Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22900-22920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22137κακεντρέχειακα-κε-ντρέ-χει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): μοχθηρία, χαιρεκακία· (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) κακεντρεχής λόγος ή πράξη: Σχολίασε με ~ (πβ. χολή). Τέτοιες επιθέσεις αγγίζουν τα όρια της ~ας. Πβ. εμπάθεια, κακοήθεια.|| ~ες και χτυπήματα κάτω από τη μέση. [< μτγν. κακεντρέχεια]
22138κακεντρεχής, ής, ές κα-κε-ντρε-χής επίθ. {κακεντρεχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): μοχθηρός, χαιρέκακος: ~ής: κριτική (ΑΝΤ. καλοπροαίρετη)/παρατήρηση/πράξη (= κακεντρέχεια). ~είς: φήμες. ~ή: αστεία/σχόλια/υπονοούμενα.|| (για πρόσ.) Μη γίνεσαι ~! Πβ. κακο-ήθης, -θελητής, -προαίρετος, κακό-βουλος, -ψυχος, φθονερός. ● επίρρ.: κακεντρεχώς [-ῶς] [< αρχ. κακεντρεχής]
22139κακήν κακώς[κακῶς] κα-κήν κα-κώς επίρρ. (λόγ.) 1. με πολύ άσχημο τρόπο, βίαια ή υπό άσχημες συνθήκες: Τους έδιωξαν/πέταξαν έξω ~ ~ (πβ. πυξ λαξ). Απολύθηκε ~ ~. 2. πρόχειρα, βιαστικά: Έφυγε ~ ~. Πβ. σαν κυνηγημένος. ΣΥΝ. άρον-άρον, όπως-όπως [< αρχ. κακὴν (οὖσαν) κακῶς]
22140κακίακα-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του κακού· διάθεση κάποιου να προκαλέσει κακό, μοχθηρία: μίσος και ~. ~ και ζήλια. Βλέμμα όλο ~ (: που βγάζει/προδίδει ~). Τον έπιασε η ~ του. Δεν έχει μέσα του την παραμικρή ~ (: είναι άκακος). Φυλάξου απ' την ~ του κόσμου! Τα λόγια της είχαν μια δόση ~ας. Πβ. κακοήθεια, κακουργία. Βλ. ανεξι~, (α)μνησι~, χαιρε~. ΣΥΝ. κακοσύνη, κακότητα ΑΝΤ. αρετή (1), καλοσύνη (1) 2. (συνεκδ.) λόγος, πράξη ή σκέψη που φανερώνει μοχθηρία: Αυτό ήταν μεγάλη ~ εκ μέρους του. Λέει/πετάει συνέχεια ~ες (για τους άλλους). Πβ. κακεντρέχεια, χολή. ● Υποκ.: κακιούλα (η): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: η κακία θα σου μείνει!: ως απάντηση σε κάποιον που από κακία και μόνο αρνείται να προσφέρει τη βοήθειά του., κρατώ κακία σε κάποιον: θυμάμαι το κακό που μου έκανε και είτε του συμπεριφέρομαι με ψυχρότητα είτε περιμένω να του το ανταποδώσω: Δεν ~ ~ σε κανέναν! Μη μου κρατάς ~! ΣΥΝ. κακιώνω, μνησικακώ, το βαστάω (σε κάποιον), το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο), αργία μήτηρ πάσης κακίας βλ. αργία [< αρχ. κακία]
22141κακιασμένος, η, ο κα-κια-σμέ-νος επίθ. (προφ.): κακός, κακόβουλος.
22142κακίζωκα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {κάκι-σα, κακίζ-οντας} (προφ.): κατακρίνω, κατηγορώ: ~ τον εαυτό μου που ... Δεν σε ~! Πβ. αποδοκιμάζω. [< αρχ. κακίζω]
22143κακιούλαβλ. κακία
22144κάκιστος, η, ο κά-κι-στος επίθ. {κ. (λόγ.) θηλ. κακίστη} (επιτατ.): πάρα πολύ κακός: ~η: εμφάνιση/κατάσταση/ποιότητα. ~ο: παράδειγμα. ~οι: χειρισμοί. ~ες: συνθήκες/σχέσεις.|| (για πρόσ.) ~ος: χαρακτήρας. Πβ. απαίσιος. ΣΥΝ. αίσχιστος, χείριστος ΑΝΤ. άριστος, βέλτιστος, κάλλιστος ● επίρρ.: κάκιστα: ΑΝΤ. κάλλιστα (2) ● ΦΡ.: κακώς, κάκιστα! βλ. κακώς [< αρχ. κάκιστος]
22145κακίστρω & κακίστρακα-κί-στρω ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): κακιά γυναίκα. Πβ. κάργια, λάμια, μέγαιρα, στρίγκλα.
22146κάκιωμακά-κιω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): θυμός. Πβ. χόλιασμα.
22147κακιώνωκα-κιώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κάκιω-σα, -μένος} (προφ.): θυμώνω, κρατώ κακία: Δεν σου ~. ~σα (= πείσμωσα) και δεν πήγα. ~σε και δεν μου μιλάει (= παρεξηγήθηκε, ψυχράνθηκε). Είναι ~μένος μαζί τους (: πολύ δυσαρεστημένος). Πβ. χολιάζω, χολώνω. [< μεσν. κακιώνω]
22148κακόκα-κό ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. καλό 1. (προφ.) συμφορά, δυστυχία: κοινωνικά ~ά (= δεινά). Ο πόλεμος είναι μεγάλο/τρομερό ~. Τι ~ κι αυτό! Μια λάθος κίνηση και το ~ δεν αργεί να συμβεί! Το ένα ~ φέρνει το άλλο. (για ατύχημα:) Πώς έγινε το ~; Θέλησε να προλάβει το ~. Μην εύχεσαι το ~ του! Πολλά ~ά τον χτύπησαν τελευταία.|| Έγινε μεγάλο ~ (πβ. βαβούρα, σαματάς, φασαρία). 2. (προφ.) αρνητικό στοιχείο, μειονέκτημα: Έχει ένα ~· με διακόπτει συνέχεια, όταν μιλάω. Κάθε εποχή έχει και τα ~ά της.|| Πού είναι/το βλέπεις το ~; Μια χαρά μου φαίνεται το ντύσιμό του! Τι το ~ βρίσκεις, δηλαδή; 3. οτιδήποτε αντιτίθεται στον κώδικα ηθικής και στους θρησκευτικούς κανόνες· το βλαβερό και επιζήμιο για τον άνθρωπο: (ΦΙΛΟΣ.) η ύπαρξη του ~ού.|| (ΘΕΟΛ.) Οι δυνάμεις/το πνεύμα του ~ού (βλ. διάβολος). Λύτρωση από το ~. Βλ. το δέντρο της γνώσης.|| Παντού βλέπει το ~ (: είναι καχύποπτος). Είναι ~ να βασανίζεις τα ζώα.|| Είπε κάτι ~ για μένα. Πβ. κακία. ● ΣΥΜΠΛ.: οικεία κακά (λόγ.): παθήματα του παρελθόντος: Μη μας θυμίζεις ~ ~!, αναγκαίο κακό βλ. αναγκαίος ● ΦΡ.: ... και κακό! (προφ.-επιτατ.): για κάτι που συμβαίνει ή υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και προκαλεί αναστάτωση: Γέλια/κόσμος/φωνές ~ ~! Τι φασαρία ~ ~ είν' αυτή;, απ' το κακό στο χειρότερο: για συνεχή επιδείνωση μιας κατάστασης: Τα πράγματα βαίνουν/εξελίσσονται/οδηγούνται/πάνε ~ ~., βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου (προφ.): έχω κακό προαίσθημα, φοβάμαι ότι κάτι δυσάρεστο έχει συμβεί: Μη ~εις ~ ~ σου!|| Μην βάζεις στο μυαλό σου συνέχεια το κακό!, η αρχή του κακού: το πρώτο από μία σειρά δυσάρεστων συμβάντων: ~ ~ έγινε με τη διακοπή των διαπραγματεύσεων. Οι πλημμύρες δεν ήταν παρά ~ ~., η πηγή/η ρίζα του κακού: η αιτία μιας αρνητικής κατάστασης: Προσπαθεί να εντοπίσει την ~ ~. ~ ~ πρέπει ν' αναζητηθεί αλλού. Αυτός έχει την ευθύνη, είναι ~ ~/η πηγή όλων των κακών. Βλ. σημείο μηδέν., κακό να σου 'ρθει/να σ' εύρει!: ως κατάρα., κακό που με βρήκε/έπαθα! (προφ.): ως αναφώνηση για κάτι πολύ άσχημο που έτυχε σε κάποιον: Τι ~ είν' αυτό που μας βρήκε/που πάθαμε! Βρε, ~ ~ (τώρα)!, κακό του κεφαλιού μου/σου/του (προφ.): επικριτικό σχόλιο ή προειδοποίηση για απερίσκεπτη πράξη που είχε ή θα έχει αρνητικά αποτελέσματα: Επιμένεις; Ε, τότε ~ ~ σου! ~ ~ του που πήγε και ..., κάνω κακό: βλάπτω: Ξεχνάς το ~ που σου 'κανε;|| Άσ' τον! Κακό στον εαυτό του κάνει!|| Το στρες ~ει ~ στην καρδιά. Δεν θα σου ~ει ~ μια ασπιρίνη!|| (ειρων.) Δεν σου έκανε ~ που ζορίστηκες λίγο!|| Το χαλάζι έκανε μεγάλο ~ (: προκάλεσε πολλές καταστροφές) στις σοδειές., κιτρίνισε/πρασίνισε απ' το κακό/τη ζήλια του & έγινε κίτρινος/πράσινος απ' το κακό/τη ζήλια του (προφ.): ζήλεψε πάρα πολύ., με το κακό/με το άγριο (προφ.): με απότομο τρόπο: Μην τον πάρεις ~ ~ και φοβηθεί! ΑΝΤ. με το καλό/μαλακό, μικρό/λίγο το κακό! (προφ.): για να δηλωθεί ότι η ζημιά είναι αμελητέα· δεν πειράζει: Μη στενοχωριέσαι, ~ ~!, μου βγήκε σε κακό (προφ.): για κάτι που είχε (ή έχει) δυσάρεστες συνέπειες: Καλύτερα να μην πήγαινα· ~ ~! Θα σου βγει σε ~ που δεν προσέχεις!|| (ως κατάρα) Σε κακό να σου βγει! ΑΝΤ. μου βγήκε σε καλό, παράγινε/έχει παραγίνει το κακό & (σπάν.) απόγινε το κακό (προφ.): η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο: ~ ~ με σένα/με την κίνηση!, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό: ανησυχώ, φοβάμαι ότι κάτι κακό θα συμβεί: Μην πάει ο νους σου ~!, σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου (προφ.): ζηλεύω πάρα πολύ: Έσκασε/άφρισε/λύσσαξε ~ της, όταν το έμαθε., το κακό έγινε: για ανεπανόρθωτο γεγονός: Δεν έχει νόημα να το συζητάμε, τώρα ~ ~, δυστυχώς! Πβ. ό,τι έγινε έγινε., το κακό είναι ... (προφ.): για να επισημάνουμε κάτι αρνητικό: ~ ~ πως δεν ξέρω τον δρόμο. Το ~ (μαζί) του είναι πως είναι εγωιστής. Το ~ με τους ανθρώπους είναι ότι … ΑΝΤ. το καλό είναι ότι ..., άνθη/άνθος του κακού βλ. άνθος, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, για καλό και για κακό βλ. καλό, για καλό/για κακό βλ. καλό, εκ/μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον βλ. βέλτιστος, ενός κακού μύρια έπονται βλ. έπομαι, θέλω το καλό/το κακό κάποιου βλ. θέλω, Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, ουδέν κακόν αμιγές καλού βλ. αμιγής, πολύ κακό για το τίποτα βλ. τίποτα, πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του βλ. πράσινος, τα τρία κακά της μοίρας του βλ. τρεις, τρεις, τρία, το έχω σε καλό/σε κακό να ... βλ. έχω, τρίτωσε το κακό βλ. τριτώνει [< αρχ. τὸ κακὸν]
22149κακο- & κακό- & κακ- & καχ-: το επίθετο κακός ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: κακο-διάθετος/~ήθεια/~λογώ. Κακό-βουλος/~γουστος (ΑΝΤ. καλο-)/~φωνος (ΑΝΤ. καλλί-). Κακ-άσχημος/~έκτυπο. Καχ-εκτικός/~ύποπτος.
22150κακοαναθρεμμένος, η, ο κα-κο-α-να-θρεμ-μέ-νος επίθ.: που έχει λάβει κακή ανατροφή: ~ο: παιδί. Πβ. ανάγωγος. ΣΥΝ. κακομαθημένος ΑΝΤ. καλοαναθρεμμένος
22151κακοβαλμένος, η, ο κα-κο-βαλ-μέ-νος επίθ. ΑΝΤ. καλοβαλμένος 1. που δεν έχει τοποθετηθεί σωστά. 2. (για πρόσ.) που έχει κακή σωματική διάπλαση ή ατημέλητη εμφάνιση. Πβ. ασχημομούρης, δύσμορφος, κακο-μούτσουνος, -φτιαγμένος, κακόμορφος.
22152κακόβολος, η, ο κα-κό-βο-λος επίθ. (σπάν.): (για πρόσ.) δύστροπος, ιδιότροπος. Πβ. ανάποδος, κακορίζικος, στριμμένος, στρυφνός. ΑΝΤ. καλόβολος
22153κακοβουλίακα-κο-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του κακόβουλου: Διαβλέπω ~ εκ μέρους του. (συνήθ. ΝΟΜ.) Πράξη που τελέστηκε από ιδιοτέλεια ή ~. Πβ. κακεντρέχεια, μοχθηρία, χαιρεκακία. [< μτγν. κακοβουλία]
22154κακόβουλος, η, ο κα-κό-βου-λος επίθ. 1. που γίνεται με κακία ή χαρακτηρίζεται από αυτή, που αποσκοπεί στο να βλάψει: ~η: διάθεση/ζημιά (= σαμποτάζ, βλ. βανδαλισμός, δολιοφθορά, εμπρησμός)/καταγγελία/κριτική/πράξη/πρόθεση (= κακή)/φήμη/χρήση. ~ο: αστείο/δημοσίευμα (: συκοφαντικό). ~α: σχόλια. Στόχος ~ων επιθέσεων.|| (για πρόσ.) ~οι: επικριτές. (ως ουσ.) Κάποιοι ~οι βρήκαν την ευκαιρία να ... Πβ. κακεντρεχής, κακο-ήθης, -προαίρετος, μοχθηρός. ΑΝΤ. καλόβουλος 2. ΠΛΗΡΟΦ. που παραβιάζει την ασφάλεια υπολογιστικού συστήματος ή προσωπικού υπολογιστή, για να προκαλέσει ζημιά ή να υποκλέψει προσωπικά στοιχεία: ~ος: κώδικας. ~η: εφαρμογή. ~ο: αρχείο/πρόγραμμα. Βλ. δούρειος ίππος, ιός, κατασκοπευτικό λογισμικό, σκουλήκι.|| ~οι: επισκέπτες/χρήστες. Βλ. κράκερ, σπάμερ, χάκερ. ● επίρρ.: κακόβουλα ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία βλ. αλληλογραφία, κακόβουλη βλασφημία βλ. βλασφημία, κακόβουλη κλήση βλ. κλήση, κακόβουλο λογισμικό βλ. λογισμικό [< 1: αρχ. κακόβουλος 2: αγγλ. malicious]
22155κακογερνώ[κακογερνῶ] κα-κο-γερ-νώ ρ. (αμτβ.) {κακογέρ-ασε, -άσει, -ασμένος} & κακογερνάω (προφ.): γερνώ πρόωρα ή αποκτώ έντονα τα σημάδια της γεροντικής ηλικίας· περνώ τα γηρατειά μου με άσχημο τρόπο: ταλαιπωρημένος και ~ασμένος.|| ~άει μες στη δυστυχία.
22156κακογλωσσιάκα-κο-γλωσ-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): γλωσσοφαγιά: η ~ του κόσμου. Πβ. κακολογία, κουτσομπολιό. [< μτγν. κακογλωσσία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.