Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [22920-22940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22157κακόγλωσσος, η, ο κα-κό-γλωσ-σος επίθ. (προφ.): που σχολιάζει αρνητικά, κακοπροαίρετα τους άλλους: (κ. ως ουσ.) Οι ~οι (πβ. κακές γλώσσες) λένε ότι ... Πβ. κακεντρεχής, κακόβουλος, κακολόγος, κουτσομπόλης, πικρόχολος, φαρμακόγλωσσος. Βλ. -γλωσσος. [< αρχ. κακόγλωσσος]
22158κακογουστιάκα-κο-γου-στιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη καλαισθησίας· συνεκδ. ό,τι χαρακτηρίζεται από κακό γούστο: ~ στο ντύσιμο. Πβ. κιτς. Βλ. φινέτσα.
22159κακόγουστος, η, ο κα-κό-γου-στος επίθ.: ακαλαίσθητος, χωρίς γούστο: ~η: διακόσμηση/εμφάνιση. ~ο: ντύσιμο. ΣΥΝ. άκομψος. Πβ. κιτς. ΑΝΤ. φινετσάτος.|| ~η: φάρσα. ~ο: αστείο (= άνοστο, αποτυχημένο, κρύο, χοντροκομμένο). ΑΝΤ. καλόγουστος ● επίρρ.: κακόγουστα [< γαλλ. de mauvais goût]
22160κακογραμμένος, η, ο κα-κο-γραμ-μέ-νος επίθ.: δυσανάγνωστος, γεμάτος ορθογραφικά ή συντακτικά λάθη, γραμμένος με προχειρότητα ή χωρίς σωστή διατύπωση: ~ες: σημειώσεις.|| ~ο: κείμενο. ~ες: εργασίες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: κώδικας. ~η: εφαρμογή. ~ο: ντιβιντί. ΑΝΤ. καλογραμμένος
22161κακογραφίακα-κο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): δυσανάγνωστο γράψιμο: ~ και μουτζούρες. Βλ. -γραφία. ΑΝΤ. καλλιγραφία [πβ. γαλλ. cacographie, αγγλ. cacography]
22162κακογράφοςκα-κο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο με δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα. Βλ. -γράφος. ΑΝΤ. καλλιγράφος [< μεσν. κακογράφος, πβ. γαλλ. cacographe]
22163κακογυρισμένος, η, ο κα-κο-γυ-ρι-σμέ-νος επίθ.: που δεν έχει κινηματογραφηθεί με επιμέλεια και επιτυχία: ~η: σειρά. ~ο: φιλμ. ~α: πλάνα. ΑΝΤ. καλογυρισμένος
22164κακοδαιμονίακα-κο-δαι-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. άσχημη, προβληματική κατάσταση: οικονομική/πολιτική ~. 2. κακοτυχία. [< 2: αρχ. κακοδαιμονία]
22165κακοδιαθεσίακα-κο-δια-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): κακή διάθεση· σπανιότ. αδιαθεσία: πρωινή ~. Πβ. α-, βαρυ-, δυσ-θυμία, α-, κακο-κεφιά.|| Συμπτώματα ~ας. ΑΝΤ. ευδιαθεσία [< γαλλ. mauvaise humeur]
22166κακοδιάθετος, η, ο κα-κο-διά-θε-τος επίθ.: κακόκεφος· σπανιότ. αδιάθετος: Δείχνει/ξύπνησε ~. Πβ. άκεφος, βαρύ-, δύσ-θυμος. ΑΝΤ. καλοδιάθετος [< γαλλ. être de mauvaise humeur]
22167κακοδιατηρημένος, η, ο κα-κο-δι-α-τη-ρη-μέ-νος επίθ.: που δεν έχει συντηρηθεί επιμελώς, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε κακή κατάσταση: ~α: κτίρια. Πβ. κακοσυντηρημένος. ΑΝΤ. καλοδιατηρημένος
22168κακοδιαχείρισηκα-κο-δι-α-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.): εσφαλμένη και επιζήμια διαχείριση χρηματικών κυρ. πόρων: ~ των αποθεματικών/των κονδυλίων/των οικονομικών (ενός Δήμου)/της περιουσίας. Σκάνδαλο ~ης. Κατηγορείται για ~ και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος.|| ~ της εταιρείας (πβ. κακοδιοίκηση).
22169κακοδικίακα-κο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εκδίκαση υπόθεσης κατά την οποία παραβιάζονται κανόνες της δικονομίας: θύμα/υπόθεση ~ας. (για δικαστή) Κήρυξε ~. Ευθύνεται/κατηγορείται για ~. Βλ. αυτο-, ευθυ-δικία. ΑΝΤ. δικαιοκρισία ● ΣΥΜΠΛ.: αγωγή κακοδικίας βλ. αγωγή [< αρχ. κακοδικία ‘διεφθαρμένη δίκη’]
22170κακοδιοίκησηκα-κο-δι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.): ανεπαρκής, πλημμελής διοίκηση: ~ και αδιαφάνεια/διαφθορά. Καταπολέμηση της ~ης. Πβ. κακοδιαχείριση. Βλ. Συνήγορος του Πολίτη, χρηστή διοίκηση. [< μεσν. κακοδιοίκησις]
22171κακοδοξίακα-κο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. διαστρέβλωση, παρερμηνεία του επίσημου δόγματος. Πβ. αίρεση. Βλ. σχίσμα. [< μτγν. κακοδοξία]
22172κακόδοξος, η, ο κα-κό-δο-ξος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που παρεκκλίνει από το επίσημο δόγμα: ~η: διδασκαλία. ~ες: θέσεις. ~α: φρονήματα. Πβ. αιρετικός. [< μτγν. κακόδοξος]
22173κακόζηλος, η, ο κα-κό-ζη-λος επίθ.: (κυρ. για προφ. ή γραπτό λόγο) που μιμείται χωρίς επιτυχία το πρότυπό του: (ΦΙΛΟΛ.) ~ες: εκφράσεις/λέξεις (= επιτηδευμένες). Πβ. κακέκτυπος. [< μτγν. κακόζηλος ‘που έχει κακό γούστο’]
22174κακοήθειακα-κο-ή-θει-α ουσ. (θηλ.) 1. αισχρότητα, ανηθικότητα, μοχθηρία· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) ο αντίστοιχος λόγος, πράξη ή σκέψη: συκοφαντίες/ψέματα και ~ες. Αυτά είναι ~ες! Χαρακτήρισε ~ες τις δηλώσεις. Πβ. αθλι-, αχρει-, φαυλ-, χυδαι-ότητα, κακεντρέχεια, παλιανθρωπιά. 2. ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του κακοήθους όγκου· καρκίνος: αυξανόμενη ~. Βαθμός ~ας (: υψηλή/χαμηλή ~).|| Αιματολογικές (πβ. λευχαιμία)/δερματικές (πβ. μελάνωμα) ~ες. ~ πνεύμονα/τραχήλου της μήτρας. Ανάπτυξη/εμφάνιση/ιστορικό ~ας. Βλ. βιοψία, εξαλλαγή, -ωμα2. ΑΝΤ. καλοήθεια [< 1: αρχ. κακοήθεια 2: γαλλ. malignité]
22175κακοήθης, ης, ες κα-κο-ή-θης επίθ. {ουδ. κακόηθες, κακοήθ-ους | -εις (ουδ. -η), -ων} 1. ΙΑΤΡ. καρκινικός· (γενικότ. για νόσο) που είναι βαριάς μορφής: ~ης: όγκος. ~ης: εξαλλαγή (πολυπόδων). ~ες: νεόπλασμα. ~η: κύτταρα. Βλ. καλπάζων, κεραυνοβόλος, μεταστατικός, -ωμα2.|| ~ης: αναιμία/παχυσαρκία. ΑΝΤ. καλοήθης 2. ανήθικος, αχρείος, μοχθηρός: ~ης: εκμετάλλευση/φάρσα. ~η: σχόλια (= κακεντρεχή, κακόβουλα, κακοπροαίρετα). Πβ. άθλιος, αισχρός, φαύλος, χυδαίος. ● ΣΥΜΠΛ.: κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο βλ. νευροληπτικός [< 1: γαλλ. malin 2: αρχ. κακοήθης, αγγλ. cacoëthes]
22176κακόηχος, η, ο κα-κό-η-χος επίθ.: που ηχεί άσχημα στα αυτιά: ~ος: τίτλος. ~ο: όνομα. ~ες: λέξεις. Πβ. κακόφωνος. Βλ. μελωδικός. ΑΝΤ. εύηχος ● επίρρ.: κακόηχα [< μτγν. κακόηχος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.