Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [22980-23000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22225κακότεχνος, η, ο κα-κό-τε-χνος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από έλλειψη καλαισθησίας ή/και ατέλειες, ελαττώματα, προχειρότητα: ~η: κατασκευή. ~ο: έργο. Πβ. άκομψος, άτεχνος, κακοφτιαγμένος. ΑΝΤ. περίτεχνος [< αρχ. κακότεχνος ‘ψεύτικος, δολερός’]
22226κακότητα

κα-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κακία. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. καλοσύνη (1) [< αρχ. κακότης]

22227κακοτοπιάκα-κο-το-πιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): κατάσταση που κρύβει κινδύνους: οι ~ιές του διαδικτύου/της ζωής. Μακριά/φυλάξου απ' τις ~ιές! Να προσέχεις τις ~ιές! Ξέρει ν' αποφεύγει τις ~ιές (= παγίδες). Βλ. αναποδιά, εμπόδιο. [< μεσν. κακοτοπία]
22228κακοτράχαλος, η, ο κα-κο-τρά-χα-λος επίθ. (προφ.): απότομος, βραχώδης και κατ' επέκτ. δύσβατος: ~ος: δρόμος (= κατσικόδρομος). ~η: γη/διαδρομή/περιοχή/πλαγιά. ~ο: έδαφος. ~α: βουνά.
22229κακότροπος, η, ο κα-κό-τρο-πος επίθ.: δύστροπος. ΑΝΤ. καλότροπος ● επίρρ.: κακότροπα [< μτγν. κακότροπος ‘μοχθηρός, κακός’]
22230κακοτυπωμένος, η, ο κα-κο-τυ-πω-μέ-νος επίθ.: που παρουσιάζει ατέλειες στην εκτύπωση: ~ες: σελίδες. ΣΥΝ. κακέκτυπος (2) ΑΝΤ. καλοτυπωμένος
22231κακοτυχίακα-κο-τυ-χί-α ουσ. (θηλ.): κακή τύχη· συνεκδ. ανεπιθύμητο γεγονός: σημάδι ~ας. Τι ~ κι αυτή (= γκαντεμιά)! Κάτι προκαλεί/φέρνει ~ (= γρουσουζιά). Τον δέρνει/κυνηγάει μεγάλη ~ (= γκίνια). Πβ. κακοδαιμονία.|| Απίστευτες/συνεχείς ~ες (= αναποδιές). ΣΥΝ. ατυχία (1) ΑΝΤ. καλοτυχία [< μεσν. κακοτυχία]
22232κακότυχος, η, ο κα-κό-τυ-χος επίθ.: που έχει ή θεωρείται ότι φέρνει κακή τύχη: ~η: μέρα (π.χ. Τρίτη και 13. ΑΝΤ. τυχερή).|| (ως ουσ.) Οι ~οι της ζωής. Πβ. βαριό-, δύσ-μοιρος, κακο-μοίρης, -ρίζικος. ΣΥΝ. άτυχος (1) ΑΝΤ. καλότυχος [< μεσν. κακότυχος]
22233κάκουκά-κου επίρρ.: στη ● ΦΡ.: του κάκου (προφ.): ανώφελα, μάταια: Προσπάθησα πολύ να τον μεταπείσω, αλλά ~ ~. Πβ. εις μάτην, επί ματαίω, στα χαμένα.
22234κακουλέκα-κου-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & κακουλές (ο) (λαϊκό): κάρδαμο. [< τουρκ. kakule]
22235κακούργημακα-κούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΝΟΜ. έγκλημα που τιμωρείται με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον πέντε χρόνων: αυτόφωρο/ειδεχθές ~. Το ~ του βιασμού/της κατάχρησης εξουσίας. Διάπραξη/τέλεση ~ατος. Μετατροπή της δωροδοκίας/οπλοκατοχής από πλημμέλημα σε ~. Εκδίκαση ~άτων. Τριμελές Εφετείο ~άτων. Ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βαθμό ~ατος. Καταδικάστηκε (αμετάκλητα)/παραπέμφθηκε για ~. Βλ. αδίκημα, πταίσμα. 2. (μτφ.) απάνθρωπη, εγκληματική και γενικότ. απαράδεκτη πράξη: ~ απέναντι στην κοινωνία. Βλ. -ούργημα. [< 1: γαλλ. crime, γερμ. Verbrechen 2: αρχ. κακούργημα]
22238κακουργημα

[κακουργιοδικεῖο] κα-κουρ-γι-ο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) & κακουργοδικείο (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ, παλαιότ.): ΝΟΜ. ποινικό δικαστήριο αρμόδιο για την εκδίκαση κακουργημάτων σε πρώτο βαθμό: Σήμερα, τη δικαιοδοσία του ~ου ασκεί το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο/~ ή το Τριμελές Εφετείο. Βλ. -δικείο.

22236κακουργηματικός, ή, ό κα-κουρ-γη-μα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το κακούργημα: ~ή: απάτη/δράση/εκβίαση. ~ές: διώξεις/πράξεις. Ο ~ χαρακτήρας ενός αδικήματος. Βλ. πλημμεληματ-, πταισματ-ικός.
22237κακουργίακα-κουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): κακία· απάνθρωπη, σκληρή πράξη που δείχνει μοχθηρία. [< αρχ. κακουργία]
22239κακούργος, α, ο [κακοῦργος] κα-κούρ-γος επίθ.: απάνθρωπος, σκληρός: (ως επιφών., λαϊκό) ~α ξενιτιά! ● Ουσ.: κακούργος, κακούργα (ο/η): πρόσωπο που έχει διαπράξει κακούργημα· γενικότ. άσπλαχνος, πολύ κακός: ~οι και απατεώνες. ΣΥΝ. εγκληματίας, κακοποιός.|| Τι σου έκαναν οι ~ες; ● ΦΡ.: άτιμη/κακούργα κοινωνία! βλ. κοινωνία [< αρχ. κακοῦργος]
22240κακουργώ[κακουργῶ] κα-κουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {κακουργ-εί | κακούργ-ησε, -ήσει} (σπάν.-λόγ.): διαπράττω κακούργημα: ~ησαν κατά της ανθρωπότητας/σε βάρος του λαού. Πβ. εγκληματώ. [< αρχ. κακουργῶ]
22241κακουχίακα-κου-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} βάσανο, ταλαιπωρία: σωματικές ~ες. Οι ~ες του πολέμου. Δρόμος/ταξίδι γεμάτο(ς) ~ες (βλ. περιπέτεια). Θάνατος από την πείνα και τις ~ες. Άντεξε στις ~ες. Ζούσαν με στερήσεις και ~ες. Πβ. δοκιμασία, δυσκολία, κακοπάθεια.|| Υλικό ανθεκτικό στον χρόνο και τις ~ες (= καταπονήσεις). 2. ΙΑΤΡ. {στον εν.} ακαθόριστο αίσθημα σωματικής εξάντλησης: γενική/έντονη ~. Συμπτώματα ~ας. Πβ. αδυναμία, κούραση. [< 1: μτγν. κακουχία]
22242κακοφαίνεταικα-κο-φαί-νε-ται ρ. (απρόσ.) {κακοφάν-ηκε, -εί} (+ γεν. προσ. αντων.): δυσαρεστούμαι, ενοχλούμαι, λυπάμαι: Όσο κι αν σου ~, έτσι έχουν τα πράγματα. Μου ~ηκε πολύ που μίλησε με αυτόν τον τρόπο. Θα παίξουμε για τη νίκη, αλλά κι η ισοπαλία δεν θα μας ~εί. ΑΝΤ. καλοφαίνεται [< μεσν. κακοφαίνεται]
22243κακόφημος, η, ο κα-κό-φη-μος επίθ.: (για μέρος) που έχει κακή φήμη, κυρ. λόγω των ανθρώπων που ζουν ή κυκλοφορούν εκεί: ~ος: δρόμος. ~η: γειτονιά/περιοχή/συνοικία. ~ο: ξενοδοχείο (πβ. ροζ)/σπίτι (: οίκος ανοχής). ~α: μπαρ/στέκια (ναρκομανών). Πβ. ανυπόληπτος, δυσώνυμος. [< μτγν. κακόφημος]
22244κακοφορμίζεικα-κο-φορ-μί-ζει ρ. (αμτβ.) {κακοφόρμι-σε, -σμένος} (προφ.): παθαίνει φλεγμονή ή σχηματίζει πύον: ~σμένη: πληγή (= μολυσμένη).|| (μτφ.) Πρόβλημα που ~ (βλ. χαίνων). Πβ. πυορροεί.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.