Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [23140-23160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
22386κάλλιστος, η, ο κάλ-λι-στος επίθ. {κ. λογιότ. θηλ. καλλίστη} (με άρθ., λόγ.): (ο) καλύτερος ή (σπανιότ.) ομορφότερος: η ~η απάντηση/απόδοση. Το ~ο αποτέλεσμα. Οι ~ες προθέσεις/σχέσεις (= εξαιρετικές). Η ~ίστη των επιλογών. Πβ. άριστος.|| Η ~ίστη των πόλεων. ΑΝΤ. κάκιστος, χείριστος [< αρχ. κάλλιστος]
22387καλλιτέχνημακαλ-λι-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.) {καλλιτεχνήμ-ατα}: καλλιτεχνικό δημιούργημα, έργο τέχνης: αρχαία/αρχιτεκτονικά/μαρμάρινα ~ατα. Πβ. τεχνούργημα, φιλοτέχνημα. Βλ. αριστοτέχνημα, κομψοτέχνημα.|| (μτφ.) ~ της φύσης. Το σπίτι είναι υπέροχο· πραγματικό/σωστό ~! Πβ. αριστούργημα. ΣΥΝ. καλλιτεχνία [< μεσν. καλλιτέχνημα]
22388καλλιτέχνης, καλλιτέχνιδακαλ-λι-τέ-χνης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {κ. λόγ. θηλ. καλλιτέχνις (γεν. -ιδος) | καλλιτεχνών, καλλιτέχνιδων} 1. πρόσωπο που ασχολείται, συνήθ. επαγγελματικά, με έναν ή περισσότερους τομείς της τέχνης: άγνωστος/αυθεντικός/δημιουργικός/εικαστικός (: γλύπτης, ζωγράφος)/εκκεντρικός/καταξιωμένος/χαρισματικός ~. ~ του θεάτρου (= ηθοποιός· βλ. θεατρ-άνθρωπος, -ίνος)/της μουσικής (: μουσικός, στιχουργός, συνθέτης, τραγουδιστής)/του χορού (= χορευτής). Το εργαστήριο/η παρουσίαση του έργου ενός ~η. ~ες διεθνούς φήμης (πβ. βεντέτα, σταρ)/(του) δρόμου (βλ. γκραφιτάς, ξυλοπόδαρος, πλανόδιος). Διαγωνισμός νέων ~ών. Πβ. αρτίστας, δημιουργός. 2. (μτφ.) εξαιρετικά επιδέξιος, ικανός: Στη μαγειρική είναι σωστός ~! Πβ. αριστο-, δεξιο-τέχνης, μάστορας, μετρ, τεχνίτης. [< μτγν. καλλιτέχνης ‘καλός τεχνίτης’, γαλλ. artiste]
22389καλλιτεχνίακαλ-λι-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): καλλιτεχνική ικανότητα ή δραστηριότητα· συνεκδ. καλλιτέχνημα ή τέχνη: έμφυτη/υψηλή ~ και δημιουργικότητα. Βλ. αριστο-, δεξιο-τεχνία.|| Γύψος ~ας. Χαρτί χειροτεχνίας και ~ας.|| ~ες στους τοίχους. Πβ. κομψοτεχνία. ΑΝΤ. κακοτεχνία.|| Επιστήμη και ~. Βλ. -τεχνία. [< μτγν. καλλιτεχνία]
22390καλλιτεχνικός, ή, ό καλ-λι-τε-χνι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την τέχνη ή τον καλλιτέχνη: ~ός: διαγωνισμός/οργανισμός/σύλλογος (πβ. πολιτιστικός). ~ή: εκπαίδευση/ελευθερία/έμπνευση/παραγωγή. ~ό: εργαστήριο/σχολείο/ταλέντο/φεστιβάλ/ψευδώνυμο (βλ. παρατσούκλι). ~ές: ανησυχίες/δημιουργίες/εκδηλώσεις. ~ά: έργα/ρεύματα (βλ. ιμπρεσιον-, κυβ-, υπερρεαλ-ισμός). Το σκίτσο ως ~ή έκφραση. Λογοτεχνικό και ~ό περιοδικό. Μαθητικοί ~οί αγώνες.|| (για πρόσ.) Είναι/έχει ~ή φύση. 2. που γίνεται με ή χαρακτηρίζεται από καλαισθησία, φαντασία: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: βιβλιοδεσία/επιμέλεια (έκδοσης)/παρουσίαση. ~ές: φωτογραφίες. ● Ουσ.: καλλιτεχνικά (τα): ενν. δρώμενα, θέματα, μαθήματα ή νέα: αίθουσα ~ών (: στο σχολείο). Ασχολείται με τα ~. ● επίρρ.: καλλιτεχνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καλλιτεχνική κολύμβηση βλ. κολύμβηση, καλλιτεχνικό πατινάζ βλ. πατινάζ, καλλιτεχνικός διευθυντής βλ. διευθυντής, διευθύντρια [< γαλλ. artistique]
22391καλλιτεχνώ[καλλιτεχνῶ] καλ-λι-τε-χνώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {καλλιτέχν-ησε, -ήθηκε) (σπάν.): φιλοτεχνώ. [< μεσν. καλλιτεχνῶ]
22392καλλιφωνίακαλ-λι-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του καλλίφωνου. Βλ. -φωνία. ΑΝΤ. κακοφωνία (1), παραφωνία (1) [< μτγν. καλλιφωνία]
22393καλλίφωνος, η, ο καλ-λί-φω-νος επίθ. (λόγ.): που τραγουδά ωραία, που έχει μελωδική φωνή: ~ος: ψάλτης. ~η: χορωδία. ΑΝΤ. κακόφωνος.|| ~α: πουλιά (= καλλικέλαδα). Πβ. γλυκόλαλος. Βλ. -φωνος. [< αρχ. καλλίφωνος]
22394καλλονήκαλ-λο-νή ουσ. (θηλ.) 1. {σπανιότ. αρσ. προφ. καλλονός} πάρα πολύ όμορφη γυναίκα: εξωτικές/καλλίγραμμες/μαύρες ~ές. Είναι πραγματική ~! Πβ. θεά, κούκλα, κουκλάρα.|| (αρσ.) Πβ. κούκλος, παίδαρος. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) ομορφιά: κοπέλα σπάνιας ~ής. ΣΥΝ. κάλλος ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικές καλλονές: ομορφιές του φυσικού περιβάλλοντος: απαράμιλλες/μοναδικές ~ ~. Aνάδειξη/αξιοποίηση/προβολή/προστασία των ~ών ~ών ενός τόπου. Καταπράσινο νησί με σπάνιες ~ ~., ινστιτούτο ομορφιάς βλ. ομορφιά ● ΦΡ.: εκπάγλου καλλονής βλ. έκπαγλος [< 2: αρχ. καλλονή, γαλλ. beauté]
22395κάλλοςκάλ-λος ουσ. (ουδ.) {κάλλ-ους | -η} (λόγ.): ομορφιά: ανδρικό/απαράμιλλο/γυναικείο/πνευματικό/σωματικό/ψυχικό (πβ. αρετή) ~. Το ~ της φύσης (= φυσικό ~). Περιοχές/τοπία ιδιαίτερου ~ους. Πβ. ωραιότητα. Βλ. φιλοκαλία. ΣΥΝ. καλλονή (2) ΑΝΤ. ασχήμια (1) ● κάλλη (τα): σωματική ομορφιά, θέλγητρα: ασύγκριτα/πλούσια ~. Σαγηνεύει με τα ~ της. Επιδείκνυαν τα ~ τους στην παραλία. Γοητεύτηκε/θαμπώθηκε/μαγεύτηκε από τα ~ της. ● ΦΡ.: απείρου κάλλους 1. (ειρων.) για κωμικοτραγική κατάσταση: Διαδραματίστηκαν/εκτυλίχτηκαν σκηνές ~ ~. 2. απίστευτης ομορφιάς: ακρογιαλιές ~ ~. Βλ. απειρόκαλος., μπρος στα κάλλη τι είν'/'ν' ο πόνος (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο πόνος και οι ταλαιπωρίες δεν πτοούν κάποιον που θέλει να βελτιώσει την εξωτερική του εμφάνιση., τα πάχη μου τα κάλλη μου! βλ. πάχος [< αρχ. κάλλος]
22396καλλυντικάκαλ-λυ-ντι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. καλλυντικό}: προϊόντα αισθητικής περιποίησης: αγνά/αντιρυτιδικά/βιολογικά/δερματολογικά (= δερμο~)/υποαλλεργικά/φαρμακευτικά/φυσικά/φυτικά ~. Γυναικεία και ανδρικά ~. ~ μαλλιών (βλ. αφρός, λακ, μαλακτικό, μάσκα, τζελ)/ματιών (βλ. κονσίλερ, μάσκαρα, μολύβι, σκιά)/προσώπου (βλ. βάση, μέικ απ, πούδρα, ρουζ)/σώματος/χεριών (βλ. κρέμα). Οίκος/σειρά ~ών. Πβ. φτιασίδι, ψιμύθιο. Βλ. άρωμα, μακιγιάζ. ΣΥΝ. κοσμητικά [< γαλλ. cosmétiques]
22397καλλυντικός, ή, ό καλ-λυ-ντι-κός επίθ.: που έχει καλλωπιστικές ιδιότητες ή αισθητικές εφαρμογές: ~ή: κρέμα. ~ές: ουσίες. ~ά: παρασκευάσματα/προϊόντα/φάρμακα.|| ~ή: περιποίηση. Χρήση φυτικών εκχυλισμάτων για θεραπευτικούς και ~ούς σκοπούς.|| ~οί: οίκοι. [< πβ. μτγν. καλλυντής ‘καθαριστής (του ναού)’, γαλλ. cosmétique, αγγλ. cosmetic]
22398καλλωπίζωκαλ-λω-πί-ζω ρ. (μτβ.) {καλλώπι-σε, καλλωπί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, καλλωπίζ-οντας}: ομορφαίνω, ευπρεπίζω: Ο χώρος ~στηκε. ~σμένοι: κήποι. Πβ. εξωραΐζω. ΑΝΤ. ασχημίζω ● Παθ.: καλλωπίζομαι (συχνά ειρων.): επιμελούμαι την εξωτερική μου εμφάνιση: ~όταν με τις ώρες (= μακιγιαριζόταν, φτιασιδωνόταν). ~σμένη: κυρία (= περιποιημένη). [< αρχ. καλλωπίζω]
22399καλλώπισμακαλ-λώ-πι-σμα ουσ. (ουδ.) {καλλωπίσμ-ατα} (σπάν.-απαιτ. λεξιλόγ.): το αποτέλεσμα του καλλωπίζω: ~ της πόλης (= εξωραϊσμός, ευπρεπισμός). ΣΥΝ. καλλωπισμός. Βλ. εγ~.|| (στον πληθ., αρνητ. συνυποδ.) Λόγια απλά χωρίς ~ατα (= στολίδια, φιοριτούρες). [< αρχ. καλλώπισμα]
22400καλλωπισμόςκαλ-λω-πι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η διαδικασία και το αποτέλεσμα του καλλωπίζω: ~ περιαύλιου χώρου. Εργασίες καθαρισμού και ~ού. ΣΥΝ. καλλώπισμα. Πβ. εξωραϊσμός, ευπρεπισμός.|| ~ νυχιών (βλ. μανικιούρ)/προσώπου (βλ. πίλινγκ). Είδη/προϊόντα ~ού (= καλλυντικά). Πβ. περιποίηση, φροντίδα, φτιασίδωμα.|| ~ ζώων.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ μιας κατάστασης (= ωραιοποίηση). Βλ. -ισμός. 2. ΜΟΥΣ. φθόγγοι διαφορετικοί από την αρμονία, οι οποίοι προστίθενται για να εμπλουτίσουν την βασική μελωδία. Πβ. μέλισμα, ποίκιλμα. [< αρχ. καλλωπισμός]
22401καλλωπιστικός, ή, ό καλ-λω-πι-στι-κός επίθ.: που αποσκοπεί στον καλλωπισμό: ~ές: παρεμβάσεις (ενός δήμου). Πβ. αισθητ-, εξωραϊστ-ικός.|| Φυσικά παρασκευάσματα με ~ή χρήση/~ές ιδιότητες (πβ. καλλυντικός). ● ΣΥΜΠΛ.: καλλωπιστικά φυτά & (προφ.) καλλωπιστικά: που έχουν διακοσμητική λειτουργία, που χρησιμοποιούνται για να ομορφύνουν έναν χώρο: αναρριχώμενα/θαμνώδη ~ ~. Βλ. αγάπανθος, αροκάρια, βασιλικός, βουκαμβίλια, γιασεμί, ορτανσία, τριανταφυλλιά, υάκινθος. [< μτγν. καλλωπιστικός, γαλλ. ornemental]
22402κάλμακάλ-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γαλήνη, ηρεμία: Επικρατεί ~. Πβ. άπνοια, μπουνάτσα, νηνεμία. ΑΝΤ. τρικυμία, φουρτούνα.|| (ως επίθ.) Η θάλασσα ήταν ~ (= ακύμαντη). (ως επιφών.) ~ (= ήρεμα) παιδιά, όλα θα πάνε καλά! [< ιταλ. calma]
22403καλμάρισμακαλ-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καλμάρω: το ~ των νεύρων. Πβ. γαλήνεμα, καταλάγιασμα. Βλ. -ισμα.
22404καλμάρωκαλ-μά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κάλμαρ-α κ. καλμάρι-σα, -σμένος, καλμάρ-οντας} (προφ.): ηρεμώ: Είδα κι έπαθα να τον ~! Προσπάθησε να ~εις τα νεύρα σου (πβ. κατευνάζω)!|| Τα πνεύματα/πράγματα δεν έχουν ~ει ακόμα (πβ. κατα-λαγιάζω, -σιγάζω). Για ~ε (= χαλάρωσε) λίγο! Πβ. γαληνεύω. ΑΝΤ. αναστατώνω, ταράζω.|| Δεν έχει ~ει ο πόνος (= μαλακώσει, υποχωρήσει). Πβ. καταπραΰνω.|| ~ε ο αέρας (= έπεσε)/η καταιγίδα (= κόπασε, ξεθύμανε). [< ιταλ. calmare]
22405καλντέρακαλ-ντέ-ρα ουσ. (θηλ.) & καλδέρα: ΓΕΩΛ. μεγάλη εδαφική κοιλότητα που σχηματίζεται από την υποχώρηση ηφαιστειακού κώνου ή από τη σταδιακή διάβρωση των τοιχωμάτων του. Βλ. κρατήρας. [< ισπ. caldera, αγγλ. ~, γαλλ. calde(i)ra]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.