| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22345 | καλησπερούδια | κα-λη-σπε-ρού-δια επιφών. (οικ.): καλησπέρα: ~, τι μου κάνετε; Βλ. καλημερ-, καληνυχτ-ούδια. | |
| 22346 | κάλι | κά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): ΧΗΜ. κάλιο. [< αραβ. qalī] | |
| 22347 | καλιά | κα-λιά επίρρ.: στη ● ΦΡ.: πάει καλιά του (λαϊκό-παλαιότ.): καταστρέφεται, πεθαίνει. | |
| 22348 | καλιακούδα | κα-λια-κού-δα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο πτηνό που ανήκει στα κορακοειδή με μαύρο φτέρωμα, και κόκκινο (κοκκινο~, επιστ. ονομασ. Pyrrhocorax pyrrhocorax) ή κίτρινο (κιτρινο~, επιστ. ονομασ. Pyrrhocorax graculus) ράμφος. ● ΦΡ.: μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα βλ. μαυρίλα [< πβ. αρχ. κολοιός ‘κουρούνα’] | |
| 22349 | καλιαρντά | κα-λιαρ-ντά ουσ. (ουδ.) (τα) (παλαιότ.): συνθηματική γλώσσα των ομοφυλόφιλων. [< γαλλ. gaillard] | |
| 22350 | καλιγώνω | κα-λι-γώ-νω ρ. (μτβ.) (παρωχ.-λαϊκό): πεταλώνω. ● ΦΡ.: καλιγώνει/πεταλώνει τον ψύλλο βλ. ψύλλος [< μεσν. καλ(λ)ιγώνω] | |
| 22351 | καλικάντζαρος | κα-λι-κά-ντζα-ρος ουσ. (αρσ.) {πληθ. -οι κ. ουδ. καλικαντζάρια} 1. ΛΑΟΓΡ. καθένα από τα δύσμορφα και πονηρά δαιμόνια που ανεβαίνουν την παραμονή των Χριστουγέννων στη Γη από τα έγκατά της, όπου όλο τον χρόνο προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που τη στηρίζει, και φοβίζουν ή ενοχλούν τις νύχτες τους ανθρώπους μέχρι τα Θεοφάνεια: ιστορίες με ~ους. Βλ. νεράιδα, ξωτικό, τελώνιο. ΣΥΝ. παγανό 2. (μτφ.-μειωτ.) άσχημος άνθρωπος. ● Υποκ.: καλικαντζαράκι (το) [< μεσν. καλικάντζαρος] | |
| 22352 | καλιμαύχι & καλιμαύκι | κα-λι-μαύ-χι ουσ. (ουδ.) & καλημαύχι & καλημαύκι & (σπάν.) καμηλαύχι, καμηλαύκι, καμιλαύκι: ΕΚΚΛΗΣ. μαύρο κυλινδρικό κάλυμμα της κεφαλής ορθόδοξων ιερέων. Βλ. άμφια. [< μεσν. καμηλαύκι(ν), καμηλαύχι] | |
| 22353 | καλίμπρα | κα-λί-μπρα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για ευθυγράμμιση του σκελετού τρακαρισμένου και παραμορφωμένου οχήματος. 2. (σπάν.) διαμέτρημα κάννης. [< γαλλ. calibre] | |
| 22354 | καλιμπράρισμα | κα-λι-μπρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ρύθμιση: αυτόματο/σωστό ~ συσκευής. Το μόνιτορ θέλει/χρειάζεται ~. | |
| 22355 | καλιμπράρω | κα-λι-μπρά-ρω ρ. (μτβ.) {καλιμπράρ-ισα, -εται, καλιμπραρ-ισμένος} (προφ.): ρυθμίζω: ~ (με ακρίβεια/σωστά) τον μετρητή/το μοτέρ. Αισθητήρας που ~εται αυτόματα/εύκολα. ~ισμένη οθόνη. [< γαλλ. calibrer] | |
| 22356 | κάλιο | κά-λι-ο ουσ. (ουδ.) {καλί-ου}: ΧΗΜ. γκρίζο, μαλακό και πολύ ελαφρύ μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. K, Ζ 19) της ομάδας των αλκαλίων, με ποικίλες χρήσεις στη βιομηχανία· βασικό συστατικό των φυτικών και ζωικών ιστών: (ευδιάλυτο λευκό κρυσταλλικό σώμα:) ανθρακικό (ή ανθρακική ποτάσα· για την παρασκευή γυαλιού, σαπουνιών και απορρυπαντικών)/καυστικό (ή υδροξείδιο του ~ου ή καυστική ποτάσα· για την παραγωγή σαπουνιών και ως αντιδραστήριο)/νιτρικό (: για την παρασκευή πυρίτιδας και λιπασμάτων)/χλωρικό (: για την παραγωγή οξυγόνου, σπίρτων και εκρηκτικών υλών) ~. Διχρωμικό/ιωδιούχο/φωσφορικό ~. Απομόνωση του ~ου με ηλεκτρόλυση.|| (ΒΙΟΧ.) Τροφές πλούσιες σε ~ (: γαλακτοκομικά, ντομάτες, πατάτες, φασόλια, φρούτα, ψάρια). ΣΥΝ. κάλι, ποτάσιο ● ΣΥΜΠΛ.: όξινο τρυγικό κάλιο βλ. τρυγικός, σορβικό κάλιο βλ. σορβικός [< γαλλ. kalium] | |
| 22357 | καλιούχος | , α/ος, ο [καλιοῦχος] κα-λι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει κάλιο: ~ο: άλας. ~α και αζωτούχα/φωσφορούχα λιπάσματα. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. potassique] | |
| 22358 | καλιφόρνιο | κα-λι-φόρ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό μεταλλικό υπερουράνιο στοιχείο (σύμβ. Cf, Ζ, 98) της σειράς των ακτινιδών, αργυρόλευκου χρώματος, που χρησιμοποιείται κυρ. στην ιατρική έρευνα. Βλ. λωρένσιο. [< αγγλ. californium, 1950, γαλλ. ~, 1953 < California, Η.Π.Α.] | |
| 22359 | καλκάνι | καλ-κά-νι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι του βυθού (επιστ. ονομασ. Scophthalmus maximus), συγγενικό της γλώσσας, με πεπλατυσμένο σώμα σε σχήμα ρόμβου. Βλ. ρίνα, σελάχι. ΣΥΝ. ρόμβος (2) [< μεσν. καλκάνι < τουρκ. kalkan balığı] | |
| 22360 | κάλλα | κάλ-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πολυετές ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Zantedeschia aethiopica) με καρδιόσχημα φύλλα, λευκά άνθη με κίτρινο ύπερο και σχήμα χωνιού: νυφικό μπουκέτο με ~ες. Βλ. κρίνος. [< γερμ. Calla, αγγλ. calla (lily) < νεολατ. calla < κάλλαιον ‘λειρί του πετεινού’] | |
| 22361 | καλλι- & καλλί- | (λόγ.): λεξικό πρόθημα επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία του ωραίου: καλλι-γράφος/~έπεια. Καλλί-γραμμος/~φωνος (ΑΝΤ. κακό-). Bλ. καλο-. | |
| 22362 | κάλλια & καλλιά | βλ. κάλλιο | |
| 22363 | καλλίγραμμος | , η, ο καλ-λί-γραμ-μος επίθ.: (κυρ. για νεαρή γυναίκα) που έχει ωραίες, συμμετρικές αναλογίες: ~ο: κορμί/μοντέλο.|| ~ο: σώμα. ~ες: γάμπες. Μακριά ~α πόδια. Πβ. αγαλματένιος, καλοφτιαγμένος, πλαστικός, τορνευτός, χυτός. | |
| 22364 | καλλιγραφία | καλ-λι-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): γράψιμο με ωραία, φροντισμένα, καλλιτεχνικά και συνήθ. περίτεχνα γράμματα· συνεκδ. καλλιγραφικό έργο ή (παρωχ.) το αντίστοιχο μάθημα: αραβική (βλ. αραβούργημα)/κινέζικη (βλ. ιδεόγραμμα)/σύγχρονη ~. Η τέχνη της ~ας.|| Χειρόγραφα και ~ες του δεκάτου πέμπτου αιώνα. Βλ. -γραφία. ΑΝΤ. κακογραφία [< μτγν. καλλιγραφία, γαλλ. calligraphie, αγγλ. calligraphy, γερμ. Kalligraphie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ