| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22285 | Καλαματιανός, Καλαματιανή | Κα-λα-μα-τια-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Καλαμάτα. [< μεσν. Καλαματιανός] | |
| 22286 | καλαμένιος | , ια, ιο κα-λα-μέ-νιος επίθ.: κατασκευασμένος από καλάμι: ~ια: καλύβα/φλογέρα. ~ιο: καλάθι. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. καλαμωτός [< μεσν. καλαμένιος] | |
| 22287 | καλάμι | κα-λά-μι ουσ. (ουδ.) {καλαμ-ιού | -ιών} 1. ΒΟΤ. υδρόφιλο πολυετές φυτό με βλαστό λεπτό, μακρύ, κυλινδρικό, κούφιο ή συμπαγή, ευλύγιστο, χωρίς διακλαδώσεις και φύλλα μακριά, σαν ταινίες· συνεκδ. ο βλαστός του ίδιου του φυτού ή γενικότ. των αγρωστωδών: ~ια και βούρλα. Βάλτος με ~ια. Συστάδα ~ιών (= καλαμιώνας). Πβ. καλαμιά. Βλ. τύφη.|| Φλογέρα από ~. Καλάθι/σκεπή από ~ια.|| ~ μπαμπού/παπύρου. ΣΥΝ. κάλαμος (1) 2. μακρόστενο αλιευτικό εργαλείο από το αντίστοιχο φυτό ή άλλο υλικό, στο άκρο του οποίου προσαρμόζεται πετονιά με ένα ή περισσότερα αγκίστρια: κοντό ~. ~ απίκο. ~ ψαρέματος. ~ με μηχανάκι. Βλ. καθετή, παραγάδι, πεταχτάρι, συρτή, τσαπαρί. ΣΥΝ. καλαμίδι (1) 3. ΑΝΑΤ. (προφ.) αντικνήμιο. 4. (παλαιότ.) μασούρι. ● ΦΡ.: καβάλησε το καλάμι: για κάποιον που θεωρεί τον εαυτό του πολύ σπουδαίο και συμπεριφέρεται αλαζονικά: Βγήκε πρώτος και ~ ~ (= την ψώνισε). Είναι καβαλημένο ~ (= ψώνιο). Πβ. έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, έχουν πάρει/πήραν τα μυαλά του αέρα. [< μεσν. καλάμι(ν)] | |
| 22288 | καλαμιά | κα-λα-μιά ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} καλάμι: φράχτης από ~ιές. Ανάμεσα στις ~ιές (πβ. καλαμιώνας).|| (για πρόσ.) Ψηλή και λεπτή σαν ~. 2. το στέλεχος των δημητριακών, κυρ. του σιταριού· ιδ. ό,τι απομένει στο χώμα μετά τον θερισμό: βόσκηση/καύση της ~ιάς. Πβ. στάχυ. 3. (προφ.) κλοτσιά στο πόδι, στην περιοχή του καλαμιού. ● ΦΡ.: σαν (την) καλαμιά στον κάμπο (προφ.): έρημος, μόνος και απροστάτευτος: Έφυγαν όλοι και έμεινα ~ ~. ΣΥΝ. μόνος και/κι έρημος [< μεσν. καλαμιά] | |
| 22289 | καλαμίδι | κα-λα-μί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. καλάμι. Βλ. -ίδι. 2. (παλαιότ.) είδος υφαντικού εργαλείου. [< μεσν. καλαμίδι(ν)] | |
| 22290 | καλαμίθρα | κα-λα-μί-θρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. μέντα. [< μτγν. καλαμίνθη] | |
| 22291 | καλαμιώνας | κα-λα-μιώ-νας ουσ. (αρσ.): έκταση με καλαμιές, συστάδα καλαμιών: πυκνοί ~ες. ~ες της λίμνης. Βλ. έλος, -ώνας. [< μεσν. καλαμιώνας] | |
| 22292 | καλαμοειδής | , ής, ές κα-λα-μο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που το σχήμα του μοιάζει με καλάμι: ~ής: βλαστός. ~ές: φυτό. ~ή: μοτίβα. Βλ. -ειδής. [< μτγν. καλαμοειδής] | |
| 22293 | καλαμοκανάς | κα-λα-μο-κα-νάς ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. παρυδάτιο ασπρόμαυρο αποδημητικό πουλί (επιστ. ονομασ. Himantopus himantopus), με κύριο χαρακτηριστικό τα πολύ μακριά και λεπτά κόκκινα πόδια. Βλ. -άς, αβοκέτα, καλοβατικά, πελαργός. | |
| 22294 | κάλαμος | κά-λα-μος ουσ. (αρσ.) {καλάμ-ου} 1. ΒΟΤ. (επίσ.) καλάμι. 2. (παλαιότ.) πένα· (κατ' επέκτ.-λόγ.) συγγραφική τέχνη: Πβ. γραφίδα, κονδυλοφόρος, κοντύλι.|| O ~ του δημοσιογράφου/ποιητή. 3. ΟΡΝΙΘ. το κεράτινο στέλεχος του φτερού των πουλιών. 4. ΑΡΧ. -ΜΟΥΣ. ποιμενικός αυλός από καλάμι. 5. ΕΚΚΛΗΣ. (στους ορθόδοξους ναούς) μαρμάρινος ή πέτρινος στύλος, στον οποίο στηρίζεται η πλάκα της Αγίας Τράπεζας. [< 1,4: αρχ. κάλαμος 2,3: γαλλ. plume]Σ | |
| 22295 | καλαμοσάκχαρο | κα-λα-μο-σάκ-χα-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο· σακχαρόζη. [< γαλλ. sucre de canne] | |
| 22296 | καλαμπαλίκι | κα-λα-μπα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): οχλαγωγία: Πού να δεις τι ~ έγινε! Πβ. χάβρα. Βλ. τζέρτζελο, -ίκι. ● καλαμπαλίκια (τα) 1. αποσκευές, μικροαντικείμενα που συνήθ. εμποδίζουν, κινητά υπάρχοντα. Πβ. τσουμπλέκια. ΣΥΝ. συμπράγκαλα 2. όρχεις. [< μεσν. καλαμπαλίκι, τουρκ. kalabalιk] | |
| 22297 | καλαμποκάλευρο | κα-λα-μπο-κά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από καλαμπόκι: ψωμί από ~ (= μπομπότα). Βλ. -άλευρο, μαμαλίγκα, τορτίγια. | |
| 22298 | καλαμποκέλαιο | κα-λα-μπο-κέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι από καλαμπόκι: ~ για τηγάνισμα. Μαργαρίνη ή ~. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. αραβοσιτέλαιο | |
| 22299 | καλαμπόκι | κα-λα-μπό-κι ουσ. (ουδ.) {καλαμποκ-ιού} 1. ΒΟΤ. ετήσιο δημητριακό (επιστ. ονομασ. Zea Μays), με όρθιο κυλινδρικό βλαστό, μακριά σπαθωτά φύλλα και ταξιανθίες που φέρουν θύσανο· συνεκδ. οι πολλοί, μικροί, συνήθ. κίτρινοι εδώδιμοι σπόροι του: γενετικά τροποποιημένο/γλυκό ~. Ενσίρωση ~ιού. Πβ. καλαμποκιά. Βλ. αγρωστώδη.|| Βραστό/ψημένο (= ποπ-κορν) ~. ~ (σε) κονσέρβα. Αλεύρι (= καλαμποκάλευρο)/άμυλο (= κορν φλάουρ)/λάδι (= καλαμποκέλαιο)/νιφάδες (= κορν φλέικς) ~ιού. Σαλάτα με ~. Σιρόπι ~ιού υψηλής φρουκτόζης. Πβ. αραβόσιτος, αραποσίτι. Βλ. γλυκόζη. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (συνεκδ.) καλαμποκάλευρο. [< μεσν. καλαμπόκι, πβ. αλβ. kalambok, τουρκ. kalembek] | |
| 22300 | καλαμποκιά | κα-λα-μπο-κιά ουσ. (θηλ.): το καλαμπόκι ως φυτό. | |
| 22301 | καλαμποκίσιος | , ια, ιο κα-λα-μπο-κί-σιος επίθ. & (σπάν.) καλαμποκένιος: από καλαμπόκι: ~ο: αλεύρι/ψωμί (πβ. μπομπότα). Βλ. κριθαρ-, σταρ-ένιος, -ίσιος. | |
| 22302 | καλαμπούρι | κα-λα-μπού-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): αστείο, πείραγμα· γενικότ. πλάκα: Κάνει ~. Το ρίξαμε στο ~. Τέρμα τα ~ια! Πβ. χωρατό.|| Έγινε μεγάλο ~! Πβ. χαβαλές. ● Υποκ.: καλαμπουράκι (το) [< γαλλ. calembour] | |
| 22303 | καλαμπουρίζω | κα-λα-μπου-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπάν. καλαμπούρι-σε, καλαμπουρί-σει, καλαμπουρίζ-οντας} (προφ.) 1. λέω καλαμπούρια: ~ει με όλους. Σε τέτοια θέματα δεν πρέπει να ~ουμε. Πβ. αστειεύομαι, κάνω πλάκα, χωρατεύω. 2. (σπάν.) αντιμετωπίζω με εύθυμη διάθεση κάτι δυσάρεστο: Ούτε να το ~σω (= διασκεδάσω) δεν μπορώ! | |
| 22304 | καλαμπουρτζής | κα-λα-μπουρ-τζής ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) καλαμπουριτζής (προφ.): πρόσωπο που λέει καλαμπούρια: ο ~ της παρέας. Πβ. πλακατζής, χωρατατζής. Βλ. πειραχτήρι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ