| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22238 | κακουργημα | [κακουργιοδικεῖο] κα-κουρ-γι-ο-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) & κακουργοδικείο (κ. με κεφαλ. το αρχικό Κ, παλαιότ.): ΝΟΜ. ποινικό δικαστήριο αρμόδιο για την εκδίκαση κακουργημάτων σε πρώτο βαθμό: Σήμερα, τη δικαιοδοσία του ~ου ασκεί το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο/~ ή το Τριμελές Εφετείο. Βλ. -δικείο. | |
| 22236 | κακουργηματικός | , ή, ό κα-κουρ-γη-μα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το κακούργημα: ~ή: απάτη/δράση/εκβίαση. ~ές: διώξεις/πράξεις. Ο ~ χαρακτήρας ενός αδικήματος. Βλ. πλημμεληματ-, πταισματ-ικός. | |
| 22237 | κακουργία | κα-κουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): κακία· απάνθρωπη, σκληρή πράξη που δείχνει μοχθηρία. [< αρχ. κακουργία] | |
| 22239 | κακούργος | , α, ο [κακοῦργος] κα-κούρ-γος επίθ.: απάνθρωπος, σκληρός: (ως επιφών., λαϊκό) ~α ξενιτιά! ● Ουσ.: κακούργος, κακούργα (ο/η): πρόσωπο που έχει διαπράξει κακούργημα· γενικότ. άσπλαχνος, πολύ κακός: ~οι και απατεώνες. ΣΥΝ. εγκληματίας, κακοποιός.|| Τι σου έκαναν οι ~ες; ● ΦΡ.: άτιμη/κακούργα κοινωνία! βλ. κοινωνία [< αρχ. κακοῦργος] | |
| 22240 | κακουργώ | [κακουργῶ] κα-κουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {κακουργ-εί | κακούργ-ησε, -ήσει} (σπάν.-λόγ.): διαπράττω κακούργημα: ~ησαν κατά της ανθρωπότητας/σε βάρος του λαού. Πβ. εγκληματώ. [< αρχ. κακουργῶ] | |
| 22241 | κακουχία | κα-κου-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} βάσανο, ταλαιπωρία: σωματικές ~ες. Οι ~ες του πολέμου. Δρόμος/ταξίδι γεμάτο(ς) ~ες (βλ. περιπέτεια). Θάνατος από την πείνα και τις ~ες. Άντεξε στις ~ες. Ζούσαν με στερήσεις και ~ες. Πβ. δοκιμασία, δυσκολία, κακοπάθεια.|| Υλικό ανθεκτικό στον χρόνο και τις ~ες (= καταπονήσεις). 2. ΙΑΤΡ. {στον εν.} ακαθόριστο αίσθημα σωματικής εξάντλησης: γενική/έντονη ~. Συμπτώματα ~ας. Πβ. αδυναμία, κούραση. [< 1: μτγν. κακουχία] | |
| 22242 | κακοφαίνεται | κα-κο-φαί-νε-ται ρ. (απρόσ.) {κακοφάν-ηκε, -εί} (+ γεν. προσ. αντων.): δυσαρεστούμαι, ενοχλούμαι, λυπάμαι: Όσο κι αν σου ~, έτσι έχουν τα πράγματα. Μου ~ηκε πολύ που μίλησε με αυτόν τον τρόπο. Θα παίξουμε για τη νίκη, αλλά κι η ισοπαλία δεν θα μας ~εί. ΑΝΤ. καλοφαίνεται [< μεσν. κακοφαίνεται] | |
| 22243 | κακόφημος | , η, ο κα-κό-φη-μος επίθ.: (για μέρος) που έχει κακή φήμη, κυρ. λόγω των ανθρώπων που ζουν ή κυκλοφορούν εκεί: ~ος: δρόμος. ~η: γειτονιά/περιοχή/συνοικία. ~ο: ξενοδοχείο (πβ. ροζ)/σπίτι (: οίκος ανοχής). ~α: μπαρ/στέκια (ναρκομανών). Πβ. ανυπόληπτος, δυσώνυμος. [< μτγν. κακόφημος] | |
| 22244 | κακοφορμίζει | κα-κο-φορ-μί-ζει ρ. (αμτβ.) {κακοφόρμι-σε, -σμένος} (προφ.): παθαίνει φλεγμονή ή σχηματίζει πύον: ~σμένη: πληγή (= μολυσμένη).|| (μτφ.) Πρόβλημα που ~ (βλ. χαίνων). Πβ. πυορροεί. | |
| 22245 | κακοφτιαγμένος | , η, ο κα-κο-φτιαγ-μέ-νος επίθ. ΑΝΤ. καλοφτιαγμένος 1. που δεν έχει φτιαχτεί σωστά ή/και με καλαισθησία: ~ο: σπίτι. ~οι: δρόμοι. ΑΝΤ. καλοσχηματισμένος 2. (μτφ.-προφ.) που έχει άσχημη σωματική διάπλαση: άχαρος και ~. | |
| 22246 | κακοφωνία | κα-κο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. δυσάρεστο ακουστικό αίσθημα· ειδικότ. δυσαρμονία μουσικών ήχων: ενοχλητική ~. Θόρυβος και ~.|| (ΜΟΥΣ.) ~ της ορχήστρας/του τραγουδιστή (= παραφωνία, φαλτσάρισμα. ΑΝΤ. καλλιφωνία).|| (ΓΛΩΣΣ., κακόηχη διαδοχή φθόγγων, π.χ. επισπευσθεί, κάτι 'που στις' μέρες μας είναι δύσκολο· βλ. χασμωδία. ΑΝΤ. ευφωνία). 2. (μτφ.) ασυμφωνία: εσωκομματική/κυβερνητική ~. Πβ. διάσταση, διαφορά. 3. (σπάν.-μτφ.) άσχημο αισθητικό αποτέλεσμα: τηλεοπτική/χρωματική ~. Βλ. αρμονία, -φωνία. [< μτγν. κακοφωνία ‘δυσάρεστος ήχος’, γαλλ. cacophonie, αγγλ. cacophony] | |
| 22247 | κακόφωνος | , η, ο κα-κό-φω-νος επίθ. 1. που έχει άσχημη φωνή, που δεν τραγουδά ωραία: ~ος: ψάλτης. ~η: χορωδία. Πβ. παρά-τονος, -φωνος, φάλτσος. Βλ. -φωνος. ΑΝΤ. καλλίφωνος 2. κακόηχος: ~η: μουσική. ~ο: όργανο. Βλ. μελωδικός. [< αρχ. κακόφωνος] | |
| 22248 | κακοψημένος | , η, ο κα-κο-ψη-μέ-νος επίθ.: που έχει ψηθεί περισσότερο ή λιγότερο από όσο χρειάζεται: ~ο: κρέας. ΑΝΤ. καλοψημένος | |
| 22249 | κακόψυχος | , η, ο κα-κό-ψυ-χος επίθ.: κακός, μοχθηρός. Πβ. κακεντρεχής. Βλ. μικρόψυχος. ΣΥΝ. κακόκαρδος ΑΝΤ. καλόψυχος [< μεσν. κακόψυχος] | |
| 22250 | κακτοειδή | [κακτοειδῆ] κα-κτο-ει-δή επίθ./ουσ. (τα) {σπάν. στον εν. κακτοειδές} & (σπάν.) κακτώδη: ΒΟΤ. οικογένεια φυτών (Cactaceæ), στην οποία ανήκουν οι κάκτοι. [< γαλλ. cact(ac)ées, αγγλ. cactoid] | |
| 22251 | κάκτος | κά-κτος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία ποωδών δικοτυλήδονων φυτών με μεγάλη αντοχή στην ξηρασία, καθώς οι σαρκώδεις βλαστοί τους, που έχουν ποικίλα, συνήθ. περίεργα σχήματα, αγκάθια (αντί για φύλλα) και όμορφα λουλούδια, συγκρατούν μεγάλες ποσότητες νερού: οι ~οι της ερήμου. Βλ. κακτοειδή, καλλωπιστικά φυτά. ● Υποκ.: κακτάκι (το) [< γαλλ.-αγγλ. cactus < αρχ. ~ ‘αγριαγκινάρα’] | |
| 22252 | κακώς | [κακῶς] κα-κώς επίρρ. {υπερθ. κάκιστα (λογιότ.) χείριστα} (λόγ.): για κάτι που δεν έπρεπε να έχει γίνει· εσφαλμένα: ~ τους επιτράπηκε η είσοδος. ~ που δεν μας υπολόγισαν.|| Πολλοί νόμοι εφαρμόζονται ~. Πβ. λανθασμένα. Βλ. κακά. ΑΝΤ. καλώς (1), ορθά, σωστά ● ΦΡ.: κακώς, κάκιστα! (επιτατ.) : ~ ~ που δεν με ρώτησες!, καλώς ή κακώς βλ. καλώς, ο καλώς/κακώς εννοούμενος βλ. εννοούμενος, τα κακώς κείμενα/έχοντα βλ. κείμενος [< αρχ. κακῶς] | |
| 22253 | κάκωση | κά-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. βλάβη οστών ή μαλακών μορίων από τραυματισμό: ~ (του) αυχένα/μηνίσκου/νωτιαίου μυελού (βλ. παραπληγία, τετραπληγία)/(της) σπονδυλικής στήλης. Η βαρύτητα μιας ~ης. ~ώσεις θώρακος/μυών/συνδέσμων. Υπέστη ~. Το πτώμα έφερε βαριές κρανιοεγκεφαλικές ~ώσεις/~ώσεις στο κεφάλι. Βλ. έγκαυμα, διάστρεμμα, εξάρθρημα, θλάση, κάταγμα, τραύμα.|| Αθλητικές ~ώσεις. Βλ. αθλητιατρική, φυσικοθεραπεία. [< αρχ. κάκωσις ‘φθορά, ταλαιπωρία’] | |
| 22254 | καλ- | βλ. καλο- | |
| 22255 | καλά | κα-λά επίρρ. 1. ικανοποιητικά, σωστά: ~ διαβασμένος/οργανωμένος/πληροφορημένος (πβ. επαρκώς. ΑΝΤ. ελλιπώς). Κοιμήθηκα ~. Παίζουνε/συνεργάζονται ~. Κάνει ~ τη δουλειά του. Έπαιξε ~ τον ρόλο της. Δεν το είπε ~ το ανέκδοτο. ~ (του) τα 'πες (πβ. εύστοχα)! Μακριά δεν βλέπω ~. Δεν κατάλαβα ~ τι εννοούσε. ΑΝΤ. κακά.|| (εμφατ.) Κοίτα ~, δεν το βλέπεις; Άκου ~ τι θα σου πω! Κλείσε ~ (= εντελώς, τελείως) το παράθυρο. Ανακινήστε το μπουκάλι ~. Κρατήσου/πιάσου ~, μην πέσεις! Να το δέσεις ~ (= γερά, σφιχτά). Γράψε ~ τ' όνομά σου, χωρίς λάθη! Καθάρισε το δωμάτιό σου ~ (= σχολαστικά, προσεκτικά, ΑΝΤ. βιαστικά).|| Θυμάμαι ~ (: με βεβαιότητα) πως το είχα αφήσει εδώ.|| Του αρέσει να ντύνεται ~ (: είναι καλοντυμένος· πβ. επίσημα, κομψά, όμορφα. ΑΝΤ. πρόχειρα). Ήταν πάντα ~ χτενισμένη (= καλοχτενισμένη). Δεν είσαι ~ (= κατάλληλα) ντυμένος για την περίσταση. Ντύσου ~ (= ζεστά)! Δεν μιλάς ~ (= ευπρεπώς, κόσμια). 2. σε καλή σωματική ή ψυχική κατάσταση: - Τι κάνεις; - ~, ευχαριστώ. Αισθάνομαι/νιώθω ~ (ΑΝΤ. άσχημα). Δεν είμαι καθόλου ~. Φαίνεσαι ~/καλύτερα από χθες. Ο γιατρός τον έκανε ~. Εύχομαι να γίνεις σύντομα ~ (: να αναρρώσεις). 3. ευχάριστα, άνετα ή ευνοϊκά: ~ να περάσετε (πβ. όμορφα, ωραία)! Με δύο μισθούς ζούμε πολύ ~. Εδώ που ήρθα είναι πιο ~, μου αρέσει! ΑΝΤ. δυσάρεστα.|| Μεταχειρίζομαι κάποιον ~. Μου φέρθηκαν πολύ ~, τους είμαι ευγνώμων. ΑΝΤ. άσχημα 4. για δήλωση συμφωνίας, συγκατάβασης· εντάξει: -Θα πας εσύ αντί για μένα; -~! ~, εσύ ό,τι πεις! Πβ. σύμφωνοι, έχει καλώς.|| Ε, ~, τι να γίνει ... 5. (προφ.-εμφατ.) στην αρχή πρότασης για δήλωση έκπληξης, δυσαρέσκειας, αγανάκτησης: ~, πλάκα μου κάνεις/σοβαρολογείς; ~, εσύ δεν έλεγες πως δεν θα ερχόσουν; ~ εγώ σου μιλάω σοβαρά κι εσύ γελάς! ~, ε, φοβερή ταινία! Μα, ~, καθόλου δεν σου κόβει; ~, το αγόρασες χωρίς να το δοκιμάσεις; ● ΦΡ.: (τα) περνάω καλά/άσχημα (προφ.): ο χρόνος κυλά ευχάριστα/δυσάρεστα, (δεν) διασκεδάζω: - Πώς τα περνάς; - Πολύ καλά! Πέρασες καλά στις διακοπές; Δεν τα πέρασα κι άσχημα., α, καλά! (προφ.-ειρων.): για έκφραση αποδοκιμασίας: - Με απέλυσαν χωρίς να μου δώσουν αποζημίωση. - ~ ~! έχουμε ξεφύγει εντελώς!, αρχίζω κάτι καλά: κάνω καλή, επιτυχημένη αρχή: Καλά αρχίσαμε, να δούμε πώς θα συνεχίσουμε., για τα καλά (προφ.-επιτατ.): πάρα πολύ, εντελώς: Έβρεξε/καλοκαίριασε/νύχτωσε/χειμώνιασε/χιόνισε ~ ~. Κοιμήθηκε/νευρίασε/την πάτησε/του τα 'ψαλα ~ ~., δεν (μας) τα λες καλά (προφ.): αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου λόγω ασαφειών, ανακριβειών, υπερβολών: Δεν τα λες καλά, εγώ θα σας πω τι έγινε!|| (ειρων.) Μέσα σε μισή ώρα πήγες κι ήρθες κι έκανες και τη δουλειά; Δεν μας τα λες καλά, φιλαράκο!, είμαι καλά με κάποιον (προφ.): για επιτυχημένη ερωτική σχέση: Είμαστε πολύ ~ μαζί τελευταία (= τα πηγαίνουμε καλά)., και καλά (προφ.-ειρων.): για αμφισβήτηση των λεγομένων τρίτου, δήθεν: Ήρθε ~ ~ να μου ζητήσει συγγνώμη. ΣΥΝ. τάχα (1), καλά δεν τα λέω; (προφ.): ρητορική ερώτηση, για επιβεβαίωση των λεγομένων: Όταν υπόσχεσαι κάτι, πρέπει να κρατάς τον λόγο σου. ~ ~;, καλά θα κάνεις να ... (προφ.): για επίπληξη, υπόδειξη σωστής συμπεριφοράς· πρέπει: ~ ~ προσέχεις τα λόγια σου!|| Θα έκανες καλά να μην αργούσες άλλη φορά!, καλά καλά (εμφατ.): πολύ καλά: Πλύνε τα χέρια σου ~ ~. Με κοίταξε ~ ~. Πβ. προσεκτικά., καλά καλά δεν/προτού καλά καλά ...: (στην αρχή πρότασης) για κάτι που γίνεται αμέσως ή πολύ νωρίς· μόλις: ~ ~ δεν είχε ξημερώσει, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Με χαστούκισε προτού ~ ~ πω τίποτε., καλά κάνω! (προφ.): απότομη, αγενής και αποστομωτική απάντηση σε παρατήρηση, μομφή κάποιου: - Συνεχώς καθυστερείς! - ~ ~, κοίτα τη δουλειά σου!, καλά να (τα) πάθεις! (προφ.): (συχνά με χαιρεκακία) για κάποιον που υφίσταται τις συνέπειες των πράξεών του: ~ ~, να σου γίνει μάθημα! ~ να πάθω που δανείζω σε ξένους... Πβ. ας πρόσεχες!, καλά σου έκανε! (προφ.): σου άξιζε αυτή η συμπεριφορά: ~ ~, να μάθεις να βρίζεις άλλη φορά! ~ ~, το είχες παρακάνει. ~ του έκανες, του μασκαρά!, καλά σου! (νηπιακή γλ.): για εκδήλωση παραπόνου: Δεν με παίζεις; ~ ~ κι εγώ δεν σου ξαναμιλάω!, καλά το κατάλαβα/το σκέφτηκα/το φαντάστηκα! (προφ.): για επιβεβαίωση σκέψης, πρόβλεψης: ~ ~ ότι θα σε βρω εδώ! Καλά το(ν) κατάλαβα εγώ ότι έλεγε ψέματα., καλά/καλό θα 'τανε: (+ να) για έκφραση επιθυμίας ή προτροπής: ~ ~ να πηγαίναμε μαζί τους, τι λες; ~ ~ να είμαστε πλούσιοι αλλά δεν είμαστε (πβ. μακάρι).|| - Να του τηλεφωνήσω; - ~ ~., καλάαα ... (προφ.): ως προειδοποίηση για ανταπόδοση κακής συμπεριφοράς: Δεν μας μιλάς, ε; ~..., κάνω (κάποιον) καλά (προφ.): καταφέρνω να επιβληθώ σε κάποιον ή να χειριστώ μια κατάσταση: Πείσε τον εσύ, εγώ δεν τον ~ ~. Έλα κάνε ~ (= ανάλαβε) τον γιο σου! Πβ. κάνω κάποιον ζάφτι., κάτι δεν πάει καλά (προφ.): για να εκφραστεί προβληματισμός σχετικά με κάποια κατάσταση: ~ ~ μαζί του/μ' αυτόν/με την υπόθεση. Κάτι δεν μου ~ ~ σ' αυτή την ιστορία (= κάτι μου βρομάει· πβ. κάποιο λάκκο έχει η φάβα)., να 'μαστε καλά/να μας έχει ο Θεός καλά να ... (ευχετ.): μακάρι να είμαστε γεροί για να ξανακάνουμε κάτι: ~ ~ να ξαναπάμε και του χρόνου!, να 'σαι καλά (ευχετ.): αντί για "ευχαριστώ" ή "παρακαλώ": ~ ~ που με θυμήθηκες!|| -Σ' ευχαριστώ για τη βοήθειά σου! -~ ~!, ναι, καλά! & ναι, σιγά! (ειρων.): για αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου: -Θα έρθει! -~ ~!, όλα καλά (προφ.): σε ερώτηση ή απάντηση σχετικά με την κατάσταση κάποιου: -~ ~; -Μια χαρά! -Πώς πάει; - ~ ~ (κι ωραία)!, τα έχω καλά με κάποιον (προφ.): έχω καλές σχέσεις: Φρόντισε να τα ~εις ~ μαζί του/με τους συναδέλφους σου! Πβ. (τα) πάω/πηγαίνω καλά., τι καλά/τι ωραία! (προφ.): για να δηλωθεί ενθουσιασμός: Θα πάμε εκδρομή, ~ ~!, το πήρε καλά: αντέδρασε ήπια σε ένα δυσάρεστο νέο, το δέχτηκε ομαλά, δεν θίχτηκε: Ευτυχώς πήρε ~ την πλάκα που του κάναμε! Δεν περίμενα να το πάρει τόσο καλά! ΑΝΤ. το πήρε άσχημα, (για) πρόσεξε/κοίταξε καλά! βλ. προσέχω, (θέλει) σώνει και καλά/ντε και καλά βλ. σώνω, (ο χορός) καλά κρατεί βλ. κρατώ, αν θυμάμαι καλά, ... βλ. θυμάμαι, ας τα λέμε καλά βλ. λέω, βαστιέται/κρατιέται καλά βλ. βαστώ, για θυμήσου καλά! βλ. θυμάμαι, δεν με/σε/τον βλέπω καλά βλ. βλέπω, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα βλ. ζω1, θα φας καλά! βλ. τρώω, καλά και άγια βλ. άγιος, καλά μου (τα) έλεγες/τα 'λεγες βλ. λέω, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε βλ. λέω, κάνω καλά/άσχημα βλ. κάνω, κάτσε καλά! βλ. κάθομαι, με βλέπεις καλά/με βλέπεις που σε βλέπω; βλ. βλέπω, μίλα καλά! βλ. μιλώ, μιλάω καλά για κάποιον βλ. μιλώ, πάει καλά βλ. πηγαίνω & πάω, πας/είσαι καλά; βλ. πηγαίνω & πάω, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) βλ. πατώ, σκέψου καλά βλ. σκέφτομαι, την έχω καλά/άσχημα βλ. έχω, τι καλά, ... καλάθια! βλ. καλάθι, το μιλάει καλά το ... βλ. μιλώ ● βλ. καλός, καλώς [< αρχ. καλῶς, μεσν. καλά] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ