| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22336 | καλημερούδια | κα-λη-με-ρού-δια επιφών. (οικ.): καλημέρα: ~ σας/σε όλους! Βλ. καληνυχτ-, καλησπερ-ούδια. | |
| 22337 | καληνύχτα | κα-λη-νύ-χτα επιφών. 1. τυπικός αποχαιρετισμός που απευθύνεται σε κάποιον τις νυχτερινές ώρες: ~, αγάπη μου/μαμά! ~ και από μένα/όνειρα γλυκά/σε σένα! ~ κι ευχαριστούμε για τη φιλοξενία! ~ σας (ή καλή σας νύχτα)! Πβ. καληνυχτούδια.|| (ως ουσ.) Μια γλυκιά ~. Είπε μια βιαστική ~ και πήγε για ύπνο. Βλ. καλη-μέρα, -σπέρα. 2. {χωρ. πληθ.} για να δηλωθεί απογοήτευση, ότι κάτι δεν πρόκειται να γίνει: Αν περιμένεις βοήθεια απ' αυτόν, τότε ~! Πβ. βράσε ρύζι/όρυζα. | |
| 22338 | καληνυχτάκιας | κα-λη-νυ-χτά-κιας ουσ. (αρσ.) (νεαν. αργκό-μειωτ.) 1. άνδρας που συνοδεύει ή γενικότ. κάνει παρέα με γυναίκες, αλλά δεν κάνει κάποια ερωτική κίνηση. 2. Υπάλληλος κυρ. σε κέντρο διασκέδασης ή ξενοδοχείο που υποδέχεται τους πελάτες και τους καληνυχτίζει συνήθ. με επίπλαστη ευγένεια. Βλ. -άκιας. | |
| 22339 | καληνυχτίζω & καληνυχτώ | [καληνυχτῶ] κα-λη-νυ-χτί-ζω ρ. (μτβ.) {καληνύχτι-σα κ. καληνύχτη-σα}: λέω σε κάποιον "καληνύχτα": Σας ~ όλους και τα λέμε αύριο πάλι! Με ~σε ευγενικά/μ' ένα φιλί. Βλ. καλη-μερίζω, -σπερίζω. [< μεσν. καληνυχτίζω] | |
| 22340 | καληνύχτισμα | κα-λη-νύ-χτι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του καληνυχτίζω. Βλ. καλημέρισμα. [< μεσν. καληνύκτισμα] | |
| 22341 | καληνυχτούδια | κα-λη-νυ-χτού-δια επιφών. (οικ.): καληνύχτα: ~ κι όνειρα γλυκά! Βλ. καλημερ-, καλησπερ-ούδια. | |
| 22342 | καληνυχτώ | βλ. καληνυχτίζω | |
| 22343 | καλησπέρα | κα-λη-σπέ-ρα επιφών.: τυπικός χαιρετισμός που απευθύνεται σε κάποιον τις απογευματινές ή βραδινές ώρες: ~, πώς είσαι; ~ κι από μένα/και πάλι/σε όλους! Κυρίες και κύριοι, ~ σας! Πβ. καλήν εσπέρα, καλησπερούδια.|| (ως ουσ.) Δεν θα μείνω πολύ· ήρθα μόνο να πω μια ~ (πβ. καλησπερίζω). Πολλά φιλιά και τις ~ες μου! Βλ. καλη-μέρα, -νύχτα. [< μεσν. καλησπέρα] | |
| 22344 | καλησπερίζω | κα-λη-σπε-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {καλησπέρι-σα, καλησπερίζ-οντας}: λέω σε κάποιον "καλησπέρα": ~/θα ήθελα να ~σω όλους τους παρευρισκομένους! Βλ. καλη-μερίζω, -νυχτίζω. [< μεσν. καλησπερίζω] | |
| 22345 | καλησπερούδια | κα-λη-σπε-ρού-δια επιφών. (οικ.): καλησπέρα: ~, τι μου κάνετε; Βλ. καλημερ-, καληνυχτ-ούδια. | |
| 22346 | κάλι | κά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): ΧΗΜ. κάλιο. [< αραβ. qalī] | |
| 22347 | καλιά | κα-λιά επίρρ.: στη ● ΦΡ.: πάει καλιά του (λαϊκό-παλαιότ.): καταστρέφεται, πεθαίνει. | |
| 22348 | καλιακούδα | κα-λια-κού-δα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μικρόσωμο πτηνό που ανήκει στα κορακοειδή με μαύρο φτέρωμα, και κόκκινο (κοκκινο~, επιστ. ονομασ. Pyrrhocorax pyrrhocorax) ή κίτρινο (κιτρινο~, επιστ. ονομασ. Pyrrhocorax graculus) ράμφος. ● ΦΡ.: μαύρη (/πολλή) μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα βλ. μαυρίλα [< πβ. αρχ. κολοιός ‘κουρούνα’] | |
| 22349 | καλιαρντά | κα-λιαρ-ντά ουσ. (ουδ.) (τα) (παλαιότ.): συνθηματική γλώσσα των ομοφυλόφιλων. [< γαλλ. gaillard] | |
| 22350 | καλιγώνω | κα-λι-γώ-νω ρ. (μτβ.) (παρωχ.-λαϊκό): πεταλώνω. ● ΦΡ.: καλιγώνει/πεταλώνει τον ψύλλο βλ. ψύλλος [< μεσν. καλ(λ)ιγώνω] | |
| 22351 | καλικάντζαρος | κα-λι-κά-ντζα-ρος ουσ. (αρσ.) {πληθ. -οι κ. ουδ. καλικαντζάρια} 1. ΛΑΟΓΡ. καθένα από τα δύσμορφα και πονηρά δαιμόνια που ανεβαίνουν την παραμονή των Χριστουγέννων στη Γη από τα έγκατά της, όπου όλο τον χρόνο προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που τη στηρίζει, και φοβίζουν ή ενοχλούν τις νύχτες τους ανθρώπους μέχρι τα Θεοφάνεια: ιστορίες με ~ους. Βλ. νεράιδα, ξωτικό, τελώνιο. ΣΥΝ. παγανό 2. (μτφ.-μειωτ.) άσχημος άνθρωπος. ● Υποκ.: καλικαντζαράκι (το) [< μεσν. καλικάντζαρος] | |
| 22352 | καλιμαύχι & καλιμαύκι | κα-λι-μαύ-χι ουσ. (ουδ.) & καλημαύχι & καλημαύκι & (σπάν.) καμηλαύχι, καμηλαύκι, καμιλαύκι: ΕΚΚΛΗΣ. μαύρο κυλινδρικό κάλυμμα της κεφαλής ορθόδοξων ιερέων. Βλ. άμφια. [< μεσν. καμηλαύκι(ν), καμηλαύχι] | |
| 22353 | καλίμπρα | κα-λί-μπρα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για ευθυγράμμιση του σκελετού τρακαρισμένου και παραμορφωμένου οχήματος. 2. (σπάν.) διαμέτρημα κάννης. [< γαλλ. calibre] | |
| 22354 | καλιμπράρισμα | κα-λι-μπρά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ρύθμιση: αυτόματο/σωστό ~ συσκευής. Το μόνιτορ θέλει/χρειάζεται ~. | |
| 22355 | καλιμπράρω | κα-λι-μπρά-ρω ρ. (μτβ.) {καλιμπράρ-ισα, -εται, καλιμπραρ-ισμένος} (προφ.): ρυθμίζω: ~ (με ακρίβεια/σωστά) τον μετρητή/το μοτέρ. Αισθητήρας που ~εται αυτόματα/εύκολα. ~ισμένη οθόνη. [< γαλλ. calibrer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ