| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22166 | κακοδιάθετος | , η, ο κα-κο-διά-θε-τος επίθ.: κακόκεφος· σπανιότ. αδιάθετος: Δείχνει/ξύπνησε ~. Πβ. άκεφος, βαρύ-, δύσ-θυμος. ΑΝΤ. καλοδιάθετος [< γαλλ. être de mauvaise humeur] | |
| 22167 | κακοδιατηρημένος | , η, ο κα-κο-δι-α-τη-ρη-μέ-νος επίθ.: που δεν έχει συντηρηθεί επιμελώς, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε κακή κατάσταση: ~α: κτίρια. Πβ. κακοσυντηρημένος. ΑΝΤ. καλοδιατηρημένος | |
| 22168 | κακοδιαχείριση | κα-κο-δι-α-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.): εσφαλμένη και επιζήμια διαχείριση χρηματικών κυρ. πόρων: ~ των αποθεματικών/των κονδυλίων/των οικονομικών (ενός Δήμου)/της περιουσίας. Σκάνδαλο ~ης. Κατηγορείται για ~ και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος.|| ~ της εταιρείας (πβ. κακοδιοίκηση). | |
| 22169 | κακοδικία | κα-κο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εκδίκαση υπόθεσης κατά την οποία παραβιάζονται κανόνες της δικονομίας: θύμα/υπόθεση ~ας. (για δικαστή) Κήρυξε ~. Ευθύνεται/κατηγορείται για ~. Βλ. αυτο-, ευθυ-δικία. ΑΝΤ. δικαιοκρισία ● ΣΥΜΠΛ.: αγωγή κακοδικίας βλ. αγωγή [< αρχ. κακοδικία ‘διεφθαρμένη δίκη’] | |
| 22170 | κακοδιοίκηση | κα-κο-δι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.): ανεπαρκής, πλημμελής διοίκηση: ~ και αδιαφάνεια/διαφθορά. Καταπολέμηση της ~ης. Πβ. κακοδιαχείριση. Βλ. Συνήγορος του Πολίτη, χρηστή διοίκηση. [< μεσν. κακοδιοίκησις] | |
| 22171 | κακοδοξία | κα-κο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. διαστρέβλωση, παρερμηνεία του επίσημου δόγματος. Πβ. αίρεση. Βλ. σχίσμα. [< μτγν. κακοδοξία] | |
| 22172 | κακόδοξος | , η, ο κα-κό-δο-ξος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που παρεκκλίνει από το επίσημο δόγμα: ~η: διδασκαλία. ~ες: θέσεις. ~α: φρονήματα. Πβ. αιρετικός. [< μτγν. κακόδοξος] | |
| 22173 | κακόζηλος | , η, ο κα-κό-ζη-λος επίθ.: (κυρ. για προφ. ή γραπτό λόγο) που μιμείται χωρίς επιτυχία το πρότυπό του: (ΦΙΛΟΛ.) ~ες: εκφράσεις/λέξεις (= επιτηδευμένες). Πβ. κακέκτυπος. [< μτγν. κακόζηλος ‘που έχει κακό γούστο’] | |
| 22174 | κακοήθεια | κα-κο-ή-θει-α ουσ. (θηλ.) 1. αισχρότητα, ανηθικότητα, μοχθηρία· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) ο αντίστοιχος λόγος, πράξη ή σκέψη: συκοφαντίες/ψέματα και ~ες. Αυτά είναι ~ες! Χαρακτήρισε ~ες τις δηλώσεις. Πβ. αθλι-, αχρει-, φαυλ-, χυδαι-ότητα, κακεντρέχεια, παλιανθρωπιά. 2. ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του κακοήθους όγκου· καρκίνος: αυξανόμενη ~. Βαθμός ~ας (: υψηλή/χαμηλή ~).|| Αιματολογικές (πβ. λευχαιμία)/δερματικές (πβ. μελάνωμα) ~ες. ~ πνεύμονα/τραχήλου της μήτρας. Ανάπτυξη/εμφάνιση/ιστορικό ~ας. Βλ. βιοψία, εξαλλαγή, -ωμα2. ΑΝΤ. καλοήθεια [< 1: αρχ. κακοήθεια 2: γαλλ. malignité] | |
| 22175 | κακοήθης | , ης, ες κα-κο-ή-θης επίθ. {ουδ. κακόηθες, κακοήθ-ους | -εις (ουδ. -η), -ων} 1. ΙΑΤΡ. καρκινικός· (γενικότ. για νόσο) που είναι βαριάς μορφής: ~ης: όγκος. ~ης: εξαλλαγή (πολυπόδων). ~ες: νεόπλασμα. ~η: κύτταρα. Βλ. καλπάζων, κεραυνοβόλος, μεταστατικός, -ωμα2.|| ~ης: αναιμία/παχυσαρκία. ΑΝΤ. καλοήθης 2. ανήθικος, αχρείος, μοχθηρός: ~ης: εκμετάλλευση/φάρσα. ~η: σχόλια (= κακεντρεχή, κακόβουλα, κακοπροαίρετα). Πβ. άθλιος, αισχρός, φαύλος, χυδαίος. ● ΣΥΜΠΛ.: κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο βλ. νευροληπτικός [< 1: γαλλ. malin 2: αρχ. κακοήθης, αγγλ. cacoëthes] | |
| 22176 | κακόηχος | , η, ο κα-κό-η-χος επίθ.: που ηχεί άσχημα στα αυτιά: ~ος: τίτλος. ~ο: όνομα. ~ες: λέξεις. Πβ. κακόφωνος. Βλ. μελωδικός. ΑΝΤ. εύηχος ● επίρρ.: κακόηχα [< μτγν. κακόηχος] | |
| 22177 | κακοθελητής | κα-κο-θε-λη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που επιδιώκει το κακό των άλλων ή/και χαίρεται με αυτό. Πβ. κακεντρεχής, κακόβουλος, καλοθελητής, μοχθηρός, χαιρέκακος. [< μεσν. κακοθελητής] | |
| 22178 | κακοκαιρία | κα-κο-και-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) κακοκαιριά: άσχημες καιρικές συνθήκες: έντονη/ξαφνική/παρατεταμένη/πρωτοφανής/φονική ~. Σφοδρή ~ με θυελλώδεις ανέμους/καταρρακτώδεις βροχές. Έκτακτο δελτίο ~ας. Σε κλοιό ~ας η Ελλάδα. Σταδιακή ύφεση της ~ας. Ισχυρό/νέο κύμα ~ας πλήττει/σαρώνει τη χώρα. Ματαιώσεις πτήσεων λόγω ~ας. Αναμένεται/έρχεται ~. Επιδεινώνεται/κόπασε/μαίνεται/συνεχίζεται η ~. Πβ. αντάρα, παλιόκαιρος. Βλ. θεομηνία. ΑΝΤ. καλοκαιρία | |
| 22179 | κακοκαρδίζω | κα-κο-καρ-δί-ζω ρ. (μτβ.) {κακοκάρδι-σα, κακοκαρδί-σω, κακοκαρδίζ-εται, κακοκαρδι-στεί} (προφ.): στενοχωρώ, δυσαρεστώ, πικραίνω: Δεν θέλω να/λυπάμαι που θα σε ~σω, αλλά ... Μη μου ~εσαι κι όλα θα πάνε καλά (πβ. χολοσκάω)! ΑΝΤ. καλοκαρδίζω [< μεσν. κακοκαρδίζω] | |
| 22180 | κακόκαρδος | , η, ο κα-κό-καρ-δος επίθ.: κακός, κακόψυχος. Βλ. -καρδος. ΑΝΤ. καλόκαρδος [< μεσν. κακόκαρδος] | |
| 22181 | κακοκεφιά | κα-κο-κε-φιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): άσχημη ψυχική διάθεση. Πβ. α-, βαρυ-, δυσ-θυμία, κακοδιαθεσία. ΣΥΝ. ακεφιά ΑΝΤ. ευδιαθεσία | |
| 22182 | κακόκεφος | , η, ο κα-κό-κε-φος επίθ. (προφ.): που έχει άσχημη ψυχική διάθεση. Πβ. ανόρεχτος, βαρύ-, δύσ-θυμος, μουρτζούφλης, μουτρωμένος, πεσμένος, σκυθρωπός. ΣΥΝ. άκεφος, κακοδιάθετος ΑΝΤ. ευδιάθετος, κεφάτος ● επίρρ.: κακόκεφα | |
| 22183 | κακολογία | κα-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): συκοφαντία. Πβ. διαβολή, κακογλωσσιά, λασπολογία. Βλ. -λογία. [< αρχ. κακολογία] | |
| 22184 | κακολόγος | κα-κο-λό-γος ουσ. (αρσ.): συκοφάντης. Πβ. διαβολέας, κακόγλωσσος, λασπολόγος. Βλ. -λόγος. [< αρχ. κακολόγος] | |
| 22185 | κακολογώ | [κακολογῶ] κα-κο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {κακολογ-είς ..., -ώντας | κακολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί}: διατυπώνω αρνητικά ή/και κακόβουλα σχόλια εναντίον κάποιου: Με παρεξήγησες και με ~είς άδικα (= κατηγορείς). Βιάστηκες να τον ~ήσεις. Πβ. δυσφημώ, θάβω. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. διαβάλλω, κατηγορώ, συκοφαντώ ΑΝΤ. επαινώ [< αρχ. κακολογῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ