| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22035 | καθό & καθ' ο | κα-θό & καθ' ο επίρρ. (αρχαιοπρ.) 1. επειδή είναι: Υπάκουσε, ~ νεότερος και άπειρος. ΣΥΝ. καθότι 2. κατά τη διάρκεια του οποίου, σύμφωνα με το οποίο: Το έτος ~ ελήφθη η απόφαση ... [< αρχ. καθ' ὃ] | |
| 22036 | καθοδήγηση | κα-θο-δή-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) το σύνολο των ενεργειών (συμβουλές, υποδείξεις) στις οποίες προβαίνει κάποιος, προκειμένου να βοηθήσει ένα πρόσωπο να επιτύχει τον στόχο του: ~ μιας ομάδας. ~ βήμα προς βήμα. Έλλειψη/υπηρεσίες ~ης. Κάτω από/υπό τη γενική ~ και επίβλεψη του ... Τους παρείχε/πρόσφερε επαγγελματική/επιστημονική/παιδαγωγική/πνευματική/πολιτική/προπονητική/τεχνική/ψυχολογική ~ (= τους καθοδήγησε). Πβ. δασκάλεμα. Βλ. ετεροκαθορισμός, πατρονάρισμα, χειραγώγηση. 2. παροχή κατευθυντήριων οδηγιών σε κάποιον σχετικά με την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει: φωνητική ~ (βλ. τζι πι ες). Συστήματα ~ης αεροσκαφών (βλ. πλοήγηση)/πυραύλων (: με ραντάρ). (σε αυτοκινητόδρομο:) Λωρίδες ~ης (πβ. διαγράμμιση). Βλ. τηλε~. [< 2: μτγν. καθοδήγησις, γαλλ. guidage] | |
| 22037 | καθοδηγητής | κα-θο-δη-γη-τής ουσ. (αρσ.) {θηλ. καθοδηγήτρια}: πρόσωπο που καθοδηγεί: ιδεολογικός/πνευματικός (βλ. πνευματικός πατέρας)/πολιτικός ~ (= ινστρούχτορας). Εμπνευστής και ~ του κινήματος. Δάσκαλος και ~ (= μέντορας, συμβουλάτορας· βλ. πυγμαλίων). Σε ρόλο ~ή (βλ. συντονιστής).|| (ως επίθ.) ~τρια δύναμη. | |
| 22038 | καθοδηγητικός | , ή, ό κα-θο-δη-γη-τι-κός επίθ.: που καθοδηγεί: ~ός: ρόλος. ~ή: εμπειρία/λειτουργία. ~ό: στέλεχος. ~ές: αρχές (= κατευθυντήριες)/ερωτήσεις. ~ά: πρότυπα. Το ανώτατο ~ό όργανο ενός κόμματος. Πβ. συμβουλευτ-, συντονιστ-, υποστηρικτ-ικός.|| ~ές: πινακίδες (βλ. οδικός). | |
| 22039 | καθοδηγώ | [καθοδηγῶ] κα-θο-δη-γώ ρ. (μτβ.) {καθοδηγ-είς ... | καθοδήγ-ησα, -ήσω, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθώ, -ώντας, -ούμενος} 1. (μτφ.) συμβουλεύω, υποδεικνύω σε κάποιον τον σωστό τρόπο δράσης, για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού: ~εί: τις εξελίξεις. Τον ~ησε (= βοήθησε) στις εργασίες του/(στο) να κατανοήσει τις καινούργιες έννοιες. ~ησε (= συντόνισε) τη συζήτηση με ερωτήσεις. Πβ. δασκαλεύω, νουθετώ. Βλ. διευκολύνω.|| ~είται (= παρακινείται) από τη λογική/τα συναισθήματά του. ~ούνται (= υποκινούνται) από μικροκομματικά συμφέροντα.|| (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ούμενος: διάλογος (= κατευθυνόμενος). ~ούμενη: διδασκαλία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ούμενη: αναζήτηση. 2. δίνω σε κάποιον ή κάτι οδηγίες για την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει· κατευθύνω: Το τζι πι ες σας ~εί (= δείχνει τον δρόμο) με φωνητικές και οπτικές οδηγίες (πβ. κατατοπίζω). [< μτγν. καθοδηγῶ, γαλλ. guider] | |
| 22040 | καθοδικός | , ή, ό κα-θο-δι-κός επίθ. ΑΝΤ. ανοδικός 1. (μτφ.) πτωτικός: Σε ~ή πορεία/τροχιά ο πληθωρισμός. Πβ. φθίνων.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αναθεώρηση (του ΑΕΠ/της ανάπτυξης)/τάση (της τιμής του πετρελαίου). ~ές: μετοχές. 2. που έχει κατεύθυνση, κίνηση προς τα κάτω: ~ός: άνεμος (= καταβατικός). ~ή: ροή. Το ~ό ρεύμα της λεωφόρου ... Πβ. κατιών. 3. ΦΥΣ. που σχετίζεται με την κάθοδο: ~ός: παλμογράφος. Το ~ό (= αρνητικό) ηλεκτρόδιο. ● επίρρ.: καθοδικά ● ΣΥΜΠΛ.: καθοδικές ακτίνες: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. δέσμη ηλεκτρονίων που εκπέμπεται από την κάθοδο λυχνίας κενού., καθοδική λυχνία & καθοδικός σωλήνας: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. σωλήνας κενού, στον οποίο παράγονται καθοδικές ακτίνες, που μεταφέρονται σε φθορίζουσα οθόνη, δημιουργώντας φωτεινές κουκκίδες, για τη δημιουργία εικόνας. Βλ. οθόνη υγρών κρυστάλλων. [< αγγλ. cathode-ray tube] , καθοδική προστασία: ΜΕΤΑΛΛ. ηλεκτροχημική τεχνική προστασίας μετάλλου από τη διάβρωση. Βλ. ανοδική προστασία. [< αγγλ. cathodic protection, 1930] [< 1,2: γαλλ. descendant 3: γαλλ. cathodique, αγγλ. cathodic] | |
| 22041 | κάθοδος | κά-θο-δος ουσ. (θηλ.) {καθόδ-ου} 1. κίνηση προς χαμηλότερο ή νοτιότερο σημείο, προς το κέντρο της πόλης ή τα παράλια: ~ από το βουνό/στο φαράγγι με σχοινιά (= καταρρίχηση). Πβ. κατάβαση, κατέβασμα.|| (σε σταθμό:) ~ από το τρένο. Αποβάθρα ~ου. ΣΥΝ. αποβίβαση.|| Ράμπα ~ου. (συνεκδ., σκάλα:) ~ ελικοειδούς μορφής.|| (λογοτ.) ~ στον Άδη.|| Μαζική ~. (ΙΣΤ.) Η ~ των Δωριέων.|| Η κυκλοφορία στο ρεύμα (της) ~ου (: προς το κέντρο ή τα νότια). Αυτός ο δρόμος είναι μόνο ~ (βλ. μονόδρομος).|| (ΙΑΤΡ.) ~ των όρχεων στο όσχεο (: την 28η-32η εβδομάδα της κύησης· βλ. κρυψορχία). ~ της μήτρας (= πρόπτωση). ΑΝΤ. άνοδος (2) 2. (μτφ.) ενεργητική συμμετοχή σε εκλογικό αγώνα ή άλλη κινητοποίηση: αυτόνομη ~ του κόμματος. Κοινή ~. Πβ. εξόρμηση.|| ~ σε απεργία. ~ των αγροτών/τρακτέρ στους δρόμους. 3. (μτφ.) μείωση, πτώση: ~ της θερμοκρασίας/των τιμών. Απότομη ~ στο χρηματιστήριο (βλ. κραχ).|| ~ της στάθμης του νερού. ΑΝΤ. άνοδος (1) 4. ΦΥΣ. το αρνητικό ηλεκτρόδιο, το οποίο έλκει τα κατιόντα: ~ κεραίας. Το δυναμικό της ~ου. Καλώδιο ~ου. Λαμπτήρες/λυχνίες φθορισμού θερμής/ψυχρής ~ου. ΑΝΤ. άνοδος (4) ● κάθοδοι (οι): ΝΑΥΤ. ανοίγματα στο κατάστρωμα πλοίου που οδηγούν στο αμπάρι. ● ΦΡ.: η εις Άδου κάθοδος βλ. Άδης [< 1-3: αρχ. κάθοδος, γαλλ. descente 4: γαλλ.-αγγλ. cathode] | |
| 22042 | καθοίκι | βλ. καθίκι | |
| 22043 | καθολικά | κα-θο-λι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) 1. ΓΛΩΣΣ. χαρακτηριστικά (φωνολογικά, μορφολογικά, σημασιολογικά, συντακτικά) κοινά σε όλες τις φυσικές γλώσσες. Βλ. γλωσσική ικανότητα. 2. ΦΙΛΟΣ. γενικές έννοιες. [< 1: αγγλ. universals, 1948, 2: γερμ. Universalien] | |
| 22044 | καθολίκευση | κα-θο-λί-κευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): γενίκευση: ~ των συμπερασμάτων. Βλ. εξειδίκευση. [< γαλλ. généralisation] | |
| 22045 | καθολικεύω | κα-θο-λι-κεύ-ω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): γενικεύω: Αντίδραση/νοοτροπία που ~εται. Βλ. εξειδικεύω. [< γαλλ. généraliser] | |
| 22046 | καθολικισμός | κα-θο-λι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): ΘΡΗΣΚ. το σύνολο των απόψεων, θέσεων και πρακτικών της καθολικής Εκκλησίας οι οποίες εμπνέονται από τη σχετική διδασκαλία: διαφορές Ορθοδοξίας/Προτεσταντισμού και ~ού. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. λατινισμός (2), παπισμός, ρωμαιοκαθολικισμός [< γαλλ. catholicisme] | |
| 22047 | καθολικό | κα-θο-λι-κό ουσ. (ουδ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ο κεντρικός ναός μοναστηριού· (σε εκκλησία) ο κυρίως ναός: αγιορείτικα ~ά. Εσπερινός στο ~ της Ιεράς Μονής ... 2. ΛΟΓΙΣΤ. βιβλίο λογαριασμών: αναλυτικό/γενικό ~. ~ αποθήκης/εξόδων/εσόδων. Διαχείριση ~ού πωλήσεων. [< 1: μεσν. καθολικόν 2: μτγν. καθολικός 'επόπτης λογαριασμών', γαλλ. grand livre] | |
| 22048 | καθολικός | , ή, ό κα-θο-λι-κός επίθ. 1. που αφορά όλους συνολικά και χωρίς εξαίρεση, που είναι κοινός στους πάντες: ~ή: αντίδραση/απεργία/αποχή/επιδοκιμασία/πρόσβαση/προσπάθεια/συμμετοχή/συναίνεση/υποστήριξη. ~ό: αίτημα/σύστημα (ασφαλείας). ~ές: αξίες/αρχές. ~ά: δικαιώματα/κριτήρια. Γεγονός ~ής σημασίας. Μέτρο με ~ή ισχύ. Θέματα ~ού ενδιαφέροντος. Γνώμη με ~ό κύρος. Έτυχε ~ής αναγνώρισης/αποδοχής. Πβ. γεν-, συλλογ-, συνολ-, οικουμεν-ικός. Βλ. ειδ-, μερ-ικός.|| (ΦΙΛΟΣ.-ΓΛΩΣΣ.) ~ή: γλώσσα. ~οί: όροι (ΑΝΤ. επιμέρους). ~ές: αλήθειες/έννοιες/προτάσεις. ~ά: χαρακτηριστικά (= καθολικά). Η Φιλοσοφία ως ~ή επιστήμη.|| (ΜΑΘ.) ~ή: μεταβλητή. ~ό: σύνολο. 2. που επεκτείνεται σε όλους τους τομείς· ολοκληρωτικός, πλήρης: ~ός: έλεγχος. ~ή: (ΙΑΤΡ.) αμνησία (: αφορά και παλαιότερα και πρόσφατα γεγονότα)/απαγόρευση (του καπνίσματος)/διαφωνία/επικράτηση (= απόλυτη)/ήττα/θεώρηση (ενός φαινομένου)/κρίση (του πολιτισμού)/ρήξη/υπεροχή.|| ~ή: παιδεία (βλ. ουμανισμός). Άνθρωπος πολυμαθής, ~ό πνεύμα της εποχής του (βλ. πανεπιστήμων, παντογνώστης). 3. ΘΡΗΣΚ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ) που σχετίζεται με τον καθολικισμό: ~ός: ιερέας (βλ. αβάς)/ναός. ~ή: ιεραρχία. ~ό: δόγμα/μοναστήρι (βλ. αβαείο)/σχολείο. Η ~ή Εκκλησία. Βλ. ορθόδοξος, προτεσταντικός. ΣΥΝ. ρωμαιοκαθολικός ● Ουσ.: καθολικός, καθολική & (προφ.) καθολικιά (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ): χριστιανός που είναι μέλος της καθολικής Εκκλησίας: το Πάσχα των ~ών. Βλ. ορθόδοξος, προτεστάντης. ● επίρρ.: καθολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αποδεκτός. ● ΣΥΜΠΛ.: καθολική υπηρεσία: έννοια που αναπτύχθηκε από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ως στόχο να εξασφαλίσει την παροχή υψηλής ποιότητας τηλεπικοινωνιακών και ταχυδρομικών υπηρεσιών σε όλους τους κατοίκους κάθε κράτους-μέλους, χωρίς διακρίσεις και σε προσιτή τιμή., καθολική γραμματική βλ. γραμματική, καθολική ψηφοφορία βλ. ψηφοφορία [< 1,2: αρχ.-μτγν. καθολικός, γαλλ. universel 3: μεσν. καθολικός] | |
| 22049 | καθολικότητα | κα-θο-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του καθολικού: η ~ της ψήφου. Η ~ της γλώσσας της μουσικής/του θρησκευτικού φαινομένου (πβ. οικουμενικ-, παγκοσμι-ότητα). Πβ. γενικ-, συλλογικ-, συνολικ-ότητα. Βλ. μερικότητα. [< πβ. μτγν. καθολικότης ‘επίβλεψη, εποπτεία’, γαλλ. universalité] | |
| 22050 | καθόλου | κα-θό-λου επίρρ. 1. (για δήλωση απόλυτης άρνησης) ούτε στο ελάχιστο: (σε αρνητ. πρόταση) Δεν είμαι ~ καλά. Δεν μιλήσαμε ~. Δεν είναι ~ (= διόλου) τυχαίο ότι ... ~ δεν (= ουδόλως) με ανησυχεί τι θα γίνει.|| (ως αρνητ. μονολεκτική απάντηση) -Ανησυχείς; -~!|| Προϊόντα με μικρή ή ~ περιεκτικότητα σε ... 2. (ερωτημ.) έστω και λίγο, κάπως: Πώς μπορεί να μη σκέφτεται ~ το μέλλον; Σου έλειψα ~; Μα δεν προσέχετε ~; 3. {ως επίθ.} (λόγ.) γενικός, καθολικός, συνολικός: η ~ πλειοψηφία του πρώτου κόμματος. Πβ. εν γένει. ● ΦΡ.: καθόλου μα καθόλου (προφ.-επιτατ.): Δεν είναι ~ ~ αστείο! [< 1,2: μεσν. καθόλου 3: αρχ. καθ' ὅλου] | |
| 22051 | κάθομαι | κά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {κάθ-ισα (σπάν. -ησα) κ. (προφ.) έκατσα (προστ. κάθισε κ. προφ. κάτσε), -ίσω κ. (προφ.) κάτσω, καθισμένος (λόγ.) καθήμενος} 1. δίνω στο σώμα μου τέτοια θέση, ώστε το βάρος του να στηρίζεται στους γλουτούς, συνήθ. με τον κορμό κάθετα στους μηρούς: ~ισε στον καναπέ/στην καρέκλα/στο κρεβάτι/στο πάτωμα/στο χαλί. ~ισαν στο τραπέζι για να φάνε (: ενν. σε καθίσματα γύρω από αυτό). Δεν βρήκα πουθενά να κάτσω. Βλ. ανα~, καθίζω, παρα~.|| (προφ.) Κάτσε κάτω (: μην είσαι όρθιος)! Έλα κάθισε/κάτσε κοντά μου! Kαθίστε, παρακαλώ!|| (προφ., πριν ανακοινώσει κάποιος κάτι συνταρακτικό) ~εσαι; Γιατί έχω κάτι φοβερό να σου πω!|| ~ ανακούρκουδα/καταγής/οκλαδόν/σταυροπόδι. Καθισμένος στα γόνατα.|| (σε κατάστημα) ~εται στο ταμείο (: εισπράττει τα χρήματα). 2. στέκομαι: ~ όρθιος. ~όταν στο παράθυρο. Έκατσα στην άκρη και περίμενα. 3. (προφ.) κατοικώ, μένω: ~εται στην οδό .../στην πόλη/στο εξωτερικό. Τώρα ~όμαστε σε άλλη γειτονιά. ~ονται σε διαμέρισμα/μονοκατοικία. Πβ. διαμένω.|| ~εται πολλές ώρες στη δουλειά. Θα κάτσω μέσα (: ενν. στο σπίτι), δεν θα βγω. Πόσες μέρες θα ~ίσεις στο νησί; Θα κάτσουμε κι άλλο ή θα φύγουμε; ~ισε καιρό στην εξουσία/στο νοσοκομείο. Πβ. παραμένω. 4. (προφ.) βρίσκομαι σε συγκεκριμένη κατάσταση: Κάτσε ήσυχα/φρόνιμος!|| ~εται με τις ώρες μπροστά στην τηλεόραση.|| (εμφατ., + και/να) Τι ~εσαι και ασχολείσαι/δίνεις σημασία/κλαις/κοιτάς/στενοχωριέσαι; Κάτσε και πες τα μου όλα! Ας κάτσουμε να μιλήσουμε! 5. (προφ.) ανέχομαι: ~εσαι και σε προσβάλλουν; Δεν θα κάτσω να με κλέψει κι από πάνω!|| (για παιδί) Δεν ~εται (= δέχεται) να το ταΐσω (: αντιδρά, αντιστέκεται)! 6. (προφ.) αδρανώ, τεμπελιάζω: Tι ~εσαι και δεν βοηθάς; Όλη τη μέρα ~εται (= δεν ασχολείται με τίποτα, δεν εργάζεται). Μην ~εσαι (= μην μένεις άπρακτος), κουνήσου!|| Εδώ γίνεται χαμός κι εσύ ~εσαι; ● κάθεται {συνήθ. στο θ. του αορίστου} (μτφ.-προφ.) 1. υφίσταται καθίζηση, κατακάθεται: ~ισε ο δρόμος (/η άσφαλτος)/το κέικ (= δεν φούσκωσε)/το λάστιχο (= έσκασε)/το πάτωμα (= βούλιαξε)/η σκόνη. 2. πέφτει σε απόδοση: Η ομάδα ~ισε αδικαιολόγητα και οι αντίπαλοι μείωσαν το σκορ. Η αγορά έχει ~ίσει., κάτσε/κάθισε (+ να, προφ.): περίμενε, στάσου: ~ να δεις τι θα γίνει σε λίγο! ~ να σιγουρευτούμε πρώτα και μετά βλέπουμε! ● ΦΡ.: (μου) έκατσε (προφ.): είχε θετική ή επιθυμητή εξέλιξη· έτυχε: Ήθελα να πάω στη συναυλία, αλλά δεν μου 'κατσε. Της ~ μια καλή δουλειά. Αν μου κάτσει το λαχείο, θα ..., εκεί που καθόμουν ... (σε αφήγηση): για κάτι ξαφνικό που επακολούθησε: ~ ~ κι έβλεπα τηλεόραση/ωραία και καλά, χτυπάει το τηλέφωνο!, κάτσε καλά! (προφ.): ως απειλή, προειδοποίηση ή επίκριση: (Για) ~ ~ μη σου αστράψω καμία/που θες και ...! ~ ~ και μην ξανοίγεσαι, γιατί οι καιροί είναι δύσκολοι!, κι ακόμα κάθεσαι/και κάθεσαι ακόμα; (προφ., ως έντονη προτροπή): μη διστάζεις, τρέχα, βιάσου: Ζήτησε να σε δει ~ ~;, μου 'κατσε/μου την έκατσε να ... (προφ.): μου μπήκε η ιδέα: Του ~ να φάει παγωτό!, μου την έκατσε (αργκό): με εξαπάτησε, με κορόιδεψε· μου την έφερε., όχι (που) θα/σιγά μην κάτσω να (σκάσω) (προφ.): ως δήλωση αδιαφορίας: ~ ~ ν' ασχοληθώ/να στενοχωρηθώ! Σιγά μην κάτσω να σκάσω, ας γίνει ό,τι γίνει (= δεν δίνω δεκάρα τσακιστή, δεν μου καίγεται καρφί, σκασίλα μου)!, την κάτσαμε (τη βάρκα) (αργκό): βρίσκομαι σε δεινή θέση: Αν μας πιάσουν, ~ ~ (= τη βάψαμε, την κάναμε από κούπες, την πατήσαμε)!, του κάθισε (αργκό): για γυναίκα που αποδέχτηκε τις ερωτικές προτάσεις κάποιου, ενέδωσε., δεν κάθεται/δεν στέκεται σε χλωρό κλαρί βλ. χλωρός, καθίζω κάποιον/κάθομαι στο σκαμνί βλ. σκαμνί, κάθομαι (πάνω) σε/σ' αναμμένα κάρβουνα βλ. κάρβουνο, κάθομαι σαν (την) κότα βλ. κότα, κάθομαι στ' αβγά μου βλ. αβγό & αυγό, κάθομαι στα θρανία βλ. θρανίο, κάθομαι στη γωνιά μου βλ. γωνιά, κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, μ' όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις βλ. δάσκαλος, δασκάλα, μου κάθεται/μου στέκεται στο(ν) λαιμό/στο στομάχι βλ. λαιμός, πριονίζω το κλαδί (πάνω) στο οποίο κάθεται (κάποιος)/την καρέκλα (κάποιου) βλ. κλαδί, σήκω εσύ, να κάτσω εγώ βλ. σηκώνω, σήκω-σήκω, κάτσε-κάτσε βλ. σηκώνω, στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! βλ. στέκομαι, στον λαιμό να σου (/του ...) κάτσει! βλ. λαιμός, του έχει καθίσει στον σβέρκο βλ. σβέρκος, τρία πουλάκια κάθονται/κάθονταν βλ. πουλάκι [< μεσν. κάθομαι] | |
| 22052 | καθομιλουμένη | κα-θο-μι-λου-μέ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η γλώσσα που χρησιμοποιείται στον προφορικό λόγο, συνήθ. σε αντιδιαστολή με τη λόγια και την καθαρεύουσα: λέξεις της ~ης. Κείμενα γραμμένα στην ~. Πβ. δημοτική, Κοινή Νεοελληνική. Βλ. αργκό. [< μτγν. καθομιλουμένη, γαλλ. langue commune] | |
| 22053 | καθομολόγηση | κα-θο-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. ορκωμοσία· συνεκδ. το χαρτί στο οποίο αναγράφεται το κείμενο του όρκου: ~ αποφοίτων/πτυχιούχων. 2. (σπάν.) δημόσια αποδοχή, ομολογία: θρησκευτική ~. [< γαλλ. profession] | |
| 22054 | καθομολογώ | [καθομολογῶ] κα-θο-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {στον ενεστ.} (επίσ.): ομολογώ, παραδέχομαι χωρίς καμία επιφύλαξη: ~είται η ανάγκη επίλυσης του προβλήματος.|| Ο υποψήφιος διδάκτορας ~εί (= διαβάζει) τον όρκο ενώπιον του πρυτάνεως. [< αρχ. καθομολογῶ, γαλλ. professer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ