Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22860-22880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22096καινοτομικότητακαι-νο-το-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του καινοτομικού· καινοτομία: ~ των επιχειρήσεων/προϊόντων. Ενθάρρυνση/προώθηση της ~ας. Πριμοδότηση της υψηλής ~ας. Πβ. νεωτερικότητα. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. innovativeness, 1962]
22097καινοτόμος, α/ος, ο και-νο-τό-μος επίθ. (λόγ.): που καινοτομεί: ~ος: θεσμός. ~α: προσπάθεια. (επίσ.) ~ος: εκπαίδευση/έρευνα. ~ο: μοντέλο/προϊόν/σχέδιο. ~ες: δράσεις/ενέργειες/επιχειρήσεις/λύσεις/προτάσεις/πρωτοβουλίες/τάσεις (= νεωτεριστικές)/υπηρεσίες. ~α: μέτρα. Ανάπτυξη ~ων εφαρμογών/ιδεών. ΣΥΝ. καινοτομικός.|| (για πρόσ.) Τολμηροί και ~οι επιχειρηματίες. Πβ. προοδευτικός, προχωρημένος, πρωτοποριακός, πρωτότυπος. ΑΝΤ. αναχρονιστ-, οπισθοδρομ-, συντηρητ-ικός. ● Ουσ.: καινοτόμος (ο): πρόσωπο που έχει εισαγάγει καινοτομίες. Πβ. ανανεωτής, πρωτοπόρος. Βλ. μεταρρυθμ-, μοντερν-ιστής. ΣΥΝ. νεωτεριστής [< αρχ. καινοτόμος, γαλλ. innovateur, innovant, περ. 1980, αγγλ. innovative]
22098καινοτομώ[καινοτομῶ] και-νο-το-μώ ρ. (αμτβ.) {καινοτομ-εί, -ησε, -ώντας}: επινοώ ή εφαρμόζω νέες και συνήθ. πρωτοποριακές ιδέες ή μεθόδους: Η τέχνη ~εί. Η εταιρεία ~ησε για άλλη μια φορά στον χώρο ... Πβ. πρωτο-πορώ, -τυπώ. ΣΥΝ. νεωτερίζω [< αρχ. καινοτομῶ, γαλλ. innover, αγγλ. innovate]
22099καινούργιος, α, ο και-νούρ-γιος επίθ. & καινούριος ΣΥΝ. νέος ΑΝΤ. παλιός 1. που έχει πρόσφατα δημιουργηθεί ή αποκτηθεί και κατ' επέκτ. δεν έχει χρησιμοποιηθεί (σχεδόν) καθόλου: ~α: συσκευή (= αχρησιμοποίητη). ~ο: αυτοκίνητο/μηχάνημα (= αμεταχείριστο, εντελώς ~ο, ολοκαίνουργιο).|| ~ο: διαμέρισμα/κτίριο (= νεόδμητο, νεόκτιστο).|| ~α: ρούχα (πβ. αφόρετος). Χρειάζομαι ~α τσάντα/~ο παλτό. 2. που εμφανίζεται, εντάσσεται, έρχεται ή ξεκινά για πρώτη φορά: ~ος: κλάδος. ~α: εμπειρία (= άγνωστη, πρωτόγνωρη)/υπηρεσία. ~ο: είδος/τμήμα (= νεοσύστατο). ~α: προγράμματα/στοιχεία. Κυκλοφορεί το ~ο βιβλίο/σιντί του ... (= πρόσφατο, τελευταίο). Ανοίξαμε ~ο (ενν. επιπλέον) κατάστημα. Πες μας κάτι ~ο (= νέο ή πρωτότυπο)!|| ~ος: ηθοποιός (= πρωτοεμφανιζόμενος)/χρήστης. ~ο: μέλος. Είμαι ~ στο επάγγελμα (βλ. άπειρος)/στην πόλη (= νεοφερμένος). 3. που αντικαθιστά, διαδέχεται κάτι ή κάποιον: ~ος: κύκλος μαθημάτων. ~α: έκδοση (λογισμικού). ~ο: μοντέλο (αυτοκινήτου). ~α: γραφεία (εταιρείας).|| ~α: μέθοδος/τεχνική. ~ες: αντιλήψεις/ιδέες/συνήθειες/τάσεις. ΣΥΝ. καινοτόμος, νεωτεριστ-, προοδευτ-ικός, σύγχρονος. Πβ. καινοφανής.|| Ευτυχισμένος ο ~ χρόνος!|| Δημιουργείται ένας ~ κόσμος (= καλύτερος). Μπαίνουμε σε μια ~α εποχή. Ξεκινά μια ~α ζωή/μέρα/σελίδα. Κάνε μια ~α αρχή! Πβ. ελπιδοφόρος.|| ~ος: δήμαρχος/διευθυντής. ~α: κυβέρνηση. ~οι: φίλοι. Νιώθω ~ άνθρωπος (= ανανεωμένος)! ΑΝΤ. προηγούμενος ● Ουσ.: καινούργιος (ο): πρόσωπο νέο σε έναν χώρο, χωρίς πείρα: Φορτώθηκαν τη δουλειά οι ~οι. ΑΝΤ. παλιός (1) ● ΦΡ.: το έκανα/έγινε (σαν) καινούργιο: για ολοκληρωτική επισκευή, μετατροπή ή ανακαίνιση: Έβαψα τα παπούτσια και έγιναν (σαν) ~α.|| (μτφ.-ειρων.) Τράκαρε κι έκανε το αυτοκίνητο ~ (= το διέλυσε). Πβ. κάνω κάποιον/κάτι αγνώριστο., ανοίγει νέους/καινούργιους δρόμους βλ. δρόμος, καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρεμάσω/καινούργιο είναι το κόσκινο, ψηλά είναι κρεμασμένο βλ. κόσκινο, κάνω (καινούργιο) συκώτι βλ. συκώτι, με άλλα/διαφορετικά/καινούργια/νέα μάτια βλ. μάτι [< μτγν. καινούργιος ‘πρόσφατος’]
22100καινοφανής, ής, ές και-νο-φα-νής επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): πρωτοφανής. Πβ. νεοφανής. ● ΣΥΜΠΛ.: καινοφανής (αστέρας): ΑΣΤΡΟΝ. νόβα. Βλ. υπερ~. [< μεσν. καινοφανής ‘που λάμπει σαν καινούργιος’]
22101καϊξήςβλ. καϊκτσής
22102καιρικός, ή, ό και-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον καιρό: ~ή: μεταβολή/πρόβλεψη/πρόγνωση. ~ό: δελτίο. Η μέση ~ή κατάσταση μιας περιοχής (= κλίμα). Αλλαγή του ~ού σκηνικού. Αντίξοες/δυσμενείς/ευνοϊκές/ιδανικές/ομαλές ~ές συνθήκες. Πβ. μετεωρολογικός. ● ΣΥΜΠΛ.: καιρικά φαινόμενα: ΜΕΤΕΩΡ. άνεμος, ανεμοστρόβιλος, βροχή, θύελλα, καύσωνας, καταιγίδα, κυκλώνας, τυφώνας, υγρασία, χαλάζι, χιόνι: ακραία/απρόβλεπτα/έκτακτα/έντονα/επικίνδυνα/καταστροφικά/ραγδαία ~ ~. Ύφεση των ~ών ~ένων. [< αγγλ. weather phenomena] [< μτγν. καιρικός ‘εποχικός’]
22103καίριος, α, ο καί-ρι-ος επίθ. (λόγ.) 1. εξαιρετικά κρίσιμος, σημαντικός, ουσιαστικός: ~α: ανάγκη (= επιτακτική)/επιλογή/παρατήρηση/πτυχή (της υπόθεσης)/συζήτηση/συμβολή. ~ο: αίτημα/επιχείρημα/ζήτημα/λάθος. ~οι: τομείς (της οικονομίας). ~ες: αλλαγές. Θέμα ~ας (= αποφασιστικής) σημασίας. Στελέχη σε ~ες θέσεις (= θέσεις-κλειδιά). Παίζει ~ο ρόλο. Το ~ο ερώτημα που τίθεται είναι ... Πβ. σοβαρός. 2. έγκαιρος ή/και εύστοχος, αποτελεσματικός: ~α: παρέμβαση.|| ~ο: πλήγμα/χτύπημα. ● επίρρ.: καίρια ● ΣΥΜΠΛ.: καίριο σημείο 1. καθοριστικό: ~ ~ της προτεινόμενης τροπολογίας αποτελεί ... 2. (σπάν.) ευαίσθητο, τρωτό: κλοτσιά σε ~ ~. Βλ. αχίλλειος πτέρνα. [< αρχ. καίριος ‘που συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή, βασικός’]
39583καίριος

πε-ντη-κο-ντα-ε-τη-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. επέτειος για τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων: εορτασμός ~ας. ~ από τη γέννηση/τον θάνατο του ποιητή. Πβ. ιωβηλαίο. 2. (καταχρ.) πεντηκονταετία. Βλ. -ετηρίδα. [< αρχ. πεντηκονταετηρίς]

22104καιρόςκαι-ρός ουσ. (αρσ.) 1. η κατάσταση της ατμόσφαιρας πάνω από μια περιοχή για ορισμένο (μικρό) χρονικό διάστημα, η οποία χαρακτηρίζεται από τις τιμές των διαφόρων μετεωρολογικών στοιχείων (δηλ. ηλιοφάνεια, νεφώσεις, βροχή, χαλάζι, χιόνι, θερμοκρασία, άνεμος, υγρασία, ορατότητα): άστατος/άσχημος (βλ. βρομόκαιρος)/βροχερός/γλυκός/ζεστός/μουντός/υγρός ~. Ο ~ στην Ελλάδα και τον κόσμο. Αλλαγή/βελτίωση/επιδείνωση/μεταβολή του ~ού. Πρόβλεψη/πρόγνωση (του) ~ού. Αγρίεψε (= χειροτέρεψε)/έφτιαξε/ζέστανε/χάλασε/ψύχρανε ο ~. Αναμένεται καλός ~ για το τριήμερο. Γενικά αίθριος ~ και μόνο κατά τόπους νεφελώδης. Tι ~ό έχετε/θα κάνει αύριο; Δεν πάω πουθενά με τέτοιον ~ό! Μας τα χάλασε ο ~ (: ματαιώθηκαν τα σχέδιά μας λόγω κακοκαιρίας). Βλ. κλίμα.|| ~ για μπάνιο/σκι (: κατάλληλες καιρικές συνθήκες). Ταξιδεύουν με όλους τους ~ούς.|| Λέει τον ~ό (= το δελτίο ~ού) στην τηλεόραση. 2. χρόνος· ειδικότ. μεγάλο χρονικό διάστημα ή ελεύθερος χρόνος: Κύλησε γρήγορα/πώς περνάει ο ~! Πάει πολύς ~ από τότε! Πού χάθηκες τόσον ~ό; Πόσο ~ό γνωρίζεστε;|| Μετά/ύστερα από ~ό. ~ό είχαμε να τα πούμε! Θα κάνει ~ό να το ξεχάσει! Οι προσπάθειες για ~ό έμειναν άκαρπες. Ήθελα από/εδώ και ~ό να το κάνω. (για ζευγάρι:) Είναι ~ό μαζί.|| Δεν του μένει ~ ούτε να φάει (βλ. ευκαιρώ). Πού ~ για ξεκούραση! Δεν έχω ~ό για χάσιμο! Μόλις τώρα βρήκα ~ό να γράψω. Χάνεις τον ~ό σου μαζί του (= ματαιοπονείς)! Μη χάνεις ~ό (= βιάσου)! Περνάει τον ~ό (= τις ώρες) του άσκοπα/ζωγραφίζοντας/με αγαθοεργίες. 3. εποχή, περίοδος: απ' τον ~ό της Επανάστασης/της Κατοχής/των παππούδων μας. Tον παλιό καλό ~ό. Σε ~ό/(λόγ.) εν ~ώ ειρήνης/πολέμου. Τον ~ό που ήταν παιδί/στρατιώτης. Υπήρξε μια απ' τις πιο χειραφετημένες γυναίκες του ~ού της. Στον ~ό μου (= όταν ήμουν νέος), τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τον ~ό της ακμής του, ο οικισμός είχε χίλιους κατοίκους. 4. κατάλληλη στιγμή, ευκαιρία: ~ για αλλαγές/δράση! Μήπως είναι ~ να το ξανασκεφτούμε; Έφτασε/ήρθε ο ~ για κάτι διαφορετικό. ΣΥΝ. ώρα. 5. ΝΑΥΤ. (λαϊκό) ισχυρός άνεμος και φουρτούνα: Τι ~ φυσάει; Το μνημείο το δέρνουν οι ~οί και η εγκατάλειψη. ● Ουσ.: καιροί (οι): εποχή, ιδ. κοινωνικές συνθήκες, περιστάσεις: κρίσιμοι/μοντέρνοι/σκληροί/σύγχρονοι ~. Ωραίοι ~! Οι ~ άλλαξαν, δεν είναι όπως τα 'ξερες. Βρε πώς αλλάζουν οι ~! Οι ~ απαιτούν/επιβάλλουν νέες προσεγγίσεις. Οι αυξημένες απαιτήσεις των καιρών. Οι ~ μας δεν επιτρέπουν καθυστερήσεις. Έρχονται καλύτεροι ~! Διανύουμε/ζούμε σε/περνάμε δύσκολους/χαλεπούς καιρούς. ● Υποκ.: καιρούλης ● ΣΥΜΠΛ.: παντός καιρού (επίσ.): κατάλληλος για κάθε είδους καιρικές ή άλλες συνθήκες: ελαστικά/ελικόπτερο ~ ~. Βλ. παντός εδάφους.|| (μτφ.-συχνά ειρων.) Άνθρωπος ~ ~ (= ευέλικτος, ευπροσάρμοστος)., δελτίο καιρού/μετεωρολογικό δελτίο βλ. δελτίο, μηνύματα των καιρών βλ. μήνυμα, σημεία των καιρών βλ. σημείο ● ΦΡ.: ανοίγει ο καιρός (προφ.): υποχωρεί η κακοκαιρία, διαλύονται τα σύννεφα: ~ ~ και πάλι, με ήλιο και άνοδο της θερμοκρασίας. Βλ. ανοίγει ο ουρανός., από καιρό σε καιρό & (λόγ.) από καιρού εις καιρόν: πότε πότε: Η κατάσταση επαναλαμβάνεται ~ ~.|| Οι οδηγίες τροποποιούνται από καιρού εις καιρόν (= ενίοτε) ανάλογα με τα νέα δεδομένα. Πβ. κατά καιρούς., για δες καιρό που διάλεξε ... (συνήθ. χιουμορ.): για κάτι που συμβαίνει σε ακατάλληλη στιγμή: ~ ~ η εξεταστική ν' αρχίσει!|| ~ ~ που διάλεξα ν' αρρωστήσω!, εν καιρώ (επίσ.): αργότερα, σε εύθετο χρόνο: Το πρόγραμμα θα ανακοινωθεί ~ ~., έναν καιρό (προφ.): κάποτε, στο παρελθόν: Θυμάσαι ~ ~ που διαβάζαμε μαζί; Πβ. άλλοτε, παλιά., έχει ο καιρός γυρίσματα (προφ.): για τις ξαφνικές αλλαγές, το ευμετάβλητο της ζωής ή της τύχης: Τώρα γελάς, όμως ~ ~ (= θα αλλάξουν κάποια στιγμή τα πράγματα)!, κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο) (παροιμ.): για όλα υπάρχει η κατάλληλη στιγμή: Μη βιάζεσαι κι όλα θα γίνουν· ~ ~! ΣΥΝ. κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του, καιρός ήταν! (ειρων.): για κάτι που άργησε να γίνει: -Γύρισα! -~ ~!|| ~ ~ ν' ασχοληθεί λίγο και με την υπόθεσή μας!, καιρός παντί πράγματι (ΠΔ) (αρχαιοπρ.): κάθε πράγμα στον καιρό του., κατά καιρούς: σε διάφορες χρονικές περιστάσεις: τα ~ ~ δημοσιεύματα. Λόγια που έχουν ~ ~ ειπωθεί. Συνεργάστηκε ~ ~ με διάφορα περιοδικά. Πβ. από καιρό σε καιρό., με τον καιρό: με το πέρασμα του χρόνου: ~ ~ θα συνηθίσει. Πβ. στην πορεία/στον δρόμο., μια φορά κι έναν καιρό ...: στερεότυπη φράση με την οποία ξεκινά η αφήγηση παραμυθιού: ~ ~, ζούσε ένα βασιλόπουλο ...|| (ειρων.) ~ ~ (= άλλοτε, κάποτε), ήταν εύκολο να βρεις δουλειά, τώρα ..., ο καιρός είναι γιατρός (παροιμ.): με το πέρασμα του χρόνου αμβλύνονται επώδυνες αναμνήσεις και συναισθήματα., προ καιρού (λόγ.): πριν από κάμποσο καιρό: Το θέμα είχε απασχολήσει ~ ~ την κοινή γνώμη., του καλού καιρού (προφ.): πάρα πολύ: Βρέχει ~ ~! Κοιμάται/τρώει ~ ~!, του παλιού καιρού: που ανήκει σε περασμένη εποχή· (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) ξεπερασμένος, παρωχημένος: έθιμα/ιστορίες ~ ~.|| Αντιλήψεις/έπιπλα ~ ~., τω καιρώ εκείνω (ΚΔ) (αρχαιοπρ.-ειρων.): για κάτι που συνέβη ή συνηθιζόταν παλαιότερα: ~ ~, είχε άλλες προτεραιότητες., χειμώνα/καλοκαίρι καιρό (προφ., συχνά ως έκφρ. δυσαρέσκειας): μες στο κρύο ή τη ζέστη: Πού πας χειμώνα ~;|| Καλοκαίρι ~ χωρίς κλιματιστικό!, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη: απαξιωτική αντιμετώπιση μιας νέας τάσης, ενός σύγχρονου κοινωνικού φαινομένου. [< λατ. o tempora! o mores!] , από τον καιρό της Tουρκοκρατίας βλ. τουρκοκρατία, από τον καιρό του Νώε βλ. Νώε, δύσκολοι καιροί για ... βλ. δύσκολος, Θεού θέλοντος (και καιρού επιτρέποντος) βλ. θέλω, καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια βλ. παραπούλι, κοίτα με να σε κοιτώ να περνούμε τον καιρό βλ. κοιτάζω, κρύο, καιρός για δύο βλ. κρύο, οι καιροί είναι πονηροί/οι μέρες είναι πονηρές βλ. πονηρός, οι καιροί ου μενετοί βλ. μενετός, σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου βλ. σκοτώνω, τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! βλ. φλάρος, χάνω τον καιρό μου/το(ν) χρόνο μου/την ώρα μου βλ. χάνω, χρόνια/καιρούς και ζαμάνια βλ. ζαμάνια [< 1: μεσν. καιρός 2-4: αρχ. ~, μτγν. ~]
22107καιροσκοπίαβλ. καιροσκοπισμός
22108καιροσκοπικός, ή, ό και-ρο-σκο-πι-κός επίθ.: που χαρακτηρίζεται από καιροσκοπισμό: ~ή: πολιτική/στάση/τακτική. Πβ. τυχοδιωκτικός. Βλ. κερδοσκοπικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: λοιμώξεις (= που εκδηλώνονται, όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι εξασθενημένο). ΣΥΝ. αριβίστικος, οπορτουνιστικός (1), σπεκουλαδόρικος ● επίρρ.: καιροσκοπικά [< γαλλ. opportuniste]
22109καιροσκοπισμόςκαι-ρο-σκο-πι-σμός ουσ. (αρσ.) & καιροσκοπία (η): εκμετάλλευση των περιστάσεων, χωρίς ηθικούς φραγμούς, με σκοπό την εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων: (μικρο)κομματικός/πολιτικός/προεκλογικός ~. Διαπλοκή/διαφθορά/υποκρισία και ~. Πβ. τυχοδιωκτισμός. Βλ. κερδοσκοπία, -ισμός. ΣΥΝ. αριβισμός, οπορτουνισμός (1), σπέκουλα [< γαλλ. opportunisme]
22110καιροσκόποςκαι-ρο-σκό-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που καιροσκοπεί. Πβ. τυχοδιώκτης. Βλ. κερδοσκόπος, -σκόπος. ΣΥΝ. αριβίστας, οπορτουνιστής (1), σπεκουλαδόρος [< μτγν. καιροσκόπος, γαλλ. opportuniste]
22111καιροσκοπώ[καιροσκοπῶ] και-ρο-σκο-πώ ρ. (αμτβ.) {καιροσκοπ-εί, -ώντας | (σπάν.) καιροσκοπ-ήσει}: συμπεριφέρομαι με καιροσκοπισμό: ~ούν πάνω σε κρίσιμα ζητήματα. Βλ. -σκοπώ. ΣΥΝ. σπεκουλάρω [< μτγν. καιροσκοπῶ]
22112καιροφυλακτώ[καιροφυλακτῶ] και-ρο-φυ-λα-κτώ ρ. (αμτβ.) {-ώντας, κυρ. στο ενεστ. θ.}: περιμένω την κατάλληλη ευκαιρία για να επιτεθώ· παραμονεύω: Ο δολοφόνος/εχθρός ~εί.|| (μτφ.) ~εί ο κίνδυνος (= ελλοχεύει, ενεδρεύει). Πβ. στήνω ενέδρα/καρτέρι/παγίδα. ΣΥΝ. καραδοκώ [< αρχ. καιροφυλακτῶ]
22113καίσαραςκαί-σα-ρας ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ) & (λόγ.) καίσαρ {-ος} 1. ΙΣΤ. τίτλος Ρωμαίου αυτοκράτορα. Βλ. κάιζερ, τσάρος. 2. (μτφ.) για αυταρχικό πρόσωπο, συνήθ. ηγέτη. ● ΦΡ.: (αποδίδω) τα του Καίσαρος τω Καίσαρι (ΚΔ): για την ανάγκη απόδοσης στον καθένα αυτού που του αναλογεί ή του πρέπει., η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται (τίμια) (γνωμ.): ένα δημόσιο πρόσωπο δεν αρκεί να είναι έντιμο, αλλά πρέπει παράλληλα να έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία. [< μτγν. Καῖσαρ]
22114καισαρικός, ή, ό και-σα-ρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον Καίσαρα. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: καισαρική (τομή): ΙΑΤΡ. μέθοδος τοκετού κατά την οποία το έμβρυο εξάγεται με χειρουργική τομή στα κοιλιακά τοιχώματα και τη μήτρα, κυρ. όταν ο φυσιολογικός τοκετός είναι αδύνατος ή επικίνδυνος ή σε επείγουσα περίπτωση: προγραμματισμένη ~ ~. Της έκαναν ~. Γέννησε με/υποβλήθηκε σε ~. Βλ. επισκληρίδιος, υστερεκτομή. [< γαλλ. (incision) césarienne] [< μεσν. καισαρικός]
22115καισαρισμόςκαι-σα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): αυταρχισμός, δεσποτισμός. Πβ. απολυταρχία, βοναπαρτ-, συγκεντρωτ-ισμός, δικτατορία, τυραννία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. césarisme]
22116καΐσι & καϊσίκα-ΐ-σι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία βερίκοκου μεγάλου σχετικά μεγέθους. [< τουρκ. kaysι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.