| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22216 | κακοπροαίρετος | , η, ο κα-κο-προ-αί-ρε-τος επίθ.: που έχει ή γίνεται με κακή πρόθεση, που αποσκοπεί στο να βλάψει: ~ο: άτομο.|| ~η: κριτική. ~ες: φήμες. ~α: σχόλια (= κακίες). Πβ. κακεντρεχής, κακό-βουλος, -πιστος. ΑΝΤ. καλοπροαίρετος ● επίρρ.: κακοπροαίρετα | |
| 22217 | κακορίζικος | , η, ο κα-κο-ρί-ζι-κος επίθ. (προφ.): κακότυχος, δυστυχισμένος: φτωχοί και ~οι. Πβ. κακομοίρης.|| ~η: ζωή. Βλ. μίζερος. [< μεσν. κακορίζικος] | |
| 22218 | κακός | , ή/ιά, ό κα-κός επίθ. {συγκρ. χειρότερος, υπερθ. (λόγ.) κάκιστος, χείριστος} ΑΝΤ. καλός 1. που χαρακτηρίζεται από αρνητικά συναισθήματα απέναντι στους άλλους, που επιδιώκει να τους βλάψει ή/και χαίρεται με τη δυστυχία τους, που σκέφτεται και ενεργεί με δόλιο τρόπο: ~ός: χαρακτήρας (βλ. αισχρός, ανήθικος, πονηρός, φθονερός). Δεν είναι ~ άνθρωπος, απλά δύστροπος. Μην ακούς κανέναν, ο κόσμος είναι ~. Είναι ~, δεν νιώθει συμπόνια (βλ. άκαρδος, άπονος, άσπλαχνος). Γιατί είσαι τόσο ~ μαζί μου; Έλα τώρα, μη γίνεσαι ~! Πείτε με ~ό, αλλά δεν τους θέλω εδώ!|| Έχει ~ή/ιά ψυχή (= είναι κακόψυχος). Έδειξε την ~ή του πλευρά/το ~ό του πρόσωπο.|| ~ό: σκυλί (= άγριο, επιθετικό).|| (σε παραμύθια:) Ο ~ (ο) δράκος/λύκος. Η ~ιά μάγισσα (πβ. διαβολικός). ΑΝΤ. άκακος (1) 2. ανυπάκουος, αγενής, ανήθικος: (οικ.) Γιατί, ~ό κορίτσι, δεν έφαγες το φαΐ σου; Μην κάνεις παρέα με ~ά παιδιά (= παλιόπαιδα)! Πβ. απείθαρχος.|| ~ή: ανατροφή (βλ. κακοαναθρεμμμένος)/διαγωγή/συμπεριφορά. Έχει ~ούς τρόπους (βλ. ανάγωγος, απρεπής, κακομαθημένος). Ντροπή να λες ~ές λέξεις/~ά λόγια (= αισχρολογίες, βρισιές)! 3. που δεν έχει κοινωνική αναγνώριση, κακόφημος: ~ό: όνομα. ~ές: παρέες/συναναστροφές.|| ~ή: γειτονιά/περιοχή. 4. που δεν ανταποκρίνεται σε κοινώς αποδεκτές αξίες ή απαιτήσεις: ~ός: εργοδότης (ΑΝΤ. δίκαιος)/πελάτης/πολίτης (πβ. ανεύθυνος, ασυνείδητος)/σύζυγος/υπάλληλος (πβ. ανέντιμος, ασυνεπής)/φίλος (βλ. υστερόβουλος). 5. ανίκανος, ακατάλληλος: ~ός: γιατρός/δάσκαλος/ηγέτης (πβ. ανάξιος)/ηθοποιός/μαθητής (= αδύνατος, αμελής)/οδηγός (πβ. απρόσεκτος)/παίκτης (βλ. αδέξιος)/συνομιλητής. Ήμουν πάντα ~ στη διπλωματία. 6. που δεν τηρεί κάποιες προδιαγραφές, που δεν είναι ικανοποιητικός ή/και ποιοτικός· ανεπαρκής: ~ός: μισθός (βλ. κακοπληρωμένος)/φωτισμός. ~ή: απόδοση/διαχείριση (= κακοδιαχείριση)/διατροφή/κατασκευή (πβ. κακοτεχνία)/κατάσταση/λειτουργία/οργάνωση/προσπάθεια/σοδειά/συνεργασία/(στοματική) υγιεινή/υγεία/φωνή (βλ. κακόφωνος)/φωτογραφία. ~ό: θέαμα/φαγητό (βλ. κακομαγειρεμένος). ~οί: δρόμοι (: με λακκούβες). ~ές: επιδόσες/υπηρεσίες. Μέτρια έως ~ή ταινία. Έχει ~ή ακοή/μνήμη/όραση (= μειωμένη). Η ομάδα έκανε ~ή εμφάνιση. Πήρε ~ούς (= χαμηλούς) βαθμούς. Κάνει ~ά (= άσχημα, δυσανάγνωστα) γράμματα. 7. ατυχής, άστοχος, λανθασμένος: ~ός: προγραμματισμός/συγχρονισμός/υπολογισμός/χειρισμός. ~ή: αρχή/βολή/διάγνωση/δικαιολογία/εκτίμηση/επιλογή/ιδέα/μεταχείριση (= κακομεταχείριση)/στάση/συμβουλή/συνεννόηση/τακτική/χρήση. ~ό: επιχείρημα/ξεκίνημα. ΑΝΤ. σωστός. 8. βλαβερός: ~ή: ακτινοβολία.|| ~ή: επίδραση/επιρροή. ~ές: συνήθειες (π.χ. κάπνισμα). ~ά: πρότυπα. Είναι ~ό για τα νεύρα σου. Δεν είναι ~ό (= είναι χρήσιμο) να ξέρεις πέντε πράγματα. ΑΝΤ. ωφέλιμος.|| (νηπιακή γλ.) Τζιζ ~ό/~ά (: για αποτροπή)! 9. δυσάρεστος, άσχημος: ~ή: γεύση/διάθεση (= κακοδιαθεσία)/εμπειρία/ψυχολογία. ~ό: όνειρο (= εφιάλτης). ~ές: ειδήσεις. ~ά: νέα. Μην κάνεις ~ές σκέψεις! 10. αρνητικός, δυσμενής: ~ός: καιρός (= κακοκαιρία)/οιωνός. ~ή: συγκυρία/χρονιά. ~ό: προαίσθημα/σημάδι (= γρουσούζικο, δυσοίωνο). ~ές: προοπτικές/συνθήκες. ~ή εποχή για επενδύσεις. Ήρθα μήπως σε ~ή (= ακατάλληλη) ώρα; Με βρίσκεις/πετυχαίνεις σε ~ή (= ακατάλληλη) στιγμή. Κατηγορεί την ~ή του μοίρα. Έριξα ~ή ζαριά. (σε χαρτοπαίγνιο και μτφ.:) Έχει ~ό χαρτί. Έρχονται ~ές μέρες (: θα χειροτερέψουν τα πράγματα). ΑΝΤ. ευνοϊκός.|| ~ά: σχόλια (= κακεντρεχή, κακόβουλα, κακοήθη). ~ές: πράξεις/προθέσεις. Δεν τον εμπιστεύομαι, έχει ~ό σκοπό (βλ. κακοπροαίρετος). Μου έκανε ~ή εντύπωση το ύφος του. Το έργο πήρε ~ές κριτικές. Του έδωσαν ~ές συστάσεις. Μη δίνεις σημασία στα ~ά λόγια. ΑΝΤ. θετικός. ● Ουσ.: ο κακός: ενν. άνθρωπος, ήρωας (έργου): ο ~ της ταινίας (βλ. καρατερίστας)/υπόθεσης. ΑΝΤ. ο καλός ● επίρρ.: κακά: Είναι πολύ ~ (= άσχημα) φτιαγμένο! Βλ. κακώς. ΑΝΤ. καλά (1) ● ΣΥΜΠΛ.: κακή θρέψη βλ. θρέψη, κακή πίστη βλ. πίστη, κακή χοληστερόλη/χοληστερίνη βλ. χοληστερόλη, κακό μάτι βλ. μάτι, καλός/κακός αγωγός βλ. αγωγός ● ΦΡ.: γίνομαι κακός (προφ.): γίνομαι αντιπαθής λέγοντας σε κάποιον κάτι ενοχλητικό ή δυσάρεστο: Να της πω ότι δεν της πάει ή θα γίνω ~; Χωρίς να θέλω να γίνω ~, ... Τώρα γίνεσαι λίγο ~!, δεν είναι (και) κακό (συγκαταβατικά, ως απάντηση ή σχόλιο): είναι αρκετά καλό: -Πώς σου φαίνεται; -~ ~!|| (ειρων.) Δεν ειν' κακό!, κακό χρόνο να 'χεις!: ως κατάρα., (παίρνω τον) κακό/στραβό δρόμο βλ. δρόμος, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, για καλή/για κακή μου τύχη βλ. τύχη, δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα βλ. παράδειγμα, είναι κακός σύμβουλος βλ. σύμβουλος, έχω τα χάλια/τις μαύρες/τις κακές/τις κλειστές μου βλ. έχω, η κακιά (η) ώρα βλ. ώρα, η σάρα (και) η μάρα (και το κακό συναπάντημα) βλ. σάρα, κακά τα ψέματα βλ. ψέμα, κακά, ψυχρά κι ανάποδα βλ. ανάποδα, κακές γλώσσες βλ. γλώσσα, κακιά πεθερά βλ. πεθερά, κακό σκυλί ψόφο δεν έχει βλ. σκυλί, κακό σπυρί να βγάλεις! βλ. σπυρί, κακός δαίμονας βλ. δαίμονας, κακός μπελάς (που) με βρήκε! βλ. μπελάς, κακός, ψυχρός κι ανάποδος βλ. ψυχρός, καλό/κακό προηγούμενο βλ. προηγούμενο, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, ουδείς εκών κακός βλ. εκών, την κακή (και την ψυχρή) σου μέρα! βλ. μέρα, της κακιάς ώρας βλ. ώρα, τον κακό σου τον καιρό/τον φλάρο! βλ. φλάρος, χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) βλ. χίλιοι [< αρχ. κακός] | |
| 22219 | κακοσμία | κα-κο-σμί-α ουσ. (θηλ.): δυσοσμία που αναδίδεται κυρ. από μέρη του σώματος: ~ μασχάλης/ποδιών (= ποδαρίλα). ~ και εφίδρωση. Εξουδετέρωση της ~ας (βλ. αποσμητικό). Πβ. βρόμα, μπόχα. ΑΝΤ. ευοσμία ● ΣΥΜΠΛ.: κακοσμία/δυσοσμία του στόματος: ΙΑΤΡ. δυσάρεστη αναπνοή: ~ ~ λόγω ξηροστομίας/οδοντικών προβλημάτων/του καπνίσματος. Πβ. απόπνοια. [< μτγν. κακοσμία, αγγλ. cacosmia, γαλλ. cacosmie] | |
| 22220 | κάκοσμος | , η, ο κά-κο-σμος επίθ. (σπάν.): δύσοσμος: ~η: αναπνοή. [< αρχ. κάκοσμος] | |
| 22221 | κακοστημένος | , η, ο κα-κο-στη-μέ-νος επίθ.: που δεν έχει οργανωθεί, σχεδιαστεί με προσοχή και επιμέλεια: ~η: παράσταση.|| ~η: παγίδα/φάρσα (= κακόγουστη). ΑΝΤ. καλοστημένος | |
| 22222 | κακοσύνη | κα-κο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (σπάν.-κυρ. λογοτ.): κακία. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. καλοσύνη (1) [< μεσν. κακοσύνη] | |
| 22223 | κακοσυντηρημένος | , η, ο κα-κο-συ-ντη-ρη-μέ-νος επίθ.: που δεν είναι καλά συντηρημένος, που δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση: ~α: οχήματα/πλοία. ~ο και επικίνδυνο οδικό δίκτυο. Πβ. κακοδιατηρημένος. Βλ. ασυντήρητος. ΑΝΤ. καλοσυντηρημένος | |
| 22224 | κακοτεχνία | κα-κο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ατέλεια, ελάττωμα, προβληματική κατασκευή: οι ~ες των δρόμων/έργων. Ατυχήματα εξαιτίας ~ών. Αποκατάσταση ~ών. Διαπιστώθηκε ~. 2. {στον εν.} (σπάν.) έλλειψη δεξιοτεχνίας ή καλαισθησίας: μνημείο ~ας. Η σκηνοθεσία του φτάνει στα όρια της ~ας. Πβ. ατεχνία. ΑΝΤ. αριστοτεχνία (1) [< μτγν. κακοτεχνία ‘δόλια πράξη, ευτελής τέχνη, κακό γούστο’] | |
| 22225 | κακότεχνος | , η, ο κα-κό-τε-χνος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη καλαισθησίας ή/και ατέλειες, ελαττώματα, προχειρότητα: ~η: κατασκευή. ~ο: έργο. Πβ. άκομψος, άτεχνος, κακοφτιαγμένος. ΑΝΤ. περίτεχνος [< αρχ. κακότεχνος ‘ψεύτικος, δολερός’] | |
| 22226 | κακότητα | κα-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κακία. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. καλοσύνη (1) [< αρχ. κακότης] | |
| 22227 | κακοτοπιά | κα-κο-το-πιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): κατάσταση που κρύβει κινδύνους: οι ~ιές του διαδικτύου/της ζωής. Μακριά/φυλάξου απ' τις ~ιές! Να προσέχεις τις ~ιές! Ξέρει ν' αποφεύγει τις ~ιές (= παγίδες). Βλ. αναποδιά, εμπόδιο. [< μεσν. κακοτοπία] | |
| 22228 | κακοτράχαλος | , η, ο κα-κο-τρά-χα-λος επίθ. (προφ.): απότομος, βραχώδης και κατ' επέκτ. δύσβατος: ~ος: δρόμος (= κατσικόδρομος). ~η: γη/διαδρομή/περιοχή/πλαγιά. ~ο: έδαφος. ~α: βουνά. | |
| 22229 | κακότροπος | , η, ο κα-κό-τρο-πος επίθ.: δύστροπος. ΑΝΤ. καλότροπος ● επίρρ.: κακότροπα [< μτγν. κακότροπος ‘μοχθηρός, κακός’] | |
| 22230 | κακοτυπωμένος | , η, ο κα-κο-τυ-πω-μέ-νος επίθ.: που παρουσιάζει ατέλειες στην εκτύπωση: ~ες: σελίδες. ΣΥΝ. κακέκτυπος (2) ΑΝΤ. καλοτυπωμένος | |
| 22231 | κακοτυχία | κα-κο-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.): κακή τύχη· συνεκδ. ανεπιθύμητο γεγονός: σημάδι ~ας. Τι ~ κι αυτή (= γκαντεμιά)! Κάτι προκαλεί/φέρνει ~ (= γρουσουζιά). Τον δέρνει/κυνηγάει μεγάλη ~ (= γκίνια). Πβ. κακοδαιμονία.|| Απίστευτες/συνεχείς ~ες (= αναποδιές). ΣΥΝ. ατυχία (1) ΑΝΤ. καλοτυχία [< μεσν. κακοτυχία] | |
| 22232 | κακότυχος | , η, ο κα-κό-τυ-χος επίθ.: που έχει ή θεωρείται ότι φέρνει κακή τύχη: ~η: μέρα (π.χ. Τρίτη και 13. ΑΝΤ. τυχερή).|| (ως ουσ.) Οι ~οι της ζωής. Πβ. βαριό-, δύσ-μοιρος, κακο-μοίρης, -ρίζικος. ΣΥΝ. άτυχος (1) ΑΝΤ. καλότυχος [< μεσν. κακότυχος] | |
| 22233 | κάκου | κά-κου επίρρ.: στη ● ΦΡ.: του κάκου (προφ.): ανώφελα, μάταια: Προσπάθησα πολύ να τον μεταπείσω, αλλά ~ ~. Πβ. εις μάτην, επί ματαίω, στα χαμένα. | |
| 22234 | κακουλέ | κα-κου-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κακουλές (ο) (λαϊκό): κάρδαμο. [< τουρκ. kakule] | |
| 22235 | κακούργημα | κα-κούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΝΟΜ. έγκλημα που τιμωρείται με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον πέντε χρόνων: αυτόφωρο/ειδεχθές ~. Το ~ του βιασμού/της κατάχρησης εξουσίας. Διάπραξη/τέλεση ~ατος. Μετατροπή της δωροδοκίας/οπλοκατοχής από πλημμέλημα σε ~. Εκδίκαση ~άτων. Τριμελές Εφετείο ~άτων. Ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βαθμό ~ατος. Καταδικάστηκε (αμετάκλητα)/παραπέμφθηκε για ~. Βλ. αδίκημα, πταίσμα. 2. (μτφ.) απάνθρωπη, εγκληματική και γενικότ. απαράδεκτη πράξη: ~ απέναντι στην κοινωνία. Βλ. -ούργημα. [< 1: γαλλ. crime, γερμ. Verbrechen 2: αρχ. κακούργημα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ