| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22076 | καθωσπρέπει | κα-θω-σπρέ-πει επίρρ. & καθώς πρέπει: όπως επιβάλλουν οι κοινωνικές συμβάσεις· ευπρεπώς, κόσμια: (κ. ειρων.) Ντύνεται/συμπεριφέρεται πολύ ~. Πβ. κυριλέ.|| (κυρ. ως επίθ.) Ένα ~ ξενοδοχείο. Είναι από ~ οικογένεια/σπίτι. Ένας σοβαρός και ~ (= αξιοπρεπής) κύριος. [< γαλλ. comme il faut] | |
| 22077 | καθωσπρεπισμός | κα-θω-σπρε-πι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): κοινωνικά αποδεκτή, κόσμια συμπεριφορά ή εμφάνιση: δήθεν/κοινωνικός/πολιτικός/ψεύτικος ~. Χωρίς ~ούς. Βλ. επιτήδευση, ηθικολογία, κλισέ, σοβαροφάνεια, συμβατικότητα, υποκρισία, -ισμός. | |
| 22078 | και | σύνδ. & (πριν από φωνήεν) κι· (σύμβ. &) 1. για την παρατακτική σύνδεση δύο ή περισσότερων λέξεων, προτάσεων ή περιόδων: εγώ ~ εσύ. Καλός ~ έξυπνος. Μέρα ~ νύχτα. Μαθηματικά, φυσική ~ χημεία. Μιλούσε ~ έγραφε.|| (στην πρόσθεση:) Ένα ~ ένα κάνουν δύο. Πβ. συν.|| (σε αποφατική συμπλοκή:) Πάρε αυτό ~ όχι το άλλο. Πήγαινε ~ μη γυρίσεις πίσω. Θέλει να είναι πρώτη ~ να μην (= χωρίς να) κουράζεται.|| (προσθετικά:) Γενικά μαθήματα ~ ακόμη/επίσης μαθήματα ειδικότητας. Συνέδρια, συμπόσια καθώς ~ συζητήσεις. Θέλω ~ άλλο/αυτό. Έχω ~ λίγα φρούτα. Τον βοηθούσε ~ του συμπαραστεκόταν. ~ μην ξεχάσεις να ποτίσεις! Πβ. επιπλέον.|| (για υπολογισμό κατά προσέγγιση:) Είναι εξήντα (ετών) ~ (= και πάνω)/~ ούτε (ενν. καν). Είκοσι (κιλά) ~ βάλε.|| (αντιθετικά:) Κλαίω ~ εσύ γελάς. Δεν είπα ψέματα, αλλά ούτε ~ την αλήθεια. Άλλα του είπα ~ άλλα κατάλαβε! ~ όμως έτσι έγιναν τα πράγματα (: για έντονη αντίρρηση)! Δεν μπορώ· ~ έπειτα (= άλλωστε, εξάλλου) δεν θέλω κιόλας. Πβ. αλλά.|| (μεταβατικά, σε αφηγήσεις:) ~ ο άλλος απάντησε ... ~ έτσι/μια μέρα έφυγε. Έμεινε για λίγο άφωνος. ~ έπειτα/ύστερα είπε ...|| (συγκριτικά:) Καμιά σαν ~ σένα. Σήμερα, όπως ~ χθες. 2. για έμφαση: ~ ο ένας ~ ο άλλος. ~ φαγητά ~ γλυκά ~ ποτά. Έως ~ τη Δευτέρα. Έλα ~ εσύ. Ήρθαν ~ οι πέντε. Απευθύνομαι ~ στους δυο σας. ~ συ αυτό πιστεύεις; Αυτό ~ μόνο αρκεί. Αυτός ~ κανένας άλλος (: είναι ανεπανάληπτος, μοναδικός). Ολοένα ~ περισσότερο. Τον πειράζει ~ το παραμικρό. Συνεχίζεται ~ στην επόμενη σελίδα.|| (σωρευτικά:) ~ δώρα του έκανε ~ ταξίδια τον πήγε ~, ~, ~.|| (διαζευκτικά:) ~ τώρα ~ μετά ~ όποτε θέλεις. Πβ. είτε ... είτε ...|| (επιδοτικά:) Βγήκε νικητής ~ χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια (πβ. και μάλιστα). Θα σου απαντήσω ~ αμέσως μάλιστα. Ακόμα/αφού ~ εγώ κουράστηκα, πόσο μάλλον το παιδί! Όχι μόνο ωραίο αλλά ~ πρακτικό. Όχι μόνο ήρθε, αλλά έφερε ~ παρέα.|| (Για κάτι ασυνήθιστο:) Πώς ~ τελείωσες τόσο νωρίς; Πώς ~ έτσι; ~ τώρα τι κάνουμε; Μην το θεωρείς ~ ακατόρθωτο. ~ πού να τη δεις από κοντά (ενν. είναι ακόμη καλύτερη)! ~ έπειτα/μετά/ύστερα μου λες να μην ανησυχώ ... 3. (σε στερεότυπες εκφράσεις, με επανάληψη της ίδιας λέξης) για έμφαση στον αριθμό, τη διάρκεια, την ποσότητα: Μήνες ~ μήνες. Χρόνια ~ χρόνια. Ποιοι ~ ποιοι ήταν εκεί (= ποιοι ακριβώς); Κόσμος ~ κοσμάκης (= πολλοί και διάφοροι· αόριστη αναφορά). Υπάρχουν μαθητές ~ μαθητές (: λογής λογής). Πόσοι ~ πόσοι δεν έκαναν την ίδια ερώτηση! Αυτό είναι όλο ~ όλο (ενν. μόνο αυτό); Τόσα ~ τόσα συνέβησαν στο μεταξύ. Περάσαμε μπόρες ~ μπόρες μαζί.|| Έλεγε ~ έλεγε (: μιλούσε συνεχώς) και δεν σταματούσε. Έκανε ~ έκανε τόσα και στο τέλος τον ξέχασαν όλοι.|| ~ θέλω ~ δεν θέλω να πάω (: δεν είμαι σίγουρος). (Για κατά προσέγγιση υπολογισμό:) Είναι ~ δεν είναι δυο χρονών. Τον βγάζει ~ δεν τον βγάζει τον χειμώνα (: θα πεθάνει σύντομα). Πβ. (μόλις και) μετά βίας. 4. για δήλωση εναντίωσης ή παραχώρησης: (αν και, παρόλο που, παρόλα αυτά:) ~ που στο είπα, με άκουσες; ~ να το ξέρω, δεν θα στο πω.|| (και αν:) Ακόμα ~ αν/να φύγεις, δεν με νοιάζει. Θα έρθω ~ ας μην είσαι εδώ. Όποιος ~ αν/να με ζητήσει ... Όποιο ~ αν/να είναι το αποτέλεσμα ... Ό,τι ~ αν/να γίνει ... Όσο ~ αν/να προσπαθεί, δεν θα τα καταφέρει. Ελάτε, όπου ~ αν/να βρίσκεστε. 5. σε θέση υποτακτικού συνδέσμου: (συμπερασματικού:) Δούλεψε πολύ ~ κέρδισε το πρώτο βραβείο. Είπε ψέματα ~ τώρα κανείς δεν τον πιστεύει. Μην πας τόσο νωρίς ~ περιμένεις απ' έξω. Είναι δυνατός ~ τον φοβούνται. Άκουσέ με ~ δεν θα το μετανιώσεις. Κάντο ~ θα δεις. Πβ. ώστε, με αποτέλεσμα να.|| (αιτιολογικού:) Μη φωνάζεις ~ δεν έχεις δίκιο (πβ. γιατί). Έλα ~ δεν αντέχω άλλο (πβ. επειδή).|| (χρονικού:) Έλα ~ (ενν. μετά) βλέπουμε. Έφαγα ~ κοιμήθηκα (πβ. έπειτα, ύστερα). Χτύπα ~ θα σου ανοίξουν. Διάβαζε ~ έβλεπε τηλεόραση (πβ. ενώ). Δεν είχα καλά καλά τελειώσει/δεν πρόλαβα να τελειώσω ~ χτύπησε το κουδούνι (πβ. μόλις, όταν, τη στιγμή που).|| (τελικού:) Έλα ~ δες. Πήγαινε ~ πες μου. Πβ. για να.|| (ενδοιαστικού:) Μην έρθεις ~ σε βρει εδώ. Πβ. μήπως.|| (βουλητικού:) Τον άκουσα ~ φώναζε. Σε βλέπω ~ είσαι διστακτικός. Αρχίζω ~ καταλαβαίνω. Έτυχε ~ τον είδα. Τι ήθελα ~ ήρθα; Πβ. να.|| (ειδικού:) Βλέπω ~ σ' αρέσει. Πβ. ότι, πως. 6. στην αρχή κυρ. ευχετικών εκφράσεων: ~ με τη νίκη/σ' ανώτερα/στα δικά σου/στις χαρές σου/του χρόνου! ~ μη χειρότερα!|| (για ανεκπλήρωτη ευχή:) Αχ, ~ να είχα τα χρόνια σου! Αχ, ~ να 'ξερες ... Πβ. μακάρι. ● Ουσ.: και (το): για να δηλωθεί λεπτομερής αναφορά: Ούτε ένα "~" δεν ξέχασε. ● ΦΡ.: (ε) κι έπειτα/ύστερα; (προφ.): για να δηλωθεί αδιαφορία, ειρωνεία ή ότι κάτι δεν είναι σημαντικό: - Άφησες το φαγητό έξω από το ψυγείο! - ~ ~; Πβ. και λοιπόν; και τι έγινε/και τι μ' αυτό;, ... και μη: σε ελλειπτικό αποφατικό λόγο, για αποφυγή επανάληψης όρου που έχει αναφερθεί αμέσως πριν καταφατικά: κυβερνητικοί ~ ~ (ενν. κυβερνητικοί) φορείς. Φαγητά νηστίσιμα ~ ~. Για αρχάριους/παντρεμένους ~ ~., ε, και; (προφ.): ως έκφραση αδιαφορίας για κάτι ασήμαντο: Μου υποσχέθηκε ότι θ' αλλάξει. ~ ~; -Είναι κλειστά τα μαγαζιά σήμερα. -~ ~; Θα πάω αύριο. Πβ. κι επειδή;, και άλλα (συντομ. κ.ά.): μετά από ενδεικτική παράθεση ομοειδών στοιχείων, για να αποφευχθεί η συσσώρευση: Αθλήματα όπως ποδόσφαιρο, μπάσκετ, τένις κ.ά. Παιδικά ~ ~ τραγούδια. Κασκόλ, καπέλα ~ ~ αξεσουάρ. Αυτά ~ ~. ~ ~ παρόμοια/πολλά/τέτοια/(λόγ.-ειρων.) τινά. (σε απαρίθμηση) Πεπόνια, καρπούζια, σταφύλια ~ ~ φρούτα., και δεν (+ ρήμα): στην αρχή προτάσεων που αποτελούν καταφατική απάντηση· με παραινετική, προτρεπτική σημασία, σε ερώτηση που προηγήθηκε: -Να βγούμε το βράδυ; -~ ~ βγαίνουμε! (: Ας βγούμε!) -Να μαγειρέψω φακές σήμερα; -~ ~ μαγειρεύεις! (: Μαγείρεψε.), και να ... και να μην .../κι αν ... κι αν δεν .../να κι αν ... να κι αν δεν: (σε θέση διαζευκτικού συνδέσμου) για δήλωση αδιαφορίας· είτε ... είτε: Και να γυρίσει και να μη γυρίσει, δεν με νοιάζει., και ναι και όχι & ούτε ναι ούτε όχι (προφ.): ως έκφραση αβεβαιότητας ή αναποφασιστικότητας: -Σου άρεσε; -Και ~ ~.|| Δεν είπε ούτε ναι ούτε όχι., (ακόμα) και οι πέτρες βλ. πέτρα, (είσαι/είναι) και ο πρώτος/η πρώτη! βλ. πρώτος, (και) με το δίκιο του/με όλο του το δίκιο βλ. δίκιο, (και) μη χειρότερα βλ. χειρότερος, (και) μια και δυο βλ. ένας, μία/μια, ένα, ... και θα πεις κι ένα τραγούδι βλ. τραγούδι, ... και κακό! βλ. κακό, ακόμη και/κ(α)ι ... ακόμη βλ. ακόμα & ακόμη, απλώς και μόνο/αποκλειστικά και μόνο/μόνο και μόνο βλ. μόνο, εδώ και βλ. εδώ, εμείς κι εμείς βλ. εγώ, ένας κι ένας βλ. ένας, μία/μια, ένα, έτσι και βλ. έτσι, κάθε ... και ... βλ. κάθε, και βέβαια βλ. βέβαια, και δεν συμμαζεύεται βλ. συμμαζεύω, και δη βλ. δη, και καλά βλ. καλά, και κάτι βλ. κάτι, και λοιπά (κ.λπ.)/και τα λοιπά (κ.τ.λ.) βλ. λοιπός, και λοιπόν; βλ. λοιπόν, και μάλιστα βλ. μάλιστα, και μόνο βλ. μόνο, και να βλ. να1, και ξερό ψωμί βλ. ξερός, και ούτω καθεξής/καθ' εξής βλ. ούτω(ς), και όχι μόνο βλ. μόνο, και πάει λέγοντας βλ. λέω, και πολύ (σου/του) είναι/πάει βλ. είμαι, και πού 'σαι βλ. πού, και τα όμοια βλ. όμοιος, και τι δεν ...! βλ. τι, και τι έγινε/και τι μ' αυτό; βλ. γίνομαι, και τι να δω! βλ. βλέπω, και τι στον κόσμο! βλ. κόσμος, και το ρωτάς; βλ. ρωτώ, και του πουλιού το γάλα βλ. γάλα, και/κι ας βλ. ας, και/κι η κουτσή Μαρία/Μαριώ βλ. Μαρία, κι εσύ (τέκνον) Βρούτε; βλ. Βρούτος, λες κ(α)ι βλ. λέω, μια(ς) και/που βλ. μια & μιας, ό,τι έχω και δεν έχω βλ. ό,τι, ό,τι κι ό,τι βλ. ό,τι, όλα κι όλα! βλ. όλος, όποιος κι όποιος βλ. όποιος, όπως κ(α)ι αν/και να ... βλ. όπως, πες το κι έγινε βλ. λέω, τα ίδια και τα ίδια βλ. ίδιος2, το και το βλ. αυτός [< αρχ. καί, μεσν. κι] | |
| 22082 | και δη | βλ. δη | |
| 22079 | Καιάδας | Και-ά-δας ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: ρίχνω/πετάω/οδηγώ (κάποιον) στον Καιάδα: ως δήλωση της περιθωριοποίησης ή της σκληρής μεταχείρισης που υφίστανται άτομα τα οποία θεωρούνται προβληματικά ή κατώτερα: Οι άνεργοι οδηγούνται ~ της εξαθλίωσης. [< αρχ. καιάδας] | |
| 22080 | Καϊάφας | Κα-ϊ-ά-φας ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: από τον Άννα στον Καϊάφα βλ. Άννας | |
| 22081 | καίγω | βλ. καίω | |
| 22083 | κάιζερ | κά-ι-ζερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (κ. με κεφαλ. Κ): ΙΣΤ. ο τίτλος του Γερμανού αυτοκράτορα. Πβ. καίσαρας, τσάρος. [< γερμ. Kaiser] | |
| 22084 | καΐκι | κα-ΐ-κι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. στενόμακρο αλιευτικό σκάφος, μηχανοκίνητο ή/και ιστιοφόρο. Βλ. βάρκα, τράτα, τρεχαντήρι, ψαροκάικο. ● Υποκ.: καϊκάκι (το) [< μεσν. καΐκι < τουρκ. kayιk] | |
| 22085 | καϊκτσής & καϊξής | κα-ϊ-κτσής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παρωχ.): ιδιοκτήτης ή/και κυβερνήτης καϊκιού. Βλ. βαρκάρης. [< τουρκ. kayιkcι + ς] | |
| 22086 | καΐλα | κα-ΐ-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. καούρα. Πβ. καύσος. 2. (μτφ.) λαχτάρα, πόθος: Έχει μεγάλη ~ να ... ● ΦΡ.: είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα βλ. φαγούρα | |
| 22087 | καϊμάκι | κα-ϊ-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. πηχτή και αφρώδης στρώση που σχηματίζεται στην επιφάνεια καφέ μόλις βράσει: ελληνικός με/χωρίς ~. 2. ανθόγαλα. ● ΣΥΜΠΛ.: παγωτό καϊμάκι & καϊμάκι: ΖΑΧΑΡ. παγωτό με μαστιχωτή υφή, που παρασκευάζεται από γάλα, κρέμα γάλακτος, ζάχαρη, μαστίχα και σαλέπι: πολίτικο ~~. ~ με βύσσινο. Εκμέκ/ραβανί με ~ ~. [< τουρκ. kaymak] | |
| 22088 | καϊμακλής | κα-ϊ-μα-κλής επίθ. & καϊμακλίδικος (λαϊκό): (για τον ελληνικό καφέ) που έχει πολύ καϊμάκι. Βλ. βαρύγλυκος, -λής. [< τουρκ. kaymaklι] | |
| 22089 | Κάιν | Κά-ιν ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): αδελφοκτόνος: σύγχρονος ~. Βλ. Μήδεια. [< μτγν. Κάϊν] | |
| 22090 | Καινή Διαθήκη | βλ. Διαθήκη | |
| 22091 | καινο- & καινό- | (λόγ.) α' συνθετικό που δηλώνει 1. πρωτοτυπία: καινο-λογία/~τομία/~φανής. 2. (συνήθ. επιστ.) σχετικά πρόσφατη χρονική περίοδο: καινο-ζωικός. | |
| 22092 | καινοζωικός | , ή, ό και-νο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καινοζωικός αιώνας: ΓΕΩΛ. ο τελευταίος γεωλογικός αιώνας της ιστορίας της Γης (πριν από περ. 65 εκατομμύρια χρόνια) με κύριο χαρακτηριστικό την εμφάνιση του ανθρώπου. Βλ. παλαιο-, μεσο-ζωικός, Τριτο-, Τεταρτο-γενές. [< αγγλ. Cainozoic, caenozoic, γαλλ. cénozoïque, 1924] | |
| 22093 | καινός | , ή, ό και-νός επίθ. (λόγ.): καινούργιος. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: καινός άνθρωπος: ΕΚΚΛΗΣ. ψυχικά αναγεννημένος., καινά δαιμόνια βλ. δαιμόνιο, Καινή Διαθήκη βλ. διαθήκη ● ΦΡ.: ουδέν καινόν υπό τον ήλιον (γνωμ.): καθετί που παρουσιάζεται ως καινούργιο, στην πραγματικότητα έχει ξανασυμβεί. Βλ. κρυπτός. [< αρχ. καινός] | |
| 22094 | καινοτομία | και-νο-το-μί-α ουσ. (θηλ.): επινόηση ή εφαρμογή νέων και κατά κανόνα πρωτοποριακών ιδεών ή μεθόδων· ό,τι καινούργιο (αγαθό, προϊόν, υπηρεσία) προκύπτει από τη διαδικασία αυτή: βιομηχανική/επιχειρηματική/οικολογική (= οικοκαινοτομία)/παγκόσμια/περιβαλλοντική/σχεδιαστική ~. Εκπαιδευτικές/επιστημονικές/θεσμικές/κατασκευαστικές/τεχνολογικές ~ες (πβ. εφεύρεση). ~ στην εκπαίδευση. Έρευνα/υψηλή τεχνολογία και ~. ~ και πνευματική ιδιοκτησία (βλ. κοπιράιτ). Βραβείο ~ας. Εισάγουν ~ες (= καινοτομούν). Πβ. αβάν-γκαρντ, πρωτοτυπία. Βλ. δημιουργικότητα, φαντασία. ΣΥΝ. νεωτερισμός ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη καινοτομίας βλ. ζώνη [< μτγν. καινοτομία, γαλλ.-αγγλ. innovation] | |
| 22095 | καινοτομικός | , ή, ό και-νο-το-μι-κός επίθ.: καινοτόμος: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: επιχειρηματικότητα/ικανότητα/τεχνολογία. ~ά: έργα/προϊόντα. [< γαλλ. innovateur, innovant, περ. 1980] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ