| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22003 | καθήμενος | , η, ο κα-θή-με-νος επίθ. {-ου (λόγ.) -ένου} (επίσ.): που κάθεται: ~οι: θεατές. ~ αριστερά/δεξιά (κάποιου άλλου). Βλ. επι~.|| (σε λεωφορεία, τρόλεϊ:) Θέσεις ~ένων και ορθίων (ενν. επιβατών). Πβ. καθισμένος, καθιστός.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ εκ δεξιών του Πατρός (= ο Χριστός). Βλ. παρα~, προ~. [< αρχ. καθήμενος] | |
| 22004 | καθημερινός | , ή, ό κα-θη-με-ρι-νός επίθ. & (λαϊκό) καθημερνός 1. που γίνεται ή προκύπτει κάθε μέρα: ~ός: έλεγχος/καθαρισμός/φόρτος εργασίας. ~ή: άσκηση/διαδρομή/ενημέρωση/επικοινωνία/εφημερίδα (βλ. κυριακάτικος)/λήψη (φαρμάκων)/περιποίηση/περιπολία/σειρά (= σίριαλ)/χρήση. ~ό: βούρτσισμα (των δοντιών)/δρομολόγιο/πρόγραμμα. ~ές: ανάγκες/απολαύσεις/ασχολίες/δουλειές/παραστάσεις. ~ά: έξοδα/νέα. Σε ~ή βάση/(λόγ.) επί ~ής βάσεως. Πβ. ημερήσιος. 2. που σχετίζεται με την καθημερινότητα· ανεπίσημος: ο ~ αγώνας/γολγοθάς. Η ~ή ρουτίνα. Το ~ό άγχος. Οι ~οί άνθρωποι/ρυθμοί (βλ. μονότονος). Οι ~ές συνήθειες (πβ. οικείος). Τα ~ά προβλήματα (βλ. τετριμμένα). Ο ~ βίος στην αρχαιότητα. Σκηνές της ~ής ζωής. ~ό φαινόμενο τα ατυχήματα. Ιστορίες ~ής τρέλας.|| ~ός: λόγος (πβ. άμεσος, φυσικός). ~ή: ομιλία. ~ό: ντύσιμο (= κάζουαλ· πβ. απλό, λιτό)/περιβάλλον. Το ~ό δωμάτιο της οικογένειας (= το καθιστικό). ΑΝΤ. επίσημος. ● Ουσ.: καθημερινά (τα): ενν. ρούχα. ΑΝΤ. γιορτινά (τα), καλά (2), καθημερινές (οι): οι εργάσιμες μέρες της εβδομάδας: Το γραφείο λειτουργεί τις ~.|| Η γιορτή μου πέφτει ~ή φέτος. Βλ. αργία. ● επίρρ.: καθημερινά & (λαϊκό) καθημερνά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. ● ΦΡ.: το καθημερινό ψωμί βλ. ψωμί [< 1: μτγν. καθημερινός 2: γαλλ. quotidien] | |
| 22005 | καθημερινότητα | κα-θη-με-ρι-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η καθημερινή ζωή· ειδικότ. μονότονη και κουραστική επανάληψη ίδιων καταστάσεων: άχαρη/πεζή ~. Η αστική/εργασιακή ~. Η ~ των μαθητών (: σχολική ~). Αναβάθμιση/βελτίωση/διευκόλυνση της ~ας των πολιτών. Ο πολιτισμός/η ρουτίνα της ~ας. Εικόνες/(μικροί) ήρωες/προβλήματα/πρόσωπα/στιγμές της ~ας. Επιστροφή/προσγείωση στην ~. Απόδραση/διάλειμμα/φυγή από την (πιεστική) ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. quotidienneté] | |
| 22006 | καθήρε | βλ. καθαίρω | |
| 22007 | καθηρημένος | , η, ο: βλ. καθαιρώ | |
| 22008 | καθησυχάζω | κα-θη-συ-χά-ζω ρ. (μτβ.) {καθησύχα-σα, καθησυχά-σει, καθησυχάζ-οντας, καθησυχα-σμένος}: κάνω κάποιον να ηρεμήσει, να σταματήσει να ανησυχεί: Οι Αρχές ~σαν τον κόσμο/τους πολίτες. Ο γιατρός τούς ~σε ότι όλα θα πάνε καλά. Προσπάθησε να την ~σει χωρίς αποτέλεσμα. Μετά τη συζήτησή μας ένιωσα ~σμένος. Πβ. γαλην-, ημερ-εύω, εφησυχάζω, καλμάρω. ΑΝΤ. αναστατώνω, θορυβώ, ταράζω.|| ~ τις αμφιβολίες/τις ανησυχίες/τους φόβους (κάποιου). Πβ. καταλαγιάζω, κατευνάζω, μειώνω, μετριάζω. ● ΦΡ.: καθησυχάζω τη συνείδησή (μου): δικαιολογώ τον εαυτό μου για κάτι για το οποίο αισθάνομαι ή είμαι ένοχος. Πβ. έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. [< μτγν. καθησυχάζω] | |
| 22009 | καθησυχασμός | κα-θη-συ-χα-σμός ουσ. (αρσ.) & καθησύχαση (η) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθησυχάζω: ανάγκη ~ού της κοινής γνώμης/του λαού. Για/προς ~ό των καταναλωτών, ... Πβ. εφησυχασμός. ΑΝΤ. αναστάτωση, θορύβηση.|| ~ των υποψιών. Πβ. κατευνα-, μετρια-σμός. | |
| 22010 | καθησυχαστικός | , ή, ό κα-θη-συ-χα-στι-κός επίθ. (λόγ.): που συμβάλλει στον καθησυχασμό κάποιου: ~ή: απάντηση/εικόνα/παρέμβαση/σκέψη. ~ό: πόρισμα/τηλεφώνημα/ύφος/χαμόγελο. ~ές: απαντήσεις/ενδείξεις. ~ά: αποτελέσματα (εξετάσεων)/λόγια/μηνύματα/νέα/στοιχεία. Ο τόνος της φωνής του ήταν ~. (ως ουσ.) Το μόνο ~ό στην όλη υπόθεση ...|| (για πρόσ.) Οι αρμόδιοι/οι σεισμολόγοι εμφανίστηκαν/ήταν (απόλυτα) ~οί (στις δηλώσεις τους). Πβ. εφησυχαστ-, κατευναστ-ικός. ΑΝΤ. ανησυχητικός ● επίρρ.: καθησυχαστικά | |
| 22011 | κάθιδρος | , η, ο κά-θι-δρος επίθ. (λόγ.): καταϊδρωμένος. [< μτγν. κάθιδρος] | |
| 22012 | καθίδρυμα | κα-θί-δρυ-μα ουσ. (ουδ.) {καθιδρύμ-ατα} (λόγ.): ίδρυμα με κύρος, κυρ. εκκλησιαστικό ή επιστημονικό: άγια/ορθόδοξα/χριστιανικά ~ατα (: εκκλησίες, μοναστήρια, πατριαρχεία). Τα ιερά ~ατα του Αγίου Όρους/τα αθωνικά ~ατα (: Μονές, σκήτες, καθίσματα, κελιά). Ευαγή/μοναστικά ~ατα. Θρησκευτικά ~ατα (μειονοτήτων).|| Πνευματικό ~. Υποτροφίες ~ατος ... (: συνήθ. ακολουθεί το ονοματεπώνυμο του ιδρυτή). [< πβ. μτγν. καθίδρυμα ‘άγαλμα’] | |
| 22013 | καθίδρυση | κα-θί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ίδρυση. Βλ. εγ~. [< μτγν. καθίδρυσις] | |
| 22014 | καθιδρύω | κα-θι-δρύ-ω ρ. (μτβ.) (λόγ.): ιδρύω. Βλ. εγ~. [< αρχ. καθιδρύω] | |
| 22015 | καθιερωμένος | , η, ο κα-θι-ε-ρω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει επιβληθεί ως θεσμός, έχει γίνει συνήθεια, είναι γενικά αποδεκτός: ~ος: έλεγχος/εορτασμός (= παραδοσιακός)/χαιρετισμός. ~η: άποψη/αργία/βόλτα/γλώσσα (: κοινή, πρότυπη)/εξέταση/παρέλαση/συνάντηση/συνέντευξη Τύπου. ~ο: γεύμα/πρόγραμμα/ταξίδι/ωράριο. ~οι: αγώνες. ~ες: αξίες/αρχές/αντιλήψεις (= παγιωμένες)/εκδηλώσεις/συμβάσεις/τιμές (= νενομισμένες). ~α: έθιμα (= πατροπαράδοτα)/κριτήρια. Τελέστηκε ο ~ αγιασμός για τη νέα σχολική χρονιά. Έκανα την ~η μου επίσκεψη. Όπως είναι ~ο. Πβ. συνήθης, συνηθισμένος, τυπικός. Βλ. ισχύων.|| ~οι (επιστημονικοί) όροι (= δόκιμοι, ΑΝΤ. αδόκιμοι). 2. του οποίου η αξία, η σπουδαιότητα έχει αναγνωριστεί σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο: ~ος: πολιτικός/συγγραφέας (= δόκιμος, ΑΝΤ. αδόκιμος). ~η: επιχείρηση. Παγκοσμίως ~ πιανίστας.|| ~ο: βιβλίο/περιοδικό. Όνομα ~ο στην αγορά. ΣΥΝ. αναγνωρισμένος (1) ● Ουσ.: καθιερωμένα (τα): τα γενικώς αποδεκτά, τα συνηθισμένα: κόντρα στα/πέρα από τα ~. Σύμφωνα με/κατά τα ~ (ΣΥΝ. κατά το ειωθός/τα ειωθότα). Η συμπεριφορά του απέχει/ξεφεύγει πολύ από τα ~. Η αισθητική της άποψη ακολουθεί/έρχεται σε σύγκρουση με/σπάει τα ~ (= κοινότοπα, τετριμμένα). [< μτγν., μεσν. καθιερωμένος] | |
| 22017 | καθιέρωση | κα-θι-έ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθιερώνω: ~ ενός θεσμού (πβ. θεσμοθέτηση)/του νέου μισθολογίου (πβ. θέσπιση, κατοχύρωση). Η ~ της δημοτικής/του ευρώ/του μονοτονικού (πβ. αποδοχή, υιοθέτηση). ΑΝΤ. κατάργηση.|| Η ~ή του στον καλλιτεχνικό χώρο (πβ. αναγνώριση, καταξίωση). [< πβ. αρχ. καθιέρωσις ‘αφιέρωση’, γαλλ. consécration] | |
| 22018 | καθιζάνει | κα-θι-ζά-νει ρ. (αμτβ.) (επιστ.) 1. (για ίζημα) κατακάθεται: Τα στερεά υλικά των αποβλήτων ~ουν στο κάτω μέρος της δεξαμενής. ΣΥΝ. κατασταλάζει 2. ΓΕΩΛ. (για έδαφος) παθαίνει καθίζηση, υποχωρεί. Πβ. βουλιάζει. [< αρχ. καθιζάνω ‘κάθομαι’] | |
| 22019 | καθίζημα | κα-θί-ζη-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. ΧΗΜ. ίζημα. 2. (μτφ.-μειωτ.) απόβρασμα. | |
| 22020 | καθίζηση | κα-θί-ζη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. τοπική βύθιση τμήματος της επιφάνειας του εδάφους ως αποτέλεσμα κατακόρυφης, καθοδικής μετατόπισης εδαφικών μαζών· γενικότ. μετακίνηση κατασκευής προς τα κάτω: διαφορική/ολοκληρωτική/σεισμική/τεκτονική ~. ~ θεμελίων. Το κτίριο υπέστη ~. Κλειστή η εθνική οδός λόγω ~ης του οδοστρώματος. Λίμνη που δημιουργήθηκε από ~ του υπεδάφους.|| Κίνδυνος ~ης. Πβ. βούλιαγμα, κάθισμα, καταβύθιση, υποχώρηση. Βλ. κατολίσθηση, ρηγμάτωση. 2. (μτφ.) απότομη πτώση, κατάρρευση: ηθική/πνευματική/τουριστική/χρηματιστηριακή (βλ. κραχ) ~. ~ των τιμών. ~ στην αγορά. Πβ. κατάπτωση. 3. ΧΗΜ. απόθεση, συσσώρευση ιζήματος στον πυθμένα, συνήθ. δεξαμενής ή δοχείου: πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια/φυσική ~. ~ αποβλήτων (για βιολογικό καθαρισμό)/λάσπης. Κροκίδωση και ~. Πβ. κατακάθισμα. Βλ. διήθηση, εκχύλιση, επίπλευση, πουρί, φυγοκέντρηση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ουρικού οξέος στα νεφρικά σωληνάρια. Πβ. κατακρήμνιση. ● ΣΥΜΠΛ.: ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (αιμοσφαιρίων) (ακρ. ΤΚΕ): ΙΑΤΡ. η ταχύτητα με την οποία τα ερυθρά αιμοσφαίρια κατακάθονται σε δοκιμαστικό σωλήνα, εκφραζόμενη σε χιλιοστά ανά ώρα· συνεκδ. η αντίστοιχη αιματολογική εξέταση για την ανίχνευση φλεγμονής: αυξημένη/υψηλή/φυσιολογική ~ ~. [< μτγν. καθίζησις "καθιστή θέση", 1,3: γαλλ. effondrement 2: γαλλ. sédimentation] | |
| 22021 | καθίζω | κα-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κάθι-σα, -σμένος} 1. βάζω κάποιον να καθίσει: Με ~σε απέναντί του/κάτω. Βλ. ανα~. 2. (λαϊκό-λογοτ.) κάθομαι. ● καθίζει: (για πλοίο) προσαράζει. ● ΦΡ.: καθίζω κάποιον/κάθομαι στο σκαμνί βλ. σκαμνί [< αρχ. καθίζω] | |
| 22022 | καθικετεύω | κα-θι-κε-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {σπάν. καθικέτευ-σε} (αρχαιοπρ.-επιτατ.): ικετεύω, θερμοπαρακαλώ. Πβ. εκλιπαρώ, εξορκίζω. [< αρχ. καθικετεύω] | |
| 22023 | καθίκης | κα-θί-κης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-υβριστ.): καθίκι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ