| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22325 | καλεντάρι | κα-λε-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) & καλαντάρι (λαϊκό): ημερολόγιο (αφορά συνήθ. διοργανώσεις αθλητικών ομοσπονδιών): το ~ της Φόρμουλα 1. [< μεσν. καλαντάριον] | |
| 22326 | καλέντουλα & καλεντούλα | κα-λέ-ντου-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ετήσιο ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Calendula officinalis) με κίτρινα ή πορτοκαλί άνθη και μεγάλα φύλλα, στενά στη βάση, φαρδύτερα και στρογγυλεμένα στην κορυφή, γνωστό για τις θεραπευτικές του ιδιότητες (αντιμυκητιασικό, αντισηπτικό, αντιφλεγμονώδες, εμμηναγωγό, επουλωτικό, στυπτικό): ~ η φαρμακευτική (= νεκρολούλουδο). Κρέμα/(φυτικό) λάδι/σαπούνι ~ας. Βλ. ομοιοπαθητική. [< ιταλ. calendula, γαλλ. ~, 1990] | |
| 22327 | κάλεσα | βλ. καλώ | |
| 22328 | κάλεσμα | κά-λε-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πρόσκληση σε κάτι κοινό: αγωνιστικό/παγκόσμιο ~. ~ για απεργία/δράση/ενότητα/συγκέντρωση διαμαρτυρίας. ~ σε πορεία/στη γενική συνέλευση του συλλόγου. ~ μαζικής συμμετοχής στις εκλογές. Ανταπόκριση στο ~ του ... Απεύθυνε ~ προς τους πολίτες/στους νέους να ... Πβ. (έκ)κληση.|| ~ σε γεύμα. (ΛΑΟΓΡ.) Το ~ σε γάμο. Καλέσματα στο σπίτι.|| (για ανθρώπους ή ζώα) Ερωτικό ~. [< μεσν. κάλεσμα] | |
| 22329 | καλεσμένος | , η, ο κα-λε-σμέ-νος επίθ.: προσκεκλημένος: ~οι: καλλιτέχνες/ομιλητές. Είναι ~ σε γάμο/γιορτή/δεξίωση/πάρτι/χορό.|| (συνήθ. ως ουσ.) Επίσημος/επίτιμος ~. Διάσημοι/εκλεκτοί ~οι. Οι ~οι της βραδιάς. Κατάλογος/λίστα ~ων. Περιποιήθηκαν/υποδέχτηκαν τους ~ους με παραδοσιακούς μεζέδες. Ανάμεσα στους ~ους ήταν ... (σε εκπομπή:) Ο σημερινός μας ~ ... Πβ. φιλοξενούμενος. Βλ. οικοδεσπότης. ΑΝΤ. ακάλεστος, απρόσκλητος | |
| 22330 | καλέστηκα | βλ. καλώ | |
| 22331 | καλή | κα-λή ουσ. (θηλ.) (προφ.): η κανονική, εξωτερική όψη αντικειμένου, κυρ. υφάσματος. ● ΦΡ.: απ' την καλή (κι απ' την ανάποδη) 1. πολύ καλά: Τον γνωρίζω/τον έμαθα πια (κι) ~ ~. ΣΥΝ. απέξω κι ανακατωτά, απέξω/απ' έξω κι από μέσα 2. απερίφραστα: Του τα ΄πα ~ ~ (= έξω από τα δόντια, στα ίσα). Θα τ' ακούσεις απ' την καλή!, μια/μία και καλή: οριστικά: Στο λέω/ξεκαθαρίζω ~ ~! Τι πρέπει να κάνω για να λυθεί το ζήτημα ~ ~; Απαλλαγείτε ~ ~ απ' τους πόνους. ΣΥΝ. άπαξ (και) διά παντός, μια (και) για πάντα, μια/μία κι έξω, πιάνω την καλή {συνήθ. στο θέμα αορίστου}: βγάζω χρήματα, πλουτίζω., στις καλές μου: σε καλή διάθεση, στα κέφια μου: Έχε χάρη που είμαι ~ ~ μου σήμερα, αλλιώς θα σου ΄λεγα! Δεν φαίνεται να είναι στις ~ του (= είναι ντάουν/πεσμένος). | |
| 22332 | καλημαύχι & καλημαύκι | βλ. καλιμαύχι | |
| 22333 | καλημέρα | κα-λη-μέ-ρα επιφών.: τυπικός πρωινός χαιρετισμός: ~, τι κάνεις; ~ σας/σου (ή καλή σας/σου μέρα)! ~ και καλή βδομάδα! ~ και σε σένα/παιδιά/σε όλους! Πολύ ~ σας!|| (σπανιότ. στον πληθ.) Γλυκές/όμορφες/πολλές ~ες! Πβ. καλημερούδια.|| (ως ουσ.) Την ~ μου από .../στην οικογένειά σου! Πες μια ~ πρώτα (πβ. καλημερίζω)! Πέρασα για μια βιαστική ~. Βλ. καλη-νύχτα, -σπέρα. ● ΦΡ.: κόβω (και) την καλημέρα/δεν λέω ούτε καλημέρα: διακόπτω και την πιο τυπική μορφή επικοινωνίας με κάποιον λόγω διένεξης ή παρεξήγησης: Ανταλλάξαμε βαριές κουβέντες κι από τότε μου έκοψε ~. Δεν λένε ούτε ~.|| Μετά τις κακίες που είπε για μένα, δεν θέλω ούτε την ~ του!, με το καλημέρα: από πολύ νωρίς, με το ξεκίνημα, από την πρώτη κιόλας στιγμή: καταιγίδα/παράπονα ~ ~. Πβ. ευθύς εξαρχής, με το καλωσόρισες. [< μεσν. καλημέρα] | |
| 22334 | καλημερίζω | κα-λη-με-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {καλημέρι-σα, -στήκαμε, καλημερίζ-οντας}: λέω σε κάποιον "καλημέρα": ~ όλη την παρέα/τα πλήθη! Με ~σε εγκάρδια/τυπικά/χαμογελώντας. ~στήκαμε στην είσοδο. Βλ. καλη-νυχτίζω, -σπερίζω. [< μεσν. καλημερίζω] | |
| 22335 | καλημέρισμα | κα-λη-μέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του καλημερίζω. Βλ. καληνύχτισμα. [< μεσν. καλημέρισμα] | |
| 22336 | καλημερούδια | κα-λη-με-ρού-δια επιφών. (οικ.): καλημέρα: ~ σας/σε όλους! Βλ. καληνυχτ-, καλησπερ-ούδια. | |
| 22337 | καληνύχτα | κα-λη-νύ-χτα επιφών. 1. τυπικός αποχαιρετισμός που απευθύνεται σε κάποιον τις νυχτερινές ώρες: ~, αγάπη μου/μαμά! ~ και από μένα/όνειρα γλυκά/σε σένα! ~ κι ευχαριστούμε για τη φιλοξενία! ~ σας (ή καλή σας νύχτα)! Πβ. καληνυχτούδια.|| (ως ουσ.) Μια γλυκιά ~. Είπε μια βιαστική ~ και πήγε για ύπνο. Βλ. καλη-μέρα, -σπέρα. 2. {χωρ. πληθ.} για να δηλωθεί απογοήτευση, ότι κάτι δεν πρόκειται να γίνει: Αν περιμένεις βοήθεια απ' αυτόν, τότε ~! Πβ. βράσε ρύζι/όρυζα. | |
| 22338 | καληνυχτάκιας | κα-λη-νυ-χτά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό-μειωτ.) 1. άνδρας που συνοδεύει ή γενικότ. κάνει παρέα με γυναίκες, αλλά δεν κάνει κάποια ερωτική κίνηση. 2. Υπάλληλος κυρ. σε κέντρο διασκέδασης ή ξενοδοχείο που υποδέχεται τους πελάτες και τους καληνυχτίζει συνήθ. με επίπλαστη ευγένεια. Βλ. -άκιας. | |
| 22339 | καληνυχτίζω & καληνυχτώ | [καληνυχτῶ] κα-λη-νυ-χτί-ζω ρ. (μτβ.) {καληνύχτι-σα κ. καληνύχτη-σα}: λέω σε κάποιον "καληνύχτα": Σας ~ όλους και τα λέμε αύριο πάλι! Με ~σε ευγενικά/μ' ένα φιλί. Βλ. καλη-μερίζω, -σπερίζω. [< μεσν. καληνυχτίζω] | |
| 22340 | καληνύχτισμα | κα-λη-νύ-χτι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του καληνυχτίζω. Βλ. καλημέρισμα. [< μεσν. καληνύκτισμα] | |
| 22341 | καληνυχτούδια | κα-λη-νυ-χτού-δια επιφών. (οικ.): καληνύχτα: ~ κι όνειρα γλυκά! Βλ. καλημερ-, καλησπερ-ούδια. | |
| 22342 | καληνυχτώ | βλ. καληνυχτίζω | |
| 22343 | καλησπέρα | κα-λη-σπέ-ρα επιφών.: τυπικός χαιρετισμός που απευθύνεται σε κάποιον τις απογευματινές ή βραδινές ώρες: ~, πώς είσαι; ~ κι από μένα/και πάλι/σε όλους! Κυρίες και κύριοι, ~ σας! Πβ. καλήν εσπέρα, καλησπερούδια.|| (ως ουσ.) Δεν θα μείνω πολύ· ήρθα μόνο να πω μια ~ (πβ. καλησπερίζω). Πολλά φιλιά και τις ~ες μου! Βλ. καλη-μέρα, -νύχτα. [< μεσν. καλησπέρα] | |
| 22344 | καλησπερίζω | κα-λη-σπε-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {καλησπέρι-σα, καλησπερίζ-οντας}: λέω σε κάποιον "καλησπέρα": ~/θα ήθελα να ~σω όλους τους παρευρισκομένους! Βλ. καλη-μερίζω, -νυχτίζω. [< μεσν. καλησπερίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ