| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 1276 | Αιγιώτης, Αιγιώτισσα | [Αἰγιώτης] Αι-γι-ώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Αίγιο. | |
| 1277 | αίγλη | [αἴγλη] αί-γλη ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. δόξα, κύρος, κοινωνική ακτινοβολία: αυτοκρατορική ~. H ~ της εξουσίας/του παρελθόντος. Η πόλη διατηρεί/ξαναβρήκε την παλιά της ~ (= λαμπρότητα, μεγαλείο). Προσωπικότητες παγκόσμιας ~ης. Η μυστηριώδης και μυστηριακή ~ της γραφής του. Πβ. γόητρο, λάμψη, μεγαλοπρέπεια. 2. ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. μορφή φωτεινής ακτινοβολίας, που εκπέμπεται από κάποιες ουσίες σε χαμηλή θερμοκρασία υπό την επίδραση μιας διέγερσης: ~ καθόδου. Εκκένωση/τάση ~ης. Λαμπτήρας/λυχνία ~ης (: που παράγει φως, όταν προκαλείται ηλεκτρική εκκένωση στο εσωτερικό της). [< 1: αρχ. αἴγλη, γαλλ. gloire, auréole 2: αγγλ. glow (lamp)] | |
| 1278 | αιγο- & αιγό- | (λόγ.) & (προφ.) γιδο- & γιδό-: α' συνθετικό ουσιαστικών που αναφέρονται στην κατσίκα: αιγο-βοσκός/~ειδή/~τροφία. Αιγό-κλημα. Γιδο-πρόβατα. | |
| 1279 | αιγοειδή | [αἰγοειδῆ] αι-γο-ει-δή ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. κατηγορία θηλαστικών που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με την κατσίκα (π.χ. αίγαγρος, αγριοκάτσικο): ~ αναπαραγωγής. Βλ. βοο-, προβατο-ειδή. | |
| 1280 | αιγόκερως | [αἰγόκερως] αι-γό-κε-ρως ουσ. (αρσ.) {-ω} & αιγόκερος {-ου}: ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. (συνήθ. με κεφαλ. Α) αστερισμός του νότιου ημισφαιρίου· το δέκατο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (22 Δεκεμβρίου-19 Ιανουαρίου) μεταξύ Τοξότη και Υδροχόου· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί αυτή την περίοδο. Βλ. Κύων. ● ΣΥΜΠΛ.: Τροπικός του Αιγόκερω βλ. τροπικός [< μτγν. αἰγόκερως] | |
| 1281 | αιγόκλημα | βλ. αγιόκλημα | |
| 1282 | αιγοπρόβατα | [αἰγοπρόβατα] αι-γο-πρό-βα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): σύνολο αιγών και προβάτων: βοοειδή και ~. Εκτροφή/κρέας ~άτων. ΣΥΝ. γιδοπρόβατα | |
| 1283 | αιγοπροβατοτροφία | [αἰγοπροβατοτροφία] αι-γο-προ-βα-το-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): εκτροφή αιγών και προβάτων: βιολογική/ποιμενική ~. Βλ. -τροφία. | |
| 1284 | αιγοπρόβειος | , α, ο [αἰγοπρόβειος] αι-γο-πρό-βει-ος επίθ. (επίσ.): που προέρχεται ή παράγεται από αιγοπρόβατα: ~ο: γάλα/κρέας/τυρί. | |
| 1285 | αιγοτροφία | [αἰγοτροφία] αι-γο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συστηματική εκτροφή αιγών. Βλ. -τροφία. | |
| 1286 | αιγυπτιακός | , ή, ό [αἰγυπτιακός] αι-γυ-πτι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αίγυπτο ή/και τους Αιγύπτιους. ● Ουσ.: Αιγυπτιακά (τα) & (επίσ.) Αιγυπτιακή (η): η αιγυπτιακή γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< μτγν. αἰγυπτιακός] | |
| 1287 | αιγυπτιολογία | [αἰγυπτιολογία] αι-γυ-πτι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονικός κλάδος που μελετά την αρχαία Αίγυπτο και τον πολιτισμό της. Βλ. -λογία. [< γαλλ. égyptologie, αγγλ. egyptology] | |
| 1288 | αιγυπτιολόγος | [αἰγυπτιολόγος] αι-γυ-πτι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην αιγυπτιολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. égyptologue, αγγλ. egyptologist, egyptologue] | |
| 1289 | Αιγύπτιος, Αιγύπτια | [Αἰγύπτιος] Αι-γύ-πτι-ος επίθ./ουσ. {Αιγυπτίων | κ. (λόγ.) θηλ. Αιγυπτία}: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Αίγυπτο ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την αιγυπτιακή υπηκοότητα. [< αρχ. Αἰγύπτιος] | |
| 1290 | Αιγυπτιώτης | [Αἰγυπτιώτης] Αι-γυ-πτι-ώ-της επίθ./ουσ. {Αιγυπτιωτών} , Αιγυπτιώτισσα (η): που έλκει την καταγωγή του από την ελληνική παροικία της Αιγύπτου: ~ες: Έλληνες. | |
| 1291 | αιγυπτιώτικος | , η, ο [αἰγυπτιώτικος] αι-γυ-πτι-ώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους Αιγυπτιώτες. | |
| 1292 | αιδεσιμολογιότατος | [αἰδεσιμολογιότατος] αι-δε-σι-μο-λο-γι-ό-τα-τος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άτου} (με κεφαλ. το αρχικό Α): ΕΚΚΛΗΣ. τιμητική προσφώνηση ιερέα (πρεσβυτέρου) με πανεπιστημιακή μόρφωση: ~ πρωτοπρεσβύτερος. | |
| 1293 | αιδεσιμότατος | [αἰδεσιμότατος] αι-δε-σι-μό-τα-τος επίθ./ουσ. (με κεφαλ. το αρχικό Α) {-ου κ. -άτου}: ΕΚΚΛΗΣ. τιμητική προσφώνηση έγγαμου πρεσβυτέρου. [< μτγν. αἰδεσιμότατος] | |
| 1294 | αιδημοσύνη | [αἰδημοσύνη] αι-δη-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ιδιότητα ή συμπεριφορά ανθρώπου που χαρακτηρίζεται από σεμνότητα, ντροπαλότητα. Πβ. αιδώς. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. αδιαντροπιά, ξετσιπωσιά [< μτγν. αἰδημοσύνη] | |
| 1296 | αΐδιος | , ος, ον [ἀΐδιος] α-ΐ-δι-ος επίθ. (αρχαιοπρ.): αιώνιος, αέναος: ~ος: Θεός. ~ος: δόξα/ζωή/μνήμη. [< αρχ. ἀΐδιος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ