| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22296 | καλαμπαλίκι | κα-λα-μπα-λί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): οχλαγωγία: Πού να δεις τι ~ έγινε! Πβ. χάβρα. Βλ. τζέρτζελο, -ίκι. ● καλαμπαλίκια (τα) 1. αποσκευές, μικροαντικείμενα που συνήθ. εμποδίζουν, κινητά υπάρχοντα. Πβ. τσουμπλέκια. ΣΥΝ. συμπράγκαλα 2. όρχεις. [< μεσν. καλαμπαλίκι, τουρκ. kalabalιk] | |
| 22297 | καλαμποκάλευρο | κα-λα-μπο-κά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από καλαμπόκι: ψωμί από ~ (= μπομπότα). Βλ. -άλευρο, μαμαλίγκα, τορτίγια. | |
| 22298 | καλαμποκέλαιο | κα-λα-μπο-κέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι από καλαμπόκι: ~ για τηγάνισμα. Μαργαρίνη ή ~. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. αραβοσιτέλαιο | |
| 22299 | καλαμπόκι | κα-λα-μπό-κι ουσ. (ουδ.) {καλαμποκ-ιού} 1. ΒΟΤ. ετήσιο δημητριακό (επιστ. ονομασ. Zea Μays), με όρθιο κυλινδρικό βλαστό, μακριά σπαθωτά φύλλα και ταξιανθίες που φέρουν θύσανο· συνεκδ. οι πολλοί, μικροί, συνήθ. κίτρινοι εδώδιμοι σπόροι του: γενετικά τροποποιημένο/γλυκό ~. Ενσίρωση ~ιού. Πβ. καλαμποκιά. Βλ. αγρωστώδη.|| Βραστό/ψημένο (= ποπ-κορν) ~. ~ (σε) κονσέρβα. Αλεύρι (= καλαμποκάλευρο)/άμυλο (= κορν φλάουρ)/λάδι (= καλαμποκέλαιο)/νιφάδες (= κορν φλέικς) ~ιού. Σαλάτα με ~. Σιρόπι ~ιού υψηλής φρουκτόζης. Πβ. αραβόσιτος, αραποσίτι. Βλ. γλυκόζη. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. (συνεκδ.) καλαμποκάλευρο. [< μεσν. καλαμπόκι, πβ. αλβ. kalambok, τουρκ. kalembek] | |
| 22300 | καλαμποκιά | κα-λα-μπο-κιά ουσ. (θηλ.): το καλαμπόκι ως φυτό. | |
| 22301 | καλαμποκίσιος | , ια, ιο κα-λα-μπο-κί-σιος επίθ. & (σπάν.) καλαμποκένιος: από καλαμπόκι: ~ο: αλεύρι/ψωμί (πβ. μπομπότα). Βλ. κριθαρ-, σταρ-ένιος, -ίσιος. | |
| 22302 | καλαμπούρι | κα-λα-μπού-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): αστείο, πείραγμα· γενικότ. πλάκα: Κάνει ~. Το ρίξαμε στο ~. Τέρμα τα ~ια! Πβ. χωρατό.|| Έγινε μεγάλο ~! Πβ. χαβαλές. ● Υποκ.: καλαμπουράκι (το) [< γαλλ. calembour] | |
| 22303 | καλαμπουρίζω | κα-λα-μπου-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σπάν. καλαμπούρι-σε, καλαμπουρί-σει, καλαμπουρίζ-οντας} (προφ.) 1. λέω καλαμπούρια: ~ει με όλους. Σε τέτοια θέματα δεν πρέπει να ~ουμε. Πβ. αστειεύομαι, κάνω πλάκα, χωρατεύω. 2. (σπάν.) αντιμετωπίζω με εύθυμη διάθεση κάτι δυσάρεστο: Ούτε να το ~σω (= διασκεδάσω) δεν μπορώ! | |
| 22304 | καλαμπουρτζής | κα-λα-μπουρ-τζής ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) καλαμπουριτζής (προφ.): πρόσωπο που λέει καλαμπούρια: ο ~ της παρέας. Πβ. πλακατζής, χωρατατζής. Βλ. πειραχτήρι. | |
| 22305 | καλαμωτός | , ή, ό κα-λα-μω-τός επίθ. (σπάν.): καλαμένιος. ● Ουσ.: καλαμωτή (η) & καλαμωτό (το): κατασκευή από πλεγμένα ή ενωμένα συνήθ. καλάμια που χρησιμοποιείται κυρ. για να σκεπάσει, να περιφράξει ή να διαχωρίσει κάτι: πέργκολα με ~. Βλ. κιόσκι. [< μεσν. καλαμωτός] | |
| 22306 | κάλαντα | κά-λα-ντα ουσ. (ουδ.) (τα): ΛΑΟΓΡ. δημοτικά ευχετικά τραγούδια που ψάλλονται με τη συνοδεία τριγώνου και ενίοτε άλλων μουσικών οργάνων την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών συνήθ. από παιδιά, τα οποία περιφέρονται γι' αυτόν τον σκοπό σε σπίτια, καταστήματα και δημόσιους χώρους, προσδοκώντας φιλοδώρημα μετά τις ευχές: παραδοσιακά/τοπικά ~. Τα πρωτοχρονιάτικα/χριστουγεννιάτικα ~. Τα ~ του Λαζάρου/της Μεγάλης Παρασκευής/των Φώτων. Είπαν τα ~. Βγήκαν πρωί πρωί για τα ~. Πβ. αγερμός. Βλ. χελιδονίσματα. [< μεσν. κάλαντα < μτγν. καλάνδαι ‘καλένδες’] | |
| 22307 | καλαντάρι | βλ. καλεντάρι | |
| 22308 | καλαπόδι | κα-λα-πό-δι ουσ. (ουδ.): ομοίωμα του άκρου ποδιού, που χρησιμοποιείται ως καλούπι για την κατασκευή υποδημάτων ή τοποθετείται μέσα στο παπούτσι για τη διατήρηση της φόρμας του: ξύλινα/πλαστικά ~α. ● ΦΡ.: βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω [< μεσν. καλαπόδιν] | |
| 22309 | καλαρέσει & καλοαρέσει | κα-λα-ρέ-σει ρ. (αμτβ.) {καλάρε-σε κ. καλοάρε-σε} (+ προσ. αντων., προφ.): μου αρέσει, μου φαίνεται καλό: Σαν ν' άρχισε να μου ~ εδώ μέσα! Του ~σε η ιδέα και δέχτηκε αμέσως. | |
| 22310 | καλάρισμα | κα-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. ρίξιμο διχτυών ψαρέματος στη θάλασσα. Βλ. -ισμα. | |
| 22311 | καλάρω | κα-λά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.} ΝΑΥΤ. 1. ρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα, για να ψαρέψω. 2. (σπάν.) λασκάρω: ~ τα πανιά. [< μεσν. καλάρω < ιταλ. calare] | |
| 22312 | καλάσνικοφ | κα-λάσ-νι-κοφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καλάζνικοφ: ΤΕΧΝΟΛ. είδος εξαιρετικά απλού και ανθεκτικού υποπολυβόλου: επίθεση με ~. [< αγγλ. kalashnikov, 1970, γαλλ. kalachnikov, 1972, ρωσ. ανθρ. M. Kalashnikov] | |
| 22313 | καλαφάτης | κα-λα-φά-της ουσ. (αρσ.) {-ες κ. (σπανιότ.) -ηδες} (λαϊκό-παλαιότ.): τεχνίτης που αναλάμβανε το καλαφάτισμα ξύλινων πλεούμενων. Βλ. καραβομαραγκός. [< μεσν. καλαφάτης] | |
| 22314 | καλαφατίζω | κα-λα-φα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {καλαφάτι-σα, (σπάν.) -στηκε, -σμένος} (λαϊκό) 1. φράζω τα διάκενα (αρμούς, ρωγμές) στις σανίδες πλεούμενου ή βαρελιού, συνήθ. με στουπί ή πίσσα: ~σε τη βάρκα. 2. (παλαιότ., για άντρα) κάνω σεξ (με γυναίκα). Πβ. απαυτώνω. [< 1: μεσν. καλαφατίζω] | |
| 22315 | καλαφάτισμα | κα-λα-φά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλαφατίζω. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ