Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [2280-2300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
1300αιδώς[αἰδώς] αι-δώς ουσ. (θηλ.) {γεν. αιδ-ούς, αιτ. -ώ} (λόγ.): το αίσθημα ντροπής και φιλοτιμίας που προκύπτει από σεβασμό στους ηθικούς ή/και κοινωνικούς κανόνες και η αντίστοιχη στάση ζωής: πολιτική ~. Απωλέσθη/εξέλιπεν η ~. Έχει χάσει κάθε έννοια ~ούς. Πβ. αιδημοσύνη, σεμνότητα, συστολή. Βλ. εντιμ-, λεπτ-ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια αιδώς {συνηθέστ. στη γεν. δημοσ-ίας αιδ-ούς}: ΝΟΜ. το δημόσιο αίσθημα ντροπής για ό,τι θεωρείται ανήθικο ή απρεπές σχετικά με τη γενετήσια λειτουργία: προσβολή/προστασία της ~ίας ~ούς. Προκαλεί τη ~ ~ώ. Πβ. χρηστά ήθη. ● ΦΡ.: αιδώς (Αργείοι)! [αἰδώς Ἀργεῖοι] (ως ηθική επίπληξη): ντροπή (σας)!, χωρίς/δίχως (καμία/την παραμικρή) ντροπή/αιδώ βλ. ντροπή [< αρχ. αἰδώς, γαλλ. pudeur]
1301άιζοβλ. ISO
1302αιθάλη[αἰθάλη] αι-θά-λη ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) αθάλη: ΧΗΜ. μορφή μαύρου άνθρακα σε εξαιρετικά μικρούς κρυστάλλους που παράγεται κυρ. από ατελή καύση φυσικού αερίου ή υδρογονανθράκων πετρελαίου· συνεκδ. κάπνα: σωματίδια ~ης. ~ που εκπέμπεται από μηχανές ντίζελ. ~ από καύση ξύλων. Πβ. καπνιά, καπνός, φούμο. [< αρχ. αἰθάλη ‘πυκνός καπνός’]
1303αιθαλομίχλη[αἰθαλομίχλη] αι-θα-λο-μί-χλη ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) νέφος που δημιουργείται σε βιομηχανικές περιοχές από την ανάμειξη αιθάλης και υγρασίας: φωτοχημική ~. ΣΥΝ. καπνομίχλη 2. (σπάν.-μτφ.) νεφελώδης κατάσταση, αδιαφάνεια ή σύγχυση: πολιτική ~. [< 1: αγγλ. smog, 1905 2: αγγλ. ~, 1954]
1304αιθάνιο[αἰθάνιο] αι-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. κορεσμένος υδρογονάνθρακας με δύο άτομα άνθρακα (C2H6)· άχρωμο και άοσμο αέριο που χρησιμοποιείται ως καύσιμο. Βλ. αλκάνια, -άνιο. [< γαλλ. éthane, αγγλ. ethane]
1305αιθανόλη[αἰθανόλη] αι-θα-νό-λη ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. υγρή χημική ένωση, κορεσμένη μονοσθενής αλκοόλη με δύο άτομα άνθρακα (C2H5OH)· οινόπνευμα: οξείδωση ~ης. Βλ. ακεταλδεΰδη, -όλη. ΣΥΝ. αιθυλική αλκοόλη 2. (ειδικότ.) αιθυλική αλκοόλη φυτικής προέλευσης που χρησιμοποιείται ως καύσιμο. Βλ. βιο-καύσιμο, -ντίζελ. ΣΥΝ. βιοαιθανόλη [< γερμ. Ethanol, αγγλ. ethanol, γαλλ. éthanol, 1910]
1306αιθένιο βλ. αιθυλένιο
1307αιθέρας[αἰθέρας] αι-θέ-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. (κοιν. ονομασ. του θειικού αιθέρα) άχρωμη υγρή χημική ένωση, με χαρακτηριστική οσμή, που χρησιμοποιείται ως διαλύτης, αντισηπτικό και αναισθητικό: Εισπνέω ~α.|| Ακόρεστοι/αρωματικοί/κορεσμένοι/μικτοί ~ες (: τάξη οργανικών ενώσεων). ~ες κυτταρίνης (: τεχνητά παράγωγά της). 2. ΦΥΣ. υποθετική ρευστή ουσία που κατά τον 19ο αι. εθεωρείτο ότι γέμιζε τον χώρο και χρησίμευε στη διάδοση του φωτός και των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. ● αιθέρες (οι): ουρανός, κυρ. η ανώτερη περιοχή του: Το αεροπλάνο διασχίζει τους ~. Ταξίδι στους ~. Πβ. ουράνιος θόλος, στερέωμα. [< αρχ. αἰθήρ, αγγλ. ether, γαλλ. éther ]
1308αιθερικός, ή, ό [αἰθερικός] αι-θε-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με ή παράγεται από τον αιθέρα: ~ό: διάλυμα.
1309αιθέριος, α, ο [αἰθέριος] αι-θέ-ρι-ος επίθ. 1. (μτφ.) διάφανος, ανάλαφρος, λεπτός· ιδ. κατ' επέκτ. όμορφος, αρμονικός, ευχάριστος: ~α: μορφή/μουσική/ομορφιά (= αέρινη)/παρουσία/ύπαρξη. ~ο: πλάσμα.|| ~ο: άρωμα. 2. (λογοτ.) που βρίσκεται ή ανήκει στους αιθέρες, στον ουρανό: ~α: ύψη. ΣΥΝ. ουράνιος (1) ● Ουσ.: αιθέρια (τα) (λογοτ.): ουρανός, αιθέρες. ● ΣΥΜΠΛ.: αιθέρια έλαια: ελαιώδεις ουσίες αποσταγμένες από αρωματικά φυτά, καρπούς ή παρασκευασμένες συνθετικά, που μεταβάλλονται εύκολα σε αέρια και χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη αρωμάτων, τροφίμων, φαρμάκων, παραφαρμακευτικών προϊόντων: καλλυντικά/μασάζ/χαλάρωση με ~ ~. ~ο ~ο λεβάντας/λεμονιού/μέντας/χαμομηλιού. Βλ. -έλαιο. [< γαλλ. huiles essentielles] [< 2: αρχ. αἰθέριος, γαλλ. éthéré, αγγλ. ethereal]
1310αιθεροβάμων[αἰθεροβάμων] αι-θε-ρο-βά-μων επίθ./ουσ. {αιθεροβάμ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα), -όνων} (αρχαιοπρ.) & αιθεροβάμονας: που δεν αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ρεαλιστικά: ~ονες: πολιτικοί.|| (ως ουσ.) Ο λόγος του προσγείωσε τους ~ονες. ΣΥΝ. αεροβάτης, ονειροπόλος, ουρανοβάμων (2), φαντασιόπληκτος [< μεσν. αιθεροβάμων]
1311αιθεροβατώ[αἰθεροβατῶ] αι-θε-ρο-βα-τώ ρ. (αμτβ.) {αιθεροβατείς ...· μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): αεροβατώ. ΣΥΝ. ονειροβατώ, ονειροπολώ (1), ουρανοβατώ [< μτγν. αἰθεροβατῶ]
1312αιθίνιο[αἰθίνιο] αι-θί-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ασετυλίνη. [< γαλλ. éthyne, αγγλ. ethyne]
1313αιθιοπικός, ή, ό [αἰθιοπικός] αι-θι-ο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Αιθιοπία ή/και τους Αιθίοπες. [< αρχ. Aἰθιοπικός]
1314αίθουσα[αἴθουσα] αί-θου-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ούσης} 1. μεγάλος, στεγασμένος χώρος ή ευρύχωρο δωμάτιο που προορίζεται για συγκέντρωση πολλών ανθρώπων ή/και έχει συγκεκριμένη χρήση· συνεκδ. το σύνολο των ατόμων που έχουν συγκεντρωθεί στο σχετικό χώρο: άδεια/κατάμεστη/σχολική (= τάξη) ~. ~ (αθλητικών) αγώνων/ακροάσεων/διδασκαλίας/δικαστηρίου/εκδηλώσεων/παιγνίων (: σε καζίνο)/πληροφορικής/συλλόγου (καθηγητών)/συνεδριάσεων/σύνταξης/τελετών (: σε Πανεπιστήμιο)/τέχνης (πβ. γκαλερί)/τηλεκπαίδευσης και πολυμέσων/τύπου ή ενημέρωσης (= πρες ρουμ)/υποδοχής (βλ. ρεσεψιόν, σαλόνι)/χορού/ψυχαγωγίας/VIP. Ακουστική/χωρητικότητα ~ας. ~ες αποβίβασης/επιβίβασης (: σε αεροδρόμιο). Η ~ του θρόνου (: σε ανάκτορο ή πατριαρχείο). ~ που διατίθεται για/φιλοξενεί ομιλίες, συναυλίες. Μπήκε/εισήλθε στην ~. Βγήκε/εξήλθε από την ~. Αποβάλλω/διώχνω κάποιον από την ~ (: κυρ. για μαθητές). Η ταινία προβάλλεται σε πέντε ~ες (ενν. κινηματογραφικές). Πβ. σάλα.|| Όλη η ~ χειροκροτούσε τους ηθοποιούς. 2. ΑΝΑΤ. ωοειδής κοιλότητα στο μέσο του λαβυρίνθου του αυτιού, η οποία σχετίζεται με την αίσθηση της ισορροπίας. Βλ. ημικύκλιοι σωλήνες, κοχλίας. ● Υποκ.: αιθουσούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: σκοτεινές αίθουσες: οι κινηματογραφικές: Ταινία που κάνει πρεμιέρα/προβάλλεται στις ~ ~ (= σινεμά). [< γαλλ. salles obscures] , αίθουσα αναμονής βλ. αναμονή, αίθουσα ελέγχου βλ. έλεγχος [< αρχ. αἴθουσα (στοά) ‘εξώστης (για προστασία από τον ήλιο)’, γαλλ. salle, αγγλ. room]
1315αιθουσαίος, α, ο [αἰθουσαῖος] αι-θου-σαί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που αναφέρεται στην αίθουσα του έσω τμήματος του αυτιού: ~ο: νεύρο. [< γαλλ. vestibulaire]
1316αιθουσάρχης[αἰθουσάρχης] αι-θου-σάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): ιδιοκτήτης ή ενοικιαστής αιθουσών θεάματος και γενικότ. διασκέδασης: ~ (κινηματο)θεάτρου. Βλ. -άρχης.
1317αιθρία[αἰθρία] αι-θρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): καλοκαιρία, ξαστεριά. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κεραυνός εν αιθρία (μτφ.): για ξαφνικό και απροσδόκητο δυσάρεστο γεγονός: Η είδηση του θανάτου του έπεσε/ήρθε σαν ~ ~. Η παραίτησή του δεν αποτελεί ~ό ~, ήταν αναμενόμενη. [< αρχ. αἰθρία]
1318αίθριο[αἴθριο] αί-θρι-ο ουσ. (ουδ.) {αιθρί-ου | -ων} 1. ΑΡΧΙΤ. εσωτερικός χώρος οικοδομικού συγκροτήματος, ανοιχτός ή σκεπασμένος συνήθ. με γυαλί, που έχει φυσικό φωτισμό: ~ εμπορικού κέντρου/μουσείου/οικίας. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. περίστυλη εσωτερική αυλή αρχαίων κοσμικών ή θρησκευτικών κτισμάτων: ~ αρχαιοελληνικής/ρωμαϊκής έπαυλης (πβ. άτριο). ~ ναού. Στοά ~ου. [< μτγν. αἴθριον]
1319αίθριος, α, ο [αἴθριος] αί-θρι-ος επίθ.: (επίσ.) (για τον καιρό και τον ουρανό) καθαρός, με λιακάδα, χωρίς σύννεφα: (ΜΕΤΕΩΡ.) Ο καιρός προβλέπεται γενικά ~. ΣΥΝ. ασυννέφιαστος (1), ξάστερος (1) ΑΝΤ. νεφελώδης (1) [< αρχ. αἴθριος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.