| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22024 | καθίκι | κα-θί-κι ουσ. (ουδ.) {καθικ-ιού} & (σπάν.) καθοίκι 1. (μτφ.-υβριστ.) αλήτης, κάθαρμα, παλιάνθρωπος. Πβ. λέρα, λεχρίτης, μούτρο, ρεμάλι, τομάρι, τσογλάνι. 2. (παρωχ.) δοχείο για ούρηση και αφόδευση, συνήθ. παιδιών. ΣΥΝ. γιογιό1, δοχείο νυκτός, ουροδοχείο ● Υποκ.: καθικάκι (το) [< μεσν. καθοίκι] | |
| 22025 | κάθισα | βλ. καθίζω, κάθομαι | |
| 22026 | καθισιά | κα-θι-σιά ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: στην καθισιά (του) (προφ.): για να δηλωθεί κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τροφής ή ποτού σε δεδομένη στιγμή: Μπορεί να φάει μισό ταψί σπανακόπιτα ~ ~ του! Κατέβασε ένα κιλό κρασί ~ ~ του. Βλ. αγλέουρας, άμπακας, περίδρομος, σκασμός. | |
| 22027 | καθισιό | κα-θι-σιό ουσ. (ουδ.) (προφ.): αποχή από επίπονη δραστηριότητα, όπως εργασία ή διάβασμα· κατ' επέκτ. οκνηρία, τεμπελιά: καλοκαιρινό ~. Έλιωσε/το 'χει ρίξει στο ~ (και την καλοπέραση). Πάχυνε απ' το ~ (= την καθιστική ζωή). (ειρων.) Κουράστηκε απ' το πολύ ~. Πβ. αδράνεια, απραξία, σχόλη, χουζούρι. ΣΥΝ. αραλίκι, ξάπλα (1), ραχάτι, ρεμπελιό | |
| 22028 | κάθισμα | κά-θι-σμα ουσ. (ουδ.) {καθίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. θέση ή κατασκευή κατάλληλη για να κάθεται κάποιος· κατ' επέκτ. η αντίστοιχη ενέργεια: αγωνιστικό/αναδιπλούμενο/αναπαυτικό/αναπηρικό (= αμαξίδιο, αναπηρική καρέκλα, καρότσι)/ανατομικό/δερμάτινο/εργονομικό/θερμαινόμενο/μαλακό/μεταλλικό/μπροστινό/ξύλινο/περιστρεφόμενο/πίσω/πλαστικό/ρυθμιζόμενο/σκληρό/συρόμενο/υπερυψωμένο ~. Το ~ του (συν)οδηγού. Η βάση/τα μπράτσα/η πλάτη/η ράχη του ~ατος. Κάλυμμα/μαξιλάρι/ρύθμιση ~ατος. ~ατα αεροπορικού τύπου/ασφαλείας/γραφείου/εργασίας/τουαλέτας. ~ατα επιβατών/επισκεπτών/θεάτρου/λεωφορείου/τρένου. ~ατα λαξευμένα στον βράχο. Ξήλωμα/σειρές (βλ. κερκίδα) ~άτων. Κάθισα στο πρώτο άδειο/κενό ~ που βρήκα. Πετάχτηκα απ' το ~ά μου. Βλ. έδρανο, εδώλιο, καναπές, καρέκλα, πάγκος, πολυθρόνα, σκαμνί, τηλεκαθίσματα.|| Πολύωρο ~. Σωστή θέση ~ατος. 2. ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο κατά το οποίο οι πιστοί επιτρέπεται να κάθονται: ~ Όρθρου. 3. (προφ.) καθίζηση. 4. (προφ.) προσάραξη. 5. ΕΚΚΛΗΣ. ερημητήριο. Πβ. ασκη-, ησυχασ-τήριο. ● Υποκ.: καθισματάκι (το): (σε όχημα) πρόσθετο μικρό παιδικό κάθισμα με ζώνη ασφαλείας. Βλ. ριλάξ. [< αγγλ. car seat, 1968] ● ΣΥΜΠΛ.: βαθύ κάθισμα: ΓΥΜΝ. χαμηλή στήριξη του σώματος στα δάχτυλα των ποδιών με τα γόνατα τελείως λυγισμένα: Κάντε ~ ~! Βλ. ανακούρκουδα., εκτινασσόμενο κάθισμα βλ. εκτινάσσω, μπάκετ κάθισμα βλ. μπάκετ [< 1,3,4: μτγν. κάθισμα 2,5: μεσν. ~] | |
| 22029 | καθισμένος | , η, ο βλ. καθίζω, κάθομαι | |
| 22030 | καθίσταται | βλ. καθιστώ | |
| 22031 | καθιστικός | , ή, ό κα-θι-στι-κός επίθ.: που προορίζεται για να κάθεται κάποιος ή που γίνεται σε καθιστή θέση και κατ' επέκτ. ευνοεί την υποκινητικότητα, περιορίζοντας τη σωματική άσκηση: ~ός: χώρος. ~ά: έπιπλα.|| (ΛΑΟΓΡ.) ~ά: τραγούδια (= της τάβλας). Αργοί ~οί σκοποί (ΑΝΤ. χορευτικοί).|| ~ή: θέση/στάση.|| ~ή: εργασία. ● Ουσ.: καθιστικό (το) 1. σαλόνι: άνετο ~. Κουζίνα-~.|| Υπαίθριο ~. ΣΥΝ. λίβινγκ-ρουμ 2. {συνήθ. στον πληθ.} κάθισμα: ξύλινα/πέτρινα/χτιστά ~ά. Πβ. παγκάκι, πάγκος. [< 1: αγγλ. sitting-room] ● ΣΥΜΠΛ.: καθιστική ζωή: ο σύγχρονος τρόπος ζωής (δηλ. δουλειά γραφείου, πολλές ώρες μπροστά στην τηλεόραση και τον υπολογιστή) που έχει αποκόψει τον άνθρωπο από τη φυσική δραστηριότητα και το περπάτημα: Τσιγάρο, άγχος, ~ ~ και κακή διατροφή οδηγούν στο έμφραγμα. Η ~ ~ συνδέεται με την παχυσαρκία. Κάνω ~ ~. [< γαλλ. vie sédentaire] , καθιστική διαμαρτυρία βλ. διαμαρτυρία [< γαλλ. sédentaire] | |
| 22032 | καθιστός | , ή, ό κα-θι-στός επίθ.: που κάθεται: Όλη μέρα ~, πιάστηκε η μέση μου. Πβ. καθήμενος.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ές: μορφές. ~ά: ειδώλια.|| Σε ~ή θέση/στάση.|| (που προορίζεται για άτομα που κάθονται) ~ό: γεύμα/μενού.|| ~ά ποδήλατα γυμναστικής. ΑΝΤ. ξαπλωτός, όρθιος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: βόλεϊ καθιστών βλ. βόλεϊ [< μεσν. καθιστός] | |
| 22033 | καθίστρα | κα-θί-στρα ουσ. (θηλ.): μόνο στη ● ΦΡ.: (είναι) της Αγίας Καθίστρας (προφ.-ειρων.): ημέρα αργίας, τεμπελιάς. [< μτγν. καθίστρα 'κάθισμα'] | |
| 22034 | καθιστώ | [καθιστῶ] κα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {καθιστ-άς ... | κατέστησα, καθίσταται, κατέστη, κατέστησαν, κατεστημένος, καθιστ-ώντας} (λόγ.): κάνω κάτι ή κάποιον να αποκτήσει μια ιδιότητα ή να περιέλθει σε μια κατάσταση: Το γεγονός ~ά αναγκαία τη λήψη μέτρων. Προγράμματα που ~ούν ευκολότερη την πρόσβαση σε ... Μας κατέστησε γνωστό ότι ... (= γνωστοποίησε).|| Σε ~ υπεύθυνο! Την κατέστησε έγκυο (= άφησε)/κληρονόμο του (= όρισε). Βλ. αντι~, εγ~. ● Παθ.: καθίσταται (επίσ.): γίνεται: ~ αδύνατη η συνεργασία. ~ σαφές/φανερό ότι ... Δεν κατέστη δυνατό(ν)/εφικτό να ... Το θέμα έχει καταστεί αντικείμενο μελέτης. ● βλ. κατεστημένος [< μτγν. καθιστῶ] | |
| 22035 | καθό & καθ' ο | κα-θό & καθ' ο επίρρ. (αρχαιοπρ.) 1. επειδή είναι: Υπάκουσε, ~ νεότερος και άπειρος. ΣΥΝ. καθότι 2. κατά τη διάρκεια του οποίου, σύμφωνα με το οποίο: Το έτος ~ ελήφθη η απόφαση ... [< αρχ. καθ' ὃ] | |
| 22036 | καθοδήγηση | κα-θο-δή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) το σύνολο των ενεργειών (συμβουλές, υποδείξεις) στις οποίες προβαίνει κάποιος, προκειμένου να βοηθήσει ένα πρόσωπο να επιτύχει τον στόχο του: ~ μιας ομάδας. ~ βήμα προς βήμα. Έλλειψη/υπηρεσίες ~ης. Κάτω από/υπό τη γενική ~ και επίβλεψη του ... Τους παρείχε/πρόσφερε επαγγελματική/επιστημονική/παιδαγωγική/πνευματική/πολιτική/προπονητική/τεχνική/ψυχολογική ~ (= τους καθοδήγησε). Πβ. δασκάλεμα. Βλ. ετεροκαθορισμός, πατρονάρισμα, χειραγώγηση. 2. παροχή κατευθυντήριων οδηγιών σε κάποιον σχετικά με την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει: φωνητική ~ (βλ. τζι πι ες). Συστήματα ~ης αεροσκαφών (βλ. πλοήγηση)/πυραύλων (: με ραντάρ). (σε αυτοκινητόδρομο:) Λωρίδες ~ης (πβ. διαγράμμιση). Βλ. τηλε~. [< 2: μτγν. καθοδήγησις, γαλλ. guidage] | |
| 22037 | καθοδηγητής | κα-θο-δη-γη-τής ουσ. (αρσ.) {θηλ. καθοδηγήτρια}: πρόσωπο που καθοδηγεί: ιδεολογικός/πνευματικός (βλ. πνευματικός πατέρας)/πολιτικός ~ (= ινστρούχτορας). Εμπνευστής και ~ του κινήματος. Δάσκαλος και ~ (= μέντορας, συμβουλάτορας· βλ. πυγμαλίων). Σε ρόλο ~ή (βλ. συντονιστής).|| (ως επίθ.) ~τρια δύναμη. | |
| 22038 | καθοδηγητικός | , ή, ό κα-θο-δη-γη-τι-κός επίθ.: που καθοδηγεί: ~ός: ρόλος. ~ή: εμπειρία/λειτουργία. ~ό: στέλεχος. ~ές: αρχές (= κατευθυντήριες)/ερωτήσεις. ~ά: πρότυπα. Το ανώτατο ~ό όργανο ενός κόμματος. Πβ. συμβουλευτ-, συντονιστ-, υποστηρικτ-ικός.|| ~ές: πινακίδες (βλ. οδικός). | |
| 22039 | καθοδηγώ | [καθοδηγῶ] κα-θο-δη-γώ ρ. (μτβ.) {καθοδηγ-είς ... | καθοδήγ-ησα, -ήσω, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, -ώντας, -ούμενος} 1. (μτφ.) συμβουλεύω, υποδεικνύω σε κάποιον τον σωστό τρόπο δράσης, για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού: ~εί: τις εξελίξεις. Τον ~ησε (= βοήθησε) στις εργασίες του/(στο) να κατανοήσει τις καινούργιες έννοιες. ~ησε (= συντόνισε) τη συζήτηση με ερωτήσεις. Πβ. δασκαλεύω, νουθετώ. Βλ. διευκολύνω.|| ~είται (= παρακινείται) από τη λογική/τα συναισθήματά του. ~ούνται (= υποκινούνται) από μικροκομματικά συμφέροντα.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ούμενος: διάλογος (= κατευθυνόμενος). ~ούμενη: διδασκαλία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ούμενη: αναζήτηση. 2. δίνω σε κάποιον ή κάτι οδηγίες για την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει· κατευθύνω: Το τζι πι ες σας ~εί (= δείχνει τον δρόμο) με φωνητικές και οπτικές οδηγίες (πβ. κατατοπίζω). [< μτγν. καθοδηγῶ, γαλλ. guider] | |
| 22040 | καθοδικός | , ή, ό κα-θο-δι-κός επίθ. ΑΝΤ. ανοδικός 1. (μτφ.) πτωτικός: Σε ~ή πορεία/τροχιά ο πληθωρισμός. Πβ. φθίνων.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αναθεώρηση (του ΑΕΠ/της ανάπτυξης)/τάση (της τιμής του πετρελαίου). ~ές: μετοχές. 2. που έχει κατεύθυνση, κίνηση προς τα κάτω: ~ός: άνεμος (= καταβατικός). ~ή: ροή. Το ~ό ρεύμα της λεωφόρου ... Πβ. κατιών. 3. ΦΥΣ. που σχετίζεται με την κάθοδο: ~ός: παλμογράφος. Το ~ό (= αρνητικό) ηλεκτρόδιο. ● επίρρ.: καθοδικά ● ΣΥΜΠΛ.: καθοδικές ακτίνες: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. δέσμη ηλεκτρονίων που εκπέμπεται από την κάθοδο λυχνίας κενού., καθοδική λυχνία & καθοδικός σωλήνας: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. σωλήνας κενού, στον οποίο παράγονται καθοδικές ακτίνες, που μεταφέρονται σε φθορίζουσα οθόνη, δημιουργώντας φωτεινές κουκκίδες, για τη δημιουργία εικόνας. Βλ. οθόνη υγρών κρυστάλλων. [< αγγλ. cathode-ray tube] , καθοδική προστασία: ΜΕΤΑΛΛ. ηλεκτροχημική τεχνική προστασίας μετάλλου από τη διάβρωση. Βλ. ανοδική προστασία. [< αγγλ. cathodic protection, 1930] [< 1,2: γαλλ. descendant 3: γαλλ. cathodique, αγγλ. cathodic] | |
| 22041 | κάθοδος | κά-θο-δος ουσ. (θηλ.) {καθόδ-ου} 1. κίνηση προς χαμηλότερο ή νοτιότερο σημείο, προς το κέντρο της πόλης ή τα παράλια: ~ από το βουνό/στο φαράγγι με σχοινιά (= καταρρίχηση). Πβ. κατάβαση, κατέβασμα.|| (σε σταθμό:) ~ από το τρένο. Αποβάθρα ~ου. ΣΥΝ. αποβίβαση.|| Ράμπα ~ου. (συνεκδ., σκάλα:) ~ ελικοειδούς μορφής.|| (λογοτ.) ~ στον Άδη.|| Μαζική ~. (ΙΣΤ.) Η ~ των Δωριέων.|| Η κυκλοφορία στο ρεύμα (της) ~ου (: προς το κέντρο ή τα νότια). Αυτός ο δρόμος είναι μόνο ~ (βλ. μονόδρομος).|| (ΙΑΤΡ.) ~ των όρχεων στο όσχεο (: την 28η-32η εβδομάδα της κύησης· βλ. κρυψορχία). ~ της μήτρας (= πρόπτωση). ΑΝΤ. άνοδος (2) 2. (μτφ.) ενεργητική συμμετοχή σε εκλογικό αγώνα ή άλλη κινητοποίηση: αυτόνομη ~ του κόμματος. Κοινή ~. Πβ. εξόρμηση.|| ~ σε απεργία. ~ των αγροτών/τρακτέρ στους δρόμους. 3. (μτφ.) μείωση, πτώση: ~ της θερμοκρασίας/των τιμών. Απότομη ~ στο χρηματιστήριο (βλ. κραχ).|| ~ της στάθμης του νερού. ΑΝΤ. άνοδος (1) 4. ΦΥΣ. το αρνητικό ηλεκτρόδιο, το οποίο έλκει τα κατιόντα: ~ κεραίας. Το δυναμικό της ~ου. Καλώδιο ~ου. Λαμπτήρες/λυχνίες φθορισμού θερμής/ψυχρής ~ου. ΑΝΤ. άνοδος (4) ● κάθοδοι (οι): ΝΑΥΤ. ανοίγματα στο κατάστρωμα πλοίου που οδηγούν στο αμπάρι. ● ΦΡ.: η εις Άδου κάθοδος βλ. Άδης [< 1-3: αρχ. κάθοδος, γαλλ. descente 4: γαλλ.-αγγλ. cathode] | |
| 22042 | καθοίκι | βλ. καθίκι | |
| 22043 | καθολικά | κα-θο-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. ΓΛΩΣΣ. χαρακτηριστικά (φωνολογικά, μορφολογικά, σημασιολογικά, συντακτικά) κοινά σε όλες τις φυσικές γλώσσες. Βλ. γλωσσική ικανότητα. 2. ΦΙΛΟΣ. γενικές έννοιες. [< 1: αγγλ. universals, 1948, 2: γερμ. Universalien] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ