| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22305 | καλαμωτός | , ή, ό κα-λα-μω-τός επίθ. (σπάν.): καλαμένιος. ● Ουσ.: καλαμωτή (η) & καλαμωτό (το): κατασκευή από πλεγμένα ή ενωμένα συνήθ. καλάμια που χρησιμοποιείται κυρ. για να σκεπάσει, να περιφράξει ή να διαχωρίσει κάτι: πέργκολα με ~. Βλ. κιόσκι. [< μεσν. καλαμωτός] | |
| 22306 | κάλαντα | κά-λα-ντα ουσ. (ουδ.) (τα): ΛΑΟΓΡ. δημοτικά ευχετικά τραγούδια που ψάλλονται με τη συνοδεία τριγώνου και ενίοτε άλλων μουσικών οργάνων την παραμονή μεγάλων θρησκευτικών εορτών συνήθ. από παιδιά, τα οποία περιφέρονται γι' αυτόν τον σκοπό σε σπίτια, καταστήματα και δημόσιους χώρους, προσδοκώντας φιλοδώρημα μετά τις ευχές: παραδοσιακά/τοπικά ~. Τα πρωτοχρονιάτικα/χριστουγεννιάτικα ~. Τα ~ του Λαζάρου/της Μεγάλης Παρασκευής/των Φώτων. Είπαν τα ~. Βγήκαν πρωί πρωί για τα ~. Πβ. αγερμός. Βλ. χελιδονίσματα. [< μεσν. κάλαντα < μτγν. καλάνδαι ‘καλένδες’] | |
| 22307 | καλαντάρι | βλ. καλεντάρι | |
| 22308 | καλαπόδι | κα-λα-πό-δι ουσ. (ουδ.): ομοίωμα του άκρου ποδιού, που χρησιμοποιείται ως καλούπι για την κατασκευή υποδημάτων ή τοποθετείται μέσα στο παπούτσι για τη διατήρηση της φόρμας του: ξύλινα/πλαστικά ~α. ● ΦΡ.: βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω [< μεσν. καλαπόδιν] | |
| 22309 | καλαρέσει & καλοαρέσει | κα-λα-ρέ-σει ρ. (αμτβ.) {καλάρε-σε κ. καλοάρε-σε} (+ προσ. αντων., προφ.): μου αρέσει, μου φαίνεται καλό: Σαν ν' άρχισε να μου ~ εδώ μέσα! Του ~σε η ιδέα και δέχτηκε αμέσως. | |
| 22310 | καλάρισμα | κα-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. ρίξιμο διχτυών ψαρέματος στη θάλασσα. Βλ. -ισμα. | |
| 22311 | καλάρω | κα-λά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.} ΝΑΥΤ. 1. ρίχνω τα δίχτυα στη θάλασσα, για να ψαρέψω. 2. (σπάν.) λασκάρω: ~ τα πανιά. [< μεσν. καλάρω < ιταλ. calare] | |
| 22312 | καλάσνικοφ | κα-λάσ-νι-κοφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & καλάζνικοφ: ΤΕΧΝΟΛ. είδος εξαιρετικά απλού και ανθεκτικού υποπολυβόλου: επίθεση με ~. [< αγγλ. kalashnikov, 1970, γαλλ. kalachnikov, 1972, ρωσ. ανθρ. M. Kalashnikov] | |
| 22313 | καλαφάτης | κα-λα-φά-της ουσ. (αρσ.) {-ες κ. (σπανιότ.) -ηδες} (λαϊκό-παλαιότ.): τεχνίτης που αναλάμβανε το καλαφάτισμα ξύλινων πλεούμενων. Βλ. καραβομαραγκός. [< μεσν. καλαφάτης] | |
| 22314 | καλαφατίζω | κα-λα-φα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {καλαφάτι-σα, (σπάν.) -στηκε, -σμένος} (λαϊκό) 1. φράζω τα διάκενα (αρμούς, ρωγμές) στις σανίδες πλεούμενου ή βαρελιού, συνήθ. με στουπί ή πίσσα: ~σε τη βάρκα. 2. (παλαιότ., για άντρα) κάνω σεξ (με γυναίκα). Πβ. απαυτώνω. [< 1: μεσν. καλαφατίζω] | |
| 22315 | καλαφάτισμα | κα-λα-φά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλαφατίζω. | |
| 22316 | καλβινικός | , ή, ό καλ-βι-νι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον καλβινισμό: ~ή: διδασκαλία/ηθική. Πβ. προτεσταντικός. Βλ. λουθηραν-, πουριταν-ικός. [< γαλλ. calviniste] | |
| 22317 | καλβινισμός | καλ-βι-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΘΡΗΣΚ. προτεσταντικό δόγμα που απορρίπτει την εκκλησιαστική παράδοση και δέχεται μόνο δύο μυστήρια (το Βάφτισμα και τη Θεία Κοινωνία), διακηρύσσοντας την απόλυτη αυθεντία της Αγίας Γραφής, την παντοδυναμία του Θεού και τη σωτηρία του ανθρώπου μόνο μέσω της θείας χάρης. Βλ. καθολικισμός, λουθηραν-, πουριταν-, πρεσβυτεριαν-ισμός, (Θρησκευτική) Μεταρρύθμιση. [< γαλλ. calvinisme] | |
| 22318 | καλβινιστής | καλ-βι-νι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του καλβινισμού. Βλ. λουθηρ-, πουριτ-, πρεσβυτερι-ανός, προτεστάντης. [< γαλλ. calviniste] | |
| 22319 | καλδέρα | βλ. καλντέρα | |
| 22320 | καλέ | κα-λέ επιφών. (προφ.): ως κλητικό ή για δήλωση έκπληξης, ειρωνείας ή δυσπιστίας: ~ (συ), δεν ακούς που σου μιλάω;|| Πού πας/τι πάθατε ~; ~ είναι φτυστός ο πατέρας του! ~ φτάσαμε!|| (ειρων.) ~, τι μας λες!|| Έλα ~ που με πίστεψες! Άντε ~, δεν μιλάς σοβαρά! [< μεσν. καλέ] | |
| 22321 | καλειδοσκοπικός | , ή, ό κα-λει-δο-σκο-πι-κός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πολλές εναλλαγές, μεγάλη ποικιλία: ~ό: ταξίδι/τοπίο. ~ές: εικόνες. Πβ. ποικιλό-, πολύ-μορφος, πολυσύνθετος. 2. που σχετίζεται με το καλειδοσκόπιο: ~ά: σχήματα. [< γαλλ. kaléidoscopique, αγγλ. kaleidoscopic] | |
| 22322 | καλειδοσκόπιο | κα-λει-δο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) οπτικό όργανο ή παιχνίδι σε σχήμα σωλήνα που περιέχει κάτοπτρα και έγχρωμα αντικείμενα, οι ανακλάσεις των οποίων παράγουν ποικίλα σχέδια. Βλ. -σκόπιο. 2. (μτφ.) ό,τι χαρακτηρίζεται από ποικιλία, πολυμορφία: μουσικό/πολιτισμικό ~. Η συναυλία ήταν ένα ~ ήχων και χρωμάτων. Βλ. πανόραμα. [< γαλλ. kaléidoscope, αγγλ. kaleidoscope] | |
| 22323 | καλέμι | κα-λέ-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σμίλη. [< τουρκ. kalem] | |
| 22324 | καλένδες | κα-λέν-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΑΡΧ. (στο ρωμαϊκό ημερολόγιο) οι πρώτες μέρες κάθε μήνα. Βλ. νουμηνία. ● ΦΡ.: στις ελληνικές καλένδες & στις καλένδες: για κάτι που αναβάλλεται επ' αόριστον και, επομένως, θα καθυστερήσει πολύ ή δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ: ~ ~ τα έργα (οδοποιίας). Το θέμα έμεινε/οδηγήθηκε/παραπέμπεται ~ ~.|| (σπάν.-κατ' επέκτ.) Έστειλαν την υπόθεση στις δικαστικές ~. [< λατ. ad calendas graecas] [< μεσν. Καλένδαι, μτγν. Καλάνδαι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ