Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22820-22840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22055καθορίζωκα-θο-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {καθόρι-σε, καθορί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, καθορίζ-οντας} 1. ορίζω, προσδιορίζω με ακρίβεια: Τα θέματα συζήτησης θα ~στούν κατόπιν συμφωνίας. Η ημερομηνία των εξετάσεων ~στηκε για το τέλος του μήνα. ~στηκαν οι ανάγκες/στόχοι. ~σμένες: ιδιότητες/παράμετροι. Βλ. (επ)ανα~, προ~. 2. διαμορφώνω, επηρεάζω: Εμείς οι ίδιοι ~ουμε το μέλλον/τη μοίρα/την τύχη μας. Παράγοντες που ~σαν τη μετέπειτα δράση/στάση του (πβ. κρίνω, υπαγορεύω). Προσωπικότητες που έχουν ~σει (= σημαδέψει, σφραγίσει) τη σύγχρονη ιστορία. [< μτγν. καθορίζω, γαλλ. déterminer]
22056καθορισμένος, η, ο κα-θο-ρι-σμέ-νος επίθ.: που έχει καθοριστεί· συγκεκριμένος, ορισμένος: ~η: διαδρομή/ημερομηνία/τιμή. ~ο: ποσό/πρόγραμμα. ~οι: ρόλοι. ~ες: αρμοδιότητες/συνθήκες/σχέσεις. ~α: σύνορα. Σε ~ο χρόνο και χώρο. Σώματα με ~ο όγκο και σχήμα (= στερεά). Μη ~η διαδικασία. Αποστολή ~ης διάρκειας. Μελέτη με ~ο αντικείμενο. Αυστηρά/ελλιπώς/επακριβώς/πλήρως/σαφώς ~οι στόχοι. Βάσει ~ων κριτηρίων. Εναρμόνιση με τα διεθνώς ~α πρότυπα. Ο αριθμός των θέσεων είναι ~. Πβ. στάνταρ, φιξ. ΑΝΤ. ακαθόριστος [< μεσν. καθωρισμένος, γαλλ. déterminé]
22057καθορισμόςκα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): προσδιορισμός, ορισμός: ακριβής/σαφής ~ της αμοιβής/των ανωτάτων ορίων/της εξεταστέας ύλης/των καθηκόντων/των κανόνων (πβ. διαμόρφωση). ~ αιγιαλού-παραλίας (πβ. οριοθέτηση). Βλ. ανα~, αυτο~, ετερο~, προ~, φυλο~. [< γαλλ. détermination]
22058καθοριστήςκα-θο-ρι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο ή παράγοντας που καθορίζει κάτι: ~ των εξελίξεων/της οικονομίας. Πβ. ρυθμιστής. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιγονικός καθοριστής: ΒΙΟΧ. το δομικό συνθετικό στο μόριο αντιγόνου που είναι υπεύθυνο για την αλληλεπίδρασή του με τα μόρια του αντισώματος. ΣΥΝ. επίτοπος [< αγγλ. antigenic determinant]
22059καθοριστικός, ή, ό κα-θο-ρι-στι-κός επίθ.: που διαμορφώνει, επηρεάζει κάτι με καταλυτικό συνήθ. τρόπο: ~ός: αγώνας/ρόλος. ~ή: αλλαγή/μάχη/νίκη/παρέμβαση/παρουσία. ~ό: αποτέλεσμα. ~ές: επιλογές/κινήσεις. Γεγονός ~ής σημασίας. Εβδομάδα ~ών εξελίξεων. Η συμβολή του υπήρξε ~ή. Η μόρφωση αποτελεί ~ό παράγοντα για την πορεία της ζωής κάθε ατόμου. Πβ. κρίσ-, πολύτ-ιμος, σημαντικός, σπουδαίος. ΣΥΝ. αποφασιστικός (1) ● επίρρ.: καθοριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. καθοριστικός, γαλλ. déterminant]
22060καθοσίωσηκα-θο-σί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): αφιέρωση: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) κέρατα ~ώσεως. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: έγκλημα καθοσιώσεως/καθοσίωσης 1. (μτφ.) σοβαρότατο παράπτωμα: ~ ~ κατά της δημοκρατίας. 2. ΝΟΜ. εσχάτη προδοσία. [< μτγν. καθοσίωσις]
22061καθόσονκα-θό-σον επίρρ. & καθ' όσον (λόγ.) 1. σύμφωνα με όσα, απ' όσα: ~ γνωρίζουμε, ... 2. (ως σύνδ.) εφόσον: ~ δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, αποφασίστηκε η διακοπή της μεταξύ μας συνεργασίας. ● ΦΡ.: όσον/σε ό,τι/καθόσον αφορά ... βλ. αφορά [< αρχ. φρ. καθ' ὅσον, γαλλ. en tant que]
22062καθότικα-θό-τι σύνδ. & καθ' ότι (λόγ.): γιατί, επειδή: Δεν βρέθηκε λύση, ~ υπήρξαν διαφωνίες. || (ειρων.-χιουμορ.) ~ άσχετος, θα ήθελα να ρωτήσω ... ΣΥΝ. διότι [< αρχ. φρ. καθ΄ ὅτι, γαλλ. en tant que]
22063καθούμενος, η, ο κα-θού-με-νος επίθ.: που κάθεται. Πβ. καθήμενος, καθισμένος. Κυρ. στη ● ΦΡ.: στα καλά καθούμενα/του καθουμένου & των καθουμένων (προφ.): για κάτι που συμβαίνει αναπάντεχα και προκαλεί συνήθ. δυσάρεστη έκπληξη, έτσι ξαφνικά: Μα, πώς χάλασε (έτσι) ~ ~;
22064καθρεφτάκικα-θρε-φτά-κι ουσ. (ουδ.): μικρός καθρέφτης: στρογγυλό ~. ~ τσέπης. Κραγιόν, πούδρα και ~.|| (σε παραμύθι:) Καθρέφτη, ~ μου, (πες μου) ποια είναι η ομορφότερη; ● ΦΡ.: χάντρες και καθρεφτάκια βλ. χάντρα
22065καθρέφτηςκα-θρέ-φτης ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) καθρέπτης 1. στιλπνή, συνήθ. γυάλινη επιφάνεια, με μεταλλική επίστρωση στην πίσω της πλευρά, ώστε να αντανακλά το είδωλο που προβάλλεται σε αυτή: κρυστάλλινος/(σε παραμύθια:) μαγικός/μεγεθυντικός/ορθογώνιος/στρογγυλός/χρυσός ~. Επιδαπέδιοι ~ες. Ο ~ του μπάνιου/της ντουλάπας. Η κορνίζα του ~η. ~ες στους τοίχους. Έσπασε ο ~ (βλ. γρουσουζιά). Βλέπω το πρόσωπό μου στον ~η. Πριν φύγω, έριξα μια τελευταία ματιά/κοιτάχτηκα στον ~η (: για να ελέγξω την εξωτερική μου εμφάνιση).|| (σε όχημα για τον έλεγχο της κίνησης:) Οι ~ες του αυτοκινήτου (: ο ~ του οδηγού/του συνοδηγού)/της μηχανής/του ποδηλάτου.|| (μτφ.) Το πάτωμα/τα πλακάκια έγιναν ~ (= γυάλισαν, καθάρισαν τέλεια). Πβ. κάτοπτρο. 2. (μτφ.) οτιδήποτε απηχεί, φανερώνει μια κατάσταση: Τα μάτια είναι ο ~ της ψυχής. Τα έργα του/τα ΜΜΕ αποτελούν ~η της κοινωνίας/πραγματικότητας (: την καθρεφτίζουν). ● ΣΥΜΠΛ.: παραμορφωτικός καθρέφτης/φακός βλ. παραμορφωτικός [< 1: μεσν. καθρέφτης 2: γαλλ. miroir]
22066καθρεφτίζεικα-θρε-φτί-ζει ρ. (μτβ.) {καθρέφτι-σε, καθρεφτί-στηκε, -σμένος, καθρεφτίζ-οντας} & (λόγ.) καθρεπτίζει ΣΥΝ. αντικαθρεφτίζει, αντικατοπτρίζει 1. (μτφ.) αποτυπώνει, εκφράζει, φανερώνει: Το πρόσωπο ~ τα συναισθήματά μας. Τα βιβλία του ~ουν την εποχή του (= απεικονίζουν). Στο έργο του ~εται ο εσωτερικός του κόσμος. Ο φόβος και η μοναξιά ~όταν στα μάτια τους. Πβ. απηχεί. 2. {συνήθ. μεσοπαθ.} (λογοτ.) αντανακλά: Τα δέντρα ~ονταν στα ακίνητα νερά της λίμνης. [< μεσν. καθρεφτίζομαι]
22067καθρέφτισμακα-θρέ-φτι-σμα ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) καθρέπτισμα 1. (μτφ.) αποτύπωση: Οι πράξεις του αποτελούν ~ των εμπειριών του. Πβ. απεικόνιση. 2. (λογοτ.) αντανάκλαση, αντικατοπτρισμός: το ~ του φεγγαριού στα νερά της θάλασσας. Βλ. είδωλο. ΣΥΝ. αντικαθρέφτισμα
22068καθυβρίζωκα-θυ-βρί-ζω ρ. (μτβ.) {καθύβρι-σε, καθυβρί-στηκε, καθυβρίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): βρίζω: ~σαν τους θεσμούς. Διασύρθηκαν και ~στηκαν. Πβ. αισχρο-, χυδαιο-λογώ, βωμολοχώ, εξ-, περι-υβρίζω. ΑΝΤ. εγκωμιάζω, εξυμνώ [< αρχ. καθυβρίζω]
22069καθύβρισηκα-θύ-βρι-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καθυβρίζω: ~ της μνήμης ενός νεκρού (πβ. αμαύρ-, κηλίδ-, σπίλ-ωση). (ΝΟΜ.) Μήνυση για ~ θρησκεύματος. Πβ. εξ-, περι-ύβριση. [< μεσν. καθύβρισις]
22071καθυποτάσσωκα-θυ-πο-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {καθυπότα-ξε (σπανιότ. λόγ.) καθυπέτα-ξε, καθυποτά-ξει, -γμένος, καθυποτάσσ-οντας} (επιτατ.): υποτάσσω ολοκληρωτικά: (μτφ.) Δεν κατάφεραν να ~ξουν το αγωνιστικό τους φρόνημα. ~γμένος στα πάθη του. Πβ. εξουσιάζω, κατανικώ, κυριεύω, ποδηγετώ, χειραγωγώ.|| (κυριολ.) ~γμένος λαός (= σκλαβωμένος, υπόδουλος). [< μτγν. καθυποτάσσω]
22072καθυστερημένος, η, ο κα-θυ-στε-ρη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει αργήσει: ~η: αντίδραση (ΑΝΤ. έγκαιρη)/απάντηση/απόφαση/άφιξη/διάγνωση/πληρωμή/πτήση. ~ες: οφειλές. ~α: έργα. Καταβολή ~ων μισθών. Παράδοση ~ων εργασιών.|| (για πρόσ.) ~οι: επιβάτες. Έφτασε ~η στο ραντεβού. Πβ. αργοπορημένος. 2. (μτφ.) που υστερεί ως προς την εξέλιξή του σε κάποιον τομέα: ~η: χώρα. Κοινωνικά/οικονομικά/πολιτικά/πολιτιστικά ~οι. Πβ. τριτοκοσμικός, υπανάπτυκτος.|| ~η: ανάπτυξη (: αργή· ANT. πρόωρη, πρώιμη).|| ~ες: απόψεις (= οπισθοδρομικές, πεπαλαιωμένες· ΑΝΤ. προοδευτικές). ΑΝΤ. αναπτυγμένος (1), προηγμένος 3. (ως ουσ., προφ.) που παρουσιάζει νοητική υστέρηση: διανοητικά/πνευματικά ~. Ελαφρώς ~. Βλ. άτομα/παιδιά/άνθρωποι με ειδικές ανάγκες/ικανότητες.|| (μειωτ.) Είσαι ~ (= ηλίθιος, χαζός)! ● επίρρ.: καθυστερημένα: με καθυστέρηση: Η πρόταση υποβλήθηκε ~. Ήρθε ~. Αν και/έστω και ~, σας εύχομαι χρόνια πολλά! Πβ. αργά. ΑΝΤ. έγκαιρα ● βλ. καθυστερώ [< γαλλ. arriéré, retardé]
22073καθυστέρησηκα-θυ-στέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθυστερώ: αδικαιολόγητη/απαράδεκτη/μικρή/πολύωρη ~. Συγγνώμη για την ~! Το τρένο είχε μια ώρα ~ (εξαιτίας μηχανικού προβλήματος). Το δέμα ήρθε με/μετά από ~ μιας εβδομάδας. Σημειώθηκαν ~ήσεις στα δρομολόγια των πλοίων (λόγω ισχυρών ανέμων). Η απεργία/κακοκαιρία προκάλεσε ~ήσεις (και ακυρώσεις) πτήσεων.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ στη μετάδοση φωνής/στον ήχο.|| Ρήτρα ~ης (: όρος σε σύμβαση εκτέλεσης έργου, που προβλέπει πρόστιμο σε περίπτωση εκπρόθεσμης παράδοσής του). Τέλη ~ης (: καταβολής φόρου).|| Πολύμηνη ~ των πληρωμών/προσλήψεων. ~ στην έκδοση απόφασης/στη λήψη μέτρων. Να διευθετηθεί το θέμα χωρίς (άλλη) ~! Πβ. αργοπορία, επιβράδυνση, τρενάρισμα, χρονοτριβή. ΑΝΤ. επιτάχυνση.|| (προφ., για γυναίκα) Έχει ~ (ενν. περιόδου). Βλ. χρονο~. ΑΝΤ. επίσπευση 2. υπανάπτυξη: κοινωνική/οικονομική/πολιτιστική/τεχνολογική ~. Πβ. στασιμότητα. 3. ΜΟΥΣ. παράταση του φθόγγου μιας συγχορδίας. Βλ. διάνθισμα.καθυστερήσεις (οι) (στο ποδόσφαιρο): ΑΘΛ. παράταση της κανονικής διάρκειας του αγώνα: γκολ/νίκη/πέναλτι στις ~ (= στα χασομέρια). Έχασαν/ισοφάρισαν στην εκπνοή/στο πρώτο λεπτό των ~ήσεων. Ο διαιτητής κρατάει ~ (: λόγω αλλαγών, τραυματισμών, φάουλ). ● ΣΥΜΠΛ.: καθυστέρηση του λόγου/της ομιλίας: επιβράδυνση της γλωσσικής εξέλιξης· ειδικότ. διαταραχή κατά την οποία ένα παιδί δεν ακολουθεί τον μέσο όρο των υπολοίπων στην ανάπτυξη του λόγου. Βλ. αφασία, δυσφωνία, λογοθεραπεία, τραυλισμός., νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση βλ. υστέρηση ● ΦΡ.: κάνω καθυστέρηση: (στο ποδόσφαιρο) ενεργώ έτσι, ώστε να παρακωλύω εσκεμμένα την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα: Οι παίκτες έπεφταν συχνά κάτω, για να ~ουν ~. Πβ. ροκανίζω τον χρόνο. [< γαλλ. retard]
22074καθυστερώ[καθυστερῶ] κα-θυ-στε-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καθυστερ-είς ... | καθυστέρ-ησα, -ήσω, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. κάνω κάποιον να αργήσει· εμποδίζω την έγκαιρη εκτέλεση μιας πράξης ή την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας, παρατείνω τη διάρκειά της: Βιάζομαι κι εσύ με ~είς! Με ~εί και δεν έχω χρόνο για χάσιμο (βλ. χασομερώ)! Να μη σε ~ άλλο (ενν. από τη δουλειά σου)! ~ησέ τον λιγάκι (: μην τον αφήσεις να φύγει), μέχρι να ετοιμαστώ!|| ~εί (= τρενάρει) την αναχώρησή/επιστροφή του. ~ησε να απαντήσει/έρθει. Μου έχει ~ήσει τους μισθούς/το νοίκι.|| Δικαστικές εμπλοκές ~ούν τα έργα (πβ. παρακωλύω). Φάρμακα που ~ούν (= επιβραδύνουν) την εξέλιξη της ασθένειας. ΑΝΤ. επισπεύδω, επιταχύνω. 2. ξεπερνώ το προβλεπόμενο ή αναμενόμενο χρονικό όριο στην υλοποίηση μιας πράξης: Συγγνώμη που ~ησα! ~ησες αδικαιολόγητα/πολύ! ~ήσαμε εξαιτίας της κίνησης. Για να μην ~ούμε (= χρονοτριβούμε), θα προχωρήσω στο προκείμενο! Πβ. αργοπορώ.|| ~ησε (= είχε καθυστέρηση) το λεωφορείο/η πτήση.|| ~εί η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων/έναρξη των συνομιλιών. Η σύνταξή του θα ~ήσει (για) ένα μήνα. ~ούμενες: αποζημιώσεις/εισφορές.|| Η ανάπτυξη της περιφέρειας έχει ~ήσει. ΣΥΝ. αργώ (1) ● Ουσ.: καθυστερούμενα (τα) (προφ.): αμοιβές που δεν έχουν καταβληθεί εγκαίρως: Ζητούν τα ~. Πβ. (τα) οφειλόμενα, χρωστούμενα. ● βλ. καθυστερημένος [< μτγν. καθυστερῶ, γαλλ. retarder]
22075καθώςκα-θώς σύνδ. 1. (αναφ.) όπως: Το μπάνιο είναι αριστερά, ~ μπαίνεις.|| ~ ακούω/λένε, σύντομα θα έχουμε αλλαγές. ~ (θα) κατάλαβες, τα πράγματα δεν πάνε καλά. ~ είδαμε παραπάνω, ...|| Παρέμεινε ψύχραιμος, ~ ταιριάζει σε ηγέτη. Όλα θα γίνουν ~ πρέπει (= όπως αρμόζει/επιβάλλεται).|| (παρενθετικά:) Έβγαλε λόγο, ~ συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις.|| (για την εισαγωγή του α΄όρου παραβολής, παρομοίωσης:) ~ πήγα, έτσι γύρισα. 2. (χρον.) ενώ: (για παράλληλες πράξεις σε εξέλιξη:) Οι φόβοι του μεγάλωναν, ~ νύχτωνε. ~ θα διαβάζεις, εγώ θα μαγειρεύω. Πβ. ενόσω, όσο.|| (για ταυτόχρονες στιγμιαίες πράξεις:) Τους μίλησα, ~ τους είδα. Πβ. μόλις.|| (για πράξη που συνέβη την ώρα που εξελισσόταν μια άλλη:) ~ ερχόμουν, έγινε ατύχημα. Πβ. τη στιγμή που. 3. (αιτιολογικός) γιατί, επειδή, εφόσον: ~ δεν τον είδα πουθενά, νόμισα πως είχε φύγει. Νέος ~ ήταν, είχε όρεξη για δουλειά. Η απόφαση είναι πολύ σημαντική, ~ (έτσι) λύνεται το πρόβλημα. Πβ. αφού. ● ΦΡ.: καθώς (επίσης) και: (για προσθήκη όρου ισοδύναμου με τους προηγούμενους) όπως και: Συνεργάζονται με τοπικούς φορείς, ~ ~ με διεθνείς οργανισμούς. [< 1: αρχ. καθώς 2: μτγν. ~ 3: μεσν. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.