Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23020-23040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22265καλαθοπλεκτικήκα-λα-θο-πλε-κτι-κή ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): η τέχνη της κατασκευής καλαθιών. Βλ. σπαρτοπλεκτική.
22266καλαθοποιίακα-λα-θο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η τέχνη της κατασκευής καλαθιών, πλεκτών επίπλων ή άλλων αντικειμένων από εύκαμπτες φυτικές ίνες· συνεκδ. η αντίστοιχη βιοτεχνική ή βιομηχανική μονάδα. Βλ. -ποιία.
22267καλαθοποιόςκα-λα-θο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που κατασκευάζει ή/και πουλά είδη καλαθοποιίας. Πβ. καλαθοπλέκτης. Βλ. -ποιός. [< μτγν. καλαθοποιός]
22268κάλαθοςκά-λα-θος ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) καλάθι. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. τμήμα του κορινθιακού κιονόκρανου διακοσμημένο με φύλλα ακάνθου· είδος αγγείου που μοιάζει με καλάθι. 3. ΤΕΧΝΟΛ. δοχείο από πυκνό μεταλλικό πλέγμα, κυρ. για τη μεταφορά μεταλλεύματος ή οικοδομικών υλικών. ● ΦΡ.: (ρίχνω/πετώ κάτι ή κάτι καταλήγει/πηγαίνει) στο καλάθι των αχρήστων βλ. καλάθι [< 1: αρχ. κάλαθος 2: μτγν. ~]
22269καλαθοσφαιρικός, ή, ό κα-λα-θο-σφαι-ρι-κός επίθ. (επίσ.): ΑΘΛ. που σχετίζεται με την καλαθοσφαίριση: ~ός: αγώνας/όμιλος. ~ό: πρωτάθλημα. ~ές: διοργανώσεις. ΣΥΝ. μπασκετικός
22270καλαθοσφαίρισηκα-λα-θο-σφαί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) & καλαθόσφαιρα (επίσ.): ΑΘΛ. μπάσκετ: Ελληνική Ομοσπονδία ~ης (ακρ. ΕΟΚ). Εθνική Ομάδα ~ης. ~ με αμαξίδιο (: για αθλητές με σωματικές αναπηρίες, βλ. Παραολυμπιάδα). Βλ. αντι-, πετο-σφαίριση.
22271καλαθοσφαιριστήςκα-λα-θο-σφαι-ρι-στής ουσ. (αρσ.) , καλαθοσφαιρίστρια (η) (επίσ.): ΑΘΛ. μπασκετμπολίστας. Βλ. ΠΣΑΚ.
22272καλαθούνακα-λα-θού-να ουσ. (θηλ.): μεγάλο καλάθι με υφασμάτινη επένδυση και συνήθ. λαβές και κουκούλα, για τη μεταφορά και τον ύπνο του βρέφους. Πβ. πορτ-μπεμπέ. Βλ. καρότσι, κούνια.
22273καλαθοφόρος, ος, ο κα-λα-θο-φό-ρος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για όχημα, μηχάνημα) που φέρει κάλαθο: ~ος: γερανός. ~ο: ανυψωτικό.|| (ως ουσ.) ~ο εναέριας εργασίας. Βλ. -φόρος.
22274καλάικα-λά-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό) 1. κράμα κασσίτερου και μολύβδου: ~ για συγκολλήσεις μετάλλων (βλ. κασσιτεροκόλληση). Βλ. μπρούντζος. 2. κασσίτερος. [< μεσν. καλάι < τουρκ. kalay]
22275καλαισθησίακα-λαι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ικανότητα κάποιου να αντιλαμβάνεται, να εκτιμά ή/και να δημιουργεί κάτι ωραίο: απαράμιλλη/έμφυτη ~. Έργο σπάνιας ποιότητας και ~ας. Δωμάτια διακοσμημένα με (ιδιαίτερη) ~. Πβ. αισθητική, γούστο, φιλοκαλία. Βλ. κακογουστιά, κιτς. ΑΝΤ. ακαλαισθησία 2. η ιδιότητα ενός κομψού και όμορφου αντικειμένου: η ~ μιας έκδοσης/ενός κτιρίου/σχεδίου. Πβ. φινέτσα. [< γαλλ. le (bon) goût]
22276καλαισθητικός, ή, ό κα-λαι-σθη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καλαισθησία: ~ή: αγωγή/εμφάνιση. ● επίρρ.: καλαισθητικά
22277καλαίσθητος, η, ο κα-λαί-σθη-τος επίθ.: που διακρίνεται για την καλαισθησία του: ~ος: άνθρωπος.|| ~ος: σχεδιασμός. ~η: διακόσμηση/έκδοση/κατασκευή. ~ο: κτίριο/ντύσιμο (= κομψό, φινετσάτο). Άνετη διαμονή σε ~ο περιβάλλον. Πβ. φιλόκαλος. ΣΥΝ. καλόγουστος ΑΝΤ. ακαλαίσθητος ● επίρρ.: καλαίσθητα [< γαλλ. de bon goût]
22278καλαμάκικα-λα-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. λεπτό πλαστικό σωληνάκι κατάλληλο για ρούφηγμα υγρών, συνήθ. χυμών, αναψυκτικών: σπαστά/χρωματιστά ~ια. Πίνω την πορτοκαλάδα/τον φραπέ με ~. Βλ. πιπέτα. 2. μικρή λεπτή βέργα, μυτερή στη μια της άκρη, στην οποία περνιούνται για ψήσιμο μικρά κομμάτια συνήθ. κρέατος· κυρ. το ψημένο με αυτό τον τρόπο κρέας: ξύλινα/μεταλλικά ~ια για σουβλάκι. Βλ. σούβλα.|| ~ (κοτόπουλο/χοιρινό) με πίτα/ψωμί. Βλ. γύρος.
22279καλαμαράκιακα-λα-μα-ρά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καλαμαράκι}: (κυρ. ως φαγητό) ροδέλες κομμένου καλαμαριού· μικρά καλαμάρια: (ΜΑΓΕΙΡ.) κατεψυγμένα/φρέσκα ~. ~ κοκκινιστά/τηγανητά/ψητά. Βλ. θαλασσινά.
22280καλαμαράςκα-λα-μα-ράς ουσ. (αρσ.) 1. {θηλ. καλαμαρού} (στην Κύπρο, συνήθ. μειωτ.) Ελλαδίτης. 2. (ειρων.-παρωχ.) άνθρωπος των γραμμάτων, λόγιος, μορφωμένος. [< μεσν. καλαμαράς 'αυτός που φτιάχνει μελανοδοχεία']
22281καλαμάρικα-λα-μά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. θαλάσσιο κεφαλόποδο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Loligo vulgaris) που συγγενεύει με τη σουπιά και έχει μακρύ κυλινδρικό σώμα με πτερύγια σε κάθε πλευρά στο πίσω μέρος του και εσωτερικό κέλυφος με δέκα βραχίονες (πλοκάμια), δύο από τους οποίους είναι πιο ανεπτυγμένοι για τη σύλληψη της τροφής του: γιγάντιο ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια γεμιστά. Πβ. καλαμαράκια. Βλ. θράψαλο. 2. (παρωχ.) μελανοδοχείο. ● ΦΡ.: χαρτί και καλαμάρι (μτφ.-προφ.): με κάθε λεπτομέρεια: Μου τα είπε όλα ~ ~. [< μεσν. καλαμάρι(ο)ν, πβ. αγγλ. calamari, περ. 1961]
22282καλαμαριέρακα-λα-μα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): δόλωμα, συνήθ. τεχνητό, που δένεται στην πετονιά για την αλίευση καλαμαριών: (φωσφοριζέ) ~ σε σχήμα μικρού ψαριού. Βλ. πεταλούδα, συρτή.
22283καλαμαρίστικακα-λα-μα-ρί-στι-κα ουσ. (ουδ.) (τα) (στην Κύπρο, συνήθ. μειωτ.): η Κοινή Νεοελληνική σε αντιδιαστολή με την κυπριακή διάλεκτο.
22284καλαματιανός, ή, ό κα-λα-μα-τια-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Καλαμάτα ή/και τους Καλαματιανούς: ~ές: ελιές (: Καλαμών). Βλ. -ιανός. ● Ουσ.: καλαματιανός/καλαματιανό (ο/το) (κ. με κεφαλ. Κ): παραδοσιακός, μικτός, ομαδικός, συρτός χορός που εκτελείται με δώδεκα βήματα, επτά προς τα εμπρός και πέντε προς τα πίσω. Βλ. ζεϊμπέκ-, τσάμ-, χασάπ-ικος, καρσιλαμάς, μπάλος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.