| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22356 | κάλιο | κά-λι-ο ουσ. (ουδ.) {καλί-ου}: ΧΗΜ. γκρίζο, μαλακό και πολύ ελαφρύ μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. K, Ζ 19) της ομάδας των αλκαλίων, με ποικίλες χρήσεις στη βιομηχανία· βασικό συστατικό των φυτικών και ζωικών ιστών: (ευδιάλυτο λευκό κρυσταλλικό σώμα:) ανθρακικό (ή ανθρακική ποτάσα· για την παρασκευή γυαλιού, σαπουνιών και απορρυπαντικών)/καυστικό (ή υδροξείδιο του ~ου ή καυστική ποτάσα· για την παραγωγή σαπουνιών και ως αντιδραστήριο)/νιτρικό (: για την παρασκευή πυρίτιδας και λιπασμάτων)/χλωρικό (: για την παραγωγή οξυγόνου, σπίρτων και εκρηκτικών υλών) ~. Διχρωμικό/ιωδιούχο/φωσφορικό ~. Απομόνωση του ~ου με ηλεκτρόλυση.|| (ΒΙΟΧ.) Τροφές πλούσιες σε ~ (: γαλακτοκομικά, ντομάτες, πατάτες, φασόλια, φρούτα, ψάρια). ΣΥΝ. κάλι, ποτάσιο ● ΣΥΜΠΛ.: όξινο τρυγικό κάλιο βλ. τρυγικός, σορβικό κάλιο βλ. σορβικός [< γαλλ. kalium] | |
| 22357 | καλιούχος | , α/ος, ο [καλιοῦχος] κα-λι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει κάλιο: ~ο: άλας. ~α και αζωτούχα/φωσφορούχα λιπάσματα. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. potassique] | |
| 22358 | καλιφόρνιο | κα-λι-φόρ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό μεταλλικό υπερουράνιο στοιχείο (σύμβ. Cf, Ζ, 98) της σειράς των ακτινιδών, αργυρόλευκου χρώματος, που χρησιμοποιείται κυρ. στην ιατρική έρευνα. Βλ. λωρένσιο. [< αγγλ. californium, 1950, γαλλ. ~, 1953 < California, Η.Π.Α.] | |
| 22359 | καλκάνι | καλ-κά-νι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι του βυθού (επιστ. ονομασ. Scophthalmus maximus), συγγενικό της γλώσσας, με πεπλατυσμένο σώμα σε σχήμα ρόμβου. Βλ. ρίνα, σελάχι. ΣΥΝ. ρόμβος (2) [< μεσν. καλκάνι < τουρκ. kalkan balığı] | |
| 22360 | κάλλα | κάλ-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πολυετές ποώδες καλλωπιστικό φυτό (επιστ. ονομασ. Zantedeschia aethiopica) με καρδιόσχημα φύλλα, λευκά άνθη με κίτρινο ύπερο και σχήμα χωνιού: νυφικό μπουκέτο με ~ες. Βλ. κρίνος. [< γερμ. Calla, αγγλ. calla (lily) < νεολατ. calla < κάλλαιον ‘λειρί του πετεινού’] | |
| 22361 | καλλι- & καλλί- | (λόγ.): λεξικό πρόθημα επιθέτων και ουσιαστικών με τη σημασία του ωραίου: καλλι-γράφος/~έπεια. Καλλί-γραμμος/~φωνος (ΑΝΤ. κακό-). Bλ. καλο-. | |
| 22362 | κάλλια & καλλιά | βλ. κάλλιο | |
| 22363 | καλλίγραμμος | , η, ο καλ-λί-γραμ-μος επίθ.: (κυρ. για νεαρή γυναίκα) που έχει ωραίες, συμμετρικές αναλογίες: ~ο: κορμί/μοντέλο.|| ~ο: σώμα. ~ες: γάμπες. Μακριά ~α πόδια. Πβ. αγαλματένιος, καλοφτιαγμένος, πλαστικός, τορνευτός, χυτός. | |
| 22364 | καλλιγραφία | καλ-λι-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): γράψιμο με ωραία, φροντισμένα, καλλιτεχνικά και συνήθ. περίτεχνα γράμματα· συνεκδ. καλλιγραφικό έργο ή (παρωχ.) το αντίστοιχο μάθημα: αραβική (βλ. αραβούργημα)/κινέζικη (βλ. ιδεόγραμμα)/σύγχρονη ~. Η τέχνη της ~ας.|| Χειρόγραφα και ~ες του δεκάτου πέμπτου αιώνα. Βλ. -γραφία. ΑΝΤ. κακογραφία [< μτγν. καλλιγραφία, γαλλ. calligraphie, αγγλ. calligraphy, γερμ. Kalligraphie] | |
| 22365 | καλλιγραφία | , ή, ό καλ-λι-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καλλιγραφία: ~ή: αντιγραφή. ~ό: εργαστήριο/σχέδιο. ~ά: γράμματα/(ΤΥΠΟΓΡ.) στοιχεία. Ελληνικές ~ές γραμματοσειρές. ● επίρρ.: καλλιγραφικά [< μτγν. καλλιγραφικός, γαλλ. calligraphique, αγγλ. calligraphic(al), γερμ. kalligraphisch] | |
| 22366 | καλλιγράφος | καλ-λι-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που κατέχει την τέχνη της καλλιγραφίας ή γράφει καλλιγραφικά: (στον Μεσαίωνα) αντιγραφέας/μοναχός-~.|| Ορθογράφος και ~ (ΑΝΤ. κακογράφος). Βλ. -γράφος. [< μτγν. καλλιγράφος ‘αντιγραφέας, καλλιτέχνης’, γαλλ. calligraphe, αγγλ. calligrapher] | |
| 22367 | καλλιγραφώ | [καλλιγραφῶ] καλ-λι-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {συνήθ. στη μτχ. -ημένος}: γράφω με καλλιγραφικό τρόπο: ~ημένο: κείμενο/χειρόγραφο. Βλ. -γραφώ. [< αρχ. καλλιγραφῶ, γαλλ. calligraphier, αγγλ. calligraph] | |
| 22368 | καλλιέπεια | καλ-λι-έ-πει-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): γλαφυρότητα: η ~ του (ποιητικού) λόγου. Γοητεύει με την ~ά του. Βλ. ευγλωττία, ευφράδεια, καλολογία. [< μτγν. καλλιέπεια] | |
| 22369 | καλλιεπής | , ής, ές καλ-λι-ε-πής επίθ. {καλλιεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (απαιτ. λεξιλόγ.): που χαρακτηρίζεται από καλλιέπεια: ~ής: λόγος. ~ές: έργο/ύφος.|| ~ής: συγγραφέας. Πβ. γλαφυρός. Βλ. εύγλωττος, ευφραδής. [< αρχ. καλλιεπής] | |
| 22370 | καλλιέργεια | καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) {καλλιεργει-ών} 1. σύνολο αγροτικών εργασιών που αποσκοπούν στην προετοιμασία του εδάφους για σπορά και, μετά το φύτρωμα των φυτών, στη σωστή ανάπτυξή τους, με σκοπό την καλύτερη δυνατή συγκομιδή: (μέθοδοι/τεχνικές ~ας:) αρδευόμενη (/ποτιστική)/ξηρή (/ξερική) ~. Εκτατική/ενδιάμεση/εντατική/μηχανική (βλ. εκμηχάνιση)/συμβατική ~. Δευτερεύουσες/κύριες ~ες. Εναλλασσόμενες (= αμειψισπορά· βλ. αγρανάπαυση)/μόνιμες ~ες. Βλ. μονο~, πολυ~, συγ~.|| ~ του αγρού/της γης/του κήπου.|| Υπαίθρια ~ ή ~ σε θερμοκήπιο (βλ. υπό κάλυψη). Η ~ της ελιάς (= ελαιο~). ~ βαμβακιού (= βαμβακο~)/λαχανικών/μανιταριών/μεταλλαγμένων (πβ. παραγωγή). Βλ. -καλλιέργεια. 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την ανάπτυξη ορισμένης πνευματικής ή συναισθηματικής ιδιότητας ή κατάστασης: αισθητική/γλωσσική/ψυχική ~ (βλ. αυτο~). ~ του γούστου/της κρίσης/της μνήμης/του νου/της φαντασίας. ~ των γραμμάτων/της μουσικής/των τεχνών (πβ. ενασχόληση, εντρύφηση, επίδοση).|| ~ προτύπων.|| ~ (κλίματος) μίσους/φόβου (βλ. συντήρηση, υπόθαλψη). 3. {χωρ. πληθ.} (κατ' επέκτ.) παιδεία, μόρφωση: άνθρωπος με/χωρίς ~ (= καλλιεργημένος/ακαλλιέργητος). 4. εκτροφή: ~ μυδιών/πέστροφας/στρειδιών (= οστρεο~). Βλ. ιχθυο~, υδατο~.|| ~ μαργαριταριών. 5. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. εργαστηριακή ανάπτυξη και πολλαπλασιασμός βιολογικού υλικού (μικροοργανισμών, κυττάρων, ιστών) πάνω σε ειδικό θρεπτικό υλικό, για επιστημονικούς ή διαγνωστικούς σκοπούς: (ως έρευνα:) ~ βακτηριδίων/ιών/μυκήτων.|| (ως εξέταση:) Αρνητική/θετική ~. ~ αίματος/κολπικού υγρού/κοπράνων/ούρων (= ουρο~)/πτυέλων. Βλ. ανα~, ιστο~, κυτταρο~. ● καλλιέργειες (οι): εκτάσεις στις οποίες καλλιεργούνται φυτά και συνεκδ. τα ίδια τα φυτά: αγροτικές (= αγρο~)/γενετικά τροποποιημένες/γεωργικές/δασικές/εμπορικές/θερμοκηπιακές ~. ~ οπωροφόρων (= οπωρο~, οπωρώνες). Άρδευση ~ών. Η παγωνιά έκαψε τις ~. Πβ. περιβόλι, φυτεία, χωράφι. Βλ. λίπασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσική καλλιέργεια: ΓΕΩΠ. γεωργική μέθοδος στην οποία δεν χρησιμοποιούνται λιπάσματα και φυτοφάρμακα και δεν γίνεται κατεργασία της γης. [< αγγλ. natural farming] , βιολογική/οικολογική/οργανική γεωργία/καλλιέργεια βλ. γεωργία, ενεργειακά φυτά/ενεργειακές καλλιέργειες βλ. φυτό [< 1: μεσν. καλλιέργεια 2-5: γαλλ. culture] | |
| 22372 | καλλιεργημένος | , η, ο καλ-λι-ερ-γη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει καλλιεργηθεί: ~ο: χωράφι. ~ες: εκτάσεις. Πβ. σπαρτός. ΑΝΤ. ακαλλιέργητος.|| Άγρια ή ~α μανιτάρια.|| Φυσικά ή ~α μαργαριτάρια (: εκτροφής). 2. (μτφ.) που διαθέτει παιδεία, μορφωμένος: ~ο: κοινό. ~οι: αναγνώστες/θεατές. Άνθρωπος βαθύτατα/μουσικά/πνευματικά/ψυχικά ~. Πβ. εκλεπτυσμένος. ΑΝΤ. αγράμματος (2), ακαλλιέργητος (2), άξεστος, απαίδευτος (1) 3. (μτφ.) αναπτυγμένος: ~η: προσωπικότητα/φωνή. ~ο: πνεύμα. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που έχει αναπτυχθεί και πολλαπλασιαστεί εργαστηριακά: ~α: κύτταρα. [< 2-4: γαλλ. cultivé] | |
| 22373 | καλλιεργήσιμος | , η, ο καλ-λι-ερ-γή-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να καλλιεργηθεί: ~ος: αγρός. ~ες: εκτάσεις/περιοχές. Η ~η γη της χώρας ανέρχεται στο ... %. Πβ. αρόσ-, γόν-ιμος, εύφορος.|| Αυτοφυή ή ~α φυτά. | |
| 22374 | καλλιεργητής | καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) πρόσωπο που ασχολείται συνήθ. επαγγελματικά με την καλλιέργεια της γης ή συγκεκριμένων φυτών: ~-παραγωγός/προμηθευτής. ~ές βιολογικών προϊόντων/δημητριακών/(οπωρο)κηπευτικών. Ακτήμονες/ερασιτέχνες ~ές. Πβ. αγρότης, γεωργός. Βλ. αγρο~, αμπελο~, ανθο~, βιο~, δενδρο~, καπνο~, μικρο~, σιτο~.|| ~ές οστρακοειδών (= εκτροφείς). 2. ΤΕΧΝΟΛ. γεωργικό σκαπτικό μηχάνημα: σπαρτικές μηχανές με ~ή. Βλ. μοτο~. [< 1: μεσν. καλλιεργητής, γαλλ. cultivateur] | |
| 22375 | καλλιεργητικός | , ή, ό καλ-λι-ερ-γη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την καλλιέργεια κυρ. της γης: ~ή: περίοδος/χρονιά. ~ό: κόστος. ~ές: εργασίες (βλ. άρδευση, βοτάν-, σβάρν-, σκάλ-, φρεζάρ-ισμα, κλάδεμα, λίπανση, όργωμα)/μέθοδοι/παρεμβάσεις/πρακτικές/συνθήκες/τεχνικές. ~ά: μέσα/μέτρα. Βλ. υδατο~.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Τοποθέτηση ωαρίων σε ~ό υγρό. | |
| 22376 | καλλιεργώ | [καλλιεργῶ] καλ-λι-ερ-γώ ρ. (μτβ.) {καλλιεργ-είς ... | καλλιέργ-ησα, -ήσω, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ώντας, -ούμενος, -ημένος} 1. εκτελώ ένα σύνολο αγροτικών εργασιών που καθιστούν το έδαφος κατάλληλο για σπορά και καρποφορία· γενικότ. παράγω συγκεκριμένα γεωργικά προϊόντα: ~ τη γη/τα κτήματα/το χωράφι (βλ. βοταν-, ποτ-, σκαλ-ίζω, κλαδεύω, λιπαίνω, οργώνω, φρεζάρω). ~ούνται ... στρέμματα με καπνά. ~ούμενες εκτάσεις.|| ~ βαμβάκι/ελιές. Ντομάτες/φράουλες που ~ούνται σε θερμοκήπια. 2. (μτφ.) αναπτύσσω: ~ μια αρετή/ικανότητα. ~ τα ενδιαφέροντά/τις κλίσεις/τη σκέψη/τα ταλέντα/τη φωνή μου (πβ. εξασκώ· βλ. καλλιεργημένος). ~ούν ψεύτικες εντυπώσεις. Μην του ~είς (= δημιουργείς) αυταπάτες/ελπίδες (βλ. τρέφω)! ~είται κλίμα/πνεύμα εμπιστοσύνης. ~ήθηκε το αίσθημα/η ιδέα της ... Έχει ~ηθεί ο φανατισμός (βλ. συντηρώ, υποθάλπω).|| ~ούνται οι τέχνες και τα γράμματα. 3. εκτρέφω: ~ούνται μαργαριτάρια/στρείδια. 4. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κάνω καλλιέργεια: ~ούμενα: κύτταρα. ● ΣΥΜΠΛ.: καλλιεργούμενη ποικιλία βλ. ποικιλία [< 1,2: μτγν. καλλιεργῶ 3,4: γαλλ. cultiver] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ