| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22177 | κακοθελητής | κα-κο-θε-λη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που επιδιώκει το κακό των άλλων ή/και χαίρεται με αυτό. Πβ. κακεντρεχής, κακόβουλος, καλοθελητής, μοχθηρός, χαιρέκακος. [< μεσν. κακοθελητής] | |
| 22178 | κακοκαιρία | κα-κο-και-ρί-α ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) κακοκαιριά: άσχημες καιρικές συνθήκες: έντονη/ξαφνική/παρατεταμένη/πρωτοφανής/φονική ~. Σφοδρή ~ με θυελλώδεις ανέμους/καταρρακτώδεις βροχές. Έκτακτο δελτίο ~ας. Σε κλοιό ~ας η Ελλάδα. Σταδιακή ύφεση της ~ας. Ισχυρό/νέο κύμα ~ας πλήττει/σαρώνει τη χώρα. Ματαιώσεις πτήσεων λόγω ~ας. Αναμένεται/έρχεται ~. Επιδεινώνεται/κόπασε/μαίνεται/συνεχίζεται η ~. Πβ. αντάρα, παλιόκαιρος. Βλ. θεομηνία. ΑΝΤ. καλοκαιρία | |
| 22179 | κακοκαρδίζω | κα-κο-καρ-δί-ζω ρ. (μτβ.) {κακοκάρδι-σα, κακοκαρδί-σω, κακοκαρδίζ-εται, κακοκαρδι-στεί} (προφ.): στενοχωρώ, δυσαρεστώ, πικραίνω: Δεν θέλω να/λυπάμαι που θα σε ~σω, αλλά ... Μη μου ~εσαι κι όλα θα πάνε καλά (πβ. χολοσκάω)! ΑΝΤ. καλοκαρδίζω [< μεσν. κακοκαρδίζω] | |
| 22180 | κακόκαρδος | , η, ο κα-κό-καρ-δος επίθ.: κακός, κακόψυχος. Βλ. -καρδος. ΑΝΤ. καλόκαρδος [< μεσν. κακόκαρδος] | |
| 22181 | κακοκεφιά | κα-κο-κε-φιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): άσχημη ψυχική διάθεση. Πβ. α-, βαρυ-, δυσ-θυμία, κακοδιαθεσία. ΣΥΝ. ακεφιά ΑΝΤ. ευδιαθεσία | |
| 22182 | κακόκεφος | , η, ο κα-κό-κε-φος επίθ. (προφ.): που έχει άσχημη ψυχική διάθεση. Πβ. ανόρεχτος, βαρύ-, δύσ-θυμος, μουρτζούφλης, μουτρωμένος, πεσμένος, σκυθρωπός. ΣΥΝ. άκεφος, κακοδιάθετος ΑΝΤ. ευδιάθετος, κεφάτος ● επίρρ.: κακόκεφα | |
| 22183 | κακολογία | κα-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): συκοφαντία. Πβ. διαβολή, κακογλωσσιά, λασπολογία. Βλ. -λογία. [< αρχ. κακολογία] | |
| 22184 | κακολόγος | κα-κο-λό-γος ουσ. (αρσ.): συκοφάντης. Πβ. διαβολέας, κακόγλωσσος, λασπολόγος. Βλ. -λόγος. [< αρχ. κακολόγος] | |
| 22185 | κακολογώ | [κακολογῶ] κα-κο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {κακολογ-είς ..., -ώντας | κακολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί}: διατυπώνω αρνητικά ή/και κακόβουλα σχόλια εναντίον κάποιου: Με παρεξήγησες και με ~είς άδικα (= κατηγορείς). Βιάστηκες να τον ~ήσεις. Πβ. δυσφημώ, θάβω. Βλ. -λογώ. ΣΥΝ. διαβάλλω, κατηγορώ, συκοφαντώ ΑΝΤ. επαινώ [< αρχ. κακολογῶ] | |
| 22186 | κακομαγειρεμένος | , η, ο κα-κο-μα-γει-ρε-μέ-νος επίθ.: (για φαγητό) που δεν έχει πετύχει στο μαγείρεμα και κατ' επέκτ. είναι άνοστο. Βλ. κακοψημένος. ΑΝΤ. καλομαγειρεμένος | |
| 22187 | κακομαθαίνω | κα-κο-μα-θαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κακόμαθα (σπάν.) κακοέμαθα, κακομάθει, κακομαθημένος, κακομαθαίν-οντας} (προφ.) 1. κάνω κάποιον απαιτητικό, εγωιστή, ιδιότροπο, συνηθίζοντάς τον σε ευκολίες και ανέσεις ή/και κάνοντάς του τα χατίρια: Μην το ~εις το μωρό/σκυλί! Τον έχουν κακομάθει και τους κάνει ό,τι θέλει. Πβ. καλο-μαθαίνω, -συνηθίζω, κανακεύω, παραχαϊδεύω, χαλώ. 2. συνηθίζω σε μια ευνοϊκή κατάσταση: Έχει κακομάθει στην πολυτέλεια. Πβ. γλυκαίνομαι. | |
| 22188 | κακομαθημένος | , η, ο κα-κο-μα-θη-μέ-νος επίθ.: που τον έχουν κακομάθει: ~α: πλουσιόπαιδα. Έχει γίνει φοβερά ~· θέλει να περνάει πάντα το δικό του! Πβ. βουτυρόπαιδο, καλομαθη-, (παρα)χαϊδε-μένος, μαμάκιας, μαμόθρεφτο. ΣΥΝ. κακοαναθρεμμένος | |
| 22189 | κακομελετώ | [κακομελετῶ] κα-κο-με-λε-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: μην (το) κακομελετάς (προφ.): μη βάζεις στον νου σου το κακό, μην το γρουσουζεύεις: Δεν θα πάει τίποτα στραβά, ας μην (το) ~άμε! ΑΝΤ. καλομελέτα κι έρχεται! [< μεσν. κακομελετώ] | |
| 22190 | κακομεταχειρίζομαι | κα-κο-με-τα-χει-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {κακομεταχειρί-στηκε, -σμένος} 1. συμπεριφέρομαι βίαια, σκληρά σε κάποιον: ~εται τα ζώα/παιδιά του (= τα χτυπά). Πβ. κακοποιώ.|| Χώρα που ~εται τους μετανάστες. Βλ. ρατσισμός. 2. κάνω κακή χρήση, προκαλώντας φθορά: ~εται τα βιβλία του. [< γαλλ. maltraiter] | |
| 22191 | κακομεταχείριση | κα-κο-με-τα-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.): άσχημη, βίαιη, σκληρή μεταχείριση: σεξουαλική/συστηματική/σωματική/φυσική/ψυχολογική ~. ~ ανηλίκων/γυναικών (: ασέλγεια, βιασμός). ~ των διαδηλωτών (: ξυλοδαρμός)/κρατουμένων (: βασανισμός). Θύματα ~ης. Υφίσταται ~. Πβ. θυματο-, κακο-ποίηση.|| (κατ' επέκτ.) ~ του περιβάλλοντος. [< γαλλ. maltraitement] | |
| 22192 | κακομοίρα | βλ. κακομοίρης | |
| 22193 | κακομοίρης | , α, ικο κα-κο-μοί-ρης επίθ./ουσ. (οικ.): δυστυχισμένος, καημένος, φουκαριάρης: Τι τραβάει η ~α η μάνα τους!|| (ως ουσ.) Γέρασε, ο ~, και δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του. Τι τους έφταιξε, ο ~ (πβ. ανθρωπάκος); Κάνει ό,τι μπορεί, η ~α. Πβ. κακορίζικος, καψερός, ταλαίπωρος.|| (ειρων.) Και νομίζεις, (β)ρε ~η, ότι σου είπε την αλήθεια; ΣΥΝ. κακόμοιρος ● Υποκ.: κακομοιρούλης , α, ικο ● ΦΡ.: γίνεται της κακομοίρας (προφ.): επικρατεί μεγάλη φασαρία, αναστάτωση: Πλακώθηκαν στο ξύλο και έγινε ~ (= χαμός). (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί θα γίνει ~! ΣΥΝ. γίνεται της τρελής/μουρλής/παλαβής, κακομοίρη/κακομοίρα μου: απειλητ. προς τον συνομιλητή: Μη σε ξαναδώ μπροστά μου, γιατί χάθηκες, ~ ~! [< μεσν. κακομοίρης] | |
| 23106 | κακομοιριά | καρ-μι-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τσιγκουνιά ή/και μιζέρια. Πβ. κακομοιριά, τσιφουτιά. | |
| 22194 | κακομοιριά | κα-κο-μοι-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): μιζέρια, αθλιότητα, δυστυχία. Πβ. καρμιριά. [< μεσν. κακομοιριά] | |
| 22195 | κακομοιριασμένος | , η, ο κα-κο-μοι-ρια-σμέ-νος επίθ. (προφ.): κακομοίρικος. [< μεσν. κακομοιριασμένος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ