Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23040-23060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22276καλαισθητικός, ή, ό κα-λαι-σθη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καλαισθησία: ~ή: αγωγή/εμφάνιση. ● επίρρ.: καλαισθητικά
22277καλαίσθητος, η, ο κα-λαί-σθη-τος επίθ.: που διακρίνεται για την καλαισθησία του: ~ος: άνθρωπος.|| ~ος: σχεδιασμός. ~η: διακόσμηση/έκδοση/κατασκευή. ~ο: κτίριο/ντύσιμο (= κομψό, φινετσάτο). Άνετη διαμονή σε ~ο περιβάλλον. Πβ. φιλόκαλος. ΣΥΝ. καλόγουστος ΑΝΤ. ακαλαίσθητος ● επίρρ.: καλαίσθητα [< γαλλ. de bon goût]
22278καλαμάκικα-λα-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. λεπτό πλαστικό σωληνάκι κατάλληλο για ρούφηγμα υγρών, συνήθ. χυμών, αναψυκτικών: σπαστά/χρωματιστά ~ια. Πίνω την πορτοκαλάδα/τον φραπέ με ~. Βλ. πιπέτα. 2. μικρή λεπτή βέργα, μυτερή στη μια της άκρη, στην οποία περνιούνται για ψήσιμο μικρά κομμάτια συνήθ. κρέατος· κυρ. το ψημένο με αυτό τον τρόπο κρέας: ξύλινα/μεταλλικά ~ια για σουβλάκι. Βλ. σούβλα.|| ~ (κοτόπουλο/χοιρινό) με πίτα/ψωμί. Βλ. γύρος.
22279καλαμαράκιακα-λα-μα-ρά-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καλαμαράκι}: (κυρ. ως φαγητό) ροδέλες κομμένου καλαμαριού· μικρά καλαμάρια: (ΜΑΓΕΙΡ.) κατεψυγμένα/φρέσκα ~. ~ κοκκινιστά/τηγανητά/ψητά. Βλ. θαλασσινά.
22280καλαμαράςκα-λα-μα-ράς ουσ. (αρσ.) 1. {θηλ. καλαμαρού} (στην Κύπρο, συνήθ. μειωτ.) Ελλαδίτης. 2. (ειρων.-παρωχ.) άνθρωπος των γραμμάτων, λόγιος, μορφωμένος. [< μεσν. καλαμαράς 'αυτός που φτιάχνει μελανοδοχεία']
22281καλαμάρικα-λα-μά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. θαλάσσιο κεφαλόποδο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Loligo vulgaris) που συγγενεύει με τη σουπιά και έχει μακρύ κυλινδρικό σώμα με πτερύγια σε κάθε πλευρά στο πίσω μέρος του και εσωτερικό κέλυφος με δέκα βραχίονες (πλοκάμια), δύο από τους οποίους είναι πιο ανεπτυγμένοι για τη σύλληψη της τροφής του: γιγάντιο ~.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια γεμιστά. Πβ. καλαμαράκια. Βλ. θράψαλο. 2. (παρωχ.) μελανοδοχείο. ● ΦΡ.: χαρτί και καλαμάρι (μτφ.-προφ.): με κάθε λεπτομέρεια: Μου τα είπε όλα ~ ~. [< μεσν. καλαμάρι(ο)ν, πβ. αγγλ. calamari, περ. 1961]
22282καλαμαριέρακα-λα-μα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): δόλωμα, συνήθ. τεχνητό, που δένεται στην πετονιά για την αλίευση καλαμαριών: (φωσφοριζέ) ~ σε σχήμα μικρού ψαριού. Βλ. πεταλούδα, συρτή.
22283καλαμαρίστικακα-λα-μα-ρί-στι-κα ουσ. (ουδ.) (τα) (στην Κύπρο, συνήθ. μειωτ.): η Κοινή Νεοελληνική σε αντιδιαστολή με την κυπριακή διάλεκτο.
22284καλαματιανός, ή, ό κα-λα-μα-τια-νός επίθ.: που σχετίζεται με την Καλαμάτα ή/και τους Καλαματιανούς: ~ές: ελιές (: Καλαμών). Βλ. -ιανός. ● Ουσ.: καλαματιανός/καλαματιανό (ο/το) (κ. με κεφαλ. Κ): παραδοσιακός, μικτός, ομαδικός, συρτός χορός που εκτελείται με δώδεκα βήματα, επτά προς τα εμπρός και πέντε προς τα πίσω. Βλ. ζεϊμπέκ-, τσάμ-, χασάπ-ικος, καρσιλαμάς, μπάλος.
22285Καλαματιανός, ΚαλαματιανήΚα-λα-μα-τια-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Καλαμάτα. [< μεσν. Καλαματιανός]
22286καλαμένιος, ια, ιο κα-λα-μέ-νιος επίθ.: κατασκευασμένος από καλάμι: ~ια: καλύβα/φλογέρα. ~ιο: καλάθι. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. καλαμωτός [< μεσν. καλαμένιος]
22287καλάμικα-λά-μι ουσ. (ουδ.) {καλαμ-ιού | -ιών} 1. ΒΟΤ. υδρόφιλο πολυετές φυτό με βλαστό λεπτό, μακρύ, κυλινδρικό, κούφιο ή συμπαγή, ευλύγιστο, χωρίς διακλαδώσεις και φύλλα μακριά, σαν ταινίες· συνεκδ. ο βλαστός του ίδιου του φυτού ή γενικότ. των αγρωστωδών: ~ια και βούρλα. Βάλτος με ~ια. Συστάδα ~ιών (= καλαμιώνας). Πβ. καλαμιά. Βλ. τύφη.|| Φλογέρα από ~. Καλάθι/σκεπή από ~ια.|| ~ μπαμπού/παπύρου. ΣΥΝ. κάλαμος (1) 2. μακρόστενο αλιευτικό εργαλείο από το αντίστοιχο φυτό ή άλλο υλικό, στο άκρο του οποίου προσαρμόζεται πετονιά με ένα ή περισσότερα αγκίστρια: κοντό ~. ~ απίκο. ~ ψαρέματος. ~ με μηχανάκι. Βλ. καθετή, παραγάδι, πεταχτάρι, συρτή, τσαπαρί. ΣΥΝ. καλαμίδι (1) 3. ΑΝΑΤ. (προφ.) αντικνήμιο. 4. (παλαιότ.) μασούρι. ● ΦΡ.: καβάλησε το καλάμι: για κάποιον που θεωρεί τον εαυτό του πολύ σπουδαίο και συμπεριφέρεται αλαζονικά: Βγήκε πρώτος και ~ ~ (= την ψώνισε). Είναι καβαλημένο ~ (= ψώνιο). Πβ. έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα. [< μεσν. καλάμι(ν)]
22288καλαμιάκα-λα-μιά ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} καλάμι: φράχτης από ~ιές. Ανάμεσα στις ~ιές (πβ. καλαμιώνας).|| (για πρόσ.) Ψηλή και λεπτή σαν ~. 2. το στέλεχος των δημητριακών, κυρ. του σιταριού· ιδ. ό,τι απομένει στο χώμα μετά τον θερισμό: βόσκηση/καύση της ~ιάς. Πβ. στάχυ. 3. (προφ.) κλοτσιά στο πόδι, στην περιοχή του καλαμιού. ● ΦΡ.: σαν (την) καλαμιά στον κάμπο (προφ.): έρημος, μόνος και απροστάτευτος: Έφυγαν όλοι και έμεινα ~ ~. ΣΥΝ. μόνος και/κι έρημος [< μεσν. καλαμιά]
22289καλαμίδικα-λα-μί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. καλάμι. Βλ. -ίδι. 2. (παλαιότ.) είδος υφαντικού εργαλείου. [< μεσν. καλαμίδι(ν)]
22290καλαμίθρακα-λα-μί-θρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. μέντα. [< μτγν. καλαμίνθη]
22291καλαμιώναςκα-λα-μιώ-νας ουσ. (αρσ.): έκταση με καλαμιές, συστάδα καλαμιών: πυκνοί ~ες. ~ες της λίμνης. Βλ. έλος, -ώνας. [< μεσν. καλαμιώνας]
22292καλαμοειδής, ής, ές κα-λα-μο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που το σχήμα του μοιάζει με καλάμι: ~ής: βλαστός. ~ές: φυτό. ~ή: μοτίβα. Βλ. -ειδής. [< μτγν. καλαμοειδής]
22293καλαμοκανάςκα-λα-μο-κα-νάς ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. παρυδάτιο ασπρόμαυρο αποδημητικό πουλί (επιστ. ονομασ. Himantopus himantopus), με κύριο χαρακτηριστικό τα πολύ μακριά και λεπτά κόκκινα πόδια. Βλ. -άς, αβοκέτα, καλοβατικά, πελαργός.
22294κάλαμοςκά-λα-μος ουσ. (αρσ.) {καλάμ-ου} 1. ΒΟΤ. (επίσ.) καλάμι. 2. (παλαιότ.) πένα· (κατ' επέκτ.-λόγ.) συγγραφική τέχνη: Πβ. γραφίδα, κονδυλοφόρος, κοντύλι.|| O ~ του δημοσιογράφου/ποιητή. 3. ΟΡΝΙΘ. το κεράτινο στέλεχος του φτερού των πουλιών. 4. ΑΡΧ. -ΜΟΥΣ. ποιμενικός αυλός από καλάμι. 5. ΕΚΚΛΗΣ. (στους ορθόδοξους ναούς) μαρμάρινος ή πέτρινος στύλος, στον οποίο στηρίζεται η πλάκα της Αγίας Τράπεζας. [< 1,4: αρχ. κάλαμος 2,3: γαλλ. plume]Σ
22295καλαμοσάκχαροκα-λα-μο-σάκ-χα-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο· σακχαρόζη. [< γαλλ. sucre de canne]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.