Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22940-22960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22186κακομαγειρεμένος, η, ο κα-κο-μα-γει-ρε-μέ-νος επίθ.: (για φαγητό) που δεν έχει πετύχει στο μαγείρεμα και κατ' επέκτ. είναι άνοστο. Βλ. κακοψημένος. ΑΝΤ. καλομαγειρεμένος
22187κακομαθαίνωκα-κο-μα-θαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κακόμαθα (σπάν.) κακοέμαθα, κακομάθει, κακομαθημένος, κακομαθαίν-οντας} (προφ.) 1. κάνω κάποιον απαιτητικό, εγωιστή, ιδιότροπο, συνηθίζοντάς τον σε ευκολίες και ανέσεις ή/και κάνοντάς του τα χατίρια: Μην το ~εις το μωρό/σκυλί! Τον έχουν κακομάθει και τους κάνει ό,τι θέλει. Πβ. καλο-μαθαίνω, -συνηθίζω, κανακεύω, παραχαϊδεύω, χαλώ. 2. συνηθίζω σε μια ευνοϊκή κατάσταση: Έχει κακομάθει στην πολυτέλεια. Πβ. γλυκαίνομαι.
22188κακομαθημένος, η, ο κα-κο-μα-θη-μέ-νος επίθ.: που τον έχουν κακομάθει: ~α: πλουσιόπαιδα. Έχει γίνει φοβερά ~· θέλει να περνάει πάντα το δικό του! Πβ. βουτυρόπαιδο, καλομαθη-, (παρα)χαϊδε-μένος, μαμάκιας, μαμόθρεφτο. ΣΥΝ. κακοαναθρεμμένος
22189κακομελετώ[κακομελετῶ] κα-κο-με-λε-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: μην (το) κακομελετάς (προφ.): μη βάζεις στον νου σου το κακό, μην το γρουσουζεύεις: Δεν θα πάει τίποτα στραβά, ας μην (το) ~άμε! ΑΝΤ. καλομελέτα κι έρχεται! [< μεσν. κακομελετώ]
22190κακομεταχειρίζομαικα-κο-με-τα-χει-ρί-ζο-μαι ρ. (μτβ.) {κακομεταχειρί-στηκε, -σμένος} 1. συμπεριφέρομαι βίαια, σκληρά σε κάποιον: ~εται τα ζώα/παιδιά του (= τα χτυπά). Πβ. κακοποιώ.|| Χώρα που ~εται τους μετανάστες. Βλ. ρατσισμός. 2. κάνω κακή χρήση, προκαλώντας φθορά: ~εται τα βιβλία του. [< γαλλ. maltraiter]
22191κακομεταχείρισηκα-κο-με-τα-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.): άσχημη, βίαιη, σκληρή μεταχείριση: σεξουαλική/συστηματική/σωματική/φυσική/ψυχολογική ~. ~ ανηλίκων/γυναικών (: ασέλγεια, βιασμός). ~ των διαδηλωτών (: ξυλοδαρμός)/κρατουμένων (: βασανισμός). Θύματα ~ης. Υφίσταται ~. Πβ. θυματο-, κακο-ποίηση.|| (κατ' επέκτ.) ~ του περιβάλλοντος. [< γαλλ. maltraitement]
22192κακομοίραβλ. κακομοίρης
22193κακομοίρης, α, ικο κα-κο-μοί-ρης επίθ./ουσ. (οικ.): δυστυχισμένος, καημένος, φουκαριάρης: Τι τραβάει η ~α η μάνα τους!|| (ως ουσ.) Γέρασε, ο ~, και δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του. Τι τους έφταιξε, ο ~ (πβ. ανθρωπάκος); Κάνει ό,τι μπορεί, η ~α. Πβ. κακορίζικος, καψερός, ταλαίπωρος.|| (ειρων.) Και νομίζεις, (β)ρε ~η, ότι σου είπε την αλήθεια; ΣΥΝ. κακόμοιρος ● Υποκ.: κακομοιρούλης , α, ικο ● ΦΡ.: γίνεται της κακομοίρας (προφ.): επικρατεί μεγάλη φασαρία, αναστάτωση: Πλακώθηκαν στο ξύλο και έγινε ~ (= χαμός). (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί θα γίνει ~! ΣΥΝ. γίνεται της τρελής/μουρλής/παλαβής, κακομοίρη/κακομοίρα μου: απειλητ. προς τον συνομιλητή: Μη σε ξαναδώ μπροστά μου, γιατί χάθηκες, ~ ~! [< μεσν. κακομοίρης]
23106κακομοιριά

καρ-μι-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τσιγκουνιά ή/και μιζέρια. Πβ. κακομοιριά, τσιφουτιά.

22194κακομοιριάκα-κο-μοι-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): μιζέρια, αθλιότητα, δυστυχία. Πβ. καρμιριά. [< μεσν. κακομοιριά]
22195κακομοιριασμένος, η, ο κα-κο-μοι-ρια-σμέ-νος επίθ. (προφ.): κακομοίρικος. [< μεσν. κακομοιριασμένος]
22196κακομοίρικος, η, ο κα-κο-μοί-ρι-κος επίθ. (προφ.): αξιολύπητος, μίζερος, φουκαριάρης. ΣΥΝ. κακομοιριασμένος
22197κακόμοιρος, η, ο κα-κό-μοι-ρος επίθ. (οικ.): κακομοίρης: τα ~α τα παιδάκια! (ως ουσ.) Φοβάται το ~ο (π.χ. το ζώο). Πβ. ά-, βαριό-, δύσ-μοιρος, μισο~.|| (ειρων.) ~ε, που πίστευες ότι ... [< μτγν. κακόμοιρος]
22198κακόμορφος, η, ο κα-κό-μορ-φος επίθ.: άσχημος (στη μορφή). Βλ. -μορφος. ΣΥΝ. δύσμορφος [< μτγν. κακόμορφος]
22199κακομούτσουνος, η, ο κα-κο-μού-τσου-νος επίθ. (προφ.): πολύ άσχημος στο πρόσωπο. Πβ. ασχημομούρης.
22200κακονομίακα-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. κακή νομοθεσία: πολυνομία και ~. Βλ. κακοδιοίκηση, -νομία. [< αρχ. κακονομία]
22201κακοντυμένος, η, ο κα-κο-ντυ-μέ-νος επίθ.: ντυμένος χωρίς φινέτσα, πρόχειρα ή με παλιά και φθαρμένα ρούχα: ~ και απεριποίητος. Πβ. άκομψος, ατημέλητος. ΑΝΤ. καλοντυμένος [< μεσν. κακοντυμένος]
22202κακοπαθαίνωκα-κο-πα-θαί-νω ρ. (αμτβ.) {κακόπαθ-ε κ. κακοπάθ-ησε, -ημένος} (προφ.): βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι, υποφέρω: Έχει κακοπάθει στη ζωή της. ΣΥΝ. δεινοπαθώ, τυραννιέμαι & τυραννούμαι [< αρχ. κακοπαθῶ]
22203κακοπάθειακα-κο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βάσανο, ταλαιπωρία: (ΕΚΚΛΗΣ.) άσκηση και ~ του σώματος. Πβ. κακουχία. Βλ. -πάθεια. [< αρχ. κακοπάθεια]
22204κακοπαιγμένος, η, ο κα-κο-παιγ-μέ-νος επίθ. (προφ., για ρόλο ή μουσική σύνθεση): που χαρακτηρίζεται από κακή ερμηνεία ή εκτέλεση: ~η: παράσταση. Κακογραμμένο και ~ο σίριαλ.|| (μτφ.) ~η: φάρσα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.