Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22780-22800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22014καθιδρύωκα-θι-δρύ-ω ρ. (μτβ.) (λόγ.): ιδρύω. Βλ. εγ~. [< αρχ. καθιδρύω]
22015καθιερωμένος, η, ο κα-θι-ε-ρω-μέ-νος επίθ. 1. που έχει επιβληθεί ως θεσμός, έχει γίνει συνήθεια, είναι γενικά αποδεκτός: ~ος: έλεγχος/εορτασμός (= παραδοσιακός)/χαιρετισμός. ~η: άποψη/αργία/βόλτα/γλώσσα (: κοινή, πρότυπη)/εξέταση/παρέλαση/συνάντηση/συνέντευξη Τύπου. ~ο: γεύμα/πρόγραμμα/ταξίδι/ωράριο. ~οι: αγώνες. ~ες: αξίες/αρχές/αντιλήψεις (= παγιωμένες)/εκδηλώσεις/συμβάσεις/τιμές (= νενομισμένες). ~α: έθιμα (= πατροπαράδοτα)/κριτήρια. Τελέστηκε ο ~ αγιασμός για τη νέα σχολική χρονιά. Έκανα την ~η μου επίσκεψη. Όπως είναι ~ο. Πβ. συνήθης, συνηθισμένος, τυπικός. Βλ. ισχύων.|| ~οι (επιστημονικοί) όροι (= δόκιμοι, ΑΝΤ. αδόκιμοι). 2. του οποίου η αξία, η σπουδαιότητα έχει αναγνωριστεί σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο: ~ος: πολιτικός/συγγραφέας (= δόκιμος, ΑΝΤ. αδόκιμος). ~η: επιχείρηση. Παγκοσμίως ~ πιανίστας.|| ~ο: βιβλίο/περιοδικό. Όνομα ~ο στην αγορά. ΣΥΝ. αναγνωρισμένος (1) ● Ουσ.: καθιερωμένα (τα): τα γενικώς αποδεκτά, τα συνηθισμένα: κόντρα στα/πέρα από τα ~. Σύμφωνα με/κατά τα ~ (ΣΥΝ. κατά το ειωθός/τα ειωθότα). Η συμπεριφορά του απέχει/ξεφεύγει πολύ από τα ~. Η αισθητική της άποψη ακολουθεί/έρχεται σε σύγκρουση με/σπάει τα ~ (= κοινότοπα, τετριμμένα). [< μτγν., μεσν. καθιερωμένος]
22017καθιέρωσηκα-θι-έ-ρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθιερώνω: ~ ενός θεσμού (πβ. θεσμοθέτηση)/του νέου μισθολογίου (πβ. θέσπιση, κατοχύρωση). Η ~ της δημοτικής/του ευρώ/του μονοτονικού (πβ. αποδοχή, υιοθέτηση). ΑΝΤ. κατάργηση.|| Η ~ή του στον καλλιτεχνικό χώρο (πβ. αναγνώριση, καταξίωση). [< πβ. αρχ. καθιέρωσις ‘αφιέρωση’, γαλλ. consécration]
22018καθιζάνεικα-θι-ζά-νει ρ. (αμτβ.) (επιστ.) 1. (για ίζημα) κατακάθεται: Τα στερεά υλικά των αποβλήτων ~ουν στο κάτω μέρος της δεξαμενής. ΣΥΝ. κατασταλάζει 2. ΓΕΩΛ. (για έδαφος) παθαίνει καθίζηση, υποχωρεί. Πβ. βουλιάζει. [< αρχ. καθιζάνω ‘κάθομαι’]
22019καθίζημακα-θί-ζη-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. ΧΗΜ. ίζημα. 2. (μτφ.-μειωτ.) απόβρασμα.
22020καθίζησηκα-θί-ζη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΛ. τοπική βύθιση τμήματος της επιφάνειας του εδάφους ως αποτέλεσμα κατακόρυφης, καθοδικής μετατόπισης εδαφικών μαζών· γενικότ. μετακίνηση κατασκευής προς τα κάτω: διαφορική/ολοκληρωτική/σεισμική/τεκτονική ~. ~ θεμελίων. Το κτίριο υπέστη ~. Κλειστή η εθνική οδός λόγω ~ης του οδοστρώματος. Λίμνη που δημιουργήθηκε από ~ του υπεδάφους.|| Κίνδυνος ~ης. Πβ. βούλιαγμα, κάθισμα, καταβύθιση, υποχώρηση. Βλ. κατολίσθηση, ρηγμάτωση. 2. (μτφ.) απότομη πτώση, κατάρρευση: ηθική/πνευματική/τουριστική/χρηματιστηριακή (βλ. κραχ) ~. ~ των τιμών. ~ στην αγορά. Πβ. κατάπτωση. 3. ΧΗΜ. απόθεση, συσσώρευση ιζήματος στον πυθμένα, συνήθ. δεξαμενής ή δοχείου: πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια/φυσική ~. ~ αποβλήτων (για βιολογικό καθαρισμό)/λάσπης. Κροκίδωση και ~. Πβ. κατακάθισμα. Βλ. διήθηση, εκχύλιση, επίπλευση, πουρί, φυγοκέντρηση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ουρικού οξέος στα νεφρικά σωληνάρια. Πβ. κατακρήμνιση. ● ΣΥΜΠΛ.: ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (αιμοσφαιρίων) (ακρ. ΤΚΕ): ΙΑΤΡ. η ταχύτητα με την οποία τα ερυθρά αιμοσφαίρια κατακάθονται σε δοκιμαστικό σωλήνα, εκφραζόμενη σε χιλιοστά ανά ώρα· συνεκδ. η αντίστοιχη αιματολογική εξέταση για την ανίχνευση φλεγμονής: αυξημένη/υψηλή/φυσιολογική ~ ~. [< μτγν. καθίζησις "καθιστή θέση", 1,3: γαλλ. effondrement 2: γαλλ. sédimentation]
22021καθίζωκα-θί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κάθι-σα, -σμένος} 1. βάζω κάποιον να καθίσει: Με ~σε απέναντί του/κάτω. Βλ. ανα~. 2. (λαϊκό-λογοτ.) κάθομαι. ● καθίζει: (για πλοίο) προσαράζει. ● ΦΡ.: καθίζω κάποιον/κάθομαι στο σκαμνί βλ. σκαμνί [< αρχ. καθίζω]
22022καθικετεύωκα-θι-κε-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {σπάν. καθικέτευ-σε} (αρχαιοπρ.-επιτατ.): ικετεύω, θερμοπαρακαλώ. Πβ. εκλιπαρώ, εξορκίζω. [< αρχ. καθικετεύω]
22023καθίκηςκα-θί-κης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-υβριστ.): καθίκι.
22024καθίκικα-θί-κι ουσ. (ουδ.) {καθικ-ιού} & (σπάν.) καθοίκι 1. (μτφ.-υβριστ.) αλήτης, κάθαρμα, παλιάνθρωπος. Πβ. λέρα, λεχρίτης, μούτρο, ρεμάλι, τομάρι, τσογλάνι. 2. (παρωχ.) δοχείο για ούρηση και αφόδευση, συνήθ. παιδιών. ΣΥΝ. γιογιό1, δοχείο νυκτός, ουροδοχείο ● Υποκ.: καθικάκι (το) [< μεσν. καθοίκι]
22025κάθισαβλ. καθίζω, κάθομαι
22026καθισιάκα-θι-σιά ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: στην καθισιά (του) (προφ.): για να δηλωθεί κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τροφής ή ποτού σε δεδομένη στιγμή: Μπορεί να φάει μισό ταψί σπανακόπιτα ~ ~ του! Κατέβασε ένα κιλό κρασί ~ ~ του. Βλ. αγλέουρας, άμπακας, περίδρομος, σκασμός.
22027καθισιόκα-θι-σιό ουσ. (ουδ.) (προφ.): αποχή από επίπονη δραστηριότητα, όπως εργασία ή διάβασμα· κατ' επέκτ. οκνηρία, τεμπελιά: καλοκαιρινό ~. Έλιωσε/το 'χει ρίξει στο ~ (και την καλοπέραση). Πάχυνε απ' το ~ (= την καθιστική ζωή). (ειρων.) Κουράστηκε απ' το πολύ ~. Πβ. αδράνεια, απραξία, σχόλη, χουζούρι. ΣΥΝ. αραλίκι, ξάπλα (1), ραχάτι, ρεμπελιό
22028κάθισμακά-θι-σμα ουσ. (ουδ.) {καθίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. θέση ή κατασκευή κατάλληλη για να κάθεται κάποιος· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη ενέργεια: αγωνιστικό/αναδιπλούμενο/αναπαυτικό/αναπηρικό (= αμαξίδιο, αναπηρική καρέκλα, καρότσι)/ανατομικό/δερμάτινο/εργονομικό/θερμαινόμενο/μαλακό/μεταλλικό/μπροστινό/ξύλινο/περιστρεφόμενο/πίσω/πλαστικό/ρυθμιζόμενο/σκληρό/συρόμενο/υπερυψωμένο ~. Το ~ του (συν)οδηγού. Η βάση/τα μπράτσα/η πλάτη/η ράχη του ~ατος. Κάλυμμα/μαξιλάρι/ρύθμιση ~ατος. ~ατα αεροπορικού τύπου/ασφαλείας/γραφείου/εργασίας/τουαλέτας. ~ατα επιβατών/επισκεπτών/θεάτρου/λεωφορείου/τρένου. ~ατα λαξευμένα στον βράχο. Ξήλωμα/σειρές (βλ. κερκίδα) ~άτων. Κάθισα στο πρώτο άδειο/κενό ~ που βρήκα. Πετάχτηκα απ' το ~ά μου. Βλ. έδρανο, εδώλιο, καναπές, καρέκλα, πάγκος, πολυθρόνα, σκαμνί, τηλεκαθίσματα.|| Πολύωρο ~. Σωστή θέση ~ατος. 2. ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο κατά το οποίο οι πιστοί επιτρέπεται να κάθονται: ~ Όρθρου. 3. (προφ.) καθίζηση. 4. (προφ.) προσάραξη. 5. ΕΚΚΛΗΣ. ερημητήριο. Πβ. ασκη-, ησυχασ-τήριο. ● Υποκ.: καθισματάκι (το): (σε όχημα) πρόσθετο μικρό παιδικό κάθισμα με ζώνη ασφαλείας. Βλ. ριλάξ. [< αγγλ. car seat, 1968] ● ΣΥΜΠΛ.: βαθύ κάθισμα: ΓΥΜΝ. χαμηλή στήριξη του σώματος στα δάχτυλα των ποδιών με τα γόνατα τελείως λυγισμένα: Κάντε ~ ~! Βλ. ανακούρκουδα., εκτινασσόμενο κάθισμα βλ. εκτινάσσω, μπάκετ κάθισμα βλ. μπάκετ [< 1,3,4: μτγν. κάθισμα 2,5: μεσν. ~]
22029καθισμένος, η, ο βλ. καθίζω, κάθομαι
22030καθίσταταιβλ. καθιστώ
22031καθιστικός, ή, ό κα-θι-στι-κός επίθ.: που προορίζεται για να κάθεται κάποιος ή που γίνεται σε καθιστή θέση και κατ' επέκτ. ευνοεί την υποκινητικότητα, περιορίζοντας τη σωματική άσκηση: ~ός: χώρος. ~ά: έπιπλα.|| (ΛΑΟΓΡ.) ~ά: τραγούδια (= της τάβλας). Αργοί ~οί σκοποί (ΑΝΤ. χορευτικοί).|| ~ή: θέση/στάση.|| ~ή: εργασία. ● Ουσ.: καθιστικό (το) 1. σαλόνι: άνετο ~. Κουζίνα-~.|| Υπαίθριο ~. ΣΥΝ. λίβινγκ-ρουμ 2. {συνήθ. στον πληθ.} κάθισμα: ξύλινα/πέτρινα/χτιστά ~ά. Πβ. παγκάκι, πάγκος. [< 1: αγγλ. sitting-room] ● ΣΥΜΠΛ.: καθιστική ζωή: ο σύγχρονος τρόπος ζωής (δηλ. δουλειά γραφείου, πολλές ώρες μπροστά στην τηλεόραση και τον υπολογιστή) που έχει αποκόψει τον άνθρωπο από τη φυσική δραστηριότητα και το περπάτημα: Τσιγάρο, άγχος, ~ ~ και κακή διατροφή οδηγούν στο έμφραγμα. Η ~ ~ συνδέεται με την παχυσαρκία. Κάνω ~ ~. [< γαλλ. vie sédentaire] , καθιστική διαμαρτυρία βλ. διαμαρτυρία [< γαλλ. sédentaire]
22032καθιστός, ή, ό κα-θι-στός επίθ.: που κάθεται: Όλη μέρα ~, πιάστηκε η μέση μου. Πβ. καθήμενος.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ές: μορφές. ~ά: ειδώλια.|| Σε ~ή θέση/στάση.|| (που προορίζεται για άτομα που κάθονται) ~ό: γεύμα/μενού.|| ~ά ποδήλατα γυμναστικής. ΑΝΤ. ξαπλωτός, όρθιος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: βόλεϊ καθιστών βλ. βόλεϊ [< μεσν. καθιστός]
22033καθίστρακα-θί-στρα ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: (είναι) της Αγίας Καθίστρας (προφ.-ειρων.): ημέρα αργίας, τεμπελιάς. [< μτγν. καθίστρα 'κάθισμα']
22034καθιστώ[καθιστῶ] κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {καθιστ-άς ... | κατέστησα, καθίσταται, κατέστη, κατέστησαν, κατεστημένος, καθιστ-ώντας} (λόγ.): κάνω κάτι ή κάποιον να αποκτήσει μια ιδιότητα ή να περιέλθει σε μια κατάσταση: Το γεγονός ~ά αναγκαία τη λήψη μέτρων. Προγράμματα που ~ούν ευκολότερη την πρόσβαση σε ... Μας κατέστησε γνωστό ότι ... (= γνωστοποίησε).|| Σε ~ υπεύθυνο! Την κατέστησε έγκυο (= άφησε)/κληρονόμο του (= όρισε). Βλ. αντι~, εγ~. ● Παθ.: καθίσταται (επίσ.): γίνεται: ~ αδύνατη η συνεργασία. ~ σαφές/φανερό ότι ... Δεν κατέστη δυνατό(ν)/εφικτό να ... Το θέμα έχει καταστεί αντικείμενο μελέτης. ● βλ. κατεστημένος [< μτγν. καθιστῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.