Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22960-22980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22205κακοπέρασηκα-κο-πέ-ρα-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.): άσχημες συνθήκες διαβίωσης, κυρ. εξαιτίας ανέχειας: Όλη του τη ζωή την πέρασε στη μιζέρια/στέρηση και την ~. ΑΝΤ. καλοπέραση
22206κακοπερνώ[κακοπερνῶ] κα-κο-περ-νώ ρ. (αμτβ.) {κακοπέρα-σα} & κακοπερνάω (προφ.): περνώ άσχημα εξαιτίας κυρ. οικονομικών δυσκολιών, ταλαιπωρούμαι: ~σε στη ζωή του.|| (ειρων.) Πάλι έξω ήσασταν; Βλέπω ~άτε! ΑΝΤ. καλοπερνώ
22207κακοπέφτωκα-κο-πέ-φτω ρ. (αμτβ.) {κακόπεσε} (προφ.) 1. {συνήθ. στον αόρ.} (κυρ. για γυναίκα) κάνω αποτυχημένο γάμο. 2. υφίσταμαι κακή μεταχείριση· πέφτω σε κακά χέρια. ● ΦΡ.: μου κακοπέφτει (συνήθ. ειρων.): δεν μένω ικανοποιημένος από κάτι ή κάποιον, επειδή δεν το(ν) θεωρώ αρκετό ή αρκετά κατάλληλο: Γιατί, σου ~ουν δυο βδομάδες ξεκούρασης (= σου πέφτουν λίγες); [< μεσν. κακοπέφτω]
22208κακοπιστίακα-κο-πι-στί-α ουσ. (θηλ.) 1. κακή πρόθεση, κακή προαίρεση· δυσπιστία, καχυποψία: Το σχέδιο αντιμετωπίστηκε με ~. ΑΝΤ. καλοπιστία 2. αναξιοπιστία, κυρ. σε οικονομικές συναλλαγές: Η αίτηση εκχώρησης έγινε με προφανή ~ (= δόλο). ΣΥΝ. κακή πίστη [< μτγν. κακοπιστία ‘εσφαλμένη πεποίθηση (για αίρεση)’, γαλλ. mauvaise foi]
22209κακόπιστος, η, ο κα-κό-πι-στος επίθ. 1. κακοπροαίρετος, δύσπιστος: Δεν είμαι ~, απλά επιφυλακτικός (πβ. καχύποπτος). Και οι πιο ~οι δεν μπορούν να αμφισβητήσουν ότι ...|| ~η: κριτική/συμπεριφορά. ~α: σχόλια. Πβ. κακόβουλος. ΑΝΤ. καλόπιστος 2. αναξιόπιστος, κυρ. σε οικονομικές συναλλαγές: ~οι: οφειλέτες. ● επίρρ.: κακόπιστα [< μτγν. κακόπιστος ‘που έχει κακή πίστη (για αιρετικούς)’]
22210κακοπληρώνωκα-κο-πλη-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {κακοπληρών-εται, συνήθ. στη μτχ. κακοπληρω-μένος} (προφ.): πληρώνω κάποιον με πολύ λίγα χρήματα σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσφέρει· σπανιότ. δεν είμαι συνεπής στις οικονομικές μου υποχρεώσεις. Πβ. υποαμείβεται. ΑΝΤ. καλοπληρώνω ● Μτχ.: κακοπληρωμένος , η, ο: ~οι: εργαζόμενοι/υπάλληλοι.|| ~α: επαγγέλματα. Ανασφάλιστη και ~η εργασία. ΑΝΤ. καλοπληρωμένος
22211κακοπληρωτήςκα-κο-πλη-ρω-τής ουσ. (αρσ.) {θηλ. κακοπληρώτρια} (προφ.): αυτός που είναι ασυνεπής στην εξόφληση των οφειλών του· (σπανιότ., για εργοδότη) που δεν παρέχει καλές ή υψηλές αμοιβές. Πβ. μπαταχτσής. ΑΝΤ. καλοπληρωτής
22212κακοποίησηκα-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. βιαιοπραγία: σωματική ή φυσική/συναισθηματική/ψυχολογική ~. ~ αιχμαλώτων/γυναικών/διαδηλωτών/κρατουμένων/μεταναστών. Ενεργητική/παθητική ~ ζώων. Θύμα/σημάδια ~ης. Υφίσταται ~. Πβ. βασανισμός, ξυλοδαρμός.|| (κατ' επέκτ.) ~ του περιβάλλοντος. Πβ. κακομεταχείριση. 2. (μτφ.) αλλοίωση, διαστρέβλωση, παραποίηση: βάναυση ~ της αλήθειας. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική κακοποίηση & κακοποίηση παιδιών: κάθε μορφή βίας που ασκείται σε παιδί. Πβ. παιδική βία. Βλ. παιδεραστία, παιδοφιλία. [< αγγλ. child abuse, 1972] , σεξουαλική κακοποίηση: εξαναγκασμός κάποιου σε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη: ~ ~ ανηλίκων/ατόμων με ειδικές ανάγκες. ~ ~ και εκμετάλλευση. Καταγγελία για ~ ~. Πβ. ασέλγεια, βιασμός, σεξουαλική βία. [< αγγλ. sexual abuse, sexual assault, 1971] [< 1: μτγν. κακοποίησις ‘κακή πράξη’]
22213κακοποιός, ός, ό κα-κο-ποι-ός επίθ. (λόγ.) 1. εγκληματικός: ~ός: δράση. ~ά: στοιχεία (= εγκληματίες). 2. που προκαλεί κακό με μεταφυσικό τρόπο: ~ό: πνεύμα. ~ές: δυνάμεις. Βλ. -ποιός. ΑΝΤ. αγαθοποιός [< αρχ. κακοποιός]
22214κακοποιόςκα-κο-ποι-ός ουσ. (αρσ.): εγκληματίας, κακούργος: αδίστακτος/διαβόητος/καταζητούμενος/κοινός/σεσημασμένος ~. Επεισοδιακή σύλληψη επικίνδυνου ~ού. Θύμα/σπείρα/στόχος/συμμορία ~ών. Στα ίχνη/στα χέρια των ~ών. Συμπλοκή αστυνομικών-~ών. Βλ. βιαστής, δολοφόνος, ληστής, μικρο~, τρομοκράτης, -ποιός. [< αρχ. κακοποιός]
22215κακοποιώ[κακοποιῶ] κα-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {κακοποι-είς ... | κακοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. ασκώ βία: Τον κατηγόρησε ότι την ~ούσε σεξουαλικά. ~ημένες: γυναίκες. ~ημένα: παιδιά. Πβ. ασελγώ, βιάζω, δέρνω, χτυπώ. Βλ. παρενοχλώ.|| Αδέσποτα και ~ημένα ζώα.|| ~ούν τη φύση. Πβ. κακομεταχειρίζομαι. Βλ. -ποιώ. 2. (μτφ.) αλλοιώνω, διαστρεβλώνω, παραποιώ: ~ησαν (ηθελημένα) την αλήθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού βλ. σύνδρομο [< αρχ. κακοποιῶ ‘κάνω κακό, βλάπτω, καταστρέφω’, γαλλ. maltraiter]
22216κακοπροαίρετος, η, ο κα-κο-προ-αί-ρε-τος επίθ.: που έχει ή γίνεται με κακή πρόθεση, που αποσκοπεί στο να βλάψει: ~ο: άτομο.|| ~η: κριτική. ~ες: φήμες. ~α: σχόλια (= κακίες). Πβ. κακεντρεχής, κακό-βουλος, -πιστος. ΑΝΤ. καλοπροαίρετος ● επίρρ.: κακοπροαίρετα
22217κακορίζικος, η, ο κα-κο-ρί-ζι-κος επίθ. (προφ.): κακότυχος, δυστυχισμένος: φτωχοί και ~οι. Πβ. κακομοίρης.|| ~η: ζωή. Βλ. μίζερος. [< μεσν. κακορίζικος]
22218κακός, ή/ιά, ό κα-κός επίθ. {συγκρ. χειρότερος, υπερθ. (λόγ.) κάκιστος, χείριστος} ΑΝΤ. καλός 1. που χαρακτηρίζεται από αρνητικά συναισθήματα απέναντι στους άλλους, που επιδιώκει να τους βλάψει ή/και χαίρεται με τη δυστυχία τους, που σκέφτεται και ενεργεί με δόλιο τρόπο: ~ός: χαρακτήρας (βλ. αισχρός, ανήθικος, πονηρός, φθονερός). Δεν είναι ~ άνθρωπος, απλά δύστροπος. Μην ακούς κανέναν, ο κόσμος είναι ~. Είναι ~, δεν νιώθει συμπόνια (βλ. άκαρδος, άπονος, άσπλαχνος). Γιατί είσαι τόσο ~ μαζί μου; Έλα τώρα, μη γίνεσαι ~! Πείτε με ~ό, αλλά δεν τους θέλω εδώ!|| Έχει ~ή/ιά ψυχή (= είναι κακόψυχος). Έδειξε την ~ή του πλευρά/το ~ό του πρόσωπο.|| ~ό: σκυλί (= άγριο, επιθετικό).|| (σε παραμύθια:) Ο ~ (ο) δράκος/λύκος. Η ~ιά μάγισσα (πβ. διαβολικός). ΑΝΤ. άκακος (1) 2. ανυπάκουος, αγενής, ανήθικος: (οικ.) Γιατί, ~ό κορίτσι, δεν έφαγες το φαΐ σου; Μην κάνεις παρέα με ~ά παιδιά (= παλιόπαιδα)! Πβ. απείθαρχος.|| ~ή: ανατροφή (βλ. κακοαναθρεμμμένος)/διαγωγή/συμπεριφορά. Έχει ~ούς τρόπους (βλ. ανάγωγος, απρεπής, κακομαθημένος). Ντροπή να λες ~ές λέξεις/~ά λόγια (= αισχρολογίες, βρισιές)! 3. που δεν έχει κοινωνική αναγνώριση, κακόφημος: ~ό: όνομα. ~ές: παρέες/συναναστροφές.|| ~ή: γειτονιά/περιοχή. 4. που δεν ανταποκρίνεται σε κοινώς αποδεκτές αξίες ή απαιτήσεις: ~ός: εργοδότης (ΑΝΤ. δίκαιος)/πελάτης/πολίτης (πβ. ανεύθυνος, ασυνείδητος)/σύζυγος/υπάλληλος (πβ. ανέντιμος, ασυνεπής)/φίλος (βλ. υστερόβουλος). 5. ανίκανος, ακατάλληλος: ~ός: γιατρός/δάσκαλος/ηγέτης (πβ. ανάξιος)/ηθοποιός/μαθητής (= αδύνατος, αμελής)/οδηγός (πβ. απρόσεκτος)/παίκτης (βλ. αδέξιος)/συνομιλητής. Ήμουν πάντα ~ στη διπλωματία. 6. που δεν τηρεί κάποιες προδιαγραφές, που δεν είναι ικανοποιητικός ή/και ποιοτικός· ανεπαρκής: ~ός: μισθός (βλ. κακοπληρωμένος)/φωτισμός. ~ή: απόδοση/διαχείριση (= κακοδιαχείριση)/διατροφή/κατασκευή (πβ. κακοτεχνία)/κατάσταση/λειτουργία/οργάνωση/προσπάθεια/σοδειά/συνεργασία/(στοματική) υγιεινή/υγεία/φωνή (βλ. κακόφωνος)/φωτογραφία. ~ό: θέαμα/φαγητό (βλ. κακομαγειρεμένος). ~οί: δρόμοι (: με λακκούβες). ~ές: επιδόσες/υπηρεσίες. Μέτρια έως ~ή ταινία. Έχει ~ή ακοή/μνήμη/όραση (= μειωμένη). Η ομάδα έκανε ~ή εμφάνιση. Πήρε ~ούς (= χαμηλούς) βαθμούς. Κάνει ~ά (= άσχημα, δυσανάγνωστα) γράμματα. 7. ατυχής, άστοχος, λανθασμένος: ~ός: προγραμματισμός/συγχρονισμός/υπολογισμός/χειρισμός. ~ή: αρχή/βολή/διάγνωση/δικαιολογία/εκτίμηση/επιλογή/ιδέα/μεταχείριση (= κακομεταχείριση)/στάση/συμβουλή/συνεννόηση/τακτική/χρήση. ~ό: επιχείρημα/ξεκίνημα. ΑΝΤ. σωστός. 8. βλαβερός: ~ή: ακτινοβολία.|| ~ή: επίδραση/επιρροή. ~ές: συνήθειες (π.χ. κάπνισμα). ~ά: πρότυπα. Είναι ~ό για τα νεύρα σου. Δεν είναι ~ό (= είναι χρήσιμο) να ξέρεις πέντε πράγματα. ΑΝΤ. ωφέλιμος.|| (νηπιακή γλ.) Τζιζ ~ό/~ά (: για αποτροπή)! 9. δυσάρεστος, άσχημος: ~ή: γεύση/διάθεση (= κακοδιαθεσία)/εμπειρία/ψυχολογία. ~ό: όνειρο (= εφιάλτης). ~ές: ειδήσεις. ~ά: νέα. Μην κάνεις ~ές σκέψεις! 10. αρνητικός, δυσμενής: ~ός: καιρός (= κακοκαιρία)/οιωνός. ~ή: συγκυρία/χρονιά. ~ό: προαίσθημα/σημάδι (= γρουσούζικο, δυσοίωνο). ~ές: προοπτικές/συνθήκες. ~ή εποχή για επενδύσεις. Ήρθα μήπως σε ~ή (= ακατάλληλη) ώρα; Με βρίσκεις/πετυχαίνεις σε ~ή (= ακατάλληλη) στιγμή. Κατηγορεί την ~ή του μοίρα. Έριξα ~ή ζαριά. (σε χαρτοπαίγνιο και μτφ.:) Έχει ~ό χαρτί. Έρχονται ~ές μέρες (: θα χειροτερέψουν τα πράγματα). ΑΝΤ. ευνοϊκός.|| ~ά: σχόλια (= κακεντρεχή, κακόβουλα, κακοήθη). ~ές: πράξεις/προθέσεις. Δεν τον εμπιστεύομαι, έχει ~ό σκοπό (βλ. κακοπροαίρετος). Μου έκανε ~ή εντύπωση το ύφος του. Το έργο πήρε ~ές κριτικές. Του έδωσαν ~ές συστάσεις. Μη δίνεις σημασία στα ~ά λόγια. ΑΝΤ. θετικός. ● Ουσ.: ο κακός: ενν. άνθρωπος, ήρωας (έργου): ο ~ της ταινίας (βλ. καρατερίστας)/υπόθεσης. ΑΝΤ. ο καλός ● επίρρ.: κακά: Είναι πολύ ~ (= άσχημα) φτιαγμένο! Βλ. κακώς. ΑΝΤ. καλά (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κακή θρέψη βλ. θρέψη, κακή πίστη βλ. πίστη, κακή χοληστερόλη/χοληστερίνη βλ. χοληστερόλη, κακό μάτι βλ. μάτι, καλός/κακός αγωγός βλ. αγωγός ● ΦΡ.: γίνομαι κακός (προφ.): γίνομαι αντιπαθής λέγοντας σε κάποιον κάτι ενοχλητικό ή δυσάρεστο: Να της πω ότι δεν της πάει ή θα γίνω ~; Χωρίς να θέλω να γίνω ~, ... Τώρα γίνεσαι λίγο ~!, δεν είναι (και) κακό (συγκαταβατικά, ως απάντηση ή σχόλιο): είναι αρκετά καλό: -Πώς σου φαίνεται; -~ ~!|| (ειρων.) Δεν ειν' κακό!, κακό χρόνο να 'χεις!: ως κατάρα., (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο βλ. δρόμος, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, για καλή/για κακή μου τύχη βλ. τύχη, δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα βλ. παράδειγμα, είναι κακός σύμβουλος βλ. σύμβουλος, έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου βλ. έχω, η κακιά (η) ώρα βλ. ώρα, η σάρα (και) η μάρα (και το κακό συναπάντημα) βλ. σάρα, κακά τα ψέματα βλ. ψέμα, κακά, ψυχρά κι ανάποδα βλ. ανάποδα, κακές γλώσσες βλ. γλώσσα, κακιά πεθερά βλ. πεθερά, κακό σκυλί ψόφο δεν έχει βλ. σκυλί, κακό σπυρί να βγάλεις! βλ. σπυρί, κακός δαίμονας βλ. δαίμονας, κακός μπελάς (που) με βρήκε! βλ. μπελάς, κακός, ψυχρός κι ανάποδος βλ. ψυχρός, καλό/κακό προηγούμενο βλ. προηγούμενο, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, ουδείς εκών κακός βλ. εκών, την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! βλ. μέρα, της κακιάς ώρας βλ. ώρα, τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! βλ. φλάρος, χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) βλ. χίλιοι [< αρχ. κακός]
22219κακοσμίακα-κο-σμί-α ουσ. (θηλ.): δυσοσμία που αναδίδεται κυρ. από μέρη του σώματος: ~ μασχάλης/ποδιών (= ποδαρίλα). ~ και εφίδρωση. Εξουδετέρωση της ~ας (βλ. αποσμητικό). Πβ. βρόμα, μπόχα. ΑΝΤ. ευοσμία ● ΣΥΜΠΛ.: κακοσμία/δυσοσμία του στόματος: ΙΑΤΡ. δυσάρεστη αναπνοή: ~ ~ λόγω ξηροστομίας/οδοντικών προβλημάτων/του καπνίσματος. Πβ. απόπνοια. [< μτγν. κακοσμία, αγγλ. cacosmia, γαλλ. cacosmie]
22220κάκοσμος, η, ο κά-κο-σμος επίθ. (σπάν.): δύσοσμος: ~η: αναπνοή. [< αρχ. κάκοσμος]
22221κακοστημένος, η, ο κα-κο-στη-μέ-νος επίθ.: που δεν έχει οργανωθεί, σχεδιαστεί με προσοχή και επιμέλεια: ~η: παράσταση.|| ~η: παγίδα/φάρσα (= κακόγουστη). ΑΝΤ. καλοστημένος
22222κακοσύνηκα-κο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (σπάν.-κυρ. λογοτ.): κακία. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. καλοσύνη (1) [< μεσν. κακοσύνη]
22223κακοσυντηρημένος, η, ο κα-κο-συ-ντη-ρη-μέ-νος επίθ.: που δεν είναι καλά συντηρημένος, που δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση: ~α: οχήματα/πλοία. ~ο και επικίνδυνο οδικό δίκτυο. Πβ. κακοδιατηρημένος. Βλ. ασυντήρητος. ΑΝΤ. καλοσυντηρημένος
22224κακοτεχνίακα-κο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ατέλεια, ελάττωμα, προβληματική κατασκευή: οι ~ες των δρόμων/έργων. Ατυχήματα εξαιτίας ~ών. Αποκατάσταση ~ών. Διαπιστώθηκε ~. 2. {στον εν.} (σπάν.) έλλειψη δεξιοτεχνίας ή καλαισθησίας: μνημείο ~ας. Η σκηνοθεσία του φτάνει στα όρια της ~ας. Πβ. ατεχνία. ΑΝΤ. αριστοτεχνία (1) [< μτγν. κακοτεχνία ‘δόλια πράξη, ευτελής τέχνη, κακό γούστο’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.