Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [23080-23100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22316καλβινικός, ή, ό καλ-βι-νι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον καλβινισμό: ~ή: διδασκαλία/ηθική. Πβ. προτεσταντικός. Βλ. λουθηραν-, πουριταν-ικός. [< γαλλ. calviniste]
22317καλβινισμόςκαλ-βι-νι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Κ): ΘΡΗΣΚ. προτεσταντικό δόγμα που απορρίπτει την εκκλησιαστική παράδοση και δέχεται μόνο δύο μυστήρια (το Βάφτισμα και τη Θεία Κοινωνία), διακηρύσσοντας την απόλυτη αυθεντία της Αγίας Γραφής, την παντοδυναμία του Θεού και τη σωτηρία του ανθρώπου μόνο μέσω της θείας χάρης. Βλ. καθολικισμός, λουθηραν-, πουριταν-, πρεσβυτεριαν-ισμός, (Θρησκευτική) Μεταρρύθμιση. [< γαλλ. calvinisme]
22318καλβινιστήςκαλ-βι-νι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του καλβινισμού. Βλ. λουθηρ-, πουριτ-, πρεσβυτερι-ανός, προτεστάντης. [< γαλλ. calviniste]
22319καλδέραβλ. καλντέρα
22320καλέκα-λέ επιφών. (προφ.): ως κλητικό ή για δήλωση έκπληξης, ειρωνείας ή δυσπιστίας: ~ (συ), δεν ακούς που σου μιλάω;|| Πού πας/τι πάθατε ~; ~ είναι φτυστός ο πατέρας του! ~ φτάσαμε!|| (ειρων.) ~, τι μας λες!|| Έλα ~ που με πίστεψες! Άντε ~, δεν μιλάς σοβαρά! [< μεσν. καλέ]
22321καλειδοσκοπικός, ή, ό κα-λει-δο-σκο-πι-κός επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πολλές εναλλαγές, μεγάλη ποικιλία: ~ό: ταξίδι/τοπίο. ~ές: εικόνες. Πβ. ποικιλό-, πολύ-μορφος, πολυσύνθετος. 2. που σχετίζεται με το καλειδοσκόπιο: ~ά: σχήματα. [< γαλλ. kaléidoscopique, αγγλ. kaleidoscopic]
22322καλειδοσκόπιοκα-λει-δο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) οπτικό όργανο ή παιχνίδι σε σχήμα σωλήνα που περιέχει κάτοπτρα και έγχρωμα αντικείμενα, οι ανακλάσεις των οποίων παράγουν ποικίλα σχέδια. Βλ. -σκόπιο. 2. (μτφ.) ό,τι χαρακτηρίζεται από ποικιλία, πολυμορφία: μουσικό/πολιτισμικό ~. Η συναυλία ήταν ένα ~ ήχων και χρωμάτων. Βλ. πανόραμα. [< γαλλ. kaléidoscope, αγγλ. kaleidoscope]
22323καλέμικα-λέ-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σμίλη. [< τουρκ. kalem]
22324καλένδεςκα-λέν-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΑΡΧ. (στο ρωμαϊκό ημερολόγιο) οι πρώτες μέρες κάθε μήνα. Βλ. νουμηνία. ● ΦΡ.: στις ελληνικές καλένδες & στις καλένδες: για κάτι που αναβάλλεται επ' αόριστον και, επομένως, θα καθυστερήσει πολύ ή δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ: ~ ~ τα έργα (οδοποιίας). Το θέμα έμεινε/οδηγήθηκε/παραπέμπεται ~ ~.|| (σπάν.-κατ' επέκτ.) Έστειλαν την υπόθεση στις δικαστικές ~. [< λατ. ad calendas graecas] [< μεσν. Καλένδαι, μτγν. Καλάνδαι]
22325καλεντάρικα-λε-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) & καλαντάρι (λαϊκό): ημερολόγιο (αφορά συνήθ. διοργανώσεις αθλητικών ομοσπονδιών): το ~ της Φόρμουλα 1. [< μεσν. καλαντάριον]
22326καλέντουλα & καλεντούλακα-λέ-ντου-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Calendula officinalis) με κίτρινα ή πορτοκαλί άνθη και μεγάλα φύλλα, στενά στη βάση, φαρδύτερα και στρογγυλεμένα στην κορυφή, γνωστό για τις θεραπευτικές του ιδιότητες (αντιμυκητιασικό, αντισηπτικό, αντιφλεγμονώδες, εμμηναγωγό, επουλωτικό, στυπτικό): ~ η φαρμακευτική (= νεκρολούλουδο). Κρέμα/(φυτικό) λάδι/σαπούνι ~ας. Βλ. ομοιοπαθητική. [< ιταλ. calendula, γαλλ. ~, 1990]
22327κάλεσαβλ. καλώ
22328κάλεσμακά-λε-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πρόσκληση σε κάτι κοινό: αγωνιστικό/παγκόσμιο ~. ~ για απεργία/δράση/ενότητα/συγκέντρωση διαμαρτυρίας. ~ σε πορεία/στη γενική συνέλευση του συλλόγου. ~ μαζικής συμμετοχής στις εκλογές. Ανταπόκριση στο ~ του ... Απεύθυνε ~ προς τους πολίτες/στους νέους να ... Πβ. (έκ)κληση.|| ~ σε γεύμα. (ΛΑΟΓΡ.) Το ~ σε γάμο. Καλέσματα στο σπίτι.|| (για ανθρώπους ή ζώα) Ερωτικό ~. [< μεσν. κάλεσμα]
22329καλεσμένος, η, ο κα-λε-σμέ-νος επίθ.: προσκεκλημένος: ~οι: καλλιτέχνες/ομιλητές. Είναι ~ σε γάμο/γιορτή/δεξίωση/πάρτι/χορό.|| (συνήθ. ως ουσ.) Επίσημος/επίτιμος ~. Διάσημοι/εκλεκτοί ~οι. Οι ~οι της βραδιάς. Κατάλογος/λίστα ~ων. Περιποιήθηκαν/υποδέχτηκαν τους ~ους με παραδοσιακούς μεζέδες. Ανάμεσα στους ~ους ήταν ... (σε εκπομπή:) Ο σημερινός μας ~ ... Πβ. φιλοξενούμενος. Βλ. οικοδεσπότης. ΑΝΤ. ακάλεστος, απρόσκλητος
22330καλέστηκαβλ. καλώ
22331καλήκα-λή ουσ. (θηλ.) (προφ.): η κανονική, εξωτερική όψη αντικειμένου, κυρ. υφάσματος. ● ΦΡ.: απ' την καλή (κι απ' την ανάποδη) 1. πολύ καλά: Τον γνωρίζω/τον έμαθα πια (κι) ~ ~. ΣΥΝ. απέξω κι ανακατωτά, απέξω/απ' έξω κι από μέσα 2. απερίφραστα: Του τα ΄πα ~ ~ (= έξω από τα δόντια, στα ίσα). Θα τ' ακούσεις απ' την καλή!, μια/μία και καλή: οριστικά: Στο λέω/ξεκαθαρίζω ~ ~! Τι πρέπει να κάνω για να λυθεί το ζήτημα ~ ~; Απαλλαγείτε ~ ~ απ' τους πόνους. ΣΥΝ. άπαξ (και) διά παντός, μια (και) για πάντα, μια/μία κι έξω, πιάνω την καλή {συνήθ. στο θέμα αορίστου}: βγάζω χρήματα, πλουτίζω., στις καλές μου: σε καλή διάθεση, στα κέφια μου: Έχε χάρη που είμαι ~ ~ μου σήμερα, αλλιώς θα σου ΄λεγα! Δεν φαίνεται να είναι στις ~ του (= είναι ντάουν/πεσμένος).
22332καλημαύχι & καλημαύκιβλ. καλιμαύχι
22333καλημέρακα-λη-μέ-ρα επιφών.: τυπικός πρωινός χαιρετισμός: ~, τι κάνεις; ~ σας/σου (ή καλή σας/σου μέρα)! ~ και καλή βδομάδα! ~ και σε σένα/παιδιά/σε όλους! Πολύ ~ σας!|| (σπανιότ. στον πληθ.) Γλυκές/όμορφες/πολλές ~ες! Πβ. καλημερούδια.|| (ως ουσ.) Την ~ μου από .../στην οικογένειά σου! Πες μια ~ πρώτα (πβ. καλημερίζω)! Πέρασα για μια βιαστική ~. Βλ. καλη-νύχτα, -σπέρα. ● ΦΡ.: κόβω (και) την καλημέρα/δεν λέω ούτε καλημέρα: διακόπτω και την πιο τυπική μορφή επικοινωνίας με κάποιον λόγω διένεξης ή παρεξήγησης: Ανταλλάξαμε βαριές κουβέντες κι από τότε μου έκοψε ~. Δεν λένε ούτε ~.|| Μετά τις κακίες που είπε για μένα, δεν θέλω ούτε την ~ του!, με το καλημέρα: από πολύ νωρίς, με το ξεκίνημα, από την πρώτη κιόλας στιγμή: καταιγίδα/παράπονα ~ ~. Πβ. ευθύς εξαρχής, με το καλωσόρισες. [< μεσν. καλημέρα]
22334καλημερίζωκα-λη-με-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {καλημέρι-σα, -στήκαμε, καλημερίζ-οντας}: λέω σε κάποιον "καλημέρα": ~ όλη την παρέα/τα πλήθη! Με ~σε εγκάρδια/τυπικά/χαμογελώντας. ~στήκαμε στην είσοδο. Βλ. καλη-νυχτίζω, -σπερίζω. [< μεσν. καλημερίζω]
22335καλημέρισμακα-λη-μέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του καλημερίζω. Βλ. καληνύχτισμα. [< μεσν. καλημέρισμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.