Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23060-23080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22296καλαμπαλίκικα-λα-μπα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): οχλαγωγία: Πού να δεις τι ~ έγινε! Πβ. χάβρα. Βλ. τζέρτζελο, -ίκι.καλαμπαλίκια (τα) 1. αποσκευές, μικροαντικείμενα που συνήθ. εμποδίζουν, κινητά υπάρχοντα. Πβ. τσουμπλέκια. ΣΥΝ. συμπράγκαλα 2. όρχεις. [< μεσν. καλαμπαλίκι, τουρκ. kalabalιk]
22297καλαμποκάλευροκα-λα-μπο-κά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από καλαμπόκι: ψωμί από ~ (= μπομπότα). Βλ. -άλευρο, μαμαλίγκα, τορτίγια.
22298καλαμποκέλαιοκα-λα-μπο-κέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι από καλαμπόκι: ~ για τηγάνισμα. Μαργαρίνη ή ~. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. αραβοσιτέλαιο
22299καλαμπόκικα-λα-μπό-κι ουσ. (ουδ.) {καλαμποκ-ιού} 1. ΒΟΤ. ετήσιο δημητριακό (επιστ. ονομασ. Zea Μays), με όρθιο κυλινδρικό βλαστό, μακριά σπαθωτά φύλλα και ταξιανθίες που φέρουν θύσανο· συνεκδ. οι πολλοί, μικροί, συνήθ. κίτρινοι εδώδιμοι σπόροι του: γενετικά τροποποιημένο/γλυκό ~. Ενσίρωση ~ιού. Πβ. καλαμποκιά. Βλ. αγρωστώδη.|| Βραστό/ψημένο (= ποπ-κορν) ~. ~ (σε) κονσέρβα. Αλεύρι (= καλαμποκάλευρο)/άμυλο (= κορν φλάουρ)/λάδι (= καλαμποκέλαιο)/νιφάδες (= κορν φλέικς) ~ιού. Σαλάτα με ~. Σιρόπι ~ιού υψηλής φρουκτόζης. Πβ. αραβόσιτος, αραποσίτι. Βλ. γλυκόζη. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (συνεκδ.) καλαμποκάλευρο. [< μεσν. καλαμπόκι, πβ. αλβ. kalambok, τουρκ. kalembek]
22300καλαμποκιάκα-λα-μπο-κιά ουσ. (θηλ.): το καλαμπόκι ως φυτό.
22301καλαμποκίσιος, ια, ιο κα-λα-μπο-κί-σιος επίθ. & (σπάν.) καλαμποκένιος: από καλαμπόκι: ~ο: αλεύρι/ψωμί (πβ. μπομπότα). Βλ. κριθαρ-, σταρ-ένιος, -ίσιος.
22302καλαμπούρικα-λα-μπού-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): αστείο, πείραγμα· γενικότ. πλάκα: Κάνει ~. Το ρίξαμε στο ~. Τέρμα τα ~ια! Πβ. χωρατό.|| Έγινε μεγάλο ~! Πβ. χαβαλές. ● Υποκ.: καλαμπουράκι (το) [< γαλλ. calembour]
22303καλαμπουρίζωκα-λα-μπου-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπάν. καλαμπούρι-σε, καλαμπουρί-σει, καλαμπουρίζ-οντας} (προφ.) 1. λέω καλαμπούρια: ~ει με όλους. Σε τέτοια θέματα δεν πρέπει να ~ουμε. Πβ. αστειεύομαι, κάνω πλάκα, χωρατεύω. 2. (σπάν.) αντιμετωπίζω με εύθυμη διάθεση κάτι δυσάρεστο: Ούτε να το ~σω (= διασκεδάσω) δεν μπορώ!
22304καλαμπουρτζήςκα-λα-μπουρ-τζής ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) καλαμπουριτζής (προφ.): πρόσωπο που λέει καλαμπούρια: ο ~ της παρέας. Πβ. πλακατζής, χωρατατζής. Βλ. πειραχτήρι.
22305καλαμωτός, ή, ό κα-λα-μω-τός επίθ. (σπάν.): καλαμένιος. ● Ουσ.: καλαμωτή (η) & καλαμωτό (το): κατασκευή από πλεγμένα ή ενωμένα συνήθ. καλάμια που χρησιμοποιείται κυρ. για να σκεπάσει, να περιφράξει ή να διαχωρίσει κάτι: πέργκολα με ~. Βλ. κιόσκι. [< μεσν. καλαμωτός]
22306κάλαντακά-λα-ντα ουσ. (ουδ.) (τα): ΛΑΟΓΡ. δημοτικά ευχετικά τραγούδια που ψάλλονται με τη συνοδεία τριγώνου και ενίοτε άλλων μουσικών οργάνων την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών συνήθ. από παιδιά, τα οποία περιφέρονται γι' αυτόν τον σκοπό σε σπίτια, καταστήματα και δημόσιους χώρους, προσδοκώντας φιλοδώρημα μετά τις ευχές: παραδοσιακά/τοπικά ~. Τα πρωτοχρονιάτικα/χριστουγεννιάτικα ~. Τα ~ του Λαζάρου/της Μεγάλης Παρασκευής/των Φώτων. Είπαν τα ~. Βγήκαν πρωί πρωί για τα ~. Πβ. αγερμός. Βλ. χελιδονίσματα. [< μεσν. κάλαντα < μτγν. καλάνδαι ‘καλένδες’]
22307καλαντάριβλ. καλεντάρι
22308καλαπόδικα-λα-πό-δι ουσ. (ουδ.): ομοίωμα του άκρου ποδιού, που χρησιμοποιείται ως καλούπι για την κατασκευή υποδημάτων ή τοποθετείται μέσα στο παπούτσι για τη διατήρηση της φόρμας του: ξύλινα/πλαστικά ~α. ● ΦΡ.: βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω [< μεσν. καλαπόδιν]
22309καλαρέσει & καλοαρέσεικα-λα-ρέ-σει ρ. (αμτβ.) {καλάρε-σε κ. καλοάρε-σε} (+ προσ. αντων., προφ.): μου αρέσει, μου φαίνεται καλό: Σαν ν' άρχισε να μου ~ εδώ μέσα! Του ~σε η ιδέα και δέχτηκε αμέσως.
22310καλάρισμακα-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. ρίξιμο διχτυών ψαρέματος στη θάλασσα. Βλ. -ισμα.
22311καλάρωκα-λά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.} ΝΑΥΤ. 1. ρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα, για να ψαρέψω. 2. (σπάν.) λασκάρω: ~ τα πανιά. [< μεσν. καλάρω < ιταλ. calare]
22312καλάσνικοφκα-λάσ-νι-κοφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καλάζνικοφ: ΤΕΧΝΟΛ. είδος εξαιρετικά απλού και ανθεκτικού υποπολυβόλου: επίθεση με ~. [< αγγλ. kalashnikov, 1970, γαλλ. kalachnikov, 1972, ρωσ. ανθρ. M. Kalashnikov]
22313καλαφάτηςκα-λα-φά-της ουσ. (αρσ.) {-ες κ. (σπανιότ.) -ηδες} (λαϊκό-παλαιότ.): τεχνίτης που αναλάμβανε το καλαφάτισμα ξύλινων πλεούμενων. Βλ. καραβομαραγκός. [< μεσν. καλαφάτης]
22314καλαφατίζωκα-λα-φα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {καλαφάτι-σα, (σπάν.) -στηκε, -σμένος} (λαϊκό) 1. φράζω τα διάκενα (αρμούς, ρωγμές) στις σανίδες πλεούμενου ή βαρελιού, συνήθ. με στουπί ή πίσσα: ~σε τη βάρκα. 2. (παλαιότ., για άντρα) κάνω σεξ (με γυναίκα). Πβ. απαυτώνω. [< 1: μεσν. καλαφατίζω]
22315καλαφάτισμακα-λα-φά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλαφατίζω.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.