Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22800-22820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22044καθολίκευσηκα-θο-λί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γενίκευση: ~ των συμπερασμάτων. Βλ. εξειδίκευση. [< γαλλ. généralisation]
22045καθολικεύωκα-θο-λι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): γενικεύω: Αντίδραση/νοοτροπία που ~εται. Βλ. εξειδικεύω. [< γαλλ. généraliser]
22046καθολικισμόςκα-θο-λι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΘΡΗΣΚ. το σύνολο των απόψεων, θέσεων και πρακτικών της καθολικής Εκκλησίας οι οποίες εμπνέονται από τη σχετική διδασκαλία: διαφορές Ορθοδοξίας/Προτεσταντισμού και ~ού. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. λατινισμός (2), παπισμός, ρωμαιοκαθολικισμός [< γαλλ. catholicisme]
22047καθολικόκα-θο-λι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ο κεντρικός ναός μοναστηριού· (σε εκκλησία) ο κυρίως ναός: αγιορείτικα ~ά. Εσπερινός στο ~ της Ιεράς Μονής ... 2. ΛΟΓΙΣΤ. βιβλίο λογαριασμών: αναλυτικό/γενικό ~. ~ αποθήκης/εξόδων/εσόδων. Διαχείριση ~ού πωλήσεων. [< 1: μεσν. καθολικόν 2: μτγν. καθολικός 'επόπτης λογαριασμών', γαλλ. grand livre]
22048καθολικός, ή, ό κα-θο-λι-κός επίθ. 1. που αφορά όλους συνολικά και χωρίς εξαίρεση, που είναι κοινός στους πάντες: ~ή: αντίδραση/απεργία/αποχή/επιδοκιμασία/πρόσβαση/προσπάθεια/συμμετοχή/συναίνεση/υποστήριξη. ~ό: αίτημα/σύστημα (ασφαλείας). ~ές: αξίες/αρχές. ~ά: δικαιώματα/κριτήρια. Γεγονός ~ής σημασίας. Μέτρο με ~ή ισχύ. Θέματα ~ού ενδιαφέροντος. Γνώμη με ~ό κύρος. Έτυχε ~ής αναγνώρισης/αποδοχής. Πβ. γεν-, συλλογ-, συνολ-, οικουμεν-ικός. Βλ. ειδ-, μερ-ικός.|| (ΦΙΛΟΣ.-ΓΛΩΣΣ.) ~ή: γλώσσα. ~οί: όροι (ΑΝΤ. επιμέρους). ~ές: αλήθειες/έννοιες/προτάσεις. ~ά: χαρακτηριστικά (= καθολικά). Η Φιλοσοφία ως ~ή επιστήμη.|| (ΜΑΘ.) ~ή: μεταβλητή. ~ό: σύνολο. 2. που επεκτείνεται σε όλους τους τομείς· ολοκληρωτικός, πλήρης: ~ός: έλεγχος. ~ή: (ΙΑΤΡ.) αμνησία (: αφορά και παλαιότερα και πρόσφατα γεγονότα)/απαγόρευση (του καπνίσματος)/διαφωνία/επικράτηση (= απόλυτη)/ήττα/θεώρηση (ενός φαινομένου)/κρίση (του πολιτισμού)/ρήξη/υπεροχή.|| ~ή: παιδεία (βλ. ουμανισμός). Άνθρωπος πολυμαθής, ~ό πνεύμα της εποχής του (βλ. πανεπιστήμων, παντογνώστης). 3. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) που σχετίζεται με τον καθολικισμό: ~ός: ιερέας (βλ. αβάς)/ναός. ~ή: ιεραρχία. ~ό: δόγμα/μοναστήρι (βλ. αβαείο)/σχολείο. Η ~ή Εκκλησία. Βλ. ορθόδοξος, προτεσταντικός. ΣΥΝ. ρωμαιοκαθολικός ● Ουσ.: καθολικός, καθολική & (προφ.) καθολικιά (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): χριστιανός που είναι μέλος της καθολικής Εκκλησίας: το Πάσχα των ~ών. Βλ. ορθόδοξος, προτεστάντης. ● επίρρ.: καθολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αποδεκτός. ● ΣΥΜΠΛ.: καθολική υπηρεσία: έννοια που αναπτύχθηκε από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ως στόχο να εξασφαλίσει την παροχή υψηλής ποιότητας τηλεπικοινωνιακών και ταχυδρομικών υπηρεσιών σε όλους τους κατοίκους κάθε κράτους-μέλους, χωρίς διακρίσεις και σε προσιτή τιμή., καθολική γραμματική βλ. γραμματική, καθολική ψηφοφορία βλ. ψηφοφορία [< 1,2: αρχ.-μτγν. καθολικός, γαλλ. universel 3: μεσν. καθολικός]
22049καθολικότητακα-θο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του καθολικού: η ~ της ψήφου. Η ~ της γλώσσας της μουσικής/του θρησκευτικού φαινομένου (πβ. οικουμενικ-, παγκοσμι-ότητα). Πβ. γενικ-, συλλογικ-, συνολικ-ότητα. Βλ. μερικότητα. [< πβ. μτγν. καθολικότης ‘επίβλεψη, εποπτεία’, γαλλ. universalité]
22050καθόλουκα-θό-λου επίρρ. 1. (για δήλωση απόλυτης άρνησης) ούτε στο ελάχιστο: (σε αρνητ. πρόταση) Δεν είμαι ~ καλά. Δεν μιλήσαμε ~. Δεν είναι ~ (= διόλου) τυχαίο ότι ... ~ δεν (= ουδόλως) με ανησυχεί τι θα γίνει.|| (ως αρνητ. μονολεκτική απάντηση) -Ανησυχείς; -~!|| Προϊόντα με μικρή ή ~ περιεκτικότητα σε ... 2. (ερωτημ.) έστω και λίγο, κάπως: Πώς μπορεί να μη σκέφτεται ~ το μέλλον; Σου έλειψα ~; Μα δεν προσέχετε ~; 3. {ως επίθ.} (λόγ.) γενικός, καθολικός, συνολικός: η ~ πλειοψηφία του πρώτου κόμματος. Πβ. εν γένει. ● ΦΡ.: καθόλου μα καθόλου (προφ.-επιτατ.): Δεν είναι ~ ~ αστείο! [< 1,2: μεσν. καθόλου 3: αρχ. καθ' ὅλου]
22051κάθομαικά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {κάθ-ισα (σπάν. -ησα) κ. (προφ.) έκατσα (προστ. κάθισε κ. προφ. κάτσε), -ίσω κ. (προφ.) κάτσω, καθισμένος (λόγ.) καθήμενος} 1. δίνω στο σώμα μου τέτοια θέση, ώστε το βάρος του να στηρίζεται στους γλουτούς, συνήθ. με τον κορμό κάθετα στους μηρούς: ~ισε στον καναπέ/στην καρέκλα/στο κρεβάτι/στο πάτωμα/στο χαλί. ~ισαν στο τραπέζι για να φάνε (: ενν. σε καθίσματα γύρω από αυτό). Δεν βρήκα πουθενά να κάτσω. Βλ. ανα~, καθίζω, παρα~.|| (προφ.) Κάτσε κάτω (: μην είσαι όρθιος)! Έλα κάθισε/κάτσε κοντά μου! Kαθίστε, παρακαλώ!|| (προφ., πριν ανακοινώσει κάποιος κάτι συνταρακτικό) ~εσαι; Γιατί έχω κάτι φοβερό να σου πω!|| ~ ανακούρκουδα/καταγής/οκλαδόν/σταυροπόδι. Καθισμένος στα γόνατα.|| (σε κατάστημα) ~εται στο ταμείο (: εισπράττει τα χρήματα). 2. στέκομαι: ~ όρθιος. ~όταν στο παράθυρο. Έκατσα στην άκρη και περίμενα. 3. (προφ.) κατοικώ, μένω: ~εται στην οδό .../στην πόλη/στο εξωτερικό. Τώρα ~όμαστε σε άλλη γειτονιά. ~ονται σε διαμέρισμα/μονοκατοικία. Πβ. διαμένω.|| ~εται πολλές ώρες στη δουλειά. Θα κάτσω μέσα (: ενν. στο σπίτι), δεν θα βγω. Πόσες μέρες θα ~ίσεις στο νησί; Θα κάτσουμε κι άλλο ή θα φύγουμε; ~ισε καιρό στην εξουσία/στο νοσοκομείο. Πβ. παραμένω. 4. (προφ.) βρίσκομαι σε συγκεκριμένη κατάσταση: Κάτσε ήσυχα/φρόνιμος!|| ~εται με τις ώρες μπροστά στην τηλεόραση.|| (εμφατ., + και/να) Τι ~εσαι και ασχολείσαι/δίνεις σημασία/κλαις/κοιτάς/στενοχωριέσαι; Κάτσε και πες τα μου όλα! Ας κάτσουμε να μιλήσουμε! 5. (προφ.) ανέχομαι: ~εσαι και σε προσβάλλουν; Δεν θα κάτσω να με κλέψει κι από πάνω!|| (για παιδί) Δεν ~εται (= δέχεται) να το ταΐσω (: αντιδρά, αντιστέκεται)! 6. (προφ.) αδρανώ, τεμπελιάζω: Tι ~εσαι και δεν βοηθάς; Όλη τη μέρα ~εται (= δεν ασχολείται με τίποτα, δεν εργάζεται). Μην ~εσαι (= μην μένεις άπρακτος), κουνήσου!|| Εδώ γίνεται χαμός κι εσύ ~εσαι;κάθεται {συνήθ. στο θ. του αορίστου} (μτφ.-προφ.) 1. υφίσταται καθίζηση, κατακάθεται: ~ισε ο δρόμος (/η άσφαλτος)/το κέικ (= δεν φούσκωσε)/το λάστιχο (= έσκασε)/το πάτωμα (= βούλιαξε)/η σκόνη. 2. πέφτει σε απόδοση: Η ομάδα ~ισε αδικαιολόγητα και οι αντίπαλοι μείωσαν το σκορ. Η αγορά έχει ~ίσει., κάτσε/κάθισε (+ να, προφ.): περίμενε, στάσου: ~ να δεις τι θα γίνει σε λίγο! ~ να σιγουρευτούμε πρώτα και μετά βλέπουμε! ● ΦΡ.: (μου) έκατσε (προφ.): είχε θετική ή επιθυμητή εξέλιξη· έτυχε: Ήθελα να πάω στη συναυλία, αλλά δεν μου 'κατσε. Της ~ μια καλή δουλειά. Αν μου κάτσει το λαχείο, θα ..., εκεί που καθόμουν ... (σε αφήγηση): για κάτι ξαφνικό που επακολούθησε: ~ ~ κι έβλεπα τηλεόραση/ωραία και καλά, χτυπάει το τηλέφωνο!, κάτσε καλά! (προφ.): ως απειλή, προειδοποίηση ή επίκριση: (Για) ~ ~ μη σου αστράψω καμία/που θες και ...! ~ ~ και μην ξανοίγεσαι, γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι!, κι ακόμα κάθεσαι/και κάθεσαι ακόμα; (προφ., ως έντονη προτροπή): μη διστάζεις, τρέχα, βιάσου: Ζήτησε να σε δει ~ ~;, μου 'κατσε/μου την έκατσε να ... (προφ.): μου μπήκε η ιδέα: Του ~ να φάει παγωτό!, μου την έκατσε (αργκό): με εξαπάτησε, με κορόιδεψε· μου την έφερε., όχι (που) θα/σιγά μην κάτσω να (σκάσω) (προφ.): ως δήλωση αδιαφορίας: ~ ~ ν' ασχοληθώ/να στενοχωρηθώ! Σιγά μην κάτσω να σκάσω, ας γίνει ό,τι γίνει (= δεν δίνω δεκάρα τσακιστή, δεν μου καίγεται καρφί, σκασίλα μου)!, την κάτσαμε (τη βάρκα) (αργκό): βρίσκομαι σε δεινή θέση: Αν μας πιάσουν, ~ ~ (= τη βάψαμε, την κάναμε από κούπες, την πατήσαμε)!, του κάθισε (αργκό): για γυναίκα που αποδέχτηκε τις ερωτικές προτάσεις κάποιου, ενέδωσε., δεν κάθεται/δεν στέκεται σε χλωρό κλαρί βλ. χλωρός, καθίζω κάποιον/κάθομαι στο σκαμνί βλ. σκαμνί, κάθομαι (πάνω) σε/σ' αναμμένα κάρβουνα βλ. κάρβουνο, κάθομαι σαν (την) κότα βλ. κότα, κάθομαι στ' αβγά μου βλ. αβγό & αυγό, κάθομαι στα θρανία βλ. θρανίο, κάθομαι στη γωνιά μου βλ. γωνιά, κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις βλ. δάσκαλος, δασκάλα, μου κάθεται/μου στέκεται στο(ν) λαιμό/στο στομάχι βλ. λαιμός, πριονίζω το κλαδί (πάνω) στο οποίο κάθεται (κάποιος)/την καρέκλα (κάποιου) βλ. κλαδί, σήκω εσύ, να κάτσω εγώ βλ. σηκώνω, σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε βλ. σηκώνω, στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! βλ. στέκομαι, στον λαιμό να σου (/του ...) κάτσει! βλ. λαιμός, του έχει καθίσει στον σβέρκο βλ. σβέρκος, τρία πουλάκια κάθονται/κάθονταν βλ. πουλάκι [< μεσν. κάθομαι]
22052καθομιλουμένηκα-θο-μι-λου-μέ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η γλώσσα που χρησιμοποιείται στον προφορικό λόγο, συνήθ. σε αντιδιαστολή με τη λόγια και την καθαρεύουσα: λέξεις της ~ης. Κείμενα γραμμένα στην ~. Πβ. δημοτική, Κοινή Νεοελληνική. Βλ. αργκό. [< μτγν. καθομιλουμένη, γαλλ. langue commune]
22053καθομολόγησηκα-θο-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ορκωμοσία· συνεκδ. το χαρτί στο οποίο αναγράφεται το κείμενο του όρκου: ~ αποφοίτων/πτυχιούχων. 2. (σπάν.) δημόσια αποδοχή, ομολογία: θρησκευτική ~. [< γαλλ. profession]
22054καθομολογώ[καθομολογῶ] κα-θο-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {στον ενεστ.} (επίσ.): ομολογώ, παραδέχομαι χωρίς καμία επιφύλαξη: ~είται η ανάγκη επίλυσης του προβλήματος.|| Ο υποψήφιος διδάκτορας ~εί (= διαβάζει) τον όρκο ενώπιον του πρυτάνεως. [< αρχ. καθομολογῶ, γαλλ. professer]
22055καθορίζωκα-θο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {καθόρι-σε, καθορί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, καθορίζ-οντας} 1. ορίζω, προσδιορίζω με ακρίβεια: Τα θέματα συζήτησης θα ~στούν κατόπιν συμφωνίας. Η ημερομηνία των εξετάσεων ~στηκε για το τέλος του μήνα. ~στηκαν οι ανάγκες/στόχοι. ~σμένες: ιδιότητες/παράμετροι. Βλ. (επ)ανα~, προ~. 2. διαμορφώνω, επηρεάζω: Εμείς οι ίδιοι ~ουμε το μέλλον/τη μοίρα/την τύχη μας. Παράγοντες που ~σαν τη μετέπειτα δράση/στάση του (πβ. κρίνω, υπαγορεύω). Προσωπικότητες που έχουν ~σει (= σημαδέψει, σφραγίσει) τη σύγχρονη ιστορία. [< μτγν. καθορίζω, γαλλ. déterminer]
22056καθορισμένος, η, ο κα-θο-ρι-σμέ-νος επίθ.: που έχει καθοριστεί· συγκεκριμένος, ορισμένος: ~η: διαδρομή/ημερομηνία/τιμή. ~ο: ποσό/πρόγραμμα. ~οι: ρόλοι. ~ες: αρμοδιότητες/συνθήκες/σχέσεις. ~α: σύνορα. Σε ~ο χρόνο και χώρο. Σώματα με ~ο όγκο και σχήμα (= στερεά). Μη ~η διαδικασία. Αποστολή ~ης διάρκειας. Μελέτη με ~ο αντικείμενο. Αυστηρά/ελλιπώς/επακριβώς/πλήρως/σαφώς ~οι στόχοι. Βάσει ~ων κριτηρίων. Εναρμόνιση με τα διεθνώς ~α πρότυπα. Ο αριθμός των θέσεων είναι ~. Πβ. στάνταρ, φιξ. ΑΝΤ. ακαθόριστος [< μεσν. καθωρισμένος, γαλλ. déterminé]
22057καθορισμόςκα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): προσδιορισμός, ορισμός: ακριβής/σαφής ~ της αμοιβής/των ανωτάτων ορίων/της εξεταστέας ύλης/των καθηκόντων/των κανόνων (πβ. διαμόρφωση). ~ αιγιαλού-παραλίας (πβ. οριοθέτηση). Βλ. ανα~, αυτο~, ετερο~, προ~, φυλο~. [< γαλλ. détermination]
22058καθοριστήςκα-θο-ρι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο ή παράγοντας που καθορίζει κάτι: ~ των εξελίξεων/της οικονομίας. Πβ. ρυθμιστής. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιγονικός καθοριστής: ΒΙΟΧ. το δομικό συνθετικό στο μόριο αντιγόνου που είναι υπεύθυνο για την αλληλεπίδρασή του με τα μόρια του αντισώματος. ΣΥΝ. επίτοπος [< αγγλ. antigenic determinant]
22059καθοριστικός, ή, ό κα-θο-ρι-στι-κός επίθ.: που διαμορφώνει, επηρεάζει κάτι με καταλυτικό συνήθ. τρόπο: ~ός: αγώνας/ρόλος. ~ή: αλλαγή/μάχη/νίκη/παρέμβαση/παρουσία. ~ό: αποτέλεσμα. ~ές: επιλογές/κινήσεις. Γεγονός ~ής σημασίας. Εβδομάδα ~ών εξελίξεων. Η συμβολή του υπήρξε ~ή. Η μόρφωση αποτελεί ~ό παράγοντα για την πορεία της ζωής κάθε ατόμου. Πβ. κρίσ-, πολύτ-ιμος, σημαντικός, σπουδαίος. ΣΥΝ. αποφασιστικός (1) ● επίρρ.: καθοριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. καθοριστικός, γαλλ. déterminant]
22060καθοσίωσηκα-θο-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): αφιέρωση: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) κέρατα ~ώσεως. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: έγκλημα καθοσιώσεως/καθοσίωσης 1. (μτφ.) σοβαρότατο παράπτωμα: ~ ~ κατά της δημοκρατίας. 2. ΝΟΜ. εσχάτη προδοσία. [< μτγν. καθοσίωσις]
22061καθόσονκα-θό-σον επίρρ. & καθ' όσον (λόγ.) 1. σύμφωνα με όσα, απ' όσα: ~ γνωρίζουμε, ... 2. (ως σύνδ.) εφόσον: ~ δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, αποφασίστηκε η διακοπή της μεταξύ μας συνεργασίας. ● ΦΡ.: όσον/σε ό,τι/καθόσον αφορά ... βλ. αφορά [< αρχ. φρ. καθ' ὅσον, γαλλ. en tant que]
22062καθότικα-θό-τι σύνδ. & καθ' ότι (λόγ.): γιατί, επειδή: Δεν βρέθηκε λύση, ~ υπήρξαν διαφωνίες. || (ειρων.-χιουμορ.) ~ άσχετος, θα ήθελα να ρωτήσω ... ΣΥΝ. διότι [< αρχ. φρ. καθ΄ ὅτι, γαλλ. en tant que]
22063καθούμενος, η, ο κα-θού-με-νος επίθ.: που κάθεται. Πβ. καθήμενος, καθισμένος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: στα καλά καθούμενα/του καθουμένου & των καθουμένων (προφ.): για κάτι που συμβαίνει αναπάντεχα και προκαλεί συνήθ. δυσάρεστη έκπληξη, έτσι ξαφνικά: Μα, πώς χάλασε (έτσι) ~ ~;

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.