Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22820-22840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22064καθρεφτάκικα-θρε-φτά-κι ουσ. (ουδ.): μικρός καθρέφτης: στρογγυλό ~. ~ τσέπης. Κραγιόν, πούδρα και ~.|| (σε παραμύθι:) Καθρέφτη, ~ μου, (πες μου) ποια είναι η ομορφότερη; ● ΦΡ.: χάντρες και καθρεφτάκια βλ. χάντρα
22065καθρέφτηςκα-θρέ-φτης ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) καθρέπτης 1. στιλπνή, συνήθ. γυάλινη επιφάνεια, με μεταλλική επίστρωση στην πίσω της πλευρά, ώστε να αντανακλά το είδωλο που προβάλλεται σε αυτή: κρυστάλλινος/(σε παραμύθια:) μαγικός/μεγεθυντικός/ορθογώνιος/στρογγυλός/χρυσός ~. Επιδαπέδιοι ~ες. Ο ~ του μπάνιου/της ντουλάπας. Η κορνίζα του ~η. ~ες στους τοίχους. Έσπασε ο ~ (βλ. γρουσουζιά). Βλέπω το πρόσωπό μου στον ~η. Πριν φύγω, έριξα μια τελευταία ματιά/κοιτάχτηκα στον ~η (: για να ελέγξω την εξωτερική μου εμφάνιση).|| (σε όχημα για τον έλεγχο της κίνησης:) Οι ~ες του αυτοκινήτου (: ο ~ του οδηγού/του συνοδηγού)/της μηχανής/του ποδηλάτου.|| (μτφ.) Το πάτωμα/τα πλακάκια έγιναν ~ (= γυάλισαν, καθάρισαν τέλεια). Πβ. κάτοπτρο. 2. (μτφ.) οτιδήποτε απηχεί, φανερώνει μια κατάσταση: Τα μάτια είναι ο ~ της ψυχής. Τα έργα του/τα ΜΜΕ αποτελούν ~η της κοινωνίας/πραγματικότητας (: την καθρεφτίζουν). ● ΣΥΜΠΛ.: παραμορφωτικός καθρέφτης/φακός βλ. παραμορφωτικός [< 1: μεσν. καθρέφτης 2: γαλλ. miroir]
22066καθρεφτίζεικα-θρε-φτί-ζει ρ. (μτβ.) {καθρέφτι-σε, καθρεφτί-στηκε, -σμένος, καθρεφτίζ-οντας} & (λόγ.) καθρεπτίζει ΣΥΝ. αντικαθρεφτίζει, αντικατοπτρίζει 1. (μτφ.) αποτυπώνει, εκφράζει, φανερώνει: Το πρόσωπο ~ τα συναισθήματά μας. Τα βιβλία του ~ουν την εποχή του (= απεικονίζουν). Στο έργο του ~εται ο εσωτερικός του κόσμος. Ο φόβος και η μοναξιά ~όταν στα μάτια τους. Πβ. απηχεί. 2. {συνήθ. μεσοπαθ.} (λογοτ.) αντανακλά: Τα δέντρα ~ονταν στα ακίνητα νερά της λίμνης. [< μεσν. καθρεφτίζομαι]
22067καθρέφτισμακα-θρέ-φτι-σμα ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) καθρέπτισμα 1. (μτφ.) αποτύπωση: Οι πράξεις του αποτελούν ~ των εμπειριών του. Πβ. απεικόνιση. 2. (λογοτ.) αντανάκλαση, αντικατοπτρισμός: το ~ του φεγγαριού στα νερά της θάλασσας. Βλ. είδωλο. ΣΥΝ. αντικαθρέφτισμα
22068καθυβρίζωκα-θυ-βρί-ζω ρ. (μτβ.) {καθύβρι-σε, καθυβρί-στηκε, καθυβρίζ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): βρίζω: ~σαν τους θεσμούς. Διασύρθηκαν και ~στηκαν. Πβ. αισχρο-, χυδαιο-λογώ, βωμολοχώ, εξ-, περι-υβρίζω. ΑΝΤ. εγκωμιάζω, εξυμνώ [< αρχ. καθυβρίζω]
22069καθύβρισηκα-θύ-βρι-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καθυβρίζω: ~ της μνήμης ενός νεκρού (πβ. αμαύρ-, κηλίδ-, σπίλ-ωση). (ΝΟΜ.) Μήνυση για ~ θρησκεύματος. Πβ. εξ-, περι-ύβριση. [< μεσν. καθύβρισις]
22071καθυποτάσσωκα-θυ-πο-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {καθυπότα-ξε (σπανιότ. λόγ.) καθυπέτα-ξε, καθυποτά-ξει, -γμένος, καθυποτάσσ-οντας} (επιτατ.): υποτάσσω ολοκληρωτικά: (μτφ.) Δεν κατάφεραν να ~ξουν το αγωνιστικό τους φρόνημα. ~γμένος στα πάθη του. Πβ. εξουσιάζω, κατανικώ, κυριεύω, ποδηγετώ, χειραγωγώ.|| (κυριολ.) ~γμένος λαός (= σκλαβωμένος, υπόδουλος). [< μτγν. καθυποτάσσω]
22072καθυστερημένος, η, ο κα-θυ-στε-ρη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει αργήσει: ~η: αντίδραση (ΑΝΤ. έγκαιρη)/απάντηση/απόφαση/άφιξη/διάγνωση/πληρωμή/πτήση. ~ες: οφειλές. ~α: έργα. Καταβολή ~ων μισθών. Παράδοση ~ων εργασιών.|| (για πρόσ.) ~οι: επιβάτες. Έφτασε ~η στο ραντεβού. Πβ. αργοπορημένος. 2. (μτφ.) που υστερεί ως προς την εξέλιξή του σε κάποιον τομέα: ~η: χώρα. Κοινωνικά/οικονομικά/πολιτικά/πολιτιστικά ~οι. Πβ. τριτοκοσμικός, υπανάπτυκτος.|| ~η: ανάπτυξη (: αργή· ANT. πρόωρη, πρώιμη).|| ~ες: απόψεις (= οπισθοδρομικές, πεπαλαιωμένες· ΑΝΤ. προοδευτικές). ΑΝΤ. αναπτυγμένος (1), προηγμένος 3. (ως ουσ., προφ.) που παρουσιάζει νοητική υστέρηση: διανοητικά/πνευματικά ~. Ελαφρώς ~. Βλ. άτομα/παιδιά/άνθρωποι με ειδικές ανάγκες/ικανότητες.|| (μειωτ.) Είσαι ~ (= ηλίθιος, χαζός)! ● επίρρ.: καθυστερημένα: με καθυστέρηση: Η πρόταση υποβλήθηκε ~. Ήρθε ~. Αν και/έστω και ~, σας εύχομαι χρόνια πολλά! Πβ. αργά. ΑΝΤ. έγκαιρα ● βλ. καθυστερώ [< γαλλ. arriéré, retardé]
22073καθυστέρησηκα-θυ-στέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καθυστερώ: αδικαιολόγητη/απαράδεκτη/μικρή/πολύωρη ~. Συγγνώμη για την ~! Το τρένο είχε μια ώρα ~ (εξαιτίας μηχανικού προβλήματος). Το δέμα ήρθε με/μετά από ~ μιας εβδομάδας. Σημειώθηκαν ~ήσεις στα δρομολόγια των πλοίων (λόγω ισχυρών ανέμων). Η απεργία/κακοκαιρία προκάλεσε ~ήσεις (και ακυρώσεις) πτήσεων.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ στη μετάδοση φωνής/στον ήχο.|| Ρήτρα ~ης (: όρος σε σύμβαση εκτέλεσης έργου, που προβλέπει πρόστιμο σε περίπτωση εκπρόθεσμης παράδοσής του). Τέλη ~ης (: καταβολής φόρου).|| Πολύμηνη ~ των πληρωμών/προσλήψεων. ~ στην έκδοση απόφασης/στη λήψη μέτρων. Να διευθετηθεί το θέμα χωρίς (άλλη) ~! Πβ. αργοπορία, επιβράδυνση, τρενάρισμα, χρονοτριβή. ΑΝΤ. επιτάχυνση.|| (προφ., για γυναίκα) Έχει ~ (ενν. περιόδου). Βλ. χρονο~. ΑΝΤ. επίσπευση 2. υπανάπτυξη: κοινωνική/οικονομική/πολιτιστική/τεχνολογική ~. Πβ. στασιμότητα. 3. ΜΟΥΣ. παράταση του φθόγγου μιας συγχορδίας. Βλ. διάνθισμα.καθυστερήσεις (οι) (στο ποδόσφαιρο): ΑΘΛ. παράταση της κανονικής διάρκειας του αγώνα: γκολ/νίκη/πέναλτι στις ~ (= στα χασομέρια). Έχασαν/ισοφάρισαν στην εκπνοή/στο πρώτο λεπτό των ~ήσεων. Ο διαιτητής κρατάει ~ (: λόγω αλλαγών, τραυματισμών, φάουλ). ● ΣΥΜΠΛ.: καθυστέρηση του λόγου/της ομιλίας: επιβράδυνση της γλωσσικής εξέλιξης· ειδικότ. διαταραχή κατά την οποία ένα παιδί δεν ακολουθεί τον μέσο όρο των υπολοίπων στην ανάπτυξη του λόγου. Βλ. αφασία, δυσφωνία, λογοθεραπεία, τραυλισμός., νοητική/διανοητική (καθ)υστέρηση βλ. υστέρηση ● ΦΡ.: κάνω καθυστέρηση: (στο ποδόσφαιρο) ενεργώ έτσι, ώστε να παρακωλύω εσκεμμένα την ομαλή διεξαγωγή του αγώνα: Οι παίκτες έπεφταν συχνά κάτω, για να ~ουν ~. Πβ. ροκανίζω τον χρόνο. [< γαλλ. retard]
22074καθυστερώ[καθυστερῶ] κα-θυ-στε-ρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {καθυστερ-είς ... | καθυστέρ-ησα, -ήσω, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. κάνω κάποιον να αργήσει· εμποδίζω την έγκαιρη εκτέλεση μιας πράξης ή την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας, παρατείνω τη διάρκειά της: Βιάζομαι κι εσύ με ~είς! Με ~εί και δεν έχω χρόνο για χάσιμο (βλ. χασομερώ)! Να μη σε ~ άλλο (ενν. από τη δουλειά σου)! ~ησέ τον λιγάκι (: μην τον αφήσεις να φύγει), μέχρι να ετοιμαστώ!|| ~εί (= τρενάρει) την αναχώρησή/επιστροφή του. ~ησε να απαντήσει/έρθει. Μου έχει ~ήσει τους μισθούς/το νοίκι.|| Δικαστικές εμπλοκές ~ούν τα έργα (πβ. παρακωλύω). Φάρμακα που ~ούν (= επιβραδύνουν) την εξέλιξη της ασθένειας. ΑΝΤ. επισπεύδω, επιταχύνω. 2. ξεπερνώ το προβλεπόμενο ή αναμενόμενο χρονικό όριο στην υλοποίηση μιας πράξης: Συγγνώμη που ~ησα! ~ησες αδικαιολόγητα/πολύ! ~ήσαμε εξαιτίας της κίνησης. Για να μην ~ούμε (= χρονοτριβούμε), θα προχωρήσω στο προκείμενο! Πβ. αργοπορώ.|| ~ησε (= είχε καθυστέρηση) το λεωφορείο/η πτήση.|| ~εί η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων/έναρξη των συνομιλιών. Η σύνταξή του θα ~ήσει (για) ένα μήνα. ~ούμενες: αποζημιώσεις/εισφορές.|| Η ανάπτυξη της περιφέρειας έχει ~ήσει. ΣΥΝ. αργώ (1) ● Ουσ.: καθυστερούμενα (τα) (προφ.): αμοιβές που δεν έχουν καταβληθεί εγκαίρως: Ζητούν τα ~. Πβ. (τα) οφειλόμενα, χρωστούμενα. ● βλ. καθυστερημένος [< μτγν. καθυστερῶ, γαλλ. retarder]
22075καθώςκα-θώς σύνδ. 1. (αναφ.) όπως: Το μπάνιο είναι αριστερά, ~ μπαίνεις.|| ~ ακούω/λένε, σύντομα θα έχουμε αλλαγές. ~ (θα) κατάλαβες, τα πράγματα δεν πάνε καλά. ~ είδαμε παραπάνω, ...|| Παρέμεινε ψύχραιμος, ~ ταιριάζει σε ηγέτη. Όλα θα γίνουν ~ πρέπει (= όπως αρμόζει/επιβάλλεται).|| (παρενθετικά:) Έβγαλε λόγο, ~ συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις.|| (για την εισαγωγή του α΄όρου παραβολής, παρομοίωσης:) ~ πήγα, έτσι γύρισα. 2. (χρον.) ενώ: (για παράλληλες πράξεις σε εξέλιξη:) Οι φόβοι του μεγάλωναν, ~ νύχτωνε. ~ θα διαβάζεις, εγώ θα μαγειρεύω. Πβ. ενόσω, όσο.|| (για ταυτόχρονες στιγμιαίες πράξεις:) Τους μίλησα, ~ τους είδα. Πβ. μόλις.|| (για πράξη που συνέβη την ώρα που εξελισσόταν μια άλλη:) ~ ερχόμουν, έγινε ατύχημα. Πβ. τη στιγμή που. 3. (αιτιολογικός) γιατί, επειδή, εφόσον: ~ δεν τον είδα πουθενά, νόμισα πως είχε φύγει. Νέος ~ ήταν, είχε όρεξη για δουλειά. Η απόφαση είναι πολύ σημαντική, ~ (έτσι) λύνεται το πρόβλημα. Πβ. αφού. ● ΦΡ.: καθώς (επίσης) και: (για προσθήκη όρου ισοδύναμου με τους προηγούμενους) όπως και: Συνεργάζονται με τοπικούς φορείς, ~ ~ με διεθνείς οργανισμούς. [< 1: αρχ. καθώς 2: μτγν. ~ 3: μεσν. ~]
22076καθωσπρέπεικα-θω-σπρέ-πει επίρρ. & καθώς πρέπει: όπως επιβάλλουν οι κοινωνικές συμβάσεις· ευπρεπώς, κόσμια: (κ. ειρων.) Ντύνεται/συμπεριφέρεται πολύ ~. Πβ. κυριλέ.|| (κυρ. ως επίθ.) Ένα ~ ξενοδοχείο. Είναι από ~ οικογένεια/σπίτι. Ένας σοβαρός και ~ (= αξιοπρεπής) κύριος. [< γαλλ. comme il faut]
22077καθωσπρεπισμόςκα-θω-σπρε-πι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): κοινωνικά αποδεκτή, κόσμια συμπεριφορά ή εμφάνιση: δήθεν/κοινωνικός/πολιτικός/ψεύτικος ~. Χωρίς ~ούς. Βλ. επιτήδευση, ηθικολογία, κλισέ, σοβαροφάνεια, συμβατικότητα, υποκρισία, -ισμός.
22078καισύνδ. & (πριν από φωνήεν) κι· (σύμβ. &) 1. για την παρατακτική σύνδεση δύο ή περισσότερων λέξεων, προτάσεων ή περιόδων: εγώ ~ εσύ. Καλός ~ έξυπνος. Μέρα ~ νύχτα. Μαθηματικά, φυσική ~ χημεία. Μιλούσε ~ έγραφε.|| (στην πρόσθεση:) Ένα ~ ένα κάνουν δύο. Πβ. συν.|| (σε αποφατική συμπλοκή:) Πάρε αυτό ~ όχι το άλλο. Πήγαινε ~ μη γυρίσεις πίσω. Θέλει να είναι πρώτη ~ να μην (= χωρίς να) κουράζεται.|| (προσθετικά:) Γενικά μαθήματα ~ ακόμη/επίσης μαθήματα ειδικότητας. Συνέδρια, συμπόσια καθώς ~ συζητήσεις. Θέλω ~ άλλο/αυτό. Έχω ~ λίγα φρούτα. Τον βοηθούσε ~ του συμπαραστεκόταν. ~ μην ξεχάσεις να ποτίσεις! Πβ. επιπλέον.|| (για υπολογισμό κατά προσέγγιση:) Είναι εξήντα (ετών) ~ (= και πάνω)/~ ούτε (ενν. καν). Είκοσι (κιλά) ~ βάλε.|| (αντιθετικά:) Κλαίω ~ εσύ γελάς. Δεν είπα ψέματα, αλλά ούτε ~ την αλήθεια. Άλλα του είπα ~ άλλα κατάλαβε! ~ όμως έτσι έγιναν τα πράγματα (: για έντονη αντίρρηση)! Δεν μπορώ· ~ έπειτα (= άλλωστε, εξάλλου) δεν θέλω κιόλας. Πβ. αλλά.|| (μεταβατικά, σε αφηγήσεις:) ~ ο άλλος απάντησε ... ~ έτσι/μια μέρα έφυγε. Έμεινε για λίγο άφωνος. ~ έπειτα/ύστερα είπε ...|| (συγκριτικά:) Καμιά σαν ~ σένα. Σήμερα, όπως ~ χθες. 2. για έμφαση: ~ ο ένας ~ ο άλλος. ~ φαγητά ~ γλυκά ~ ποτά. Έως ~ τη Δευτέρα. Έλα ~ εσύ. Ήρθαν ~ οι πέντε. Απευθύνομαι ~ στους δυο σας. ~ συ αυτό πιστεύεις; Αυτό ~ μόνο αρκεί. Αυτός ~ κανένας άλλος (: είναι ανεπανάληπτος, μοναδικός). Ολοένα ~ περισσότερο. Τον πειράζει ~ το παραμικρό. Συνεχίζεται ~ στην επόμενη σελίδα.|| (σωρευτικά:) ~ δώρα του έκανε ~ ταξίδια τον πήγε ~, ~, ~.|| (διαζευκτικά:) ~ τώρα ~ μετά ~ όποτε θέλεις. Πβ. είτε ... είτε ...|| (επιδοτικά:) Βγήκε νικητής ~ χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια (πβ. και μάλιστα). Θα σου απαντήσω ~ αμέσως μάλιστα. Ακόμα/αφού ~ εγώ κουράστηκα, πόσο μάλλον το παιδί! Όχι μόνο ωραίο αλλά ~ πρακτικό. Όχι μόνο ήρθε, αλλά έφερε ~ παρέα.|| (Για κάτι ασυνήθιστο:) Πώς ~ τελείωσες τόσο νωρίς; Πώς ~ έτσι; ~ τώρα τι κάνουμε; Μην το θεωρείς ~ ακατόρθωτο. ~ πού να τη δεις από κοντά (ενν. είναι ακόμη καλύτερη)! ~ έπειτα/μετά/ύστερα μου λες να μην ανησυχώ ... 3. (σε στερεότυπες εκφράσεις, με επανάληψη της ίδιας λέξης) για έμφαση στον αριθμό, τη διάρκεια, την ποσότητα: Μήνες ~ μήνες. Χρόνια ~ χρόνια. Ποιοι ~ ποιοι ήταν εκεί (= ποιοι ακριβώς); Κόσμος ~ κοσμάκης (= πολλοί και διάφοροι· αόριστη αναφορά). Υπάρχουν μαθητές ~ μαθητές (: λογής λογής). Πόσοι ~ πόσοι δεν έκαναν την ίδια ερώτηση! Αυτό είναι όλο ~ όλο (ενν. μόνο αυτό); Τόσα ~ τόσα συνέβησαν στο μεταξύ. Περάσαμε μπόρες ~ μπόρες μαζί.|| Έλεγε ~ έλεγε (: μιλούσε συνεχώς) και δεν σταματούσε. Έκανε ~ έκανε τόσα και στο τέλος τον ξέχασαν όλοι.|| ~ θέλω ~ δεν θέλω να πάω (: δεν είμαι σίγουρος). (Για κατά προσέγγιση υπολογισμό:) Είναι ~ δεν είναι δυο χρονών. Τον βγάζει ~ δεν τον βγάζει τον χειμώνα (: θα πεθάνει σύντομα). Πβ. (μόλις και) μετά βίας. 4. για δήλωση εναντίωσης ή παραχώρησης: (αν και, παρόλο που, παρόλα αυτά:) ~ που στο είπα, με άκουσες; ~ να το ξέρω, δεν θα στο πω.|| (και αν:) Ακόμα ~ αν/να φύγεις, δεν με νοιάζει. Θα έρθω ~ ας μην είσαι εδώ. Όποιος ~ αν/να με ζητήσει ... Όποιο ~ αν/να είναι το αποτέλεσμα ... Ό,τι ~ αν/να γίνει ... Όσο ~ αν/να προσπαθεί, δεν θα τα καταφέρει. Ελάτε, όπου ~ αν/να βρίσκεστε. 5. σε θέση υποτακτικού συνδέσμου: (συμπερασματικού:) Δούλεψε πολύ ~ κέρδισε το πρώτο βραβείο. Είπε ψέματα ~ τώρα κανείς δεν τον πιστεύει. Μην πας τόσο νωρίς ~ περιμένεις απ' έξω. Είναι δυνατός ~ τον φοβούνται. Άκουσέ με ~ δεν θα το μετανιώσεις. Κάντο ~ θα δεις. Πβ. ώστε, με αποτέλεσμα να.|| (αιτιολογικού:) Μη φωνάζεις ~ δεν έχεις δίκιο (πβ. γιατί). Έλα ~ δεν αντέχω άλλο (πβ. επειδή).|| (χρονικού:) Έλα ~ (ενν. μετά) βλέπουμε. Έφαγα ~ κοιμήθηκα (πβ. έπειτα, ύστερα). Χτύπα ~ θα σου ανοίξουν. Διάβαζε ~ έβλεπε τηλεόραση (πβ. ενώ). Δεν είχα καλά καλά τελειώσει/δεν πρόλαβα να τελειώσω ~ χτύπησε το κουδούνι (πβ. μόλις, όταν, τη στιγμή που).|| (τελικού:) Έλα ~ δες. Πήγαινε ~ πες μου. Πβ. για να.|| (ενδοιαστικού:) Μην έρθεις ~ σε βρει εδώ. Πβ. μήπως.|| (βουλητικού:) Τον άκουσα ~ φώναζε. Σε βλέπω ~ είσαι διστακτικός. Αρχίζω ~ καταλαβαίνω. Έτυχε ~ τον είδα. Τι ήθελα ~ ήρθα; Πβ. να.|| (ειδικού:) Βλέπω ~ σ' αρέσει. Πβ. ότι, πως. 6. στην αρχή κυρ. ευχετικών εκφράσεων: ~ με τη νίκη/σ' ανώτερα/στα δικά σου/στις χαρές σου/του χρόνου! ~ μη χειρότερα!|| (για ανεκπλήρωτη ευχή:) Αχ, ~ να είχα τα χρόνια σου! Αχ, ~ να 'ξερες ... Πβ. μακάρι. ● Ουσ.: και (το): για να δηλωθεί λεπτομερής αναφορά: Ούτε ένα "~" δεν ξέχασε. ● ΦΡ.: (ε) κι έπειτα/ύστερα; (προφ.): για να δηλωθεί αδιαφορία, ειρωνεία ή ότι κάτι δεν είναι σημαντικό: - Άφησες το φαγητό έξω από το ψυγείο! - ~ ~; Πβ. και λοιπόν; και τι έγινε/και τι μ' αυτό;, ... και μη: σε ελλειπτικό αποφατικό λόγο, για αποφυγή επανάληψης όρου που έχει αναφερθεί αμέσως πριν καταφατικά: κυβερνητικοί ~ ~ (ενν. κυβερνητικοί) φορείς. Φαγητά νηστίσιμα ~ ~. Για αρχάριους/παντρεμένους ~ ~., ε, και; (προφ.): ως έκφραση αδιαφορίας για κάτι ασήμαντο: Μου υποσχέθηκε ότι θ' αλλάξει. ~ ~; -Είναι κλειστά τα μαγαζιά σήμερα. -~ ~; Θα πάω αύριο. Πβ. κι επειδή;, και άλλα (συντομ. κ.ά.): μετά από ενδεικτική παράθεση ομοειδών στοιχείων, για να αποφευχθεί η συσσώρευση: Αθλήματα όπως ποδόσφαιρο, μπάσκετ, τένις κ.ά. Παιδικά ~ ~ τραγούδια. Κασκόλ, καπέλα ~ ~ αξεσουάρ. Αυτά ~ ~. ~ ~ παρόμοια/πολλά/τέτοια/(λόγ.-ειρων.) τινά. (σε απαρίθμηση) Πεπόνια, καρπούζια, σταφύλια ~ ~ φρούτα., και δεν (+ ρήμα): στην αρχή προτάσεων που αποτελούν καταφατική απάντηση· με παραινετική, προτρεπτική σημασία, σε ερώτηση που προηγήθηκε: -Να βγούμε το βράδυ; -~ ~ βγαίνουμε! (: Ας βγούμε!) -Να μαγειρέψω φακές σήμερα; -~ ~ μαγειρεύεις! (: Μαγείρεψε.), και να ... και να μην .../κι αν ... κι αν δεν .../να κι αν ... να κι αν δεν: (σε θέση διαζευκτικού συνδέσμου) για δήλωση αδιαφορίας· είτε ... είτε: Και να γυρίσει και να μη γυρίσει, δεν με νοιάζει., και ναι και όχι & ούτε ναι ούτε όχι (προφ.): ως έκφραση αβεβαιότητας ή αναποφασιστικότητας: -Σου άρεσε; -Και ~ ~.|| Δεν είπε ούτε ναι ούτε όχι., (ακόμα) και οι πέτρες βλ. πέτρα, (είσαι/είναι) και ο πρώτος/η πρώτη! βλ. πρώτος, (και) με το δίκιο του/με όλο του το δίκιο βλ. δίκιο, (και) μη χειρότερα βλ. χειρότερος, (και) μια και δυο βλ. ένας, μία/μια, ένα, ... και θα πεις κι ένα τραγούδι βλ. τραγούδι, ... και κακό! βλ. κακό, ακόμη και/κ(α)ι ... ακόμη βλ. ακόμα & ακόμη, απλώς και μόνο/αποκλειστικά και μόνο/μόνο και μόνο βλ. μόνο, εδώ και βλ. εδώ, εμείς κι εμείς βλ. εγώ, ένας κι ένας βλ. ένας, μία/μια, ένα, έτσι και βλ. έτσι, κάθε ... και ... βλ. κάθε, και βέβαια βλ. βέβαια, και δεν συμμαζεύεται βλ. συμμαζεύω, και δη βλ. δη, και καλά βλ. καλά, και κάτι βλ. κάτι, και λοιπά (κ.λπ.)/και τα λοιπά (κ.τ.λ.) βλ. λοιπός, και λοιπόν; βλ. λοιπόν, και μάλιστα βλ. μάλιστα, και μόνο βλ. μόνο, και να βλ. να1, και ξερό ψωμί βλ. ξερός, και ούτω καθεξής/καθ' εξής βλ. ούτω(ς), και όχι μόνο βλ. μόνο, και πάει λέγοντας βλ. λέω, και πολύ (σου/του) είναι/πάει βλ. είμαι, και πού 'σαι βλ. πού, και τα όμοια βλ. όμοιος, και τι δεν ...! βλ. τι, και τι έγινε/και τι μ' αυτό; βλ. γίνομαι, και τι να δω! βλ. βλέπω, και τι στον κόσμο! βλ. κόσμος, και το ρωτάς; βλ. ρωτώ, και του πουλιού το γάλα βλ. γάλα, και/κι ας βλ. ας, και/κι η κουτσή Μαρία/Μαριώ βλ. Μαρία, κι εσύ (τέκνον) Βρούτε; βλ. Βρούτος, λες κ(α)ι βλ. λέω, μια(ς) και/που βλ. μια & μιας, ό,τι έχω και δεν έχω βλ. ό,τι, ό,τι κι ό,τι βλ. ό,τι, όλα κι όλα! βλ. όλος, όποιος κι όποιος βλ. όποιος, όπως κ(α)ι αν/και να ... βλ. όπως, πες το κι έγινε βλ. λέω, τα ίδια και τα ίδια βλ. ίδιος2, το και το βλ. αυτός [< αρχ. καί, μεσν. κι]
22082και δηβλ. δη
22079ΚαιάδαςΚαι-ά-δας ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: ρίχνω/πετάω/οδηγώ (κάποιον) στον Καιάδα: ως δήλωση της περιθωριοποίησης ή της σκληρής μεταχείρισης που υφίστανται άτομα τα οποία θεωρούνται προβληματικά ή κατώτερα: Οι άνεργοι οδηγούνται ~ της εξαθλίωσης. [< αρχ. καιάδας]
22080ΚαϊάφαςΚα-ϊ-ά-φας ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: από τον Άννα στον Καϊάφα βλ. Άννας
22081καίγωβλ. καίω
22083κάιζερκά-ι-ζερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Κ): ΙΣΤ. ο τίτλος του Γερμανού αυτοκράτορα. Πβ. καίσαρας, τσάρος. [< γερμ. Kaiser]
22084καΐκικα-ΐ-κι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. στενόμακρο αλιευτικό σκάφος, μηχανοκίνητο ή/και ιστιοφόρο. Βλ. βάρκα, τράτα, τρεχαντήρι, ψαροκάικο. ● Υποκ.: καϊκάκι (το) [< μεσν. καΐκι < τουρκ. kayιk]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.