Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22880-22900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22127κακαράντζεςκα-κα-ρά-ντζες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. κακαράντζα} (λαϊκό): περιττώματα κατσίκας ή λαγού. Βλ. καβαλίνες, κοπριά, σβουνιά. [< ρουμ. căcărĕază, βλάχικο găgărĕatsă]
22128κακαρέλοςκα-κα-ρέ-λος ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Diplodus vulgaris) συγγενικό με τον σαργό. Βλ. μυτάκι.
22129κακαρίζωκα-κα-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {κακάρι-σε}: (μτφ.-προφ.-μειωτ.) γελώ ή φλυαρώ ηχηρά και διαπεραστικά. Βλ. χασκογελώ, χαχανίζω.κακαρίζει: (για κότα) βγάζει τη χαρακτηριστική της φωνή (κα κα κα). Βλ. κράζω. [< μεσν. κακαρίζω, ηχομιμητ. λ.]
22130κακάρισμακα-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η χαρακτηριστική φωνή της κότας. Βλ. κράξιμο. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.-μειωτ.) ηχηρό και διαπεραστικό γέλιο ή φλυαρία. ● ΦΡ.: αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες (παροιμ.): αλλού αναμένεται μια σημαντική εξέλιξη και αλλού τελικά συμβαίνει. Βλ. αλλού το όνειρο κι αλλού το θαύμα.
22131κακαριστός, ή, ό κα-κα-ρι-στός επίθ. (προφ.-μειωτ.): που ακούγεται σαν κακάρισμα: ~ή: φωνή. ~ό: γέλιο. ● επίρρ.: κακαριστά
22132κακαρώνωκα-κα-ρώ-νω ρ. (αμτβ.): στη ● ΦΡ.: τα κακάρωσε (προφ.-ειρων.): πέθανε· (για μηχάνημα, συσκευή) χάλασε, έπαψε να λειτουργεί. ΣΥΝ. τα τέζαρε/τέντωσε/τσίτωσε, τα τίναξε/τίναξε τα πέταλα [< αρχ. καρῶ]
22133κακάσχημος, η, ο κα-κά-σχη-μος επίθ. (προφ.-επιτατ.): υπερβολικά άσχημος. ΣΥΝ. πανάσχημος ΑΝΤ. πανέμορφος, πεντάμορφος
22134κακείθεν[κἀκεῖθεν] κα-κεί-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): βλ. -θεν. Στη ● ΦΡ.: ένθεν και ένθεν/ένθεν κακείθεν/ένθεν και εκείθεν βλ. ένθεν [< αρχ. κἀκεῖθεν < καὶ ἐκεῖθεν ‘και από εκεί’]
22135κακείσε[κἀκεῖσε] κα-κεί-σε επίρρ. (αρχαιοπρ.): στη ● ΦΡ.: τήδε κακείσε βλ. τήδε [< αρχ. κἀκεῖσε < < καὶ ἐκεῖσε ‘και προς τα εκεί’]
22136κακέκτυπος, η, ο κα-κέ-κτυ-πος επίθ. 1. (μτφ.) που αποτελεί φτηνή απομίμηση του προτύπου του: ~ο: (και ελαττωματικό) μοντέλο/προϊόν. Πβ. κακόζηλος. 2. (επίσ.) κακοτυπωμένος: ~ο: βιβλίο. Βλ. -τυπος2. ● Ουσ.: κακέκτυπο (το): (μτφ.) κακό αντίγραφο: κτίρια ~α αρχιτεκτονικών μνημείων.|| (για πρόσ.) Έχει γίνει/καταντήσει θλιβερό ~ του εαυτού του. Πβ. καρικατούρα.
22137κακεντρέχειακα-κε-ντρέ-χει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): μοχθηρία, χαιρεκακία· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) κακεντρεχής λόγος ή πράξη: Σχολίασε με ~ (πβ. χολή). Τέτοιες επιθέσεις αγγίζουν τα όρια της ~ας. Πβ. εμπάθεια, κακοήθεια.|| ~ες και χτυπήματα κάτω από τη μέση. [< μτγν. κακεντρέχεια]
22138κακεντρεχής, ής, ές κα-κε-ντρε-χής επίθ. {κακεντρεχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): μοχθηρός, χαιρέκακος: ~ής: κριτική (ΑΝΤ. καλοπροαίρετη)/παρατήρηση/πράξη (= κακεντρέχεια). ~είς: φήμες. ~ή: αστεία/σχόλια/υπονοούμενα.|| (για πρόσ.) Μη γίνεσαι ~! Πβ. κακο-ήθης, -θελητής, -προαίρετος, κακό-βουλος, -ψυχος, φθονερός. ● επίρρ.: κακεντρεχώς [-ῶς] [< αρχ. κακεντρεχής]
22139κακήν κακώς[κακῶς] κα-κήν κα-κώς επίρρ. (λόγ.) 1. με πολύ άσχημο τρόπο, βίαια ή υπό άσχημες συνθήκες: Τους έδιωξαν/πέταξαν έξω ~ ~ (πβ. πυξ λαξ). Απολύθηκε ~ ~. 2. πρόχειρα, βιαστικά: Έφυγε ~ ~. Πβ. σαν κυνηγημένος. ΣΥΝ. άρον-άρον, όπως-όπως [< αρχ. κακὴν (οὖσαν) κακῶς]
22140κακίακα-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του κακού· διάθεση κάποιου να προκαλέσει κακό, μοχθηρία: μίσος και ~. ~ και ζήλια. Βλέμμα όλο ~ (: που βγάζει/προδίδει ~). Τον έπιασε η ~ του. Δεν έχει μέσα του την παραμικρή ~ (: είναι άκακος). Φυλάξου απ' την ~ του κόσμου! Τα λόγια της είχαν μια δόση ~ας. Πβ. κακοήθεια, κακουργία. Βλ. ανεξι~, (α)μνησι~, χαιρε~. ΣΥΝ. κακοσύνη, κακότητα ΑΝΤ. αρετή (1), καλοσύνη (1) 2. (συνεκδ.) λόγος, πράξη ή σκέψη που φανερώνει μοχθηρία: Αυτό ήταν μεγάλη ~ εκ μέρους του. Λέει/πετάει συνέχεια ~ες (για τους άλλους). Πβ. κακεντρέχεια, χολή. ● Υποκ.: κακιούλα (η): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: η κακία θα σου μείνει!: ως απάντηση σε κάποιον που από κακία και μόνο αρνείται να προσφέρει τη βοήθειά του., κρατώ κακία σε κάποιον: θυμάμαι το κακό που μου έκανε και είτε του συμπεριφέρομαι με ψυχρότητα είτε περιμένω να του το ανταποδώσω: Δεν ~ ~ σε κανέναν! Μη μου κρατάς ~! ΣΥΝ. κακιώνω, μνησικακώ, το βαστάω (σε κάποιον), το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο), αργία μήτηρ πάσης κακίας βλ. αργία [< αρχ. κακία]
22141κακιασμένος, η, ο κα-κια-σμέ-νος επίθ. (προφ.): κακός, κακόβουλος.
22142κακίζωκα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {κάκι-σα, κακίζ-οντας} (προφ.): κατακρίνω, κατηγορώ: ~ τον εαυτό μου που ... Δεν σε ~! Πβ. αποδοκιμάζω. [< αρχ. κακίζω]
22143κακιούλαβλ. κακία
22144κάκιστος, η, ο κά-κι-στος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. κακίστη} (επιτατ.): πάρα πολύ κακός: ~η: εμφάνιση/κατάσταση/ποιότητα. ~ο: παράδειγμα. ~οι: χειρισμοί. ~ες: συνθήκες/σχέσεις.|| (για πρόσ.) ~ος: χαρακτήρας. Πβ. απαίσιος. ΣΥΝ. αίσχιστος, χείριστος ΑΝΤ. άριστος, βέλτιστος, κάλλιστος ● επίρρ.: κάκιστα: ΑΝΤ. κάλλιστα (2) ● ΦΡ.: κακώς, κάκιστα! βλ. κακώς [< αρχ. κάκιστος]
22145κακίστρω & κακίστρακα-κί-στρω ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): κακιά γυναίκα. Πβ. κάργια, λάμια, μέγαιρα, στρίγκλα.
22146κάκιωμακά-κιω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): θυμός. Πβ. χόλιασμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.