| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22107 | καιροσκοπία | βλ. καιροσκοπισμός | |
| 22108 | καιροσκοπικός | , ή, ό και-ρο-σκο-πι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από καιροσκοπισμό: ~ή: πολιτική/στάση/τακτική. Πβ. τυχοδιωκτικός. Βλ. κερδοσκοπικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: λοιμώξεις (= που εκδηλώνονται, όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι εξασθενημένο). ΣΥΝ. αριβίστικος, οπορτουνιστικός (1), σπεκουλαδόρικος ● επίρρ.: καιροσκοπικά [< γαλλ. opportuniste] | |
| 22109 | καιροσκοπισμός | και-ρο-σκο-πι-σμός ουσ. (αρσ.) & καιροσκοπία (η): εκμετάλλευση των περιστάσεων, χωρίς ηθικούς φραγμούς, με σκοπό την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων: (μικρο)κομματικός/πολιτικός/προεκλογικός ~. Διαπλοκή/διαφθορά/υποκρισία και ~. Πβ. τυχοδιωκτισμός. Βλ. κερδοσκοπία, -ισμός. ΣΥΝ. αριβισμός, οπορτουνισμός (1), σπέκουλα [< γαλλ. opportunisme] | |
| 22110 | καιροσκόπος | και-ρο-σκό-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που καιροσκοπεί. Πβ. τυχοδιώκτης. Βλ. κερδοσκόπος, -σκόπος. ΣΥΝ. αριβίστας, οπορτουνιστής (1), σπεκουλαδόρος [< μτγν. καιροσκόπος, γαλλ. opportuniste] | |
| 22111 | καιροσκοπώ | [καιροσκοπῶ] και-ρο-σκο-πώ ρ. (αμτβ.) {καιροσκοπ-εί, -ώντας | (σπάν.) καιροσκοπ-ήσει}: συμπεριφέρομαι με καιροσκοπισμό: ~ούν πάνω σε κρίσιμα ζητήματα. Βλ. -σκοπώ. ΣΥΝ. σπεκουλάρω [< μτγν. καιροσκοπῶ] | |
| 22112 | καιροφυλακτώ | [καιροφυλακτῶ] και-ρο-φυ-λα-κτώ ρ. (αμτβ.) {-ώντας, κυρ. στο ενεστ. θ.}: περιμένω την κατάλληλη ευκαιρία για να επιτεθώ· παραμονεύω: Ο δολοφόνος/εχθρός ~εί.|| (μτφ.) ~εί ο κίνδυνος (= ελλοχεύει, ενεδρεύει). Πβ. στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα. ΣΥΝ. καραδοκώ [< αρχ. καιροφυλακτῶ] | |
| 22113 | καίσαρας | καί-σα-ρας ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ) & (λόγ.) καίσαρ {-ος} 1. ΙΣΤ. τίτλος Ρωμαίου αυτοκράτορα. Βλ. κάιζερ, τσάρος. 2. (μτφ.) για αυταρχικό πρόσωπο, συνήθ. ηγέτη. ● ΦΡ.: (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (ΚΔ): για την ανάγκη απόδοσης στον καθένα αυτού που του αναλογεί ή του πρέπει., η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) (γνωμ.): ένα δημόσιο πρόσωπο δεν αρκεί να είναι έντιμο, αλλά πρέπει παράλληλα να έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία. [< μτγν. Καῖσαρ] | |
| 22114 | καισαρικός | , ή, ό και-σα-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον Καίσαρα. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καισαρική (τομή): ΙΑΤΡ. μέθοδος τοκετού κατά την οποία το έμβρυο εξάγεται με χειρουργική τομή στα κοιλιακά τοιχώματα και τη μήτρα, κυρ. όταν ο φυσιολογικός τοκετός είναι αδύνατος ή επικίνδυνος ή σε επείγουσα περίπτωση: προγραμματισμένη ~ ~. Της έκαναν ~. Γέννησε με/υποβλήθηκε σε ~. Βλ. επισκληρίδιος, υστερεκτομή. [< γαλλ. (incision) césarienne] [< μεσν. καισαρικός] | |
| 22115 | καισαρισμός | και-σα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): αυταρχισμός, δεσποτισμός. Πβ. απολυταρχία, βοναπαρτ-, συγκεντρωτ-ισμός, δικτατορία, τυραννία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. césarisme] | |
| 22116 | καΐσι & καϊσί | κα-ΐ-σι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία βερίκοκου μεγάλου σχετικά μεγέθους. [< τουρκ. kaysι] | |
| 22117 | καϊσιά | κα-ϊ-σιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποικιλία βερικοκιάς. | |
| 22118 | καίσιο | καί-σι-ο ουσ. (ουδ.) {καισ-ίου} & (σπάν.) κέσιο: ΧΗΜ. σπάνιο μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Cs, Ζ 55), μαλακό και αργυρόλευκο, που ανήκει στα αλκάλια και χρησιμοποιείται κυρ. σε φωτοκύτταρα: χλωριούχο ~. ~-137 (: ραδιενεργό ισότοπο του ~ίου). Ατομικό ρολόι ~ίου. Μόλυνση του εδάφους από ~. Βλ. στρόντιο. [< γαλλ. césium, αγγλ. cesium < νεολατ. cesium < λατ. caesius ‘που έχει γκρίζα ή γκριζογάλανα μάτια’] | |
| 22119 | καίτοι | καί-τοι σύνδ. (λόγ.): αν και, μολονότι. [< αρχ. καίτοι] | |
| 22120 | καίω | καί-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καις, -ει, -με, -τε, -ν(ε) | έκα-ψα, κά-ψω, καί-γεται, κά-ηκε, -εί, (λόγ.) καιόμενος, κα-μένος, καίγοντας} & (λαϊκό) καίγω 1. καταστρέφω με φωτιά: ~ψε το γράμμα/τα ξερά κλαδιά/τα σκουπίδια. Οι φλόγες ~ψαν ... στρέμματα δασικής έκτασης. Τα απόβλητα, όταν ~γονται, εκπέμπουν διοξίνες. Η πόλη λεηλατήθηκε και ~ηκε ολοσχερώς (βλ. πυρπολώ). Ο ναός ~ηκε συθέμελα. ~μένοι: κορμοί. Βλ. καρβουνιάζω, καψαλίζω.|| Εγκλωβίστηκαν στο φλεγόμενο κτίριο και ~ηκαν ζωντανοί. Πβ. απανθρακώνω, αποτεφρώνω.|| (μτφ.) ~γεται η καρδιά μου (= στενοχωριέμαι πολύ, υποφέρω). Βλ. κατα~. 2. προκαλώ αλλοίωση, φθορά σε κάτι, εκθέτοντάς το σε υψηλή θερμοκρασία, ακτινοβολία ή καυστικές χημικές ουσίες: ~ψα το φόρεμα (: με το σίδερο). Το 'καψες το φαγητό! Μου μυρίζει ~μένο!|| (για υπερθέρμανση συσκευών, μηχανών:) ~ηκε η λάμπα/μηχανή (του αυτοκινήτου)/οθόνη (του υπολογιστή). ~μένος: μετασχηματιστής. ~μένη: ασφάλεια.|| (λόγω πολύ χαμηλής θερμοκρασίας:) Ο παγετός/η παγωνιά/το χιόνι ~ψε τα δέντρα. 3. (μτφ.) βλάπτω, ζημιώνω: Αλήθειες που ~νε! Το σκάνδαλο θα ~ψει πολλούς. Μ' ~ψες (= εξέθεσες) μ' αυτά που είπες! Αν μαθευτεί, ~ηκα (= πάω χαμένος, την έβαψα, την έχω άσχημα)! Απ' αυτή την ιστορία βγήκα ~μένος! Βλ. χαροκαμένος.|| (απειλητ.) ~ηκες αν σε πιάσω, κακομοίρη μου! 4. θερμαίνω κάτι, ώστε να λιώσει· ζεματώ: ~ βούτυρο στο τηγάνι. Πβ. ζεσταίνω.|| (προφ.-εμφατ.) Καλέ, εσύ καις ολόκληρος (= έχεις πυρετό)! 5. προκαλώ έγκαυμα: ~ψα το χέρι μου στο μάτι της κουζίνας. Μ' ~ψε με το τσιγάρο. Ο ασβέστης/η χλωρίνη του ~ψε τα μάτια. ~ηκε η γλώσσα μου (: από καυτό ρόφημα). Πρόσεξε μην ~είς! Μην πατάς ξυπόλυτος στην άμμο και ~ούν τα πόδια σου! ~ηκε η πλάτη μου (: από τον ήλιο)! Βλ. καυτηριάζω, συγκαίομαι. 6. (προφ.) καταναλώνω καύσιμο ή ενέργεια: (για αυτοκίνητο:) ~ει πολλή βενζίνη. Συσκευές που ~νε πολύ ρεύμα.|| (για νοικοκυριά:) ~με φυσικό αέριο. Πόσο πετρέλαιο ~τε κάθε χρόνο;|| Ο οργανισμός ~ει θερμίδες/λίπος (βλ. καύσεις). 7. ΠΛΗΡΟΦ. (προφ.) εγγράφω δεδομένα σε ψηφιακό δίσκο: ~ σιντί. ● καίει 1. είναι αναμμένο(ς): ~ το καντήλι/το κερί/η φωτιά.|| (προφ.) Τα καλοριφέρ ~νε στο φουλ! Μην αφήσεις την τηλεόραση να ~/τα φώτα να ~νε όλη μέρα! Βλ. σιγο~. 2. έχει, εκπέμπει υψηλή θερμοκρασία· είναι καυτό(ς): Δεν έχει ~ψει ακόμη το σίδερο/ο φούρνος. Μόλις ~ψει το λάδι (: στο τηγάνι), ρίχνεις τις πατάτες!|| Η άσφαλτος/ο ήλιος/το νερό ~ (= ζεματά)! ~ ο τόπος (= βράζει, έχει καύσωνα)! Η σούπα ~, άσ' τη να κρυώσει!|| ~ το μέτωπό του (: έχει πολύ πυρετό)!|| Ένιωθα τα μάγουλά μου να ~νε (: από ντροπή). 3. προκαλεί αίσθημα καψίματος: Με ~ ο λαιμός (πβ. τσούζει)/το στομάχι (βλ. καύσος) μου. ~νε τα μάτια μου (: από τον καπνό).|| (για καυτερό φαγητό:) Πρόσεχε, οι πιπεριές ~νε. 4. (μτφ.) απασχολεί έντονα τη σκέψη κάποιου· βασανίζει, ταλανίζει: Είναι ένα ερώτημα/θέμα που με ~. ● Παθ.: καίγομαι (μτφ.-προφ.) 1. βιάζομαι, επείγομαι· με ενδιαφέρει πολύ: Μπορεί να γίνει κι αργότερα, δεν ~!|| ~ (= φλέγομαι) να μάθω τις εξελίξεις! 2. (εμφατ.) διακατέχομαι: ~ από περιέργεια! Η καρδιά της ~εται από αγάπη/πόθο. ΣΥΝ. φλέγομαι (1) 3. (σε παιχνίδια) αποκλείομαι, χάνω: Μετά την τρίτη αποτυχημένη προσπάθεια, ~γεστε! Μην τραβήξεις άλλο χαρτί, μπορεί να καείς. ● ΣΥΜΠΛ.: καμένη γη 1. (μτφ.) για κατάσταση πλήρους αποδιάρθρωσης που έχουν αφήσει προκάτοχοι στους διαδόχους τους: Παρέλαβαν ~ ~ στην εταιρεία. 2. ΣΤΡΑΤ. συστηματική καταστροφή όλων των δυνατών μέσων συντήρησης και επιβίωσης (π.χ. των καλλιεργειών) από στρατό που υποχωρεί, ώστε ο αντίπαλος να μην μπορεί να βρει τα απαραίτητα για τον ανεφοδιασμό του: η τακτική της ~ης γης., φλεγόμενη/καιόμενη βάτος βλ. βάτος ● ΦΡ.: (ένα) και να καίει! (προφ.): για κάτι μικρό σε αριθμό, αλλά ιδιαίτερα σημαντικό (ή οδυνηρό): Μακάρι να έβαζαν ένα γκολ! ~ ~!, θα το κάψουμε/το κάψαμε (προφ.): για ξέφρενο γλέντι: Απόψε θα ~ ~! Το κάψαμε στον γάμο του! ΣΥΝ. θα/να καεί το πελεκούδι, καίει καρδιές (μτφ.-προφ.): έχει πολλές ερωτικές επιτυχίες: Έκαψε πολλές καρδιές στα νιάτα της. Βλ. καρδιοκατακτητής., καμένο χαρτί: για κάποιον ή κάτι αποτυχημένο, άχρηστο: Άστον αυτόν· είναι πλέον ~ ~. Το ζήτημα θεωρείται ~ ~. Πβ. χαμένος/καμένος από χέρι. ΣΥΝ. χαμένη υπόθεση., να/θα καείς στην κόλαση!: ως κατάρα ή απειλή., φωτιά (να πέσει)/ο Θεός να με κάψει: ως όρκος: Αν τυχόν λέω ψέματα, ~ ~! , φωτιά να σε κάψει! & ο Θεός να σε κάψει!: ως κατάρα, απειλή ή προειδοποίηση για επερχόμενη συμφορά, τιμωρία: ~ ~ γι' αυτό που έκανες!, από πίτα που δεν τρως, τι σε νοιάζει/μέλει κι αν καεί βλ. πίτα, δεν μου καίγεται καρφί βλ. καρφί, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, ζήτω που καήκαμε! βλ. ζήτω, θα/να καεί το πελεκούδι βλ. πελεκούδι, κάηκε στο ζέσταμα βλ. ζέσταμα, καίγεται ο κώλος του βλ. κώλος, καίει κάρβουνο/μαζούτ βλ. κάρβουνο, καίω τη γούνα (κάποιου) βλ. γούνα, καίω φλάντζα βλ. φλάντζα, καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου βλ. καρδιά, καίω/σκίζω το πτυχίο/τα πτυχία μου βλ. πτυχίο, μαζί με τα/κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά βλ. ξερός, μάρκα μ' έκαψες βλ. μάρκα, μου καίει/τρώει τα σωθικά βλ. σωθικά, να καούν τα κάρβουνα! βλ. κάρβουνο, όποιος καεί/κάηκε στον/με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι βλ. χυλός, πέρσι κάηκε, φέτος μύρισε/πέρσι ψόφησε, φέτος βρόμησε βλ. πέρυσι, χαμένος/καμένος από χέρι βλ. χέρι [< αρχ. καίω, μεσν. καίγω, γαλλ. brûler 7: αγγλ. burn, 1976] | |
| 22121 | κακ- | βλ. κακο- | |
| 22122 | κακά | κα-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (οικ.): περιττώματα. ΣΥΝ. ακαθαρσίες, κόπρανα (1), σκατό (1), χοντρό ● Υποκ.: κακάκια (τα) ● ΦΡ.: κάνω (τα) κακά (μου) (για βρέφη, παιδιά): αφοδεύω: Το μωρό έκανε κακά. ΣΥΝ. ενεργούμαι, κάνω την ανάγκη μου, τα κάνω, χέζω (1), μαμ, κακά και νάνι βλ. μαμ [< λ. νηπιακή κάκα, αρχ. κάκκη, κακκᾶν, ιταλ. cacca] | |
| 22123 | κακαβιά | κα-κα-βιά ουσ. (θηλ.) & κακκαβιά: ΜΑΓΕΙΡ. ψαρόσουπα, κυρ. από μικρά ψάρια, συνήθ. πετρόψαρα. Βλ. μπουγιαμπέσα. [< μεσν. κακκάβιν 'είδος χύτρας'] | |
| 22124 | κακάδι | κα-κά-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (λαϊκό) κάκαδο 1. κρούστα που καλύπτει πληγή: Μην βγάζεις/ξύνεις το ~! ΣΥΝ. εφελκίδα 2. ξεραμένη μύξα. ● Υποκ.: κακαδάκι (το) [< μεσν. καρκάλλι] | |
| 22125 | κακάο | κα-κά-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. γεν. -ου} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διαλυτή σκόνη που προκύπτει από την επεξεργασία (καβούρδισμα και άλεσμα) των σπόρων του κακαόδεντρου και χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική καθώς και για την παρασκευή σοκολάτας· συνεκδ. το αντίστοιχο ρόφημα: παγωτό ~. Κέικ/μπισκότα/χαλβάς με ~.|| Ένα φλιτζάνι ζεστό ~. Βλ. καφεΐνη. 2. ΒΟΤ. κακαόδεντρο ή οι σπόροι του. ● ΣΥΜΠΛ.: βούτυρο (του) κακάο: αρωματικό φυτικό λίπος με γλυκιά γεύση που εξάγεται από τους σπόρους του κακάου και χρησιμοποιείται στη σοκολατοποιία, την κοσμετολογία και τη φαρμακευτική: (σε στικ:) ~ ~ για τα σκασμένα χείλη (βλ. βαζελίνη). Κρέμα σώματος με ~ ~. [< γαλλ. cacao < ισπ. ~ ] | |
| 22126 | κακαόδεντρο | κα-κα-ό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μικρό αειθαλές δέντρο των τροπικών δασών (επιστ. ονομασ. Theobroma cacao) από τους σπόρους του οποίου παράγεται το κακάο: φυτείες ~ου. Βλ. καφεόδεντρο. [< γαλλ. cacaoyer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ