| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22256 | καλααζάρ & καλαζάρ | κα-λα-α-ζάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καλά-αζάρ: ΙΑΤΡ. λεϊσμανίαση (του σκύλου). Βλ. ζωοανθρωπονόσος. [< αγγλ. kala-azar, γαλλ. ~, 1909] | |
| 22257 | καλαγχόη | κα-λαγ-χό-η ουσ. (θηλ.) & καλαχόη: ΒΟΤ. καλλωπιστικό φυτό που ανήκει στα παχύφυτα (επιστ. ονομασ. Κalanchoe blossfeldiana), με μικρά άνθη διαφόρων χρωμάτων, που εμφανίζονται στην κορυφή των μίσχων σε ταξιανθίες, και πλατιά, σαρκώδη φύλλα οβάλ σχήματος. [< γαλλ. kalanchoé] | |
| 22258 | καλάδα | κα-λά-δα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ψαριά· συνεκδ. ψάρεμα, ψαρότοπος ή αλιευτικό δίχτυ. | |
| 22259 | καλάζνικοφ | βλ. καλάσνικοφ | |
| 22260 | καλαθάς | κα-λα-θάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): καλαθοπλέκτης. | |
| 22261 | καλαθέα | κα-λα-θέ-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος τροπικών φυτών εσωτερικού χώρου (οικογ. Marantaceae) με φύλλα που έχουν εντυπωσιακούς χρωματισμούς. Βλ. μαράντα. [< αγγλ. calathea < νεολατ. ~ < λατ. calathus < αρχ. κάλαθος] | |
| 22262 | καλάθι | κα-λά-θι ουσ. (ουδ.) {καλαθ-ιού} 1. δοχείο συνήθ. πλεκτό με ή χωρίς λαβές, για την τοποθέτηση ή μεταφορά αντικειμένων· συνεκδ. το περιεχόμενό του και κατ' επέκτ. οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: μεταλλικό/πλαστικό/συρμάτινο/υφασμάτινο/ψάθινο ~. ~ από καλάμια/λυγαριά. ~ απλύτων/αποθήκευσης/δώρων/μπάνιου/ξύλων/τροφίμων. ~ για παιχνίδια/ψώνια. ~ του πικ νικ/σούπερ-μάρκετ. ~ με λουλούδια/ποτά/φρούτα (= πανέρι). Πβ. ζεμπίλι, κάνιστρο, κοφίνι.|| ~ σκουπιδιών (= σκουπιδοτενεκές). Ρίχνω κάτι στο ~ των απορριμμάτων. Βλ. κάδος.|| Ένα ~ μήλα (= μια καλαθιά).|| Αλιευτικό ~ (πβ. κιούρτος). Το ~ του αερόστατου (πβ. λέμβος)/του ποδηλάτου. Μοτοσικλέτα με (πλευρικό) ~.|| ~ αλληλεγγύης. 2. ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) μεταλλικό στεφάνι με κρεμασμένο διχτάκι, ανοιχτό στο κάτω μέρος του, όπου καταλήγει η μπάλα μετά από εύστοχη προσπάθεια· συνεκδ. επιτυχημένη βολή: το αντίπαλο ~. Βλ. μπασκέτα, τέρμα.|| Νικητήριο ~. ~ και φάουλ. Μέτρησε το/μπήκε ~. Έβαλε/πέτυχε (το) ~. Έχασε το ~. Βλ. αυτο~, γκολ, σουτ.|| Τους έβαλαν στα ~ια (= τους κατατρόπωσαν). ● Υποκ.: καλαθάκι (το): στη σημ. 1: ~ με ψωμί (: στο τραπέζι). ~ Λήμνου (: παραδοσιακό λευκό τυρί. Βλ. ΠΟΠ). ● Μεγεθ.: καλάθα (η) (λαϊκό): στη σημ. 1. Βλ. καλαθούνα., καλαθάρα (η) (προφ.): στη σημ. 1 κ. (επιτατ.) στη σημ. 2. Βλ. γκολάρα. ● ΣΥΜΠΛ.: καλάθι αγορών & αγοράς: ΔΙΑΔΙΚΤ. (σε ιστοσελίδα) εικονίδιο που ενεργοποιεί μια λίστα παραγγελίας για αγορές μέσω ίντερνετ: άδειο/ηλεκτρονικό ~ ~. Προβολή ~ιού ~. Προσθήκη στο ~ ~. [< αγγλ. shopping basket/cart] , καλάθι νομισμάτων: ΟΙΚΟΝ. ομάδα νομισμάτων που χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί η συναλλαγματική ισοτιμία ενός νομίσματος. [< αγγλ. basket of currencies, 1974, currency basket] ● ΦΡ.: (ρίχνω/πετώ κάτι ή κάτι καταλήγει/πηγαίνει) στο καλάθι των αχρήστων & (λόγ.) στον κάλαθο των αχρήστων: για κάτι στο οποίο δεν δίνεται μεγάλη σημασία ή απορρίπτεται, επειδή θεωρείται ανάξιο λόγου· για αντικείμενο από το οποίο απαλλάσσεται κάποιος, επειδή δεν λειτουργεί καλά ή έχει παλιώσει: (μτφ.) Πέταξαν τόσες ώρες δουλειάς ~ ~! Η πρόταση κατέληξε ~ ~.|| Το βλέπω να πηγαίνει ~ ~ (π.χ. το κινητό)., βλέπει το καλάθι σαν βαρέλι (προφ.): για παίκτη του μπάσκετ που έχει πολύ μεγάλο ποσοστό ευστοχίας., τι καλά, ... καλάθια! (ειρων.): για δήλωση δυσαρέσκειας, απογοήτευσης· αντί για την απάντηση "καλά" σε σχετική ερώτηση: -Πώς είσαι/πήγε, καλά; -~ ~., το καλάθι της νοικοκυράς: τα καταναλωτικά αγαθά που καλύπτουν τις βασικές ανάγκες ενός νοικοκυριού και χρησιμεύουν για τον υπολογισμό του κόστους ζωής: ακριβό το ~ ~. Αδειάζει το ~ ~. Βλ. Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, πληθωρισμός. [< γαλλ. le panier de la ménagère] , έχασε τ' αβγά και τα καλάθια/τα πασχάλια βλ. αβγό & αυγό, μη βάζεις όλα τ' αβγά στο ίδιο καλάθι βλ. αβγό & αυγό, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι βλ. κεράσι, στο καλάθι δεν χωρεί, στο κοφίνι περισσεύει βλ. κοφίνι [< 1: μεσν. καλάθι 2: αγγλ. basket] | |
| 22263 | καλαθιά | κα-λα-θιά ουσ. (θηλ.) 1. (προφ., στο μπάσκετ) εύστοχο σουτ, καλάθι. 2. (σπάν.-λαϊκό) το περιεχόμενο ενός καλαθιού: μια ~ σταφύλια. | |
| 22264 | καλαθοπλέκτης | κα-λα-θο-πλέ-κτης ουσ. (αρσ.) & καλαθοπλέχτης (κυρ. παλαιότ.): παραδοσιακός τεχνίτης που ασχολείται με την κατασκευή ή/και πώληση καλαθιών. Πβ. καλαθοποιός. ΣΥΝ. καλαθάς | |
| 22265 | καλαθοπλεκτική | κα-λα-θο-πλε-κτι-κή ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): η τέχνη της κατασκευής καλαθιών. Βλ. σπαρτοπλεκτική. | |
| 22266 | καλαθοποιία | κα-λα-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η τέχνη της κατασκευής καλαθιών, πλεκτών επίπλων ή άλλων αντικειμένων από εύκαμπτες φυτικές ίνες· συνεκδ. η αντίστοιχη βιοτεχνική ή βιομηχανική μονάδα. Βλ. -ποιία. | |
| 22267 | καλαθοποιός | κα-λα-θο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που κατασκευάζει ή/και πουλά είδη καλαθοποιίας. Πβ. καλαθοπλέκτης. Βλ. -ποιός. [< μτγν. καλαθοποιός] | |
| 22268 | κάλαθος | κά-λα-θος ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) καλάθι. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. τμήμα του κορινθιακού κιονόκρανου διακοσμημένο με φύλλα ακάνθου· είδος αγγείου που μοιάζει με καλάθι. 3. ΤΕΧΝΟΛ. δοχείο από πυκνό μεταλλικό πλέγμα, κυρ. για τη μεταφορά μεταλλεύματος ή οικοδομικών υλικών. ● ΦΡ.: (ρίχνω/πετώ κάτι ή κάτι καταλήγει/πηγαίνει) στο καλάθι των αχρήστων βλ. καλάθι [< 1: αρχ. κάλαθος 2: μτγν. ~] | |
| 22269 | καλαθοσφαιρικός | , ή, ό κα-λα-θο-σφαι-ρι-κός επίθ. (επίσ.): ΑΘΛ. που σχετίζεται με την καλαθοσφαίριση: ~ός: αγώνας/όμιλος. ~ό: πρωτάθλημα. ~ές: διοργανώσεις. ΣΥΝ. μπασκετικός | |
| 22270 | καλαθοσφαίριση | κα-λα-θο-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & καλαθόσφαιρα (επίσ.): ΑΘΛ. μπάσκετ: Ελληνική Ομοσπονδία ~ης (ακρ. ΕΟΚ). Εθνική Ομάδα ~ης. ~ με αμαξίδιο (: για αθλητές με σωματικές αναπηρίες, βλ. Παραολυμπιάδα). Βλ. αντι-, πετο-σφαίριση. | |
| 22271 | καλαθοσφαιριστής | κα-λα-θο-σφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ.) , καλαθοσφαιρίστρια (η) (επίσ.): ΑΘΛ. μπασκετμπολίστας. Βλ. ΠΣΑΚ. | |
| 22272 | καλαθούνα | κα-λα-θού-να ουσ. (θηλ.): μεγάλο καλάθι με υφασμάτινη επένδυση και συνήθ. λαβές και κουκούλα, για τη μεταφορά και τον ύπνο του βρέφους. Πβ. πορτ-μπεμπέ. Βλ. καρότσι, κούνια. | |
| 22273 | καλαθοφόρος | , ος, ο κα-λα-θο-φό-ρος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για όχημα, μηχάνημα) που φέρει κάλαθο: ~ος: γερανός. ~ο: ανυψωτικό.|| (ως ουσ.) ~ο εναέριας εργασίας. Βλ. -φόρος. | |
| 22274 | καλάι | κα-λά-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό) 1. κράμα κασσίτερου και μολύβδου: ~ για συγκολλήσεις μετάλλων (βλ. κασσιτεροκόλληση). Βλ. μπρούντζος. 2. κασσίτερος. [< μεσν. καλάι < τουρκ. kalay] | |
| 22275 | καλαισθησία | κα-λαι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ικανότητα κάποιου να αντιλαμβάνεται, να εκτιμά ή/και να δημιουργεί κάτι ωραίο: απαράμιλλη/έμφυτη ~. Έργο σπάνιας ποιότητας και ~ας. Δωμάτια διακοσμημένα με (ιδιαίτερη) ~. Πβ. αισθητική, γούστο, φιλοκαλία. Βλ. κακογουστιά, κιτς. ΑΝΤ. ακαλαισθησία 2. η ιδιότητα ενός κομψού και όμορφου αντικειμένου: η ~ μιας έκδοσης/ενός κτιρίου/σχεδίου. Πβ. φινέτσα. [< γαλλ. le (bon) goût] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ