Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22840-22860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22085καϊκτσής & καϊξήςκα-ϊ-κτσής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παρωχ.): ιδιοκτήτης ή/και κυβερνήτης καϊκιού. Βλ. βαρκάρης. [< τουρκ. kayιkcι + ς]
22086καΐλακα-ΐ-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. καούρα. Πβ. καύσος. 2. (μτφ.) λαχτάρα, πόθος: Έχει μεγάλη ~ να ... ● ΦΡ.: είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα βλ. φαγούρα
22087καϊμάκικα-ϊ-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. πηχτή και αφρώδης στρώση που σχηματίζεται στην επιφάνεια καφέ μόλις βράσει: ελληνικός με/χωρίς ~. 2. ανθόγαλα. ● ΣΥΜΠΛ.: παγωτό καϊμάκι & καϊμάκι: ΖΑΧΑΡ. παγωτό με μαστιχωτή υφή, που παρασκευάζεται από γάλα, κρέμα γάλακτος, ζάχαρη, μαστίχα και σαλέπι: πολίτικο ~~. ~ με βύσσινο. Εκμέκ/ραβανί με ~ ~. [< τουρκ. kaymak]
22088καϊμακλήςκα-ϊ-μα-κλής επίθ. & καϊμακλίδικος (λαϊκό): (για τον ελληνικό καφέ) που έχει πολύ καϊμάκι. Βλ. βαρύγλυκος, -λής. [< τουρκ. kaymaklι]
22089ΚάινΚά-ιν ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): αδελφοκτόνος: σύγχρονος ~. Βλ. Μήδεια. [< μτγν. Κάϊν]
22090Καινή Διαθήκηβλ. Διαθήκη
22091καινο- & καινό-(λόγ.) α' συνθετικό που δηλώνει 1. πρωτοτυπία: καινο-λογία/~τομία/~φανής. 2. (συνήθ. επιστ.) σχετικά πρόσφατη χρονική περίοδο: καινο-ζωικός.
22092καινοζωικός, ή, ό και-νο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καινοζωικός αιώνας: ΓΕΩΛ. ο τελευταίος γεωλογικός αιώνας της ιστορίας της Γης (πριν από περ. 65 εκατομμύρια χρόνια) με κύριο χαρακτηριστικό την εμφάνιση του ανθρώπου. Βλ. παλαιο-, μεσο-ζωικός, Τριτο-, Τεταρτο-γενές. [< αγγλ. Cainozoic, caenozoic, γαλλ. cénozoïque, 1924]
22093καινός, ή, ό και-νός επίθ. (λόγ.): καινούργιος. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: καινός άνθρωπος: ΕΚΚΛΗΣ. ψυχικά αναγεννημένος., καινά δαιμόνια βλ. δαιμόνιο, Καινή Διαθήκη βλ. διαθήκη ● ΦΡ.: ουδέν καινόν υπό τον ήλιον (γνωμ.): καθετί που παρουσιάζεται ως καινούργιο, στην πραγματικότητα έχει ξανασυμβεί. Βλ. κρυπτός. [< αρχ. καινός]
22094καινοτομίακαι-νο-το-μί-α ουσ. (θηλ.): επινόηση ή εφαρμογή νέων και κατά κανόνα πρωτοποριακών ιδεών ή μεθόδων· ό,τι καινούργιο (αγαθό, προϊόν, υπηρεσία) προκύπτει από τη διαδικασία αυτή: βιομηχανική/επιχειρηματική/οικολογική (= οικοκαινοτομία)/παγκόσμια/περιβαλλοντική/σχεδιαστική ~. Εκπαιδευτικές/επιστημονικές/θεσμικές/κατασκευαστικές/τεχνολογικές ~ες (πβ. εφεύρεση). ~ στην εκπαίδευση. Έρευνα/υψηλή τεχνολογία και ~. ~ και πνευματική ιδιοκτησία (βλ. κοπιράιτ). Βραβείο ~ας. Εισάγουν ~ες (= καινοτομούν). Πβ. αβάν-γκαρντ, πρωτοτυπία. Βλ. δημιουργικότητα, φαντασία. ΣΥΝ. νεωτερισμός ● ΣΥΜΠΛ.: ζώνη καινοτομίας βλ. ζώνη [< μτγν. καινοτομία, γαλλ.-αγγλ. innovation]
22095καινοτομικός, ή, ό και-νο-το-μι-κός επίθ.: καινοτόμος: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: επιχειρηματικότητα/ικανότητα/τεχνολογία. ~ά: έργα/προϊόντα. [< γαλλ. innovateur, innovant, περ. 1980]
22096καινοτομικότητακαι-νο-το-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του καινοτομικού· καινοτομία: ~ των επιχειρήσεων/προϊόντων. Ενθάρρυνση/προώθηση της ~ας. Πριμοδότηση της υψηλής ~ας. Πβ. νεωτερικότητα. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. innovativeness, 1962]
22097καινοτόμος, α/ος, ο και-νο-τό-μος επίθ. (λόγ.): που καινοτομεί: ~ος: θεσμός. ~α: προσπάθεια. (επίσ.) ~ος: εκπαίδευση/έρευνα. ~ο: μοντέλο/προϊόν/σχέδιο. ~ες: δράσεις/ενέργειες/επιχειρήσεις/λύσεις/προτάσεις/πρωτοβουλίες/τάσεις (= νεωτεριστικές)/υπηρεσίες. ~α: μέτρα. Ανάπτυξη ~ων εφαρμογών/ιδεών. ΣΥΝ. καινοτομικός.|| (για πρόσ.) Τολμηροί και ~οι επιχειρηματίες. Πβ. προοδευτικός, προχωρημένος, πρωτοποριακός, πρωτότυπος. ΑΝΤ. αναχρονιστ-, οπισθοδρομ-, συντηρητ-ικός. ● Ουσ.: καινοτόμος (ο): πρόσωπο που έχει εισαγάγει καινοτομίες. Πβ. ανανεωτής, πρωτοπόρος. Βλ. μεταρρυθμ-, μοντερν-ιστής. ΣΥΝ. νεωτεριστής [< αρχ. καινοτόμος, γαλλ. innovateur, innovant, περ. 1980, αγγλ. innovative]
22098καινοτομώ[καινοτομῶ] και-νο-το-μώ ρ. (αμτβ.) {καινοτομ-εί, -ησε, -ώντας}: επινοώ ή εφαρμόζω νέες και συνήθ. πρωτοποριακές ιδέες ή μεθόδους: Η τέχνη ~εί. Η εταιρεία ~ησε για άλλη μια φορά στον χώρο ... Πβ. πρωτο-πορώ, -τυπώ. ΣΥΝ. νεωτερίζω [< αρχ. καινοτομῶ, γαλλ. innover, αγγλ. innovate]
22099καινούργιος, α, ο και-νούρ-γιος επίθ. & καινούριος ΣΥΝ. νέος ΑΝΤ. παλιός 1. που έχει πρόσφατα δημιουργηθεί ή αποκτηθεί και κατ' επέκτ. δεν έχει χρησιμοποιηθεί (σχεδόν) καθόλου: ~α: συσκευή (= αχρησιμοποίητη). ~ο: αυτοκίνητο/μηχάνημα (= αμεταχείριστο, εντελώς ~ο, ολοκαίνουργιο).|| ~ο: διαμέρισμα/κτίριο (= νεόδμητο, νεόκτιστο).|| ~α: ρούχα (πβ. αφόρετος). Χρειάζομαι ~α τσάντα/~ο παλτό. 2. που εμφανίζεται, εντάσσεται, έρχεται ή ξεκινά για πρώτη φορά: ~ος: κλάδος. ~α: εμπειρία (= άγνωστη, πρωτόγνωρη)/υπηρεσία. ~ο: είδος/τμήμα (= νεοσύστατο). ~α: προγράμματα/στοιχεία. Κυκλοφορεί το ~ο βιβλίο/σιντί του ... (= πρόσφατο, τελευταίο). Ανοίξαμε ~ο (ενν. επιπλέον) κατάστημα. Πες μας κάτι ~ο (= νέο ή πρωτότυπο)!|| ~ος: ηθοποιός (= πρωτοεμφανιζόμενος)/χρήστης. ~ο: μέλος. Είμαι ~ στο επάγγελμα (βλ. άπειρος)/στην πόλη (= νεοφερμένος). 3. που αντικαθιστά, διαδέχεται κάτι ή κάποιον: ~ος: κύκλος μαθημάτων. ~α: έκδοση (λογισμικού). ~ο: μοντέλο (αυτοκινήτου). ~α: γραφεία (εταιρείας).|| ~α: μέθοδος/τεχνική. ~ες: αντιλήψεις/ιδέες/συνήθειες/τάσεις. ΣΥΝ. καινοτόμος, νεωτεριστ-, προοδευτ-ικός, σύγχρονος. Πβ. καινοφανής.|| Ευτυχισμένος ο ~ χρόνος!|| Δημιουργείται ένας ~ κόσμος (= καλύτερος). Μπαίνουμε σε μια ~α εποχή. Ξεκινά μια ~α ζωή/μέρα/σελίδα. Κάνε μια ~α αρχή! Πβ. ελπιδοφόρος.|| ~ος: δήμαρχος/διευθυντής. ~α: κυβέρνηση. ~οι: φίλοι. Νιώθω ~ άνθρωπος (= ανανεωμένος)! ΑΝΤ. προηγούμενος ● Ουσ.: καινούργιος (ο): πρόσωπο νέο σε έναν χώρο, χωρίς πείρα: Φορτώθηκαν τη δουλειά οι ~οι. ΑΝΤ. παλιός (1) ● ΦΡ.: το έκανα/έγινε (σαν) καινούργιο: για ολοκληρωτική επισκευή, μετατροπή ή ανακαίνιση: Έβαψα τα παπούτσια και έγιναν (σαν) ~α.|| (μτφ.-ειρων.) Τράκαρε κι έκανε το αυτοκίνητο ~ (= το διέλυσε). Πβ. κάνω κάποιον/κάτι αγνώριστο., ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους βλ. δρόμος, καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω/καινούργιο είναι το κόσκινο, ψηλά είναι κρεμασμένο βλ. κόσκινο, κάνω (καινούργιο) συκώτι βλ. συκώτι, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια βλ. μάτι [< μτγν. καινούργιος ‘πρόσφατος’]
22100καινοφανής, ής, ές και-νο-φα-νής επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): πρωτοφανής. Πβ. νεοφανής. ● ΣΥΜΠΛ.: καινοφανής (αστέρας): ΑΣΤΡΟΝ. νόβα. Βλ. υπερ~. [< μεσν. καινοφανής ‘που λάμπει σαν καινούργιος’]
22101καϊξήςβλ. καϊκτσής
22102καιρικός, ή, ό και-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον καιρό: ~ή: μεταβολή/πρόβλεψη/πρόγνωση. ~ό: δελτίο. Η μέση ~ή κατάσταση μιας περιοχής (= κλίμα). Αλλαγή του ~ού σκηνικού. Αντίξοες/δυσμενείς/ευνοϊκές/ιδανικές/ομαλές ~ές συνθήκες. Πβ. μετεωρολογικός. ● ΣΥΜΠΛ.: καιρικά φαινόμενα: ΜΕΤΕΩΡ. άνεμος, ανεμοστρόβιλος, βροχή, θύελλα, καύσωνας, καταιγίδα, κυκλώνας, τυφώνας, υγρασία, χαλάζι, χιόνι: ακραία/απρόβλεπτα/έκτακτα/έντονα/επικίνδυνα/καταστροφικά/ραγδαία ~ ~. Ύφεση των ~ών ~ένων. [< αγγλ. weather phenomena] [< μτγν. καιρικός ‘εποχικός’]
22103καίριος, α, ο καί-ρι-ος επίθ. (λόγ.) 1. εξαιρετικά κρίσιμος, σημαντικός, ουσιαστικός: ~α: ανάγκη (= επιτακτική)/επιλογή/παρατήρηση/πτυχή (της υπόθεσης)/συζήτηση/συμβολή. ~ο: αίτημα/επιχείρημα/ζήτημα/λάθος. ~οι: τομείς (της οικονομίας). ~ες: αλλαγές. Θέμα ~ας (= αποφασιστικής) σημασίας. Στελέχη σε ~ες θέσεις (= θέσεις-κλειδιά). Παίζει ~ο ρόλο. Το ~ο ερώτημα που τίθεται είναι ... Πβ. σοβαρός. 2. έγκαιρος ή/και εύστοχος, αποτελεσματικός: ~α: παρέμβαση.|| ~ο: πλήγμα/χτύπημα. ● επίρρ.: καίρια ● ΣΥΜΠΛ.: καίριο σημείο 1. καθοριστικό: ~ ~ της προτεινόμενης τροπολογίας αποτελεί ... 2. (σπάν.) ευαίσθητο, τρωτό: κλοτσιά σε ~ ~. Βλ. αχίλλειος πτέρνα. [< αρχ. καίριος ‘που συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή, βασικός’]
22104καιρόςκαι-ρός ουσ. (αρσ.) 1. η κατάσταση της ατμόσφαιρας πάνω από μια περιοχή για ορισμένο (μικρό) χρονικό διάστημα, η οποία χαρακτηρίζεται από τις τιμές των διαφόρων μετεωρολογικών στοιχείων (δηλ. ηλιοφάνεια, νεφώσεις, βροχή, χαλάζι, χιόνι, θερμοκρασία, άνεμος, υγρασία, ορατότητα): άστατος/άσχημος (βλ. βρομόκαιρος)/βροχερός/γλυκός/ζεστός/μουντός/υγρός ~. Ο ~ στην Ελλάδα και τον κόσμο. Αλλαγή/βελτίωση/επιδείνωση/μεταβολή του ~ού. Πρόβλεψη/πρόγνωση (του) ~ού. Αγρίεψε (= χειροτέρεψε)/έφτιαξε/ζέστανε/χάλασε/ψύχρανε ο ~. Αναμένεται καλός ~ για το τριήμερο. Γενικά αίθριος ~ και μόνο κατά τόπους νεφελώδης. Tι ~ό έχετε/θα κάνει αύριο; Δεν πάω πουθενά με τέτοιον ~ό! Μας τα χάλασε ο ~ (: ματαιώθηκαν τα σχέδιά μας λόγω κακοκαιρίας). Βλ. κλίμα.|| ~ για μπάνιο/σκι (: κατάλληλες καιρικές συνθήκες). Ταξιδεύουν με όλους τους ~ούς.|| Λέει τον ~ό (= το δελτίο ~ού) στην τηλεόραση. 2. χρόνος· ειδικότ. μεγάλο χρονικό διάστημα ή ελεύθερος χρόνος: Κύλησε γρήγορα/πώς περνάει ο ~! Πάει πολύς ~ από τότε! Πού χάθηκες τόσον ~ό; Πόσο ~ό γνωρίζεστε;|| Μετά/ύστερα από ~ό. ~ό είχαμε να τα πούμε! Θα κάνει ~ό να το ξεχάσει! Οι προσπάθειες για ~ό έμειναν άκαρπες. Ήθελα από/εδώ και ~ό να το κάνω. (για ζευγάρι:) Είναι ~ό μαζί.|| Δεν του μένει ~ ούτε να φάει (βλ. ευκαιρώ). Πού ~ για ξεκούραση! Δεν έχω ~ό για χάσιμο! Μόλις τώρα βρήκα ~ό να γράψω. Χάνεις τον ~ό σου μαζί του (= ματαιοπονείς)! Μη χάνεις ~ό (= βιάσου)! Περνάει τον ~ό (= τις ώρες) του άσκοπα/ζωγραφίζοντας/με αγαθοεργίες. 3. εποχή, περίοδος: απ' τον ~ό της Επανάστασης/της Κατοχής/των παππούδων μας. Tον παλιό καλό ~ό. Σε ~ό/(λόγ.) εν ~ώ ειρήνης/πολέμου. Τον ~ό που ήταν παιδί/στρατιώτης. Υπήρξε μια απ' τις πιο χειραφετημένες γυναίκες του ~ού της. Στον ~ό μου (= όταν ήμουν νέος), τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τον ~ό της ακμής του, ο οικισμός είχε χίλιους κατοίκους. 4. κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία: ~ για αλλαγές/δράση! Μήπως είναι ~ να το ξανασκεφτούμε; Έφτασε/ήρθε ο ~ για κάτι διαφορετικό. ΣΥΝ. ώρα. 5. ΝΑΥΤ. (λαϊκό) ισχυρός άνεμος και φουρτούνα: Τι ~ φυσάει; Το μνημείο το δέρνουν οι ~οί και η εγκατάλειψη. ● Ουσ.: καιροί (οι): εποχή, ιδ. κοινωνικές συνθήκες, περιστάσεις: κρίσιμοι/μοντέρνοι/σκληροί/σύγχρονοι ~. Ωραίοι ~! Οι ~ άλλαξαν, δεν είναι όπως τα 'ξερες. Βρε πώς αλλάζουν οι ~! Οι ~ απαιτούν/επιβάλλουν νέες προσεγγίσεις. Οι αυξημένες απαιτήσεις των καιρών. Οι ~ μας δεν επιτρέπουν καθυστερήσεις. Έρχονται καλύτεροι ~! Διανύουμε/ζούμε σε/περνάμε δύσκολους/χαλεπούς καιρούς. ● Υποκ.: καιρούλης ● ΣΥΜΠΛ.: παντός καιρού (επίσ.): κατάλληλος για κάθε είδους καιρικές ή άλλες συνθήκες: ελαστικά/ελικόπτερο ~ ~. Βλ. παντός εδάφους.|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Άνθρωπος ~ ~ (= ευέλικτος, ευπροσάρμοστος)., δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο βλ. δελτίο, μηνύματα των καιρών βλ. μήνυμα, σημεία των καιρών βλ. σημείο ● ΦΡ.: ανοίγει ο καιρός (προφ.): υποχωρεί η κακοκαιρία, διαλύονται τα σύννεφα: ~ ~ και πάλι, με ήλιο και άνοδο της θερμοκρασίας. Βλ. ανοίγει ο ουρανός., από καιρό σε καιρό & (λόγ.) από καιρού εις καιρόν: πότε πότε: Η κατάσταση επαναλαμβάνεται ~ ~.|| Οι οδηγίες τροποποιούνται από καιρού εις καιρόν (= ενίοτε) ανάλογα με τα νέα δεδομένα. Πβ. κατά καιρούς., για δες καιρό που διάλεξε ... (συνήθ. χιουμορ.): για κάτι που συμβαίνει σε ακατάλληλη στιγμή: ~ ~ η εξεταστική ν' αρχίσει!|| ~ ~ που διάλεξα ν' αρρωστήσω!, εν καιρώ (επίσ.): αργότερα, σε εύθετο χρόνο: Το πρόγραμμα θα ανακοινωθεί ~ ~., έναν καιρό (προφ.): κάποτε, στο παρελθόν: Θυμάσαι ~ ~ που διαβάζαμε μαζί; Πβ. άλλοτε, παλιά., έχει ο καιρός γυρίσματα (προφ.): για τις ξαφνικές αλλαγές, το ευμετάβλητο της ζωής ή της τύχης: Τώρα γελάς, όμως ~ ~ (= θα αλλάξουν κάποια στιγμή τα πράγματα)!, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) (παροιμ.): για όλα υπάρχει η κατάλληλη στιγμή: Μη βιάζεσαι κι όλα θα γίνουν· ~ ~! ΣΥΝ. κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του, καιρός ήταν! (ειρων.): για κάτι που άργησε να γίνει: -Γύρισα! -~ ~!|| ~ ~ ν' ασχοληθεί λίγο και με την υπόθεσή μας!, καιρός παντί πράγματι (ΠΔ) (αρχαιοπρ.): κάθε πράγμα στον καιρό του., κατά καιρούς: σε διάφορες χρονικές περιστάσεις: τα ~ ~ δημοσιεύματα. Λόγια που έχουν ~ ~ ειπωθεί. Συνεργάστηκε ~ ~ με διάφορα περιοδικά. Πβ. από καιρό σε καιρό., με τον καιρό: με το πέρασμα του χρόνου: ~ ~ θα συνηθίσει. Πβ. στην πορεία/στον δρόμο., μια φορά κι έναν καιρό ...: στερεότυπη φράση με την οποία ξεκινά η αφήγηση παραμυθιού: ~ ~, ζούσε ένα βασιλόπουλο ...|| (ειρων.) ~ ~ (= άλλοτε, κάποτε), ήταν εύκολο να βρεις δουλειά, τώρα ..., ο καιρός είναι γιατρός (παροιμ.): με το πέρασμα του χρόνου αμβλύνονται επώδυνες αναμνήσεις και συναισθήματα., προ καιρού (λόγ.): πριν από κάμποσο καιρό: Το θέμα είχε απασχολήσει ~ ~ την κοινή γνώμη., του καλού καιρού (προφ.): πάρα πολύ: Βρέχει ~ ~! Κοιμάται/τρώει ~ ~!, του παλιού καιρού: που ανήκει σε περασμένη εποχή· (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) ξεπερασμένος, παρωχημένος: έθιμα/ιστορίες ~ ~.|| Αντιλήψεις/έπιπλα ~ ~., τω καιρώ εκείνω (ΚΔ) (αρχαιοπρ.-ειρων.): για κάτι που συνέβη ή συνηθιζόταν παλαιότερα: ~ ~, είχε άλλες προτεραιότητες., χειμώνα/καλοκαίρι καιρό (προφ., συχνά ως έκφρ. δυσαρέσκειας): μες στο κρύο ή τη ζέστη: Πού πας χειμώνα ~;|| Καλοκαίρι ~ χωρίς κλιματιστικό!, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη: απαξιωτική αντιμετώπιση μιας νέας τάσης, ενός σύγχρονου κοινωνικού φαινομένου. [< λατ. o tempora! o mores!] , από τον καιρό της Tουρκοκρατίας βλ. τουρκοκρατία, από τον καιρό του Νώε βλ. Νώε, δύσκολοι καιροί για ... βλ. δύσκολος, Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) βλ. θέλω, καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια βλ. παραπούλι, κοίτα με να σε κοιτώ να περνούμε τον καιρό βλ. κοιτάζω, κρύο, καιρός για δύο βλ. κρύο, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, οι καιροί ου μενετοί βλ. μενετός, σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου βλ. σκοτώνω, τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! βλ. φλάρος, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, χρόνια/καιρούς και ζαμάνια βλ. ζαμάνια [< 1: μεσν. καιρός 2-4: αρχ. ~, μτγν. ~]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.