Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22900-22920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22146κάκιωμακά-κιω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): θυμός. Πβ. χόλιασμα.
22147κακιώνωκα-κιώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κάκιω-σα, -μένος} (προφ.): θυμώνω, κρατώ κακία: Δεν σου ~. ~σα (= πείσμωσα) και δεν πήγα. ~σε και δεν μου μιλάει (= παρεξηγήθηκε, ψυχράνθηκε). Είναι ~μένος μαζί τους (: πολύ δυσαρεστημένος). Πβ. χολιάζω, χολώνω. [< μεσν. κακιώνω]
22148κακόκα-κό ουσ. (ουδ.) ΑΝΤ. καλό 1. (προφ.) συμφορά, δυστυχία: κοινωνικά ~ά (= δεινά). Ο πόλεμος είναι μεγάλο/τρομερό ~. Τι ~ κι αυτό! Μια λάθος κίνηση και το ~ δεν αργεί να συμβεί! Το ένα ~ φέρνει το άλλο. (για ατύχημα:) Πώς έγινε το ~; Θέλησε να προλάβει το ~. Μην εύχεσαι το ~ του! Πολλά ~ά τον χτύπησαν τελευταία.|| Έγινε μεγάλο ~ (πβ. βαβούρα, σαματάς, φασαρία). 2. (προφ.) αρνητικό στοιχείο, μειονέκτημα: Έχει ένα ~· με διακόπτει συνέχεια, όταν μιλάω. Κάθε εποχή έχει και τα ~ά της.|| Πού είναι/το βλέπεις το ~; Μια χαρά μου φαίνεται το ντύσιμό του! Τι το ~ βρίσκεις, δηλαδή; 3. οτιδήποτε αντιτίθεται στον κώδικα ηθικής και στους θρησκευτικούς κανόνες· το βλαβερό και επιζήμιο για τον άνθρωπο: (ΦΙΛΟΣ.) η ύπαρξη του ~ού.|| (ΘΕΟΛ.) Οι δυνάμεις/το πνεύμα του ~ού (βλ. διάβολος). Λύτρωση από το ~. Βλ. το δέντρο της γνώσης.|| Παντού βλέπει το ~ (: είναι καχύποπτος). Είναι ~ να βασανίζεις τα ζώα.|| Είπε κάτι ~ για μένα. Πβ. κακία. ● ΣΥΜΠΛ.: οικεία κακά (λόγ.): παθήματα του παρελθόντος: Μη μας θυμίζεις ~ ~!, αναγκαίο κακό βλ. αναγκαίος ● ΦΡ.: ... και κακό! (προφ.-επιτατ.): για κάτι που συμβαίνει ή υπάρχει σε μεγάλο βαθμό και προκαλεί αναστάτωση: Γέλια/κόσμος/φωνές ~ ~! Τι φασαρία ~ ~ είν' αυτή;, απ' το κακό στο χειρότερο: για συνεχή επιδείνωση μιας κατάστασης: Τα πράγματα βαίνουν/εξελίσσονται/οδηγούνται/πάνε ~ ~., βάζω κακό με το μυαλό/τον νου μου (προφ.): έχω κακό προαίσθημα, φοβάμαι ότι κάτι δυσάρεστο έχει συμβεί: Μη ~εις ~ ~ σου!|| Μην βάζεις στο μυαλό σου συνέχεια το κακό!, η αρχή του κακού: το πρώτο από μία σειρά δυσάρεστων συμβάντων: ~ ~ έγινε με τη διακοπή των διαπραγματεύσεων. Οι πλημμύρες δεν ήταν παρά ~ ~., η πηγή/η ρίζα του κακού: η αιτία μιας αρνητικής κατάστασης: Προσπαθεί να εντοπίσει την ~ ~. ~ ~ πρέπει ν' αναζητηθεί αλλού. Αυτός έχει την ευθύνη, είναι ~ ~/η πηγή όλων των κακών. Βλ. σημείο μηδέν., κακό να σου 'ρθει/να σ' εύρει!: ως κατάρα., κακό που με βρήκε/έπαθα! (προφ.): ως αναφώνηση για κάτι πολύ άσχημο που έτυχε σε κάποιον: Τι ~ είν' αυτό που μας βρήκε/που πάθαμε! Βρε, ~ ~ (τώρα)!, κακό του κεφαλιού μου/σου/του (προφ.): επικριτικό σχόλιο ή προειδοποίηση για απερίσκεπτη πράξη που είχε ή θα έχει αρνητικά αποτελέσματα: Επιμένεις; Ε, τότε ~ ~ σου! ~ ~ του που πήγε και ..., κάνω κακό: βλάπτω: Ξεχνάς το ~ που σου 'κανε;|| Άσ' τον! Κακό στον εαυτό του κάνει!|| Το στρες ~ει ~ στην καρδιά. Δεν θα σου ~ει ~ μια ασπιρίνη!|| (ειρων.) Δεν σου έκανε ~ που ζορίστηκες λίγο!|| Το χαλάζι έκανε μεγάλο ~ (: προκάλεσε πολλές καταστροφές) στις σοδειές., κιτρίνισε/πρασίνισε απ' το κακό/τη ζήλια του & έγινε κίτρινος/πράσινος απ' το κακό/τη ζήλια του (προφ.): ζήλεψε πάρα πολύ., με το κακό/με το άγριο (προφ.): με απότομο τρόπο: Μην τον πάρεις ~ ~ και φοβηθεί! ΑΝΤ. με το καλό/μαλακό, μικρό/λίγο το κακό! (προφ.): για να δηλωθεί ότι η ζημιά είναι αμελητέα· δεν πειράζει: Μη στενοχωριέσαι, ~ ~!, μου βγήκε σε κακό (προφ.): για κάτι που είχε (ή έχει) δυσάρεστες συνέπειες: Καλύτερα να μην πήγαινα· ~ ~! Θα σου βγει σε ~ που δεν προσέχεις!|| (ως κατάρα) Σε κακό να σου βγει! ΑΝΤ. μου βγήκε σε καλό, παράγινε/έχει παραγίνει το κακό & (σπάν.) απόγινε το κακό (προφ.): η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο: ~ ~ με σένα/με την κίνηση!, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό: ανησυχώ, φοβάμαι ότι κάτι κακό θα συμβεί: Μην πάει ο νους σου ~!, σκάω/αφρίζω/λυσσάω απ' το κακό μου (προφ.): ζηλεύω πάρα πολύ: Έσκασε/άφρισε/λύσσαξε ~ της, όταν το έμαθε., το κακό έγινε: για ανεπανόρθωτο γεγονός: Δεν έχει νόημα να το συζητάμε, τώρα ~ ~, δυστυχώς! Πβ. ό,τι έγινε έγινε., το κακό είναι ... (προφ.): για να επισημάνουμε κάτι αρνητικό: ~ ~ πως δεν ξέρω τον δρόμο. Το ~ (μαζί) του είναι πως είναι εγωιστής. Το ~ με τους ανθρώπους είναι ότι … ΑΝΤ. το καλό είναι ότι ..., άνθη/άνθος του κακού βλ. άνθος, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, για καλό και για κακό βλ. καλό, για καλό/για κακό βλ. καλό, εκ/μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστον βλ. βέλτιστος, ενός κακού μύρια έπονται βλ. έπομαι, θέλω το καλό/το κακό κάποιου βλ. θέλω, Ιησούς Χριστός νικά (κι όλα τα κακά σκορπά)! βλ. Ιησούς, ουδέν κακόν αμιγές καλού βλ. αμιγής, πολύ κακό για το τίποτα βλ. τίποτα, πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του βλ. πράσινος, τα τρία κακά της μοίρας του βλ. τρεις, τρεις, τρία, το έχω σε καλό/σε κακό να ... βλ. έχω, τρίτωσε το κακό βλ. τριτώνει [< αρχ. τὸ κακὸν]
22149κακο- & κακό- & κακ- & καχ-: το επίθετο κακός ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: κακο-διάθετος/~ήθεια/~λογώ. Κακό-βουλος/~γουστος (ΑΝΤ. καλο-)/~φωνος (ΑΝΤ. καλλί-). Κακ-άσχημος/~έκτυπο. Καχ-εκτικός/~ύποπτος.
22150κακοαναθρεμμένος, η, ο κα-κο-α-να-θρεμ-μέ-νος επίθ.: που έχει λάβει κακή ανατροφή: ~ο: παιδί. Πβ. ανάγωγος. ΣΥΝ. κακομαθημένος ΑΝΤ. καλοαναθρεμμένος
22151κακοβαλμένος, η, ο κα-κο-βαλ-μέ-νος επίθ. ΑΝΤ. καλοβαλμένος 1. που δεν έχει τοποθετηθεί σωστά. 2. (για πρόσ.) που έχει κακή σωματική διάπλαση ή ατημέλητη εμφάνιση. Πβ. ασχημομούρης, δύσμορφος, κακο-μούτσουνος, -φτιαγμένος, κακόμορφος.
22152κακόβολος, η, ο κα-κό-βο-λος επίθ. (σπάν.): (για πρόσ.) δύστροπος, ιδιότροπος. Πβ. ανάποδος, κακορίζικος, στριμμένος, στρυφνός. ΑΝΤ. καλόβολος
22153κακοβουλίακα-κο-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του κακόβουλου: Διαβλέπω ~ εκ μέρους του. (συνήθ. ΝΟΜ.) Πράξη που τελέστηκε από ιδιοτέλεια ή ~. Πβ. κακεντρέχεια, μοχθηρία, χαιρεκακία. [< μτγν. κακοβουλία]
22154κακόβουλος, η, ο κα-κό-βου-λος επίθ. 1. που γίνεται με κακία ή χαρακτηρίζεται από αυτή, που αποσκοπεί στο να βλάψει: ~η: διάθεση/ζημιά (= σαμποτάζ, βλ. βανδαλισμός, δολιοφθορά, εμπρησμός)/καταγγελία/κριτική/πράξη/πρόθεση (= κακή)/φήμη/χρήση. ~ο: αστείο/δημοσίευμα (: συκοφαντικό). ~α: σχόλια. Στόχος ~ων επιθέσεων.|| (για πρόσ.) ~οι: επικριτές. (ως ουσ.) Κάποιοι ~οι βρήκαν την ευκαιρία να ... Πβ. κακεντρεχής, κακο-ήθης, -προαίρετος, μοχθηρός. ΑΝΤ. καλόβουλος 2. ΠΛΗΡΟΦ. που παραβιάζει την ασφάλεια υπολογιστικού συστήματος ή προσωπικού υπολογιστή, για να προκαλέσει ζημιά ή να υποκλέψει προσωπικά στοιχεία: ~ος: κώδικας. ~η: εφαρμογή. ~ο: αρχείο/πρόγραμμα. Βλ. δούρειος ίππος, ιός, κατασκοπευτικό λογισμικό, σκουλήκι.|| ~οι: επισκέπτες/χρήστες. Βλ. κράκερ, σπάμερ, χάκερ. ● επίρρ.: κακόβουλα ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπιθύμητη/ενοχλητική (ηλεκτρονική) αλληλογραφία βλ. αλληλογραφία, κακόβουλη βλασφημία βλ. βλασφημία, κακόβουλη κλήση βλ. κλήση, κακόβουλο λογισμικό βλ. λογισμικό [< 1: αρχ. κακόβουλος 2: αγγλ. malicious]
22155κακογερνώ[κακογερνῶ] κα-κο-γερ-νώ ρ. (αμτβ.) {κακογέρ-ασε, -άσει, -ασμένος} & κακογερνάω (προφ.): γερνώ πρόωρα ή αποκτώ έντονα τα σημάδια της γεροντικής ηλικίας· περνώ τα γηρατειά μου με άσχημο τρόπο: ταλαιπωρημένος και ~ασμένος.|| ~άει μες στη δυστυχία.
22156κακογλωσσιάκα-κο-γλωσ-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): γλωσσοφαγιά: η ~ του κόσμου. Πβ. κακολογία, κουτσομπολιό. [< μτγν. κακογλωσσία]
22157κακόγλωσσος, η, ο κα-κό-γλωσ-σος επίθ. (προφ.): που σχολιάζει αρνητικά, κακοπροαίρετα τους άλλους: (κ. ως ουσ.) Οι ~οι (πβ. κακές γλώσσες) λένε ότι ... Πβ. κακεντρεχής, κακόβουλος, κακολόγος, κουτσομπόλης, πικρόχολος, φαρμακόγλωσσος. Βλ. -γλωσσος. [< αρχ. κακόγλωσσος]
22158κακογουστιάκα-κο-γου-στιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη καλαισθησίας· συνεκδ. ό,τι χαρακτηρίζεται από κακό γούστο: ~ στο ντύσιμο. Πβ. κιτς. Βλ. φινέτσα.
22159κακόγουστος, η, ο κα-κό-γου-στος επίθ.: ακαλαίσθητος, χωρίς γούστο: ~η: διακόσμηση/εμφάνιση. ~ο: ντύσιμο. ΣΥΝ. άκομψος. Πβ. κιτς. ΑΝΤ. φινετσάτος.|| ~η: φάρσα. ~ο: αστείο (= άνοστο, αποτυχημένο, κρύο, χοντροκομμένο). ΑΝΤ. καλόγουστος ● επίρρ.: κακόγουστα [< γαλλ. de mauvais goût]
22160κακογραμμένος, η, ο κα-κο-γραμ-μέ-νος επίθ.: δυσανάγνωστος, γεμάτος ορθογραφικά ή συντακτικά λάθη, γραμμένος με προχειρότητα ή χωρίς σωστή διατύπωση: ~ες: σημειώσεις.|| ~ο: κείμενο. ~ες: εργασίες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: κώδικας. ~η: εφαρμογή. ~ο: ντιβιντί. ΑΝΤ. καλογραμμένος
22161κακογραφίακα-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): δυσανάγνωστο γράψιμο: ~ και μουτζούρες. Βλ. -γραφία. ΑΝΤ. καλλιγραφία [πβ. γαλλ. cacographie, αγγλ. cacography]
22162κακογράφοςκα-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο με δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα. Βλ. -γράφος. ΑΝΤ. καλλιγράφος [< μεσν. κακογράφος, πβ. γαλλ. cacographe]
22163κακογυρισμένος, η, ο κα-κο-γυ-ρι-σμέ-νος επίθ.: που δεν έχει κινηματογραφηθεί με επιμέλεια και επιτυχία: ~η: σειρά. ~ο: φιλμ. ~α: πλάνα. ΑΝΤ. καλογυρισμένος
22164κακοδαιμονίακα-κο-δαι-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. άσχημη, προβληματική κατάσταση: οικονομική/πολιτική ~. 2. κακοτυχία. [< 2: αρχ. κακοδαιμονία]
22165κακοδιαθεσίακα-κο-δια-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): κακή διάθεση· σπανιότ. αδιαθεσία: πρωινή ~. Πβ. α-, βαρυ-, δυσ-θυμία, α-, κακο-κεφιά.|| Συμπτώματα ~ας. ΑΝΤ. ευδιαθεσία [< γαλλ. mauvaise humeur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.