| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22196 | κακομοίρικος | , η, ο κα-κο-μοί-ρι-κος επίθ. (προφ.): αξιολύπητος, μίζερος, φουκαριάρης. ΣΥΝ. κακομοιριασμένος | |
| 22197 | κακόμοιρος | , η, ο κα-κό-μοι-ρος επίθ. (οικ.): κακομοίρης: τα ~α τα παιδάκια! (ως ουσ.) Φοβάται το ~ο (π.χ. το ζώο). Πβ. ά-, βαριό-, δύσ-μοιρος, μισο~.|| (ειρων.) ~ε, που πίστευες ότι ... [< μτγν. κακόμοιρος] | |
| 22198 | κακόμορφος | , η, ο κα-κό-μορ-φος επίθ.: άσχημος (στη μορφή). Βλ. -μορφος. ΣΥΝ. δύσμορφος [< μτγν. κακόμορφος] | |
| 22199 | κακομούτσουνος | , η, ο κα-κο-μού-τσου-νος επίθ. (προφ.): πολύ άσχημος στο πρόσωπο. Πβ. ασχημομούρης. | |
| 22200 | κακονομία | κα-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. κακή νομοθεσία: πολυνομία και ~. Βλ. κακοδιοίκηση, -νομία. [< αρχ. κακονομία] | |
| 22201 | κακοντυμένος | , η, ο κα-κο-ντυ-μέ-νος επίθ.: ντυμένος χωρίς φινέτσα, πρόχειρα ή με παλιά και φθαρμένα ρούχα: ~ και απεριποίητος. Πβ. άκομψος, ατημέλητος. ΑΝΤ. καλοντυμένος [< μεσν. κακοντυμένος] | |
| 22202 | κακοπαθαίνω | κα-κο-πα-θαί-νω ρ. (αμτβ.) {κακόπαθ-ε κ. κακοπάθ-ησε, -ημένος} (προφ.): βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι, υποφέρω: Έχει κακοπάθει στη ζωή της. ΣΥΝ. δεινοπαθώ, τυραννιέμαι & τυραννούμαι [< αρχ. κακοπαθῶ] | |
| 22203 | κακοπάθεια | κα-κο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): βάσανο, ταλαιπωρία: (ΕΚΚΛΗΣ.) άσκηση και ~ του σώματος. Πβ. κακουχία. Βλ. -πάθεια. [< αρχ. κακοπάθεια] | |
| 22204 | κακοπαιγμένος | , η, ο κα-κο-παιγ-μέ-νος επίθ. (προφ., για ρόλο ή μουσική σύνθεση): που χαρακτηρίζεται από κακή ερμηνεία ή εκτέλεση: ~η: παράσταση. Κακογραμμένο και ~ο σίριαλ.|| (μτφ.) ~η: φάρσα. | |
| 22205 | κακοπέραση | κα-κο-πέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.): άσχημες συνθήκες διαβίωσης, κυρ. εξαιτίας ανέχειας: Όλη του τη ζωή την πέρασε στη μιζέρια/στέρηση και την ~. ΑΝΤ. καλοπέραση | |
| 22206 | κακοπερνώ | [κακοπερνῶ] κα-κο-περ-νώ ρ. (αμτβ.) {κακοπέρα-σα} & κακοπερνάω (προφ.): περνώ άσχημα εξαιτίας κυρ. οικονομικών δυσκολιών, ταλαιπωρούμαι: ~σε στη ζωή του.|| (ειρων.) Πάλι έξω ήσασταν; Βλέπω ~άτε! ΑΝΤ. καλοπερνώ | |
| 22207 | κακοπέφτω | κα-κο-πέ-φτω ρ. (αμτβ.) {κακόπεσε} (προφ.) 1. {συνήθ. στον αόρ.} (κυρ. για γυναίκα) κάνω αποτυχημένο γάμο. 2. υφίσταμαι κακή μεταχείριση· πέφτω σε κακά χέρια. ● ΦΡ.: μου κακοπέφτει (συνήθ. ειρων.): δεν μένω ικανοποιημένος από κάτι ή κάποιον, επειδή δεν το(ν) θεωρώ αρκετό ή αρκετά κατάλληλο: Γιατί, σου ~ουν δυο βδομάδες ξεκούρασης (= σου πέφτουν λίγες); [< μεσν. κακοπέφτω] | |
| 22208 | κακοπιστία | κα-κο-πι-στί-α ουσ. (θηλ.) 1. κακή πρόθεση, κακή προαίρεση· δυσπιστία, καχυποψία: Το σχέδιο αντιμετωπίστηκε με ~. ΑΝΤ. καλοπιστία 2. αναξιοπιστία, κυρ. σε οικονομικές συναλλαγές: Η αίτηση εκχώρησης έγινε με προφανή ~ (= δόλο). ΣΥΝ. κακή πίστη [< μτγν. κακοπιστία ‘εσφαλμένη πεποίθηση (για αίρεση)’, γαλλ. mauvaise foi] | |
| 22209 | κακόπιστος | , η, ο κα-κό-πι-στος επίθ. 1. κακοπροαίρετος, δύσπιστος: Δεν είμαι ~, απλά επιφυλακτικός (πβ. καχύποπτος). Και οι πιο ~οι δεν μπορούν να αμφισβητήσουν ότι ...|| ~η: κριτική/συμπεριφορά. ~α: σχόλια. Πβ. κακόβουλος. ΑΝΤ. καλόπιστος 2. αναξιόπιστος, κυρ. σε οικονομικές συναλλαγές: ~οι: οφειλέτες. ● επίρρ.: κακόπιστα [< μτγν. κακόπιστος ‘που έχει κακή πίστη (για αιρετικούς)’] | |
| 22210 | κακοπληρώνω | κα-κο-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {κακοπληρών-εται, συνήθ. στη μτχ. κακοπληρω-μένος} (προφ.): πληρώνω κάποιον με πολύ λίγα χρήματα σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσφέρει· σπανιότ. δεν είμαι συνεπής στις οικονομικές μου υποχρεώσεις. Πβ. υποαμείβεται. ΑΝΤ. καλοπληρώνω ● Μτχ.: κακοπληρωμένος , η, ο: ~οι: εργαζόμενοι/υπάλληλοι.|| ~α: επαγγέλματα. Ανασφάλιστη και ~η εργασία. ΑΝΤ. καλοπληρωμένος | |
| 22211 | κακοπληρωτής | κα-κο-πλη-ρω-τής ουσ. (αρσ.) {θηλ. κακοπληρώτρια} (προφ.): αυτός που είναι ασυνεπής στην εξόφληση των οφειλών του· (σπανιότ., για εργοδότη) που δεν παρέχει καλές ή υψηλές αμοιβές. Πβ. μπαταχτσής. ΑΝΤ. καλοπληρωτής | |
| 22212 | κακοποίηση | κα-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. βιαιοπραγία: σωματική ή φυσική/συναισθηματική/ψυχολογική ~. ~ αιχμαλώτων/γυναικών/διαδηλωτών/κρατουμένων/μεταναστών. Ενεργητική/παθητική ~ ζώων. Θύμα/σημάδια ~ης. Υφίσταται ~. Πβ. βασανισμός, ξυλοδαρμός.|| (κατ' επέκτ.) ~ του περιβάλλοντος. Πβ. κακομεταχείριση. 2. (μτφ.) αλλοίωση, διαστρέβλωση, παραποίηση: βάναυση ~ της αλήθειας. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική κακοποίηση & κακοποίηση παιδιών: κάθε μορφή βίας που ασκείται σε παιδί. Πβ. παιδική βία. Βλ. παιδεραστία, παιδοφιλία. [< αγγλ. child abuse, 1972] , σεξουαλική κακοποίηση: εξαναγκασμός κάποιου σε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη: ~ ~ ανηλίκων/ατόμων με ειδικές ανάγκες. ~ ~ και εκμετάλλευση. Καταγγελία για ~ ~. Πβ. ασέλγεια, βιασμός, σεξουαλική βία. [< αγγλ. sexual abuse, sexual assault, 1971] [< 1: μτγν. κακοποίησις ‘κακή πράξη’] | |
| 22213 | κακοποιός | , ός, ό κα-κο-ποι-ός επίθ. (λόγ.) 1. εγκληματικός: ~ός: δράση. ~ά: στοιχεία (= εγκληματίες). 2. που προκαλεί κακό με μεταφυσικό τρόπο: ~ό: πνεύμα. ~ές: δυνάμεις. Βλ. -ποιός. ΑΝΤ. αγαθοποιός [< αρχ. κακοποιός] | |
| 22214 | κακοποιός | κα-κο-ποι-ός ουσ. (αρσ.): εγκληματίας, κακούργος: αδίστακτος/διαβόητος/καταζητούμενος/κοινός/σεσημασμένος ~. Επεισοδιακή σύλληψη επικίνδυνου ~ού. Θύμα/σπείρα/στόχος/συμμορία ~ών. Στα ίχνη/στα χέρια των ~ών. Συμπλοκή αστυνομικών-~ών. Βλ. βιαστής, δολοφόνος, ληστής, μικρο~, τρομοκράτης, -ποιός. [< αρχ. κακοποιός] | |
| 22215 | κακοποιώ | [κακοποιῶ] κα-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κακοποι-είς ... | κακοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. ασκώ βία: Τον κατηγόρησε ότι την ~ούσε σεξουαλικά. ~ημένες: γυναίκες. ~ημένα: παιδιά. Πβ. ασελγώ, βιάζω, δέρνω, χτυπώ. Βλ. παρενοχλώ.|| Αδέσποτα και ~ημένα ζώα.|| ~ούν τη φύση. Πβ. κακομεταχειρίζομαι. Βλ. -ποιώ. 2. (μτφ.) αλλοιώνω, διαστρεβλώνω, παραποιώ: ~ησαν (ηθελημένα) την αλήθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού βλ. σύνδρομο [< αρχ. κακοποιῶ ‘κάνω κακό, βλάπτω, καταστρέφω’, γαλλ. maltraiter] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ