγ.) επί ~ής βάσεως. Πβ. ημερήσιος. 2. που σχετίζεται με την καθημερινότητα· ανεπίσημος: ο ~ αγώνας/γολγοθάς. Η ~ή ρουτίνα. Το ~ό άγχος. Οι ~οί άνθρωποι/ρυθμοί (βλ. μονότονος). Οι ~ές συνήθειες (πβ. οικείος). Τα ~ά προβλήματα (βλ. τετριμμένα). Ο ~ βίος στην αρχαιότητα. Σκηνές της ~ής ζωής. ~ό φαινόμενο τα ατυχήματα. Ιστορίες ~ής τρέλας.|| ~ός: λόγος (πβ. άμεσος, φυσικός). ~ή: ομιλία. ~ό: ντύσιμο (= κάζουαλ· πβ. απλό, λιτό)/περιβάλλον. Το ~ό δωμάτιο της οικογένειας (= το καθιστικό). ΑΝΤ. επίσημος. ● Ουσ.: καθημερινά (τα): ενν. ρούχα. ΑΝΤ. γιορτινά (τα), καλά (2), καθημερινές (οι): οι εργάσιμες μέρες της εβδομάδας: Το γραφείο λειτουργεί τις ~.|| Η γιορτή μου πέφτει ~ή φέτος. Βλ. αργία. ● επίρρ.: καθημερινά & (λαϊκό) καθημερνά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. ● ΦΡ.: το καθημερινό ψωμί βλ. ψωμί [< 1: μτγν. καθημερινός 2: γαλλ. quotidien] | |
| 22005 | καθημερινότητα | κα-θη-με-ρι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η καθημερινή ζωή· ειδικότ. μονότονη και κουραστική επανάληψη ίδιων καταστάσεων: άχαρη/πεζή ~. Η αστική/εργασιακή ~. Η ~ των μαθητών (: σχολική ~). Αναβάθμιση/βελτίωση/διευκόλυνση της ~ας των πολιτών. Ο πολιτισμός/η ρουτίνα της ~ας. Εικόνες/(μικροί) ήρωες/προβλήματα/πρόσωπα/στιγμές της ~ας. Επιστροφή/προσγείωση στην ~. Απόδραση/διάλειμμα/φυγή από την (πιεστική) ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. quotidienneté] | |
| 22006 | καθήρε | βλ. καθαίρω | |
| 22007 | καθηρημένος | , η, ο: βλ. καθαιρώ | |
| 22008 | καθησυχάζω | κα-θη-συ-χά-ζω ρ. (μτβ.) {καθησύχα-σα, καθησυχά-σει, καθησυχάζ-οντας, καθησυχα-σμένος}: κάνω κάποιον να ηρεμήσει, να σταματήσει να ανησυχεί: Οι Αρχές ~σαν τον κόσμο/τους πολίτες. Ο γιατρός τούς ~σε ότι όλα θα πάνε καλά. Προσπάθησε να την ~σει χωρίς αποτέλεσμα. Μετά τη συζήτησή μας ένιωσα ~σμένος. Πβ. γαλην-, ημερ-εύω, εφησυχάζω, καλμάρω. ΑΝΤ. αναστατώνω, θορυβώ, ταράζω.|| ~ τις αμφιβολίες/τις ανησυχίες/τους φόβους (κάποιου). Πβ. καταλαγιάζω, κατευνάζω, μειώνω, μετριάζω. ● ΦΡ.: καθησυχάζω τη συνείδησή (μου): δικαιολογώ τον εαυτό μου για κάτι για το οποίο αισθάνομαι ή είμαι ένοχος. Πβ. έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. [< μτγν. καθησυχάζω] | |
| 22009 | καθησυχασμός | κα-θη-συ-χα-σμός ουσ. (αρσ.) & καθησύχαση (η) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθησυχάζω: ανάγκη ~ού της κοινής γνώμης/του λαού. Για/προς ~ό των καταναλωτών, ... Πβ. εφησυχασμός. ΑΝΤ. αναστάτωση, θορύβηση.|| ~ των υποψιών. Πβ. κατευνα-, μετρια-σμός. | |
| 22010 | καθησυχαστικός | , ή, ό κα-θη-συ-χα-στι-κός επίθ. (λόγ.): που συμβάλλει στον καθησυχασμό κάποιου: ~ή: απάντηση/εικόνα/παρέμβαση/σκέψη. ~ό: πόρισμα/τηλεφώνημα/ύφος/χαμόγελο. ~ές: απαντήσεις/ενδείξεις. ~ά: αποτελέσματα (εξετάσεων)/λόγια/μηνύματα/νέα/στοιχεία. Ο τόνος της φωνής του ήταν ~. (ως ουσ.) Το μόνο ~ό στην όλη υπόθεση ...|| (για πρόσ.) Οι αρμόδιοι/οι σεισμολόγοι εμφανίστηκαν/ήταν (απόλυτα) ~οί (στις δηλώσεις τους). Πβ. εφησυχαστ-, κατευναστ-ικός. ΑΝΤ. ανησυχητικός ● επίρρ.: καθησυχαστικά | |
| 22011 | κάθιδρος | , η, ο κά-θι-δρος επίθ. (λόγ.): καταϊδρωμένος. [< μτγν. κάθιδρος] | |
| 22012 | καθίδρυμα | κα-θί-δρυ-μα ουσ. (ουδ.) {καθιδρύμ-ατα} (λόγ.): ίδρυμα με κύρος, κυρ. εκκλησιαστικό ή επιστημονικό: άγια/ορθόδοξα/χριστιανικά ~ατα (: εκκλησίες, μοναστήρια, πατριαρχεία). Τα ιερά ~ατα του Αγίου Όρους/τα αθωνικά ~ατα (: Μονές, σκήτες, καθίσματα, κελιά). Ευαγή/μοναστικά ~ατα. Θρησκευτικά ~ατα (μειονοτήτων).|| Πνευματικό ~. Υποτροφίες ~ατος ... (: συνήθ. ακολουθεί το ονοματεπώνυμο του ιδρυτή). [< πβ. μτγν. καθίδρυμα ‘άγαλμα’] | |
| 22013 | καθίδρυση | κα-θί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ίδρυση. Βλ. εγ~. [< μτγν. καθίδρυσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ