| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 22377 | καλλικέλαδος | , η, ο καλ-λι-κέ-λα-δος επίθ. (σπάν.-λόγ.): (για πτηνό) που κελαηδάει ωραία· (κατ' επέκτ.-για πρόσ.) καλλίφωνος. [< μτγν. καλλικέλαδος] | |
| 22378 | Καλλικράτης | Καλ-λι-κρά-της ουσ. (αρσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πρόγραμμα "Καλλικράτης" & σχέδιο/νόμος Καλλικράτη (Ν. 3852/2010): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. διοικητική μεταρρύθμιση που συνίσταται σε κατάργηση των νομαρχιών, τη δημιουργία περιφερειών με αιρετούς περιφερειάρχες και τη μείωση των δήμων από το σχέδιο "Καποδίστριας". Βλ. Κλεισθένης. | |
| 22379 | καλλιμάρμαρος | , η, ο καλ-λι-μάρ-μα-ρος επίθ. (λόγ.-λογοτ.): κατασκευασμένος από καλής ποιότητας μάρμαρο: ~α: κτίρια. ● Ουσ.: Καλλιμάρμαρο (το): το Παναθηναϊκό Στάδιο της Αθήνας. | |
| 22380 | κάλλιο | κάλ-λιο επίρρ. (λαϊκό) & (λαϊκότ.) κάλλια, καλλιά: καλύτερα: ~ (= προτιμότερο) να μη σε γνώριζα! ● ΦΡ.: κάλλιο αργά παρά ποτέ (παροιμ.): καλύτερα να συμβεί κάτι επιθυμητό έστω και καθυστερημένα, παρά να μη συμβεί ποτέ., κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει (παροιμ.): τα λιγότερα μα εξασφαλισμένα κέρδη είναι προτιμότερα από τα περισσότερα αλλά αβέβαια: Μικρή η αύξηση που πήραμε, αλλά ~ ~!, κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε βλ. γαϊδουροδένω, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, καλύτερα/κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα βλ. μάτι [< μεσν. κάλλιο < αρχ. κάλλιον] | |
| 22381 | καλλιόπη | καλ-λιό-πη ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ., στη στρατ. αργκό): τουαλέτα στρατοπέδου. | |
| 22382 | καλλίπυγος | , ος, ο καλ-λί-πυ-γος επίθ. (αρχαιοπρ.): (κυρ. για νεαρή γυναίκα) που έχει ωραίους γλουτούς. [< μτγν. καλλίπυγος] | |
| 22383 | κάλλιστα | κάλ-λι-στα επίρρ. (λόγ.) 1. αναμφίβολα, βεβαίως, πολύ εύκολα: Αν το ήθελες, θα μπορούσε ~ να σε βοηθήσει. ΣΥΝ. άνετα, θαυμάσια 2. (σπάν.) πάρα πολύ καλά ή σωστά: Ούτε που να το σκέφτεσαι· έπραξες ~! Βλ. καλώς. ΣΥΝ. άριστα ΑΝΤ. κάκιστα, χείριστα [< αρχ. κάλλιστα] | |
| 22384 | καλλιστεία | [καλλιστεῖα] καλ-λι-στεί-α ουσ. (ουδ.) (τα) (κ. με κεφαλ. Κ): διαγωνισμός ομορφιάς: διεθνή/τοπικά ~. ~ για την ανάδειξη της Μις Υφήλιος/Σταρ Ελλάς. Διοργάνωση ~ων. Ο θεσμός/η κριτική επιτροπή/οι υποψήφιες/οι φιναλίστ των ~ων.|| Ανδρικά ~. [< μτγν. καλλιστεῖα ‘γιορτή στη Λέσβο με απονομή βραβείων ομορφιάς’, αγγλ. beauty contest, 1879] | |
| 22385 | καλλιστήμονας | καλ-λι-στή-μο-νας ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. γένος (Callistemon) Αυστραλιανών δέντρων και θάμνων της οικογένειας Myrtaceae με εντυπωσιακά άνθη που έχουν αιχμές σαν βούρτσα. [< νεολατ. callistemon < αρχ. καλλι + στήμων ‘φυτό με ωραίες κλωστές’) | |
| 22386 | κάλλιστος | , η, ο κάλ-λι-στος επίθ. {κ. λογιότ. θηλ. καλλίστη} (με άρθ., λόγ.): (ο) καλύτερος ή (σπανιότ.) ομορφότερος: η ~η απάντηση/απόδοση. Το ~ο αποτέλεσμα. Οι ~ες προθέσεις/σχέσεις (= εξαιρετικές). Η ~ίστη των επιλογών. Πβ. άριστος.|| Η ~ίστη των πόλεων. ΑΝΤ. κάκιστος, χείριστος [< αρχ. κάλλιστος] | |
| 22387 | καλλιτέχνημα | καλ-λι-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.) {καλλιτεχνήμ-ατα}: καλλιτεχνικό δημιούργημα, έργο τέχνης: αρχαία/αρχιτεκτονικά/μαρμάρινα ~ατα. Πβ. τεχνούργημα, φιλοτέχνημα. Βλ. αριστοτέχνημα, κομψοτέχνημα.|| (μτφ.) ~ της φύσης. Το σπίτι είναι υπέροχο· πραγματικό/σωστό ~! Πβ. αριστούργημα. ΣΥΝ. καλλιτεχνία [< μεσν. καλλιτέχνημα] | |
| 22388 | καλλιτέχνης, καλλιτέχνιδα | καλ-λι-τέ-χνης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. λόγ. θηλ. καλλιτέχνις (γεν. -ιδος) | καλλιτεχνών, καλλιτέχνιδων} 1. πρόσωπο που ασχολείται, συνήθ. επαγγελματικά, με έναν ή περισσότερους τομείς της τέχνης: άγνωστος/αυθεντικός/δημιουργικός/εικαστικός (: γλύπτης, ζωγράφος)/εκκεντρικός/καταξιωμένος/χαρισματικός ~. ~ του θεάτρου (= ηθοποιός· βλ. θεατρ-άνθρωπος, -ίνος)/της μουσικής (: μουσικός, στιχουργός, συνθέτης, τραγουδιστής)/του χορού (= χορευτής). Το εργαστήριο/η παρουσίαση του έργου ενός ~η. ~ες διεθνούς φήμης (πβ. βεντέτα, σταρ)/(του) δρόμου (βλ. γκραφιτάς, ξυλοπόδαρος, πλανόδιος). Διαγωνισμός νέων ~ών. Πβ. αρτίστας, δημιουργός. 2. (μτφ.) εξαιρετικά επιδέξιος, ικανός: Στη μαγειρική είναι σωστός ~! Πβ. αριστο-, δεξιο-τέχνης, μάστορας, μετρ, τεχνίτης. [< μτγν. καλλιτέχνης ‘καλός τεχνίτης’, γαλλ. artiste] | |
| 22389 | καλλιτεχνία | καλ-λι-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): καλλιτεχνική ικανότητα ή δραστηριότητα· συνεκδ. καλλιτέχνημα ή τέχνη: έμφυτη/υψηλή ~ και δημιουργικότητα. Βλ. αριστο-, δεξιο-τεχνία.|| Γύψος ~ας. Χαρτί χειροτεχνίας και ~ας.|| ~ες στους τοίχους. Πβ. κομψοτεχνία. ΑΝΤ. κακοτεχνία.|| Επιστήμη και ~. Βλ. -τεχνία. [< μτγν. καλλιτεχνία] | |
| 22390 | καλλιτεχνικός | , ή, ό καλ-λι-τε-χνι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την τέχνη ή τον καλλιτέχνη: ~ός: διαγωνισμός/οργανισμός/σύλλογος (πβ. πολιτιστικός). ~ή: εκπαίδευση/ελευθερία/έμπνευση/παραγωγή. ~ό: εργαστήριο/σχολείο/ταλέντο/φεστιβάλ/ψευδώνυμο (βλ. παρατσούκλι). ~ές: ανησυχίες/δημιουργίες/εκδηλώσεις. ~ά: έργα/ρεύματα (βλ. ιμπρεσιον-, κυβ-, υπερρεαλ-ισμός). Το σκίτσο ως ~ή έκφραση. Λογοτεχνικό και ~ό περιοδικό. Μαθητικοί ~οί αγώνες.|| (για πρόσ.) Είναι/έχει ~ή φύση. 2. που γίνεται με ή χαρακτηρίζεται από καλαισθησία, φαντασία: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: βιβλιοδεσία/επιμέλεια (έκδοσης)/παρουσίαση. ~ές: φωτογραφίες. ● Ουσ.: καλλιτεχνικά (τα): ενν. δρώμενα, θέματα, μαθήματα ή νέα: αίθουσα ~ών (: στο σχολείο). Ασχολείται με τα ~. ● επίρρ.: καλλιτεχνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καλλιτεχνική κολύμβηση βλ. κολύμβηση, καλλιτεχνικό πατινάζ βλ. πατινάζ, καλλιτεχνικός διευθυντής βλ. διευθυντής, διευθύντρια [< γαλλ. artistique] | |
| 22391 | καλλιτεχνώ | [καλλιτεχνῶ] καλ-λι-τε-χνώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλλιτέχν-ησε, -ήθηκε) (σπάν.): φιλοτεχνώ. [< μεσν. καλλιτεχνῶ] | |
| 22392 | καλλιφωνία | καλ-λι-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του καλλίφωνου. Βλ. -φωνία. ΑΝΤ. κακοφωνία (1), παραφωνία (1) [< μτγν. καλλιφωνία] | |
| 22393 | καλλίφωνος | , η, ο καλ-λί-φω-νος επίθ. (λόγ.): που τραγουδά ωραία, που έχει μελωδική φωνή: ~ος: ψάλτης. ~η: χορωδία. ΑΝΤ. κακόφωνος.|| ~α: πουλιά (= καλλικέλαδα). Πβ. γλυκόλαλος. Βλ. -φωνος. [< αρχ. καλλίφωνος] | |
| 22394 | καλλονή | καλ-λο-νή ουσ. (θηλ.) 1. {σπανιότ. αρσ. προφ. καλλονός} πάρα πολύ όμορφη γυναίκα: εξωτικές/καλλίγραμμες/μαύρες ~ές. Είναι πραγματική ~! Πβ. θεά, κούκλα, κουκλάρα.|| (αρσ.) Πβ. κούκλος, παίδαρος. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) ομορφιά: κοπέλα σπάνιας ~ής. ΣΥΝ. κάλλος ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικές καλλονές: ομορφιές του φυσικού περιβάλλοντος: απαράμιλλες/μοναδικές ~ ~. Aνάδειξη/αξιοποίηση/προβολή/προστασία των ~ών ~ών ενός τόπου. Καταπράσινο νησί με σπάνιες ~ ~., ινστιτούτο ομορφιάς βλ. ομορφιά ● ΦΡ.: εκπάγλου καλλονής βλ. έκπαγλος [< 2: αρχ. καλλονή, γαλλ. beauté] | |
| 22395 | κάλλος | κάλ-λος ουσ. (ουδ.) {κάλλ-ους | -η} (λόγ.): ομορφιά: ανδρικό/απαράμιλλο/γυναικείο/πνευματικό/σωματικό/ψυχικό (πβ. αρετή) ~. Το ~ της φύσης (= φυσικό ~). Περιοχές/τοπία ιδιαίτερου ~ους. Πβ. ωραιότητα. Βλ. φιλοκαλία. ΣΥΝ. καλλονή (2) ΑΝΤ. ασχήμια (1) ● κάλλη (τα): σωματική ομορφιά, θέλγητρα: ασύγκριτα/πλούσια ~. Σαγηνεύει με τα ~ της. Επιδείκνυαν τα ~ τους στην παραλία. Γοητεύτηκε/θαμπώθηκε/μαγεύτηκε από τα ~ της. ● ΦΡ.: απείρου κάλλους 1. (ειρων.) για κωμικοτραγική κατάσταση: Διαδραματίστηκαν/εκτυλίχτηκαν σκηνές ~ ~. 2. απίστευτης ομορφιάς: ακρογιαλιές ~ ~. Βλ. απειρόκαλος., μπρος στα κάλλη τι είν'/'ν' ο πόνος (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο πόνος και οι ταλαιπωρίες δεν πτοούν κάποιον που θέλει να βελτιώσει την εξωτερική του εμφάνιση., τα πάχη μου τα κάλλη μου! βλ. πάχος [< αρχ. κάλλος] | |
| 22396 | καλλυντικά | καλ-λυ-ντι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καλλυντικό}: προϊόντα αισθητικής περιποίησης: αγνά/αντιρυτιδικά/βιολογικά/δερματολογικά (= δερμο~)/υποαλλεργικά/φαρμακευτικά/φυσικά/φυτικά ~. Γυναικεία και ανδρικά ~. ~ μαλλιών (βλ. αφρός, λακ, μαλακτικό, μάσκα, τζελ)/ματιών (βλ. κονσίλερ, μάσκαρα, μολύβι, σκιά)/προσώπου (βλ. βάση, μέικ απ, πούδρα, ρουζ)/σώματος/χεριών (βλ. κρέμα). Οίκος/σειρά ~ών. Πβ. φτιασίδι, ψιμύθιο. Βλ. άρωμα, μακιγιάζ. ΣΥΝ. κοσμητικά [< γαλλ. cosmétiques] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ